25 Μαΐου 2020 

 

Ευάγγελος Βενιζέλος

 

 Η Συγχώρεση: Νομικές εκφάνσεις και θεολογικό υπόβαθρο *

 

 

Η συγχώρεση ως δημόσια πράξη και η συγχώρεση ως μία ατομική, ιδιωτική πράξη, είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις. Η δυσκολία εντοπίζεται κυρίως στην ατομική συμπεριφορά, στην ατομική επιλογή της συγχώρεσης, σε μία «ιδιωτική» συγχώρεση, η οποία μπορεί να είναι νομικά ρυθμισμένη, νομικά τυποποιημένη, αλλά τις περισσότερες φορές είναι άτυπη. Αφορά την καθημερινότητά μας, τις οικογενειακές μας σχέσεις, τις ατομικές μας σχέσεις, τον βίο μας. 

Θα έλεγα ότι κοινός παρονομαστής κάθε μορφής συγχώρεσης είναι μια πολιτιστική επεξεργασία. Ίσως δε  η συγχώρεση να είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της επαφής και της ώσμωσης που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που θα ονομάζαμε «χριστιανική ηθική» και σε αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε «συνταγματική ηθική». Ίσως είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα διασταύρωσης μιας αντίληψης που καλλιεργείται και επιβάλλεται θεσμικά, νομικά, την εποχή του διαφωτισμού, την εποχή του κράτους δικαίου, όταν αναδεικνύεται η αρχή της επιείκειας, και μιας αντίληψης  χριστιανικής.  

Γεννιόμαστε  βυθισμένοι σε ένα προπατορικό αμάρτημα το οποίο είναι ασυγχώρητο για την ανθρωπότητα που κατέστη θνητή,  «Ίνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται». Ο φιλάνθρωπος θάνατος οδηγεί στη ζωή μετά από αυτόν και στην ελπίδα της Ανάστασης. Καθημερινά, στο υπόδειγμα της προσευχής, στην Κυριακή προσευχή, παρακαλούμε  για μια συγχωρητική αλυσίδα, «...και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».


Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε σε ποιο πολιτιστικό, αξιακό και τελικά νοοτροπιακό περιβάλλον, συζητούμε τώρα, το 2020, υπό συνθήκες πανδημίας και με όλη την εμπειρία που έχουμε συσσωρεύσει, ως άνθρωποι της μοντέρνας και της μεταμοντέρνας εποχής, για τη συγχώρεση.
 

Έχει καταρχάς πολύ μεγάλη σημασία το ερώτημα ποιος ζητά τη συγχώρεση, αν αυτή προϋποθέτει μετάνοια και συγγνώμη και ποιος τη χορηγεί. Γιατί είναι άλλο να τη ζητάς από τον παθόντα, από το θύμα, είναι άλλο να τη ζητάς από τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, είναι άλλο να τη ζητάς από τον σύντροφό σου τον ερωτικό, και είναι άλλο να τη ζητάς από τον Θεό ή από το κράτος. Σε πολύ μεγάλο βαθμό, το κράτος ως ένα ολιστικό φαινόμενο, κυριαρχικό, εξουσιαστικό, υποκαθιστά τον Θεό στο θεολογικό σύμπαν μέσα στο οποίο έχει ξεκινήσει αυτή η συζήτηση για τη συγχώρεση, για να μεταφερθεί στη συνέχεια στο «σύμπαν»  της λεγόμενης πολιτικής θεολογίας.

Η συγχώρεση είναι ένα μήνυμα της Καινής Διαθήκης, είναι μια ανατροπή σε σχέση με το πολιτιστικό περιβάλλον της Παλαιάς Διαθήκης. Θεολογικά όλα μπορεί να συγχωρεθούν: έχουμε εξομολόγηση, εξαγόρευση, επιτίμια, συγχώρηση. Και αν αυτό δεν λειτουργήσει έχουμε το ευχέλαιο, το οποίο ιδίως στην Ορθόδοξη εκκλησία, χωρίς καν να ζητήσεις συγγνώμη, χωρίς να αποδεχθεί ότι μετέχεις συναισθηματικά, ψυχικά, σου προσφέρει συγχώρεση με την απλή επάλειψη με έλαιο.
 

