16 Ιουνίου 2022
Ευάγγελος Βενιζέλος
Τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του 2016 υπό το φως του πολέμου στην Ουκρανία
- Υπάρχει μια επαρκής και ενιαία ορθόδοξη αντίληψη για τον πόλεμο; *
Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος του 2016, η Σύνοδος της Κρήτης, παρήγαγε μεταξύ άλλων και το κείμενο για την «Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμο» που είναι κυρίως αφιερωμένο σε ζητήματα σχετικά με το θέμα μας, αντιμετωπίζει τα φαινόμενα της βίας, της κοινωνικής ανισότητας, της αδικίας, του πολέμου. Αντιμετωπίζει όλες τις προκλήσεις οι οποίες τα τελευταία χρόνια, με τη λήξη της οικονομικής κρίσης, την εμφάνιση της πανδημίας και στη συνέχεια με την έναρξη της στρατιωτικής εισβολής της Ρωσίας και του πολέμου στην Ουκρανία, έχουν αποκτήσει οξύτατες διαστάσεις.
Τα κείμενα της Συνόδου και η συνάντησή τους με τις εξελίξεις των έξι ετών που μεσολάβησαν
Θα έλεγα ότι έξι χρόνια μετά τη Σύνοδο καλούμαστε να αξιολογήσουμε τα κείμενά της και τη συνεισφορά της υπό το πρίσμα των εξελίξεων: η συνάντηση με την Ιστορία έχει μεγάλη σημασία για τον ορθόδοξο λόγο, για κάθε θεολογικό λόγο, για το εκκλησιαστικό γεγονός. Οι ρητορείες πολλές φορές είναι εύκολες, οι υπεκφυγές είναι μερικές φορές αναγκαίες, αλλά όταν βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με τόσο δύσκολα και σκληρά φαινόμενα, όπως είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία, αυτή η σύγκρουση στην «επικράτεια» της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην πραγματικότητα, είναι αναγκασμένος να τοποθετηθεί με πολύ μεγάλη ακρίβεια και σαφήνεια, αλλιώς μπορεί να κατηγορηθεί ότι με κάποιον τρόπο, έστω διακριτικό, ανέχεται φαινόμενα τα οποία είναι απολύτως καταδικαστέα, τουλάχιστον με βάση τις θύραθεν αντιλήψεις οι οποίες επικρατούν και οι οποίες αφορούν αυτό που λέγεται δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, κράτος δικαίου, νομικός και πολιτικός πολιτισμός της Δύσης. Ακόμη και μια προσέγγιση που θεωρεί ότι δεν είναι δυτικοκεντρική και οριενταλιστική, αλλά οικουμενική, δεν παύει να είναι επηρεασμένη από τα ιστορικά και τα εκκλησιολογικά υποκείμενα που έχουν διαμορφωθεί και έχουν άμεση σχέση, γεωγραφική και πολιτιστική, με την ευρωπαϊκή ήπειρο και στη συνέχεια με τον Νέο Κόσμο, με αυτό που πολιτικά θα λέγαμε στις ημέρες μας το «παγκόσμιο ΝΑΤΟ». Στην πραγματικότητα αυτό συγκροτείται και ταυτόχρονα αντιλαμβάνεται το μικρό του μέγεθος σε σχέση με τον παγκόσμιο πληθυσμό και σε σχέση με τον συνολικό αριθμό κρατών μελών του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Πρώτη μου, λοιπόν, παρατήρηση είναι ότι τα κείμενα της Συνόδου έχουν τεθεί υπό τον έλεγχο καταλυτικών εξελίξεων των τελευταίων έξι ετών και κυρίως των τελευταίων τριών ετών.
Δεύτερη παρατήρησή μου είναι ότι τα συνοδικά κείμενα είναι για την εκκλησία εξ ορισμού κείμενα θεόπνευστα, αλλά είναι ταυτόχρονα και κείμενα συναινετικά, κείμενα διπλωματικά, κείμενα που παράγονται μέσα από δύσκολες διαπραγματεύσεις, είναι προϊόντα της εκκλησιαστικής διπλωματίας.
