22 Ιουλίου 2007, Δελφοί

Καλησπέρα. Χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι εδώ. Ευχαριστώ πάρα πολύ και τη διοίκηση του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρο Δελφών και τη διοίκηση του Ιδρύματος Κωνσταντίνος Καραμανλής για την πρόσκληση και τους συγχαίρω για την πρωτοβουλία να συνδυάσουν τον εορτασμό τριών πολύ σημαντικών επετείων.

Για την επέτειο των 50 χρόνων από τη Συνθήκη της Ρώμης έχουν ειπωθεί πολλά, έγιναν και γίνονται πολλοί εορτασμοί, δε χρειάζεται να προστεθεί τίποτα. Για την επέτειο των 30 ετών από την Ίδρυση του Κέντρου, θεωρώ ότι έχω και εγώ προσωπική υποχρέωση να ευχαριστήσω αναδρομικά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Από τα χρόνια αυτά, για σημαντικό μέρος τους, το Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών λειτούργησε υπό την δική μου εποπτεία, όσο ήμουν Υπουργός Πολιτισμού στις δύο θητείες μου στο Υπουργείο αυτό, και έχω στενούς δεσμούς με αυτόν τον πολύ σημαντικό ιδιόρρυθμο θεσμό που διατηρεί δεσμούς και με το Συμβούλιο της Ευρώπης και αποκτά δεσμούς με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για την επέτειο των 100 χρόνων της γέννησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή είχα την ευκαιρία να μιλήσω στην εκδήλωση του Ιδρύματος. Παραπέμπω στα όσα είπα. Η συμμετοχή μου στις εκδηλώσεις αυτές είναι ένα είδος πράξης σεβασμού και αναγνώρισης του ιστορικού του ρόλου, αναγνώρισης του ηγέτη της άλλης πλευράς, αλλά και μιας πολύ μεγάλης εθνικής ηγετικής προσωπικότητας.

Έχω υποχρέωση και εγώ στο μέτρο των δυνατοτήτων μου να συμβάλω στη διαμόρφωση ενός υψηλού επιπέδου πολιτικού πολιτισμού και πιστεύω ότι η απροκατάληπτη μελέτη της ιστορίας και η συναγωγή συμπερασμάτων από τις εμπειρίες του τόπου, μπορεί να παίξει εξαιρετικά ευεργετικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός ευανάγνωστου και καθαρού πεδίου γνήσιας πολιτικής και όχι μικροπολιτικής αντιπαράθεσης.

Επιπλέον δε, επειδή εγώ είμαι εκ γενετής ιδεολογικά ευρωπαϊστής και δεν είμαι ούτε προσήλυτος, ούτε ζηλωτής στα θέματα αυτά, θεωρώ ότι έχω την άνεση να τοποθετούμε και κριτικά και αυτοκριτικά και επειδή η ακαδημαϊκή μου γνώση εδώ και πολλά χρόνια διασταυρώνεται με την εμπειρία από τη λειτουργία των ευρωπαϊκών κοινοτικών θεσμών στο υψηλότερο επίπεδο, στο επίπεδο του Συμβουλίου, εν πολλοίς και στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ξέρω ότι είναι πάντα λάθος να ταυτίζει κανείς τους πραγματικούς πολιτικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς για το μέλλον της Ευρώπης, με τα άγουρα έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Το ευρωπαϊκό ζήτημα, γιατί περί αυτού πρόκειται, είναι ένα πολύ μεγάλο πολύπλοκο ζήτημα που εν μέρει μόνο αφορά το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή την προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Πάρα πολλές πτυχές του ευρωπαϊκού ζητήματος εξελίσσονται σε άλλα διεθνή φόρα, έχουν σχέση με τη λειτουργία της διεθνούς οικονομίας, έχουν σχέση με το νέο σύστημα πραγματικής ισχύος που έχει διαμορφωθεί ιδίως μετά το 1989-90 παγκοσμίως, ένα μονοπολικό και επισφαλές ως εκ τούτου σύστημα διεθνούς ισχύος.

Σχετίζεται με τη λειτουργία του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, με το μεγάλο κενό στην λεγόμενη παγκόσμια δημοκρατική διακυβέρνηση. Και βέβαια ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του προβληματισμού και του προβλήματος γύρω από το ευρωπαϊκό ζήτημα, αφορά το επίπεδο των εθνικών κρατών.

Ξέρετε, τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως μέσος όρος είναι μεταξύ των 30 πιο προηγμένων κρατών του κόσμου. Ας πάρουμε το παράδειγμα της Ελλάδα, γιατί μερικοί αριθμοί λειτουργούν ευεργετικά στη σκέψη μας. Η Ελλάδα είναι η ένατη χώρα σε πληθυσμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι η 30ή οικονομία σε όγκο στον κόσμο, είναι περίπου η 25η χώρα παγκοσμίως από πλευράς παροχής υπηρεσιών.