Τέθηκε το θέμα αν η συγχώρεση προϋποθέτει το έλεος. Κατά τη γνώμη μου το  έλεος έχει σχέση και με τον αποδέκτη του αιτήματος, με το «ίλεως, ίλεως γενού ημίν, Δέσποτα». Δηλαδή με την ισχύ εκείνου προς τον οποίο απευθυνόμαστε. Εάν αυτός είναι ακαταγώνιστος, πολλές φορές η συγγνώμη, το αίτημα για έλεος, που προηγείται της συγχώρεσης είναι απλώς μια πράξη υποταγής. Εξαρτάται σε ποια κατάσταση βρίσκεται αυτός που ζητά τη συγχώρεση. Δεν αρκεί να δούμε σε ποια κατάσταση βρίσκεται αυτός που τη δίνει. Διότι μπορεί να τη δίνει εκ του περισσεύματος. Μπορεί να τη δίνει γιατί αυτή είναι η βασική του λειτουργία ή γιατί  έτσι διατηρείται εν λειτουργία η Ιστορία.
 

Άρα εδώ παρεμβαίνουν παράμετροι που οφείλουμε να συνεκτιμήσουμε. Όλα τα συμφαζόμενά μας διαπλέκονται καθώς είναι ταυτόχρονα ψυχαναλυτικά, ανθρωπολογικά, θεολογικά, ιστορικά, πολιτικά. Πολιτικά της συγκυρίας, ούτε καν της Ιστορίας, δηλαδή της τρέχουσας κατάστασης. Τα τρία θέματα που    πραγματευτήκατε στις συζητήσεις αυτές των εκδόσεων «Αρμός» και του περιοδικού Οιδίπους για τη συνάντηση ψυχανάλυσης και κοινωνίας, ο λαϊκισμός, η εμφυλιοπολεμική μνήμη και τώρα η συγχώρεση, συνάπτονται.  Ας πούμε, η λαϊκιστική αντίληψη δεν συγχωρεί, μνησικακεί. Απλουστεύει, δημαγωγεί, επιτίθεται. Η δημοκρατία μπορεί και να συγχωρεί, γιατί είναι συμπεριληπτική.  Η Ιστορία συγχωρεί; Ή πρέπει να θυμάται, να αξιολογεί και να καταγράφει. Θέλουμε μια Ιστορία  που είναι επιεικής ή μια Ιστορία  που είναι ακριβής;

Όλα αυτά βεβαίως, στη σφαίρα του επέκεινα, δηλαδή μετά τον θάνατο, στην επαφή μας με τον Θεό, αποκτούν άλλη διάσταση. Γιατί εκεί έχουμε την προσδοκία της συγχωρήσεως των πάντων, κινούμαστε πλέον στον αχώρητο χώρο. Στον αχώρητο χώρο δεν έχουμε ανάγκη από πολλούς συμβιβασμούς. Ούτε από εκχώρηση, ούτε από περιχώρηση, ούτε από αλληλοπεριχώρηση. Άρα πρέπει να προσδιορίσουμε  το  δικό  μας συγκείμενο μέσα στο οποίο συζητούμε, καθώς  συμπλέκονται πολλά επιμέρους συμφραζόμενα. 
 

Επειδή  η αντίστιξη προς τη συγχώρεση είναι η εκδίκηση, θα ήθελα να θυμίσω ότι το βασικό κεκτημένο του κράτους δικαίου, του νεωτερικού κράτους, του κράτους του διαφωτισμού, είναι ότι σου αφαιρεί το δικαίωμα και τη δυνατότητα της εκδίκησης. Σου τη στερεί ως ατομική δυνατότητα. Τη μεταθέτει στη δημόσια σφαίρα. Την καθιστά κρατική αρμοδιότητα. Στην εκδίκηση αντιτάσσει την ποινική δίωξη που ασκεί η πολιτεία. Δεν είναι ιδιωτικού χαρακτήρα.
 

Από αυτό μπορούμε, νομίζω, να αντιληφθούμε ότι κινούμαστε πάντα σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Είναι  άλλο να συζητάμε για τη συγχώρεση ως τελική φάση της διαχείρισης του πένθους και της απώλειας, που είναι η ατομική μας σχέση με το φαινόμενο, και άλλο να συζητάμε για τη συγχώρεση ως ιστορική, κοινωνική  ή πολιτική συμπεριφορά που υπηρετεί κάποιο σκοπό, - όπως είναι η κοινωνική ειρήνη, η κοινωνική συμβίωση, η υπέρβαση, η συμφιλίωση -  της δημόσιας σφαίρας.
 