Θα έλεγα ότι αυτές οι δύο διαστάσεις ίσως και να ταυτίζονται, η συνοδικότητα προϋποθέτει και διαβούλευση και συναίνεση και συμβιβασμό και ίσως η «χάρις του Αγίου Πνεύματος» να εδρεύει σε όλα αυτά. Εάν τα κείμενα αυτά γίνουν δεκτά από το Σώμα της Εκκλησίας, σταδιακά, με ευρύτατη αποδοχή, με συναίνεση, αν καταστούν αυτονόητα κείμενα αναφοράς, αυτό θα οφείλεται στο γεγονός ότι είναι προϊόντα μίας πολύπλοκης διεργασίας διαβουλευτικής η οποία, βεβαίως, θεολογικά συνάπτεται με τη θεοπνευστία, αλλά πρακτικά είναι αποτέλεσμα πολύ συγκεκριμένων διεργασιών, στις οποίες μετείχαν συγκεκριμένοι άνθρωποι οι οποίοι πρωταγωνίστησαν στην κατάρτιση των κειμένων αυτών.
Η στάση των ορθοδόξων εκκλησιών που μετείχαν στην Σύνοδο απέναντι στο ουκρανικό αυτοκέφαλο
Καταρχάς, αυτό που λέω γίνεται αντιληπτό από αυτές καθεαυτές τις συμμετοχές στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο: οι δέκα Ορθόδοξες Εκκλησίες που μετείχαν δεν είναι και οι δέκα έτοιμες μέχρι στιγμής να αποδεχθούν καταρχάς την αυτοκεφαλία της Ουκρανικής Εκκλησίας υπό τον Επιφάνιο. Επίσης δεν είναι έτοιμες να καταδικάσουν με σαφή και απερίφραστο τρόπο τη στάση του Πατριαρχείου Μόσχας, το γεγονός ότι επευλογούνται τα όπλα μίας ειδικής «επιχείρησης», ενός επιθετικού πολέμου ο οποίος τείνει στο να καταλάβει μία χώρα, να αμφισβητήσει την ανεξαρτησία της, την κρατικότητά της, την κυριαρχία της, την εθνική της ταυτότητα, τη θρησκευτική της ταυτότητα, τη γλώσσα της, τον πολιτισμό της, άρα την υπόστασή της συνολικά, με βάση την «αφήγηση» Πούτιν που αφορά την «ουδετεροποίηση» και την «αποναζιστικοποίηση» της Ουκρανίας. Υπό την έννοια αυτή πρέπει να δούμε πώς διαμορφώνονται οι συσχετισμοί μεταξύ των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, γιατί αυτό συνδέεται με τις αντιλήψεις του Σώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και αναδεικνύει τα μέτωπα τα οποία υπάρχουν εντός αυτής, για να είμαστε εξαρχής ειλικρινείς και να μην εξωραΐζουμε τα πράγματα.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα συνοδικά κείμενα καταδικάζουν τη βία, την ανισότητα, τον πόλεμο. Ο πόλεμος θεωρείται προϊόν της αμαρτίας, είναι εκδοχή αμαρτίας. Αυτή είναι μία ορθόδοξη και χριστιανική θα έλεγα ευρύτερα, «πολεμολογία», η οποία έχει τις αναφορές της στην Αγία Γραφή, κυρίως στην Καινή Διαθήκη, ανάγεται σε Πατερικά κείμενα, τεκμηριώνεται θεολογικά. Αλλά δεν νομίζω ότι θα μας βοηθούσε ιδιαίτερα να ερμηνεύσουμε και να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο του πολέμου ή τη σύγκρουση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, πίσω από την οποία φυσικά εμφανίζεται η πολύ μεγαλύτερη σύγκρουση μεταξύ Δύσης και Κίνας, η καταδίκη της αμαρτίας, δηλαδή η αναγωγή στο forum internum αυτών που λαμβάνουν τις κρίσιμες αποφάσεις, σε μία συμπεριφορά η οποία θα αξιολογηθεί εντελεί εσχατολογικά. Εδώ υπάρχει μία πραγματικότητα εν τόπω και χρόνω, μια πραγματικότητα ιστορική, η αξιολόγηση της δεν αρκεί να είναι εσχατολογική, αφορά ζωές και περιουσίες ανθρώπων, δικαιώματα, δημοκρατικούς θεσμούς, χρήση όπλων, κυρώσεις, αφορά έναν συσχετισμό δυνάμεων πολυεπίπεδο ο οποίος αναπτύσσεται και θα αναπτύσσεται για χρόνια, γιατί δεν θα βγούμε εύκολα από αυτήν την περιπέτεια η οποία είναι ένα νέο κεφάλαιο της παγκόσμιας Ιστορίας.
