26 Νοεμβρίου 2024
Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του δίτομου βιβλίου του Σάκη Μουμτζή «1944 – 1949: Πώς η Ελλάδα παρέμεινε στον ελεύθερο κόσμο. Ιστορίες από τον Εμφύλιο» (εκδ. Επίκεντρο) στην ΕΣΗΕΑ
Θα άξιζε να αρχίσουμε από τον συγγραφέα. Ο Σάκης Μουμτζής έχει ένα συντριπτικό πλεονέκτημα όταν ασχολείται με τέτοια θέματα ιστορικού χαρακτήρα, με προνομιακό πεδίο τον εμφύλιο πόλεμο. Δεν έχει κανένα σύμπλεγμα προσωπικό, πολιτικό και ιστορικό, διότι ως νέος, ως φοιτητής είχε ενεργό συμμετοχή σε αυτό που ονομάζουμε Κομμουνιστική Αριστερά, έστω την ανανεωτική, ήταν μέλος του Ρήγα Φεραίου και του ΚΚΕ Εσωτερικού και θα αναρωτιέται κανείς, τώρα, 50 χρόνια αργότερα και αφού έχει διανύσει μία μεγάλη διαδρομή στην αγορά, στον χώρο των επιχειρήσεων και μία εξίσου μεγάλη διαδρομή στον χώρο της ιστοριογραφίας, του πολιτικού σχολιασμού, θα έλεγα της διανόησης, τι επιλογή θα έκανε υπό συνθήκες ιστορικού αναχρονισμού εάν καλείτο να διαλέξει στρατόπεδο την περίοδο του εμφυλίου πολέμου; Με ποιους θα ήταν στον εμφύλιο πόλεμο ο συγγραφέας;
Η απάντηση που μπορούμε να υποθέσουμε διαβάζοντας το βιβλίο θα μας πήγαινε στο επόμενο ερώτημα, τι οδήγησε το 1974, μέσα στο κλίμα της Μεταπολίτευσης, ακόμα καλύτερα μέσα στο κλίμα της δικτατορίας και της αντίστασης του φοιτητικού κινήματος, έναν άνθρωπο όπως ο Σάκης Μουμτζής, με αυτή τη διανοητική και αξιακή συγκρότηση να γίνει στέλεχος της Κομμουνιστικής, έστω Ευρωκομμουνιστικής για τα δεδομένα της εποχής, Αριστεράς. Νομίζω ότι αυτό εξηγεί την επικαιρότητα του βιβλίου.
Βεβαίως είμαστε μέσα σε μία αλληλουχία επετείων τα τελευταία χρόνια, από το 1821 και τη 200η επέτειο του 2021, πήγαμε στο 1922/ 1923 και στην 100η επέτειο από τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη Συνθήκη της Λοζάνης, από το 1944 μέχρι φέτος μας χωρίζουν 80 χρόνια, γιορτάζουμε φέτος τα 50 χρόνια της Μεταπολίτευσης. Είμαστε μέσα στην Ιστορία και έχουμε μία αίσθηση συνέχειας και εγγύτητας, απλώνεις το χέρι και βρίσκεσαι μέσα στην Ιστορία. Τα τελευταία 50 χρόνια είναι τα χρόνια της δικής μας γενιάς, είμαστε πρωταγωνιστές εκόντες - άκοντες και αφηγητές της Ιστορίας και μόλις 50 χώριζαν τη Μεταπολίτευση από τη Μικρασιατική Καταστροφή, για να καταλάβουμε πόσο πυκνός είναι ο χρόνος. Ο ιστορικός χρόνος συμπυκνώθηκε στο έπακρο την περίοδο της κατοχής πρωτίστως και στη συνέχεια του εμφυλίου πολέμου, αυτή την καταλυτική δεκαετία 1940-1950.