Στην ιδιωτική σφαίρα η συγχώρεση ως διαχείριση του πένθους σε τελευταία ανάλυση μας τοποθετεί απέναντι στο δίλλημα μεταξύ ζωής και θανάτου. Εάν η μία μας επιλογή είναι η ζωή και η συνέχειά της,  πρέπει να δούμε πώς θα την οικονομήσουμε. Γι’ αυτό υπάρχουν οι κατ’ οικονομία λύσεις. Εάν πια έχουμε βυθιστεί στην προσδοκία απλά και μόνο της τελικής λύσης που είναι ο θάνατος, τότε η μόνη προσδοκία - αν πιστεύεις - είναι η Ανάσταση.
 

Η συζήτηση για τη συγχώρεση αναδεικνύει πάντως τη σύγκρουση ανάμεσα στο πρωτόγονο, το αρχαϊκό, το ενστικτώδες από τη μια μεριά, και το εκλεπτυσμένο, το επεξεργασμένο, το πολιτιστικό, το αξιακό από την άλλη. Αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου. Όσο και αν νομίζουμε ότι είμαστε μεταμοντέρνοι, είμαστε αρχαϊκοί. Νομίζω ότι ο κορωνοϊός το απέδειξε αυτό. Η πανδημία. Η ασυμμετρία της υγειονομικής  απειλής.  Ο τρόπος με τον οποίο φερόμαστε τώρα, όπως οι  μεσαιωνικές κοινωνίες απέναντι στην πανούκλα ή οποιαδήποτε άλλη πανδημία. Στην περίπτωση αυτή ποιον να συγχωρέσεις; Να συγχωρέσεις τον ρετροϊό; Να συγχωρέσεις την τύχη; Να συγχωρέσεις τον άνθρωπο που προκαλεί τη φύση μέσα από τις υπερβολές του; Δηλαδή λόγω περιβαλλοντικής υπερέντασης και βιασμού των κλιματικών συνθηκών; Άρα ανάγεσαι στα βασικά δίπολα: Άνθρωπος και Φύση, Άνθρωπος και Πολιτισμός, Άνθρωπος και Θεός. Ούτως ή άλλως αυτό είναι η συγχώρεση. Είναι η δοκιμασία των ορίων μας. Των ορίων των ανθρωπολογικών τα οποία  μας υπερβαίνουν όλους. Και τον ιστορικό, και τον φιλόσοφο, και τον πολιτικό,  και τον νομικό και τον ψυχαναλυτή, τους πάντες.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι  πώς  όλο αυτό το σχήμα μεταφέρεται στο νομικό σύστημα και οργανώνεται, είτε αυτό αφορά τη δημόσια συγχώρεση είτε αφορά την ιδιωτική. Η έννομη τάξη δεν αφορά μόνο τα δημόσια πράγματα, τον δημόσιο βίο, αφορά και τις ιδιωτικές σχέσεις. 

Η αλήθεια είναι ότι τώρα πια, στη σημερινή εποχή, η συζήτηση για την επιείκεια έχει προχωρήσει πάρα πολύ. Μιλάμε σε όλους τους κλάδους του δικαίου, αρχής γενομένης από το διεθνές δίκαιο - έγιναν ήδη αναφορές στη γερμανική ιστορική ευθύνη για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για το Ολοκαύτωμα - για αυτό που λέγεται restorative justice, αποκαταστατική δικαιοσύνη, ψυχαναλυτική προσέγγιση της δικαιοσύνης. Η άρση των συνεπειών επιτυγχάνεται μέσα από επιτροπές διαλόγου, επιτροπές συμφιλίωσης, επιτροπές αναζήτησης μια κοινής αλήθειας, μιας κοινής παραδοχής, μιας από κοινού υπέρβασης σε χώρες οι οποίες έχουν πληγεί από φυλετικές συγκρούσεις, από γενοκτονίες. Ακόμα και στην Κύπρο λειτουργούν τέτοιες επιτροπές αλήθειας, ιδίως σε συνδυασμό με την αναζήτηση των αγνοουμένων, ή των οστών και των καταλοίπων των αγνοουμένων.

Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε πώς οργανώνεται νομικά η συγχώρεση. Εκεί ίσως βρούμε τους υπαινιγμούς και τις αναφορές σε μια αρχαιολογία των συναισθημάτων, των συμπεριφορών και των θεσμών, η οποία μας είναι  χρήσιμη και στην εποχή μας.
 

Έχουμε λοιπόν στο δημόσιο δίκαιο, στο συνταγματικό δίκαιο πρωτίστως ( άρθρο 47 του ελληνικού Συντάγματος ), πολύ σοβαρούς θεσμούς συγχώρεσης, όπως είναι η χάρη, η οποία απονέμεται σε καταδικασθέντα, σε αυτόν στον οποίο έχει καταγνωστεί η ποινική του ευθύνη και έχει επιβληθεί ποινή. Είναι μια προνομία υπό όρους- δεν θα μπω σε λεπτομέρειες- του αρχηγού του κράτους η απονομή της χάριτος ή ο μετριασμός της ποινής ή η άρση των συνεπειών της καταδίκης που αφορά ατομικά τον συγκεκριμένα καταδικασθέντα που ζητά τη χάρη. Αλλά υπάρχει και η αμνηστία, η οποία είναι γενική, λειτουργεί όπως περίπου το Ευχέλαιο στην Ορθόδοξη εκκλησία, γιατί δεν χρειάζεται καν να ζητήσει κάποιος  την αμνηστία. Υπάρχουν πολύ σοβαροί περιορισμοί στο Σύνταγμα (άρθρο 47 παρ.3 και 4)  οι οποίοι περιγράφονται και καταστρατηγούνται, γιατί μόνο για τα διφορούμενα ως προς τον ορισμό τους  «πολιτικά εγκλήματα» μπορεί να προβλεφθεί αμνηστία. Αλλά μέσα από τον θεσμό της παραγραφής που χρησιμοποιείται πολύ συχνά – χρησιμοποιήθηκε και πρόσφατα- συνήθως  για μικρού βεληνεκούς εγκλήματα, μπορεί να έχουμε αυτή την άρση των συνεπειών,  τη μεταγωγή κάποιων πράξεων από το πεδίο του εγκλήματος στο πεδίο μιας πράξης η οποία είναι αδιάφορη νομικά.

Αλλά συνταγματικό - δημοσιονομικό πρόβλημα είναι και το περιβόητο δημόσιο χρέος. Το δημόσιο χρέος  εμείς το αντιλαμβανόμαστε με μία παιδεία  ορθόδοξη, αλλά μπορεί στη Γερμανία, στην Ολλανδία να κατισχύει μια προτεσταντική αντίληψη, πιο πιεστική, πιο τιμωρητική. Και για το υψηλό δημόσιο χρέος προβλέπονται διαδικασίες άφεσης. Αυτό έχει γίνει στην Ελλάδα με τη μερική άφεση του δημοσίου χρέους.  Η συζήτηση για τη σεισάχθεια  έχει  βαθιές αρχαιοελληνικές ρίζες, πρόκειται για  μια  ριζική  άφεση  χρεών.
 

Στο δε αστικό δίκαιο, στο ιδιωτικό δίκαιο εν ευρεία εννοία,  ιδίως στις βαθιά ατομικές σχέσεις, στο οικογενειακό και στο κληρονομικό δίκαιο, εκεί που δοκιμάζονται οι ψυχικές καταστάσεις, έχουμε πολύ συχνά το φαινόμενο της παροχής συγγνώμης, όπου η γενναιοδωρία του παρέχοντος φαίνεται ακόμα περισσότερο, αυτό το pardon, αυτή η ανύψωση, η άρση των επιπτώσεων. Αυτό το βλέπουμε στο δικαίωμα της αποκλήρωσης το οποίο αποσβέννυται με συγγνώμη ( άρθρο 1844 ΑΚ) και στην εξάλειψη της κληρονομικής αναξιότητας ( άρθρο 1861 ΑΚ ), αλλά και στο γεγονός, ότι αν παρέχεις συγγνώμη παύει να ισχύει ο ισχυρός κλονισμός του έγγαμου βίου και δεν υπάρχει λόγος διαζυγίου (άρθρο 1439 ΑΚ). Η υιοθεσία μπορεί να ανασυσταθεί, αν παρασχεθεί  συγγνώμη προς τον υπαίτιο της λύσης της υιοθεσίας ( άρθρο 1578Α ΑΚ). Στις ενοχικές σχέσεις υπάρχει ο θεσμός της άφεσης χρέους ( άρθρο 454 ΑΚ ), αλλά και ο αποκλεισμός της ανάκλησης της δωρεάς, αν ο δωρητής χορήγησε συγγνώμη στον δωρεοδόχο ( άρθρο 510 ΑΚ).
 