Δυο εκδοχές ορθοδοξίας, η μειονοτική και η πλειονοτική,
απέναντι στην κρατική εξουσία και πολεμικού χαρακτήρα πρωτοβουλίες
Είναι επίσης προφανές ότι υπάρχουν δύο εκδοχές Ορθοδοξίας τις οποίες προσπαθεί να συμβιβάσει η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος σε όλα τα κείμενά της, μία μειονοτική και μία πλειονοτική Ορθοδοξία. Η πλειονοτική Ορθοδοξία περιλαμβάνει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες των χωρών στις οποίες η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι ορθόδοξη και καθοριστική για τη νομιμοποίηση της πολιτειακής εξουσίας, είναι αυτός ο ορθόδοξος κατά τεκμήριο πληθυσμός οποίος κατά βάση συγκροτεί την κοινωνία των πολιτών αλλά και την πολιτική κοινωνία, το εκλογικό σώμα. Ακόμη και εάν το πολίτευμα είναι ολοκληρωτικό ή αυταρχικό, η στάση της πλειοψηφίας του πληθυσμού είναι κρίσιμη για τη νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας. Η πλειονοτική Ορθοδοξία καλείται να διαχειριστεί τη σχέση της με το φαινόμενο της βίας στην πιο οργανωμένη μορφή της που είναι η κρατική βία και απώτατη εκδοχή της κρατικής βίας είναι ο πόλεμος εναντίον ενός άλλου κράτους, είναι υποχρεωμένη εκ των πραγμάτων να συνδιαλέγεται, να διαπραγματεύεται, να συνυπάρχει με την κρατική εξουσία. Η θρησκευτική συνείδηση συνορεύει και ενδεχομένως συγκρούεται με το πατριωτικό φρόνημα που μια δημοκρατική εξουσία τεκμαίρεται ότι εκφράζει. Αυτό όμως μπορεί να μη ισχύει - και πολύ συχνά δεν ισχύει- για μια αυταρχική ή πολύ περισσότερο ολοκληρωτική κρατική εξουσία.
Η μειονοτική Ορθοδοξία είναι μεν σε δύσκολη θέση ακριβώς επειδή είναι μειονοτική, αλλά ταυτόχρονα έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα, δεν είναι ο καθοριστικός παράγων για τη διαμόρφωση των πολιτικών αποφάσεων. Στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψης κρίσιμων αποφάσεων είτε με δημοκρατικό, είτε με αυταρχικό ή ολοκληρωτικό τρόπο, η μειονοτική Ορθοδοξία θέλει να προστατεύσει τα ανθρώπινα δικαιώματα, θέλει να προστατεύσει την υπόστασή της, θέλει να αντιμετωπίσει δύσκολες καταστάσεις. Ως εκ τούτου μπορεί να αναπτύσσει έναν λόγο εναντίον της βίας και έναν λόγο αντιπολεμικό με πολύ μεγαλύτερη ευκολία.