Μας απασχολεί πιστεύω ο εμφύλιος πόλεμος και για αυτό γράφει με αγωνιώδη τρόπο ο Σάκης Μουμτζής αυτή τη σειρά κειμένων και συγκροτεί το βιβλίο αυτό και άλλα παρόμοια βιβλία, τα οποία είναι μαχητικά, διότι ο εμφύλιος πόλεμος κατά κάποιον τρόπο έχει βρεθεί στο γονιδίωμα της Μεταπολίτευσης, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τη Μεταπολίτευση χωρίς τον εμφύλιο πόλεμο. Θα έλεγα μάλιστα ότι στη Μεταπολίτευση παρατηρείται μία πολύ ενδιαφέρουσα σύγκρουση για το ποιος είναι ο κυρίαρχος διχασμός. Εάν ο κυρίαρχος διχασμός ο οποίος επικαθορίζει τους συσχετισμούς της Μεταπολίτευσης είναι ο εθνικός διχασμός, ο διχασμός δηλαδή μεταξύ Βενιζέλου και Κωνσταντίνου ή εάν είναι ο εμφύλιος πόλεμος. Αυτό έχει σημασία για τη συμπεριφορά των μεγάλων πολιτικών παρατάξεων της περιόδου που έχουν ιστορική συνέχεια και πάντως ανάγονται στην προδικτατορική/ μετεμφυλιακή περίοδο.
Για αυτό η Νέα Δημοκρατία μέχρι τώρα επιμένει στο να αποσαφηνίσει τη σχέση της με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και να τον οικειοποιηθεί κατά κάποιον τρόπο –θεμιτό είναι αυτό– και το ΠΑΣΟΚ γενετικά προσπάθησε να διαμορφώσει μία σχέση ισορροπίας με τον εμφύλιο. Το ΠΑΣΟΚ μπορούσε εύκολα να εμφανιστεί ως ο συνεχιστής του βενιζελισμού. Ενσωμάτωσε όμως και τους ηττημένους του εμφυλίου και σε μεγάλο βαθμό υφάρπασε από την παραδοσιακή Κομμουνιστική Αριστερά ένα πολύ μεγάλο επιχείρημα, έναν λόγο ύπαρξης.
Το ζήτημα που επανέρχεται στη συζήτηση των τελευταίων 50 ετών είναι ότι ο εμφύλιος πόλεμος έληξε με τη νίκη των εθνικών-αστικών δυνάμεων, του συγκροτημένου κράτους λόγω των διεθνών συσχετισμών που προδιέγραψαν τη νίκη του δυτικού στρατοπέδου σε αυτή την περιοχή του κόσμου . Άλλωστε ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος είναι το πρώτο θερμό επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου και η νίκη σε αυτό ήταν νίκη των Ηνωμένων Πολιτειών που λειτουργούν στην Ελλάδα ως διάδοχος της βρετανικής παρουσίας και της βρετανικής προστασίας. Η νίκη όμως είναι και νίκη του αστικού κόσμου υπό κεντρώα μάλιστα και όχι υπό δεξιά πολιτική διεύθυνση. Γιατί στην καθοριστική αλληλουχία συνέδριο του Λιβάνου, Καζέρτα, απελευθέρωση της Αθήνας, Δεκεμβριανά και τη στιγμή της λήξης, δηλαδή το καθοριστικό 1949, πρωθυπουργός είναι στην πρώτη φάση ο Γεώργιος Παπανδρέου και στην τελευταία φάση ο Θεμιστοκλής Σοφούλης.
Έχει βέβαια επικρατήσει μία καθολική σύγχυση για τη στάση των προσώπων καθώς στην κατοχή μπορούμε να βρούμε τον Νικόλαο Πλαστήρα στην Κυανή Ακτή και στο Βισύ και τον στρατάρχη Παπάγο στο Νταχάου, κρατούμενο μαζί με τον Ζαχαριάδη. Χωρίς να είναι ιστορικά εξακριβωμένο εάν συναντήθηκαν ποτέ, αλλά πάντως μυθιστορηματικά θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να αποτυπωθεί αυτή η συνύπαρξη στο ίδιο στρατόπεδο, την ίδια περίοδο, των δύο ηγετών του εμφυλίου πολέμου.