Στο ποινικό δίκαιο έχουμε μια σειρά από σχετικές προβλέψεις. Οι ελαφρυντικές περιστάσεις, όταν υπάρχει ειλικρινής μετάνοια ( άρθρο 84 παρ.2 περ. δ ΠΚ). Η δικαστική άφεση της ποινής, όταν υπάρχει ειλικρινής μετάνοια με αποκατάσταση  της  βλάβης  που προκλήθηκε στον παθόντα( άρθρο 104Β παρ.1 περ.β ΠΚ) . Αλλά και  όταν  έχουν ήδη λειτουργήσει (άρθρο 104Β παρ.2 ΠΚ), όπως είπαμε  προηγουμένως, διαδικασίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης (restorative justice ). Αυτές ξεκίνησαν, όπως είδαμε,  από τον χώρο των διεθνών σχέσεων και την αναζήτηση  μιας ιστορικής αλήθειας ώστε να διαμορφωθούν συνθήκες νέες αφετηρίας  και συνύπαρξης, μεταξύ λαών, κρατών, φυλών, εθνοτικών ομάδων, που έχουν συγκρουστεί βαθιά, σε επίπεδο συχνά γενοκτονικό, μεταξύ τους. Και τώρα έχει μεταφερθεί στις καθημερινές διαδικασίες του ποινικού,  σε άλλες χώρες ακόμη και του φορολογικού δικαίου. Για να μην θυμηθώ ότι μπορεί να  μη υποβάλει  κάποιος  έγκληση ή να παραιτηθεί  από αυτήν, όταν διώκονται  τα  εγκλήματα κατ’ έγκληση ( άρθρο 114 ΠΚ) . Αλλά βεβαίως ο πιο χαρακτηριστικός θεσμός είναι αυτός που προανέφερα, της παραγραφής, ο οποίος ισχύει σε όλους τους κλάδους του δικαίου και κυρίως στο ποινικό δίκαιο (παραγραφή εγκλημάτων ή ποινών )  και στο αστικό δίκαιο ( παραγραφή αξιώσεων ) κ.ο.κ.
 

Το γεγονός ότι είναι τόσο βαθιά ριζωμένο μέσα στην έννομη τάξη το φαινόμενο αυτό της παροχής συγχώρεσης, ότι το δίκαιο με πολλούς τρόπους οργανώνει αυτή την «αλληλοπεριχώρηση», κάτι σημαίνει. Σημαίνει ότι η κοινωνία μας έχει ανάγκη από αυτή τη διευθέτηση η οποία μπορεί άλλοτε να φαίνεται ως γενναιοδωρία ψυχική, άλλοτε να υπηρετεί μια σκοπιμότητα, άλλοτε να είναι μια διανοητική απλώς επεξεργασία, άλλοτε να είναι μια συμπεριφορά «πολιτικά ορθή» γιατί πια επικοινωνιακά, ιδεολογικά, αξιακά έχει αναδειχθεί ως «πολιτικά ορθό» να είσαι συγχωρητικός και επιεικής. Και βεβαίως η αλήθεια είναι ότι χωρίς μετριοπάθεια, επιείκεια, υποχώρηση δεν διασφαλίζεται η κοινωνική συνοχή και η κοινωνική συνύπαρξη. Η μνησικακία και η εμμονή είναι φονταμενταλισμός, οδηγεί σε ακρότητες , οδηγεί σε βία, οδηγεί δηλαδή στην αναπαραγωγή μιας επιθετικής και όχι κατευναστικής  μνήμης.