Μεταξύ των 14 και με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας 15 αυτοκεφάλων Εκκλησιών νομίζω ότι έχουμε πολλά παραδείγματα μειονοτικής Ορθοδοξίας, αρχής γενομένης από τα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία τα περισσότερα εκ των οποίων είναι μειονοτικά. Μειονοτικό είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, το Πατριαρχείο Αντιοχείας, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Μεταξύ των αυτοκεφάλων Εκκλησιών που είτε απέκτησαν πατριαρχική αξία είτε όχι , ακόμα και στην περίπτωση της Κύπρου που έχει οικουμενική συνοδική θεμελίωση, μπορεί να βρει κανείς και το ένα και το άλλο παράδειγμα, αλλά βεβαίως με τον ίδιο τρόπο μνημονεύονται στα δίπτυχα, με τον ίδιο τρόπο μετέχουν σε μία Οικουμενική Σύνοδο, σε μία Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, είτε είναι πλειονοτικές, είτε είναι μειονοτικές εκδοχές της Ορθοδοξία. Πιστεύω ότι αυτή η διάκριση είναι καταλυτική. Η κατ’ Ελλάδα Εκκλησία είναι πλειονοτική, δεν θέλω να εισέλθω στη συζήτηση περί επικρατούσας θρησκείας και στην πολυτυπία των εκκλησιαστικών καθεστώτων, η Κυπριακή είναι πλειονοτική. Μπορούμε να θεωρήσουμε πλειονοτικές ορθόδοξες Εκκλησίες τη Βουλγαρική, τη Σερβική, τη Ρουμανική, αλλά δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την Πολωνική, της Τσεχίας και Σλοβακίας. Βέβαια η κατ’ εξοχήν πλειονοτική Εκκλησία είναι αυτή η οποία είναι στενά δεμένη με την κρατική εξουσία για λόγους που δεν χρειάζεται να αναλύσω τώρα, που είναι το Πατριαρχείο Μόσχας, η Ρωσική Εκκλησία.
Ως εκ τούτου, πρέπει να δούμε αν αυτή η αντίληψη περί πολέμου και η καταδίκη του στην οποία με τόση αγαθότητα και τόση ευκολία λέμε ότι η Ορθοδοξία προβαίνει , είναι ιστορικά ακριβής, διότι υπήρχαν στιγμές ιστορικές στις οποίες η Εκκλησία επευλόγησε τα όπλα, όχι για έναν επιθετικό πόλεμο όπως η στρατιωτική επιχείρηση της Ρωσίας στην Ουκρανία. Για παράδειγμα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο οποίος σύμφωνα με την κυρίαρχη ελληνική εθνική αφήγηση, ύψωσε το λάβαρο και ευλόγησε τα όπλα της Επανάστασης, σε ποια θεολογική, εκκλησιολογική, διεθνοδικαιική και πολεμολογική αντίληψη εγγράφεται; Υπάρχει εθνοφυλετικό στοιχείο όταν η Εκκλησία διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια Επανάσταση Ανεξαρτησίας; Πάντως ενόψει του επετειακού έτους 2021 και κατά τη διάρκεια του η Εκκλησία της Ελλάδος υπενθύμισε με δέκα συνέδρια και δέκα αντίστοιχους τόμους πρακτικών τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Εκκλησίας στον αγώνα της Ανεξαρτησίας.
Θα έλεγα ότι πρέπει να μας απασχολήσει η περαιτέρω ερώτηση, εάν υπάρχουν πράγματι εκδοχές πολέμου οι οποίες αντιμετωπίζονται με έναν θεολογικά προνομιακό ή πάντως ανεκτικό τρόπο, επειδή πρόκειται για Επανάσταση που οδηγεί σε αυτό που ονομάζεται στο Διεθνές Δίκαιο «αποκαταστατική απόσχιση». Η απόσχιση γενικώς απαγορεύεται, όπως συνέβη με την Κριμαία, αλλά η αποκαταστατική απόσχιση επιτρέπεται, άλλωστε προϊόν αποκαταστατικής απόσχισης είναι το Ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος το οποίο αποσχίστηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ας θυμηθούμε τον ιστορικό πυρήνα του φαινομένου της αυτοκεφαλίας
Ως εκ τούτου, πρέπει νομίζω να δούμε ξανά τον ιστορικό πυρήνα της έννοιας της αυτοκεφαλίας. Η αυτοκεφαλία στην παραχώρηση της οποίας οδηγήθηκε σταδιακά το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Μητέρα Εκκλησία, είναι ένα είδος ορθόδοξου βεστφαλισμού, δηλαδή δημιουργείται ένα ανεξάρτητο κράτος το οποίο έχει μία πλειονοτική ή εν πάση περιπτώσει μία μειονοτική ορθόδοξη εκκλησία η οποία είναι ισχυρή, παίζει ρόλο στην συγκρότηση της εθνική πολιτειακής ταυτότητας και της αντίστοιχης εθνικής αφήγησης και αυτή διεκδικεί την αυτοκεφαλία της, όπως θα διεκδικούσε την ανεξαρτησία του ένα βεστφαλικό κράτος το οποίο βεβαίως είναι και αυτό φαινόμενο του παρελθόντος, γιατί το κυρίαρχο βεστφαλικό κράτος έχει δώσει τη θέση του σε μορφές μειωμένης κρατικής κυριαρχίας, σε νέες μορφές κράτους, στο «κράτος μέλος» που συμμετέχει σε συσσωματώσεις, σε ολοκληρώσεις, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Συμβούλιο της Ευρώπης. Αυτός καθ’ εαυτόν ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών είναι μία συσσωμάτωση.