Τα δεδομένα λοιπόν της Μεταπολίτευσης προσφέρουν μία ασυλία στους ηττημένους, το προνόμιο να ελέγχουν πολλούς ιδεολογικούς μηχανισμούς, ενώ από την άλλη μεριά το κατεξοχήν κόμμα της Μεταπολίτευσης, που είναι το ΠΑΣΟΚ, ενσωματώνει και τους ηττημένους, χωρίς να παραιτείται από την εκπροσώπηση των νικητών, διότι οι πρωθυπουργοί του ανήκουν, του ανήκουν και οικογενειακά. Άρα βρισκόμαστε μπροστά σε μια από τις μεγάλες αντιφάσεις της ελληνικής Ιστορίας, η οποία διαπερνά και τον εμφύλιο και το μετεμφυλιακό κράτος και τη Μεταπολίτευση.
Πού διαφοροποιείται όμως ο εμφύλιος από τις αρχές που διέπουν την Ιστορία του νέου ελληνικού κράτους; Στην καταστατικά εσφαλμένη επιλογή να επιδιωχθεί μία στρατιωτική νίκη υπό συνθήκες εμφυλίου πολέμου σε αντίθεση με την αρχή που λέει ότι η Ελλάδα εγκαθιδρύθηκε, αναγνωρίσθηκε και επεκτάθηκε ως ανεξάρτητο κράτος επειδή ήταν προσαρτημένη στις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, τις «σωστές» κάθε φορά, δηλαδή πάντα μία, τη Μεγάλη Βρετανία και από ένα σημείο και μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τις οποίες σας θυμίζω είχε διαβλέψει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ήδη από τις οδηγίες που έδωσε για το πρώτο δάνειο της Ανεξαρτησίας, που ήταν οδηγίες πρωτίστως πολιτικές και δευτερευόντως χρηματοοικονομικές. Πάντα ονειρευόταν την προνομιακή σχέση με την αρκτώα Αμερική όπως την έλεγε και βεβαίως συγκρότησε τη σχέση με τη Μεγάλη Βρετανία.
Θα μπορούσε να αποφευχθεί ο εμφύλιος στην Ελλάδα, όπως αποφεύχθηκε ο εμφύλιος στη Γαλλία και στην Ιταλία, ενώ είχαμε και το βάρος της γνώσης για τον εμφύλιο στην Ισπανίας. Θα μπορούσε εάν οι διαχειριστές των ιστορικών προκλήσεων ήσαν πραγματικά συγκροτημένοι και είχαν ιστορικότητα και ικανότητα να διαβάζουν τους συσχετισμούς. Εδώ έγινε - αυτή είναι η κυρίαρχη πλέον άποψη στην ιστορική έρευνα - η εξής επιλογή, το ΚΚΕ εκτιμά – και ορθά – ότι δεν μπορεί να κατακτήσει την εξουσία με εκλογές, δηλαδή ηττάται στους εκλογικούς συσχετισμούς και επιδιώκει να κερδίσει την εξουσία με στρατιωτικούς συσχετισμούς. Σε αντίθεση με τους διεθνείς μεταπολεμικούς συσχετισμούς, δηλαδή σε αντίθεση με αυτό που είχε συμβεί σε όλη την Ευρώπη, σε όλο τον λεγόμενο δυτικό κόσμο . Αυτή η επιλογή βεβαίως οδήγησε στην ήττα και με σχετική καθυστέρηση, διότι η ήττα δεν ήρθε ούτε το 1947 ούτε το 1948, το οποίο όπως σωστά λέει ο Σάκης Μουμτζής στο βιβλίο του, ήταν ένα έτος περίεργο και διφορούμενο, με κανέναν να μην έχει πετύχει τους στόχους του.
Φθάσαμε το 1949 στη νίκη των «εθνικών δυνάμεων», του «εθνικού στρατού» δηλαδή, ο οποίος συγκρούστηκε με ένα «δημοκρατικό στρατό», ο οποίος ήταν σχεδόν κατά το ήμισυ, ίσως κατά το 60%, σλαβομακεδονικός. Άρα όλη η συζήτηση και η πολύ πρόσφατη για το ονοματολογικό, για τη Συνθήκη των Πρεσπών, για το πώς τοποθετούμαστε στους συσχετισμούς δυνάμεων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, στα Βαλκάνια, έχει άμεση σχέση με την ιστορία αυτή, η οποία περιγράφεται κατά τρόπο εξαιρετικά γλαφυρό από τον Σάκη Μουμτζή, ο οποίος είναι βαθύς γνώστης των πραγματολογικών δεδομένων και όπως σωστά είπε ο αγαπητός μου Ευάνθης Χατζηβασιλείου, της στρατιωτικής ιστορίας. Άλλωστε από τη μεριά των νικητών, όλη την περίοδο της «αριστερής» ιδεολογικής κυριαρχίας στην ιστοριογραφία της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου, η μόνη αντίκρουση ήταν η στρατιωτική ιστορία, δηλαδή η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, η οποία είχε καταγράψει τις πολεμικές επιχειρήσεις και ο υποστράτηγος Ζαφειρόπουλος.