Έχει μάλιστα αναδειχθεί ένα νέο δικαίωμα, το οποίο απασχολεί πια διεθνή δικαστήρια, όπως το ΕΔΔΑ, που είναι το δικαίωμα στη λήθη.  Η συζήτηση για το να υπάρχει δικαίωμα στη λήθη είναι καθοριστική για την προσωπικότητα του ανθρώπου και την προστασία της. Για το νέο ξεκίνημα, για την νέα  αφετηρία, για την υπέρβαση.  Η  νομολογία για το δικαίωμα στη λήθη είναι ακόμη  διφορούμενη. Η λήθη μπορεί να αφορά πολιτικές συμπεριφορές, αλλά πρωτίστως αφορά ποινικές συμπεριφορές. Ακόμα και το ΕΔΔΑ ταλαντεύεται σε σοβαρά εγκλήματα, ειδεχθή, δεν θέλει να διαγραφούν οι αναφορές από τα μέσα ενημέρωσης, από το διαδίκτυο, που είναι μια κολοσσιαία μηχανή αναζήτησης πληροφοριών και διατήρησης της μνήμης. Είναι πολύ δύσκολο  να αναζητήσεις λήθη όταν έχεις απέναντί σου τις μηχανές αναζήτησης και υπενθύμισης του διαδικτύου. Σε μια κοινωνία ψηφιακή παγκόσμια κοινωνία, σε έναν ψηφιακό δημόσιο χώρο, που άλλωστε τον βιώνουμε και εμείς τώρα με τη συζήτησή μας, έχει πολύ μεγάλη σημασία το πώς θα οργανώσεις και θα αποδεχθείς αυτό το δικαίωμα στη λήθη.
 

Βεβαίως όταν ενεργείς εθνικά, στο πεδίο πχ  της εξωτερικής πολιτικής, πολιτικά, στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής, όταν απευθύνεσαι στους πολίτες, στους αντιπάλους σου, όταν λειτουργείς ως δημόσιος άνθρωπος, ως πολίτης, οι συμπεριφορές είναι ελεγχόμενες. Η συγχώρεση και η συγγνώμη, η μετάνοια, είναι κάτι που συνηθίζεται στον δημόσιο βίο σε χώρες που, όπως είπα και προηγουμένως, έχουν μια προτεσταντική αντίληψη. Αυτό συμβαίνει πολύ συχνά στην Αμερική όπου αυτοκαταγγέλεσαι, ζητάς συγγνώμη, συγχωρείσαι και επανέρχεσαι. Σε μας τα πράγματα είναι πιο ασαφή. Είμαστε πιο επιεικείς αλλά και πιο σκληροί πολλές φορές. Λιγότερο οργανωμένοι και συστηματικοί ακόμα και στη συγχώρεση στον δημόσιο βίο, αλλά ταυτόχρονα και πιο χαλαροί, πιο ευρύχωροι, αλλά όχι πάντα έτοιμοι για αυτή την «αλληλοπεριχώρηση».

Αλλά εν πάση περιπτώσει τα πράγματα δεν έχουν στο δημόσιο βίο  το ψυχικό βάρος που έχει η προσωπική σύγκρουση, όταν έχεις θίξει κάποιον στον πυρήνα της υπόστασής του και ζητάς από αυτόν να σε συγχωρέσει. Και το ερώτημα είναι αν εσύ πράγματι συγχωρείς τον εαυτό σου και αν ένας κοινός πατέρας στον οποίο ανάγεσαι, αν ανάγεσαι, ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς για να το πω πιο ουδέτερα,  θα σε συγχωρέσει. -
 

*Το κείμενο βασίζεται στις παρεμβάσεις μου  στο πλαίσιο της διαδικτυακής συζήτησης  που διοργάνωσαν, στις 23.5.2020 , το Περιοδικό Οιδίπους και οι Εκδόσεις Αρμός  με θέμα « Η συγχώρεση». Στην  συζήτηση συμμετείχαν επίσης οι  Ιωάννης Βαρτζόπουλος, Κώστας Μπακογιάννης, Στέλιος Ράμφος.

Δημοσιεύεται στον συλλογικό τόμο: Ι. Βαρτζόπουλος (επιμ), «Συγχώρεση. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση», εκδ. Αρμός, 2021, σελ 41-53  

 

23.5.2020, Η συγχώρεση from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

 

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2020