Το συνοδικό κείμενο περί βίας και πολέμου επαρκεί για την ανάλυση των εξελίξεων μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία;
Το κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου περί της αποστολής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο είναι συνεπώς ένα κείμενο το οποίο δίνει μία απάντηση θεολογική, δεν νομίζω όμως ότι αυτή είναι μία επαρκής απάντηση σε σχέση με την πολυπλοκότητα των φαινομένων. Το κείμενο δεν δίνει πλήρη απάντηση στα ερωτήματα που αντιμετωπίζουν αυτή τη στιγμή οι κυβερνήσεις, οι λαοί, τα εκλογικά σώματα, στα μεγάλα διλήμματα που έχουν σχέση με το πώς θα εξελιχθεί αυτή η κατάσταση, πώς θα κριθούν τα ζητήματα στις σχέσεις μεταξύ Δύσης - Ρωσίας, Δύσης - Κίνας, φιλελεύθερης δημοκρατίας και της διεθνούς του αυταρχισμού και του ολοκληρωτισμού.
Βεβαίως έχουμε μία συνοδικής περιωπής απάντηση για την αξία του ανθρωπίνου προσώπου, η οποία μας φέρνει πολύ κοντά στα δάνεια και τα αντιδάνεια με όλη τη θύραθεν θεωρία του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας, η οποία βασίζεται στην αξία του ανθρώπου. Μιλά το συνοδικό κείμενο για την ελευθερία και την ευθύνη, αλλά η ευθύνη συνδέεται με την παρακοή, με την έκπτωση, με την αμαρτία, με το «κακό στον κόσμο». Άρα το κακό στον κόσμο είναι η βία, ο πόλεμος απορρέει από τις ανισότητες, από τις προσβολές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά κυρίως από την εχθρότητα απέναντι στον άλλον, από τον τρόπο που τοποθετούμαστε απέναντι στην ετερότητα.