Είναι μία χώρα που σε σχέση με τους δείκτες κοινωνικής ανάπτυξης του ΟΗΕ, κινείται πάντα μεταξύ της 20ής και της 25ης θέσης. Και όλα αυτά με βάση τα στατιστικά δημοσιονομικά και μακροοικονομικά της δεδομένα, που αποκρύπτουν ένα σημαντικό ποσοστό του πραγματικού εθνικού και κοινωνικού πλούτου.

Άρα, με βάση τις πραγματικές διαστάσεις της οικονομίας, η Ελλάδα κατέχει μια σημαντικότερη θέση από αυτήν που απεικονίζεται στις διεθνείς στατιστικές. Και σκεφτείτε τώρα πως αυτό λειτουργεί συνολικά για τις 27 χώρες-μέλη. Πρόκειται για τις χώρες στις οποίες υπάρχει το υψηλότερο επίπεδο δημοκρατικής και θεσμικής ανάπτυξης, το υψηλότερο επίπεδο κοινωνικής προστασίας, ενδεχομένως να βρούμε κάποια ενδιαφέροντα συγκριτικά μεγέθη στον Καναδά.

Και βεβαίως υπάρχει ένα κεκτημένο ευρωπαϊκό που κινείται σε πολλά επίπεδα και το οποίο δημιουργεί και το πρόβλημα. Γιατί το ευρωπαϊκό πρόβλημα είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό πρόβλημα ανασφάλειας σε σχέση με τη διατήρηση ενός πολύ σημαντικού κεκτημένου και βέβαια πρόβλημα εσωτερικών ανισοτήτων, ανισοτήτων μεταξύ των κρατών-μελών, ανισοτήτων περιφερειακών, ανισοτήτων κοινωνικών και εισοδηματικών, ανισοτήτων πολιτιστικών και γλωσσικών, δηλαδή ανισοτήτων σε σχέση με τον ρόλο που παίζει κάθε κράτος-μέλος, άρα κάθε εθνική πολιτιστική κοινότητα, στη συγκρότηση της ενιαίας ευρωπαϊκής αφήγησης.

Αυτά τα ζητήματα σπανίως τα συζητούμε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, γιατί είναι ζητήματα που αφορούν την ίδια την κοινωνική διάρθρωση, δηλαδή την ίδια την αυτοσυνειδησία των ευρωπαϊκών μεταβιομηχανικών κοινωνιών. Είναι προβλήματα που αφορούν την επάρκεια των πολιτικών μας θεσμών, που είναι δημοκρατικοί, είναι δικαιοκρατικοί, αλλά παρ’όλα αυτά δεν διασφαλίζουν την πλήρη και αυθεντική συμμετοχή και αντιπροσώπευση των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Υπάρχει ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα πολιτικής υπο-αντιπροσώπευσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών και αυτό εκδηλώνεται με πολλούς και διάφορους τρόπους, ένας από τους οποίους, πολύ ηχηρός, ήταν το «όχι» στο γαλλικό και το ολλανδικό δημοψήφισμα, χωρίς να εισέρχομαι τώρα στο ζήτημα της τυπολογίας του «όχι», που είναι ένα πάρα πολύ πολύπλοκο ζήτημα, γιατί έχουμε δεξιό «όχι», έχουμε αριστερό «όχι», έχουμε ευρωσκεπτικιστικό «όχι», έχουμε υπερ-φιλοευρωπαϊκό ultra ευρωπαϊκό «όχι».

Πάντως σίγουρα υπήρξε ένα πρόβλημα κρίσης των εθνικών πολιτικών συστημάτων που μετατράπηκε σε κρίση της ίδιας της πορείας προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Και βέβαια έχουμε ένα τεράστιο πρόβλημα ασφάλειας. Ασφάλειας με την στρατιωτική έννοια του όρου, ασφάλειας με την αστυνομική έννοια του όρου, ασφάλειας με την ενεργειακή έννοια το όρου, ασφάλειας με την κοινωνική έννοια του όρου.

