Δεκέμβριος 2025
Πρόλογος Ευάγγελου Βενιζέλου στο βιβλίο του Δρ. Χρίστου Φ. Κληρίδη, Το Σύνταγμα της Κύπρου, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2025
Η Κύπρος είναι, μεταξύ πολλών άλλων, και ένα εργαστήριο δοκιμασίας των υλικών της συνταγματικής θεωρίας. Στην Κύπρο συνδυάζονται τα προβλήματα τα σχετικά με την πολλαπλότητα των έννομων τάξεων και τη σύγκρουση ως προς την υπεροχή μεταξύ του εθνικού Συντάγματος, του Δικαίου της ΕΕ και του Διεθνούς Δικαίου, πρωτίστως της ΕΣΔΑ, που καλείται να αντιμετωπίσει κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα προβλήματα που δημιούργησε αρχικά η αποχώρηση των τουρκοκυπρίων από τα προβλεπόμενα στο Σύνταγμα του 1960 όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας στη συνέχεια δε η τουρκική στρατιωτική εισβολή του 1974 και η κατοχή του βόρειου τμήματος της επικράτειάς της. Στην αφετηρία του φαινομένου βρίσκονται συνεπώς οι σκληρές ιστορικές δοκιμασίες της αλλά και η ευρηματικότητα των ασκούντων τη νομοθετική αλλά και τη δικαστική εξουσία.
Άρα, παρά το μικρό πληθυσμιακό της μέγεθος, η Κύπρος παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από πλευράς Συνταγματικού Δικαίου. Ιδίως όταν αυτό το διδάσκει συστηματικά και το καλλιεργεί ερευνητικά ένας επιστήμονας, όπως ο Χρίστος Κληρίδης, που συνδυάζει τη διακλαδική γνώση της νομικής επιστήμης, τόσο κατά την παράδοση του common law όσο και κατά την ευρωπαϊκή ηπειρώτικη παράδοση, με την έντονη άσκηση μαχόμενης δικηγορίας. Το παρόν έργο για το Κυπριακό Σύνταγμα είναι ένα εργαλείο προσέγγισης όλης της ύλης του ισχύοντος κυπριακού Συντάγματος, για την ακρίβεια του ισχύοντος κυπριακού Συνταγματικού Δικαίου, που ακολουθεί ένα ευκρινές σύγχρονο διδακτικό πρωτόκολλο ευρύτατης διεθνούς αποδοχής: Συνοπτική παρουσίαση του θεωρητικού πλαισίου, παράθεση των κρίσιμων συνταγματικών, νομοθετικών, ενωσιακών και διεθνών κειμένων (ισχυουσών διατάξεων, προπαρασκευαστικών εργασιών, υλικών που ανήκουν στο soft law, νομολογίας αλλά και κρίσιμων δικογράφων), σχόλια.
Ο χρήστης αυτού του βιβλίου αναφοράς για το Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, τόσο αυτός που εισάγεται για πρώτη φορά στο αντικείμενο ως φοιτητής, όσο και αυτός που αναζητά ειδικότερες απαντήσεις σε ζητήματα που τον απασχολούν ως μελετητή ή ως νομικό της πράξης, βρίσκει συγκεντρωμένα όλα όσα χρειάζεται συμπεριλαμβανομένων των υποδείξεων για περαιτέρω έρευνα. Αυτή άλλωστε δεν σταματά ποτέ.
Το βιβλίο του Χριστού Κληρίδη αναδεικνύει τα υβριδικά στοιχεία της κυπριακής συνταγματικής τάξης που καθιστούν την Κύπρο σημείο αναφοράς στο πεδίο του συγκριτικού Συνταγματικού Δικαίου:
Σημείο εκκίνησης είναι πάντα το μεγάλο πλεονέκτημα που διαθέτει η Κυπριακή Δημοκρατία, δηλαδή η διεθνής νομική προσωπικότητά της που θεμελιώνεται στις Συνθήκες της Ζυρίχης και του Λονδίνου αλλά συγκροτείται και λειτουργεί κατά το Σύνταγμα του 1960 όπως το επεξεργάστηκε η Μεικτή Συνταγματική Επιτροπή. Στη σημερινή διεθνή θεωρητική συζήτηση για τη διεθνοποίηση του Συντάγματος και για τη διεύρυνση του φαινομένου των επιβεβλημένων συνταγμάτων (imposed constitutions), η αναφορά στην κυπριακή περίπτωση είναι υποχρεωτική. Το δίκαιο της ανάγκης υποκαθιστά πρωτίστως στη διακοινοτική αρχή ως θεμελιώδες στοιχείο της κυπριακής «συνταγματικής τάξης του κειμένου» και τη διαφυλάσσει ως θεμελιώδες στοιχείο της λύσης του κυπριακού προβλήματος.