Προφανώς είναι εύκολο να πεις ότι στόχος μας είναι η ειρήνη και η δικαιοσύνη, και ότι η ειρήνη είναι η άνωθεν ειρήνη, ότι η ειρήνη είναι κάτι παραπάνω από τον μη πόλεμο, ότι η ειρήνη είναι κάτι παραπάνω από την αιώνια ειρήνη την καντιανή, ότι η ειρήνη είναι η συμφιλίωση με τον Θεό, είναι ταυτόχρονα και η καταλλαγή. Αλλά εάν πεις ότι τα αίτια του πολέμου είναι η αμαρτία, τότε δεν νομίζω ότι μπορείς να διαπραγματευτείς διπλωματικά με αποτελεσματικότητα. Ίσως αυτό να φαίνεται στη σχετική αμηχανία με την οποία η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αντιμετωπίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία. Διότι η κρατική της υπόσταση, ο διπλωματικός της ρόλος και η συμμετοχή της σε ένα διεθνές γίγνεσθαι και σε μία ενδεχόμενη διαπραγμάτευση την οδηγεί σε μία συζήτηση από τη σκοπιά των οπαδών της ειρήνης και όχι της δικαιοσύνης. Πολλές πλευρές θέτουν το ζήτημα του μεριδίου της ευθύνης της Δύσης για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Πότε όμως γεννιούνται ευθύνες σε σχέση με την Ουκρανία; Όταν δεν αντέδρασε στην Κριμαία, όταν δεν αντέδρασε στην Αμπχαζία και την Οσσετία, όταν δεν αντέδρασε στις συμφωνίες του Μινσκ και στην παγωμένη διένεξη στο Ντονμπάς, όταν εγκατέλειψε την προοπτική ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ αλλά και στην ΕΕ;
Υπάρχει αναμφίβολα μία αντιπολεμική Ορθοδοξία που καταδικάζει τον πόλεμο, που τον θεωρεί συνέπεια του κακού και της αμαρτίας, που καταδικάζει τον εθνικισμό, τον εθνοφυλετισμό, τον αναθεωρητισμό των υφισταμένων συνόρων, τον επιθετικό πόλεμο. Όλα αυτά υπάρχουν στο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Καταδικάζει τα πυρηνικά, χημικά και άλλα όπλα μαζικής καταστροφής τα οποία με άνεση υπενθυμίζει συχνά ο Πρόεδρος Πούτιν ότι διαθέτει η Ρωσία και μπορεί και να τα χρησιμοποιήσει.
Αλλά δεν νομίζω ότι αρκεί να πεις ότι είμαι εναντίον των διακρίσεων, ότι η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι μία μαρτυρία αγάπης, η βοήθεια στους ενδεείς και τους αδυνάτους, η μάχη κατά των ανισοτήτων, η αντίδραση απέναντι στο χάσμα πλουσίων και φτωχών, ότι στόχος μας είναι η πανανθρώπινη αλληλεγγύη. Αυτά μαζί με την οικολογική μέριμνα, την προστασία των φυσικών πόρων, την αντίθεση στον καταναλωτικό τρόπο ζωής, την επισήμανση για την κακή επιρροή των μέσων ενημέρωσης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δεν νομίζω ότι αρκούν ως απάντηση. Για να το πω διαφορετικά, χρειάζονται πολύ περισσότερα πράγματα για μία ορθόδοξη γεωπολιτική που δεν είναι η απάντηση στην «γεωπολιτική της αμαρτίας», αλλά γεωπολιτική συσχετισμών όχι μόνο ηθικού αλλά και στρατιωτικού, πολιτικού και οικονομικού χαρακτήρα.
Liberal και illiberal orthodoxy
Εδώ έχουμε άλλωστε έναν ενδοορθόδοξο πόλεμο που είναι ταυτοτικός και κρατικός. Είναι προφανές ότι υπάρχει μία liberal orthodoxy και μια illiberal orthodoxy, όπως υπάρχει μία liberal democracy και μία illiberal democracy και αυτό είναι μία πραγματικότητα, είναι ένας διχασμός της Ορθοδοξίας εν τοις πράγμασι που δεν μπορούμε να τον αγνοήσουμε. Υπάρχει η Ορθοδοξία της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, η Ορθοδοξία του κράτους δικαίου και της φιλελεύθερης δημοκρατίας η οποία είναι απολύτως επηρεασμένη από το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, είναι δηλαδή επηρεασμένη από θύραθεν στοιχεία αυτής της ιστορικής διαδρομής και αυτού του θεσμικού και αξιακού περιεχομένου. Υπάρχει όμως αλλά υπάρχει και η Ορθοδοξία του εθνικισμού, η Ορθοδοξία της ισχύος, του αυταρχισμού και του ολοκληρωτισμού. Είναι δύο Ορθοδοξίες και αυτές τις βλέπουμε και στην Ουκρανία.