Αυτή η ιδεολογική / αξιακή τομή φαίνεται πάρα πολύ καθαρά όταν γίνεται τομή στην ιστοριογραφία, όταν αρχίζουν να εμφανίζονται νέοι ιστορικοί, προοδευτικοί, που δεν μπορούν να κατηγορηθούν ότι είναι στρατευμένοι στη συντηρητική παράταξη εν ευρεία εννοία, αλλά είναι προοδευτικοί ως προσωπική επιλογή, έχουν ακαδημαϊκή αρτιότητα και παρουσιάζουν άλλες πτυχές της περιόδου. Αρχίζει να γίνεται συζήτηση για άλλες οργανώσεις, πέραν του ΕΑΜ, στην κατοχή, αρχίζει να γίνεται συζήτηση για τον Ψαρρό, αρχίζει να γίνεται συζήτηση για τον ΕΔΕΣ ως ένα πιο πολύπλοκο φαινόμενο , αρχίζει να γίνεται συζήτηση για την περίοδο της απελευθέρωσης και μετά για τον εμφύλιο πόλεμο από μια διαφορετική οπτική γωνία . Αυτή η τομή στην ιστοριογραφία μας επιτρέπει να ισορροπήσουμε σε μία άσκηση αυτογνωσίας.
Η άσκηση αυτογνωσίας, που δεν ξέρω εάν έχει ολοκληρωθεί ποτέ, αρχίζει με πάρα πολύ μεγάλη καθυστέρηση. Νομίζω ότι προηγείται το στρατόπεδο των νικητών στην αυτογνωσία, ακριβώς επειδή υπήρχε έντονο κεντρώο στοιχείο, αλλά νομίζω ότι και προσωπικότητες της συντηρητικής παράταξης είχαν πολύ ισχυρή επίγνωση ιστορική και δεν αναφέρομαι στον Ευάγγελο Αβέρωφ που ήταν κεντρώας καταγωγής, αλλά στον ίδιο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που είχε επίγνωση της κατάστασης αυτής. Σταδιακά αρχίζει να εμφανίζεται η διάσταση της αυτογνωσίας στην Αριστερά, με το κορυφαίο βέβαια το επίγραμμα του Λεωνίδα Κύρκου για την ποιότητα των ηγετικών στελεχών του «Δημοκρατικού Στρατού». Δεν προσυπογράφω τους χαρακτηρισμούς, δεν έχω ερευνήσει το curriculum καθενός από αυτούς, έχω μία γενική αίσθηση, αλλά πάντως το λέει ο Λεωνίδας Κύρκος και αυτό έχει μία σημασία ως συμπύκνωση αυτού του δράματος. Πάντως δεν νομίζω ότι έχει ολοκληρωθεί ο αναστοχασμός και αυτό είναι ένα ζητούμενο, γιατί χωρίς αυτόν δεν θα μπορέσουμε να θεμελιώσουμε ένα πλαίσιο συναίνεσης εθνικής που να είναι πιο δυναμικό και πιο ελπιδοφόρο.