Η Κύπρος παρότι διαθέτει τυπικό, δηλαδή γραπτό, άκρως αυστηρό και κειμενολογικά εκτεταμένο Σύνταγμα, προσφέρει διεθνώς το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα διπλασιασμού της συνταγματικής τάξης καθώς δίπλα στη «συνταγματική τάξη του κειμένου» στην οποία μόλις αναφέρθηκα, έχει οικοδομηθεί ήδη από το 1963-1964 μια «συνταγματική τάξη της ανάγκης» που την έχει διαπλάσει και εξακολουθεί να τη χειρίζεται, ως φορέας μιας οιονεί συντακτικής εξουσίας, η νομολογία. Δεν πρόκειται για κάποιες άτυπες συνταγματικές μεταβολές, αλλά για ένα ολόκληρο νομολογιακό οικοδόμημα συντακτικού χαρακτήρα που τυποποιείται στη σχετική πλούσια νομολογία, παράλληλα με τις τυπικές αναθεωρήσεις του συνταγματικού κειμένου οι οποίες συντελούνται μετά το 1989 από τη Βουλή των Αντιπροσώπων χωρίς τη συμμετοχή των τουρκοκυπρίων βουλευτών.
Η Κύπρος προσφέρει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα προεδρικού συστήματος διακυβέρνησης μέσα σε μια ΕΕ κοινοβουλευτικών και ημιπροεδρικών πολιτευμάτων. Προσφέρει επίσης μια τυπικά δυαδική (προβλεπόμενη ρητά στο άρθρο 1Α του Συντάγματος) αλλά ουσιαστικά μονιστική λύση του ζητήματος των σχέσεων του εθνικού Συντάγματος και του Δικαίου της ΕΕ υπέρ της υπεροχής του δεύτερου. Προσφέρει επίσης την ίσως πιο ενδιαφέρουσα στην Ευρώπη πολυτυπία συστημάτων δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, τώρα πλέον με επιστροφή στο σχήμα του διαχωρισμού του Συνταγματικού και του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Αν σε αυτά προστεθούν τα ζητήματα που συνδέονται με τους ανεξάρτητους αξιωματούχους ( τώρα κυρίως το ζήτημα της διχοτόμησης του Γενικού Εισαγγελέα σε επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας και σε Γενικό́ Δημόσιο Κατήγορο) και το αρχαϊκό από πλευράς Διεθνούς Δικαίου ζήτημα των κυρίαρχων βρετανικών βάσεων, το κυπριακό συνταγματικό πανόραμα γίνεται ακόμη πιο πλούσιο. Τα πιο κρίσιμα όμως κεφάλαια του πονήματος του Χρίστου Κληρίδη είναι, κατά τη γνώμη μου, αυτά που αφιερώνει στην αρχή της αναλογικότητας στο πεδίο της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και στους ρητά προβλεπόμενους κανόνες ερμηνείας του Συντάγματος, όπως τους έχει επεξεργαστεί η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποία είναι ευδιάκριτη η αμερικανική επιρροή.
Χαίρομαι συνεπώς γιατί έχω την ευκαιρία να προλογίσω το έργο αυτό που εμπλουτίζει και προάγει τη θεωρία αλλά και τη διδασκαλία του κυπριακού, και όχι μόνο, Συνταγματικού Δικαίου και να συγχαρώ θερμά τον συγγραφέα του, φίλο και συνάδελφο, καθηγητή Χρίστο Κληρίδη. -
Οκτώβριος 2025
Ευάγγελος Βενιζέλος