Πριν κάνει το τέχνασμα η εν Ουκρανία ρωσική παρουσία να δηλώσει ότι δεν μνημονεύει τον Κύριλλο, διακόπτει τους δεσμούς της με το Πατριαρχείο Μόσχας και έτσι γίνεται σχισματική, αποκτά πρόβλημα εκκλησιολογικής υπόστασης το οποίο είναι κραυγαλέο, παρότι προφανώς συνεχίζει να έχει επαφή οργανωτική και πνευματική, είχα διατυπώσει την πρόβλεψη ότι το εκκλησιολογικό πρόβλημα της Ουκρανίας θα λυθεί στην πράξη. Είχα πει ίσως λίγο «λογοτεχνικά» ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ουκρανία θα ενοποιηθεί ως Εκκλησία των καταφυγίων και των κατακομβών. Δεν έχουμε κατακόμβες τώρα, αλλά έχουμε καταφύγια σε έναν πόλεμο ο οποίος συνεχίζεται.
Από την άλλη μεριά, εάν μικρύνουμε την εικόνα και αξιολογήσουμε αναδρομικά τη μεγάλη και ριψοκίνδυνη προφανώς πρωτοβουλία της ενωτικής Συνόδου και της χορήγησης αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, διαπιστώνουμε τη δικαίωση του Οικουμενικού Πατριάρχη. Οι περισσότεροι από αυτούς που διατύπωσαν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις σιωπούν, επειδή οι εξελίξεις, οι πολιτικές και στρατιωτικές πρωτίστως δικαίωσαν μία εκκλησιολογική πρωτοβουλία, ποιμαντική, μεγάλης κλίμακας.
Βεβαίως αυτό φάνηκε και στην ευκολία με την οποία αντιμετωπίστηκε το πρόβλημα της Εκκλησίας της Βόρειας Μακεδονίας, με την εκδοχή της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, με τα προσεκτικά αυτά βήματα τα οποία παρακολουθούμε, την αποδοχή της Εκκλήτου προσφυγής και την επαναφορά στην κοινωνία, με τη Σερβική Εκκλησία να σπεύδει να χορηγήσει έναν τόμο αναρμοδίως, αλλά οι αρχιερείς της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος αναμένουν τον τόμο τον πατριαρχικό και συνοδικό, περιμένουν να αποφανθεί ο Οικουμενικός Πατριαρχής και μετά μπορούν να συναποφανθούν και οι άλλοι, κυρίως η Σερβική Εκκλησία . Αλλά πίσω από αυτά υπάρχουν πολλά κρίσιμα προβλήματα που βρίσκονται στα πρόθυρα της έκρηξης τους στα Δυτικά Βαλκάνια.
Εκκλησιαστικοί και πολιτικοί συσχετισμοί
Έχουμε αυτή τη στιγμή το παράδοξο, οι Εκκλησίες, οι οποίες δεν αναγνωρίζουν τον Επιφάνιο και δεν τον μνημονεύουν στα δίπτυχα, να είναι Εκκλησίες είτε πλειονοτικές είτε μειονοτικές, οι οποίες υπάρχουν και λειτουργούν σε κράτη τα οποία είναι σχεδόν όλα φιλοατλαντικά, φιλοαμερικανικά και αντιρωσικά. Η Αλβανία που είναι κατά τη γνώμη μου το πιο κραυγαλέο παράδειγμα, δεν αναγνωρίζει τον Επιφάνιο αλλά λειτουργεί σε μια χώρα η οποία είναι σαφώς φιλοαμερικανική και φιλοδυτική. Η Βουλγαρία με την παρούσα κυβέρνηση η οποία κινδυνεύει κοινοβουλευτικά, μπορεί αύριο να μην ισχύει αυτό που λέμε , ακολουθεί μια σκληρά δυτική πολιτική. Η Γεωργία το ίδιο , παρά τις γεωγραφικές και ιστορικές δυσκολίες. Η Ρουμανία υφίσταται την πίεση της Μολδαβίας και της Υπερδνειστερίας. Η Πολωνία, είναι χώρα υποδοχής προσφύγων, το προκεχωρημένο φυλάκιο του ΝΑΤΟ. Η κατάσταση στην Συρία συνδέεται γεωστρατηγικά με τις εξελίξεις στην Ουκρανία με κοινό παρονομαστή την Ρωσία. Αυτό αφορά και το Πατριαρχείο Αντιοχείας βεβαίως, το οποίο είναι μειονοτικό «ηγεμονικό», διότι το καθεστώς Άσαντ ήταν οι μειονότητες ως συνασπισμός εξουσίας. Η στάση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων είναι αντικείμενο ειδικής ανάλυσης. Το εντυπωσιακό είναι ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο παίρνει μεγάλες πρωτοβουλίες οι οποίες έχουν εκκλησιολογική και ποιμαντική αυτοδυναμία σε σχέση με την τουρκική πολιτική. Είμαι βέβαιος ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο εν τη σοφία του την εκκλησιολογική, την ποιμαντική, αλλά και τη διπλωματική, λαμβάνει υπόψη όλες τις παραμέτρους.