Η άσκηση αυτογνωσίας για τον εμφύλιο στην πραγματικότητα μας φέρνει αντιμέτωπους με το άλλο καταστατικό ζήτημα που είναι η σχέση Ανατολής και Δύσης. Αυτή είναι μία τομή που δεν ταυτίζεται με την τομή Αριστερά-Δεξιά, γιατί υπάρχει και στη Δεξιά ανατολικός αταβισμός, ισχυρός. Όταν λέω ανατολικός αταβισμός αναφέρομαι σε δύο ανατολές, μία οθωμανική ανατολή και μία σοβιετική ανατολή. Αυτοί λοιπόν οι δύο αταβισμοί μας επηρεάζουν πάντα. Το 2015 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ / ΑΝΕΛ πήγε να ζητήσει οικονομική βοήθεια από τη Ρωσία, αλλά και η Κυπριακή Δημοκρατία επεδίωκε και περίμενε βοήθεια το 2014 από τη Ρωσία με τη σκέψη ότι και στο Κυπριακό μας έχει βοηθήσει ιστορικά η Σοβιετική Ένωση. Εάν έχετε παρακολουθήσει το τελευταίο επεισόδιο της «σκοτεινής δεκαετίας» του Αλέξη Παπαχελά, θα είδατε ότι ο Δημήτριος Ιωαννίδης επεδίωξε επαφή με τη σοβιετική πρεσβεία την ώρα της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο, για να βοηθηθεί από τη Σοβιετική Ένωση με αντάλλαγμα σοβιετικές βάσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Ο Σάκης Μουμτζής, δεξιοτέχνης, μαχητικός και χωρίς συμπλέγματα μπορεί να μιλά με άνεση, διότι ξέρει και τις δύο γλώσσες και θέτει τα δύο θεμελιώδη ερωτήματα. Μπορούσε να αποφευχθεί ο εμφύλιος; Η απάντηση είναι ότι εξ υποκειμένου δεν μπορούσε να αποφευχθεί ο εμφύλιος. Η ηγεσία του ΚΚΕ θεωρούσε ότι το 1944 εξαπατήθηκε ιστορικά, ότι είχε τον έλεγχο της χώρας και τον έχασε. Πήγαν στο Λίβανο, μετά πήγαν στην Καζέρτα και τελικά κατέληξαν στη Βάρκιζα. Το δεύτερο ερώτημα, μπορούσε να κερδίσει το ΚΚΕ και ο «Δημοκρατικός Στρατός» τον εμφύλιο; Αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο απαντά ο μεταπολεμικός συσχετισμός δυνάμεων. Θα μπορούσε ο «Δημοκρατικός Στρατός» να νικήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες; Δεν θα μπορούσε. Αυτό φάνηκε νομίζω με τον πιο γλαφυρό τρόπο, το έχουμε πει εδώ πολλές φορές σε παρόμοιες συζητήσεις, όταν η Ελλάδα βρίσκει τον γενετικό της σκοπό του 1821, το 1952, εντασσόμενη στην πρώτη διεύρυνση του ΝΑΤΟ ταυτοχρόνως με την Τουρκία, διότι έπρεπε να υπάρχει ανάχωμα της σοβιετικής καθόδου στη Μεσόγειο. Αυτό δεν μπορούσε να αποτραπεί, ήταν συνολικά, στρατηγικά σφάλμα η εκτίμηση αυτών που διεκδίκησαν την διά των όπλων κατάληψη της εξουσίας το 1946-1949. Αυτό μας έχει ταλαιπωρήσει χρόνια, μας έχει πάει ως χώρα δεκαετίες πίσω, είναι ένα βάρος συνειδησιακό, νοοτροπιακό, το οποίο είναι ακόμη παρόν και ενεργό και για αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να ξεκινάμε, όπως το κάνει ο Σάκης Μουμτζής, γεγονοτολογικά, παραθέτει τα γεγονότα, τα εξηγεί, τα τεκμηριώνει, συγκροτεί την κατάσταση, παρουσιάζει την ιστορία των καταστάσεων, των μεγάλων συσχετισμών, τη μεγάλη εικόνα και τα φέρνει όλα αυτά στο παρόν για να δείξει ότι έχει νόημα η ενασχόληση με την ιστορία. Αυτό είναι μία μεγάλη συμβολή του συγγραφέα και αξίζει η επανέκδοση και η επαναπαρουσίαση του δίτομο αυτού έργου από τον εκδότη, το Επίκεντρο και τον Πέτρο Παπασαραντόπουλο, και βέβαια από τον συγγραφέα, τον Σάκη Μουμτζή.-