Θα ήθελα να κλείσω με μια γεωπολιτική, ας πούμε, παρατήρηση. Εάν κάτι πρέπει να έχει τώρα, διεθνοπολιτικά προφανώς και όχι θεολογικά, προτεραιότητα της η κατ’ Ανατολάς Εκκλησία στην Ουκρανία, στην Μ. Ανατολή, στα Βαλκάνια είναι όχι μία αντίληψη ανατολικού εξαιρετισμού, αλλά ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας και ταυτότητας μέσα σε ένα πλαίσιο που μακάρι να διασφάλιζε στις περιοχές αυτές το δυτικό αναπτυξιακό, πολιτικό και πολιτισμικό κεκτημένο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Η δική μας Ανατολή φωτίζει τη Δύση, ex oriente lux. Αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο το γνωρίζει πάρα πολύ καλά, παρότι είναι εμπερίστατο. Πρέπει πάντα να συνυπολογίζουμε υπό ποιες συνθήκες λειτουργεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο και πόσο μεγάλη διπλωματικότητα, ευελιξία αλλά και δογματική και ιστορική βαρύτητα απαιτείται προκειμένου να κινείσαι σε ένα πολύπλοκο περιβάλλον. Θεωρώ ότι οφείλουμε να βοηθήσουμε την ανατολική Εκκλησία να λειτουργήσει μέσα από την ιδιοσυστασία και την αυθεντική πνευματικότητά της ως εγγυητής των δυτικών αξιών και της οικουμενικότητας της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Των δικαιωμάτων όλων των ιστορικών κυμάτων του συνταγματισμού, από την προσωπική, την πνευματική και τη θρησκευτική ελευθερία έως την προστασία της φύσης και του περιβάλλοντος .-
* Κεντρική ομιλία και παρεμβάσεις στην απογευματινή συνεδρίαση της διαδικτυακής ημερίδας με θέμα: «Μπορούν τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου να αντιμετωπίσουν το σύγχρονο φαινόμενο της κοινωνικής βίας;» που οργάνωσαν στις 16.6.2022 η Ορθόδοξος Ακαδημία Κρήτης και το Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών μετελών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» (CEMES). Τη συνεδρίαση συντόνισε ο Δρ Κωνσταντίνος Β. Ζορμπάς, Γενικός Διευθυντής της ΟΑΚ. Στη συζήτηση μετείχαν οι Ελισάβετ Προδρόμου, Faculty Director, Initiative on Religion, Law and Diplomacy at the Fletcher School of Law and Diplomacy, Tufts University USA, Δημήτριος Κεραμιδάς, Καθηγητής Θεολογίας στο Ποντιφικό Πανεπιστήμιο Angelicum της Ρώμης, Πέτρος Βασιλειάδης, Oμότιμος Kαθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πρόεδρος επί τιμή του CEMES, Γρηγόριος Λαρεντζάκης, Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Graz 2. Τα συμπεράσματα της ημερίδας παρουσίασε ο Πρωτοπρεσβύτερος Αυγουστίνος Μπαϊρακτάρης, Αναπληρωτής Καθηγητής της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης.
Δημοσιεύεται:
Ευάγγελος Βενιζέλος, ‘Τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του 2016 υπό το φως του πολέμου στην Ουκρανία – Υπάρχει μια επαρκής και ενιαία ορθόδοξη αντίληψη για τον πόλεμο; ’, στο: του ιδίου, Πολιτική θεολογία και Συνταγματική ηθική, εκδ. Αρμός, 2024, σελ. 160-173