Και αυτό εκδηλώνεται με πολλούς και διάφορους τρόπους σε σχέση με την Τουρκία και την ευρωπαϊκή της προοπτική, σε σχέση με τη Ρωσία και την ενεργειακή συνεργασία με την Ευρώπη, σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν πίστευα ούτε πιστεύω ότι συγκρούονται πράγματι στην Ευρώπη δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, μία ευρωπαϊκή αντίληψη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και μια αμερικανική αντίληψη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Δυστυχώς ή ευτυχώς αυτό ιστορικά δεν αληθεύει. Ήδη από τα μέσα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στη συνέχεια με τους 14 όρους του Προέδρου Ουίλσον, με την περίοδο του μεσοπολέμου, με το όπως εξελίχθηκε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η μακρά μεταπολεμική περίοδος, νομίζω ότι υπάρχει μία αντίληψη, μία δυτική αντίληψη, όπου ανάλογα με το ποιος αναλαμβάνει το κόστος το στρατιωτικό και άρα κόστος σε ζωές ανθρώπων ή το κόστος το οικονομικό, έχει και την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Αλλά υπάρχει μία στρατηγική και το εντυπωσιακό είναι ότι με εξαίρεση μεμονωμένους ακαδημαϊκούς δασκάλους, μεμονωμένους διανοούμενους, μεμονωμένα στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και μεμονωμένους Ευρωπαίους πολιτικούς, ο μόνος άλλος παράγων που έχει μία στρατηγική θεώρηση της Ευρώπης από τη δική του σκοπιά, είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν είναι ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση ως τέτοια, ούτε κάποιο επιμέρους κράτος-μέλος ως τέτοιο.

Και αυτό φαίνεται σε ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, στο γεγονός ότι η ύστερη φάση του ανατολικού ζητήματος, γιατί αυτό είναι το πρόβλημα των σχέσεων Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ύστερη φάση του ανατολικού ζητήματος αντιμετωπίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες με έναν απλοϊκό τρόπο. Θέλουμε μία δυτική πορεία της Τουρκίας, ας έρθει η Ευρωπαϊκή Ένωση να αναλάβει το κόστος.

Ελάτε να αναλάβετε το κοινωνικό, το οικονομικό, το αναπτυξιακό και το θεσμικό κόστος. Και αυτό είναι μία προσέγγιση η οποία λόγω απόστασης είναι εύκολη από την αμερικανική οπτική γωνία, αλλά εμείς δεν έχουμε τόσο καθαρή και τόσο απλοϊκή εικόνα για τα θέματα αυτά.

Όλο αυτό το ευρωπαϊκό ζήτημα επηρεάζει τα εθνικά πολιτικά συστήματα και αυτό φαίνεται καθαρά στον τρόπο με τον οποίο αναλαμβάνονται τον τελευταίο καιρό διάφορες μεγάλες εθνικές πολιτικές πρωτοβουλίες, με κορυφαίο παράδειγμα τον νέο πολιτικό βολονταρισμό του Γάλλου Προέδρου, του Νικολά Σαρκοζί.

Από την άλλη μεριά βλέπουμε το θεσμικό όριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση ας πούμε την πραγματικότητα όσο γίνεται πιο καθαρά, λειτουργεί ως διοικητικό σύστημα, λειτουργεί ως σύστημα διακρατικών διακανονισμών όπως φάνηκε στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στη σημερινή Διακυβερνητική Διάσκεψη, Διακρατική δηλαδή Διάσκεψη.

Αλλά δε λειτουργεί ως ένα ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα. Δεν έχει τα χαρακτηριστικά ενός ενιαίου πολιτικού συστήματος. Και δεν έχει τα χαρακτηριστικά αυτά, γιατί δεν υπάρχει ένας ευρωπαϊκός πολιτικός κύκλος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αιχμάλωτη των διαφορετικών εξ ορισμού εθνικών πολιτικών κύκλων, διότι πάντα σε κάποιο κράτος-μέλος έχουμε προεκλογική περίοδο, πάντα έχουμε εκλογές, πάντα έχουμε άλλους συσχετισμούς.

Άρα ποιος κυβερνά την Ευρώπη; Την κυβερνά ένας διαρκής μεγάλος κυλιόμενος συνασπισμός. Υπάρχει πάντα ένας μεγάλος συνασπισμός πίσω από τον οποίο πάντοτε υπάρχουν και λειτουργούν πάγιες εθνικές προκαταλήψεις, στερεότυπα, συμφέροντα, στρατηγικές, αλλά αυτά όλα δεν ενοποιούνται με ένα δημοκρατικό πολιτικό τρόπο όπως συμβαίνει στα πολιτικά συστήματα των κρατών-μελών.

Η διάκριση πλειοψηφίας-μειοψηφίας, κυβέρνηση της αντιπολίτευσης δεν υπάρχει και είναι λάθος εάν κάποιος την βρίσκει αυτή τη διάκριση είτε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ούτε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, είτε στο Συμβούλιο Υπουργών.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δούμε πως όλα αυτά επηρέασαν και  την επιχείρηση Σύνταγμα, την επιχείρηση Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, που ήταν μία ακραία εκδήλωση πολιτικού και θεσμικού βολονταρισμού και ήταν και μία ακραία εκδήλωση της στρατηγικής των συμβολισμών, της πολιτικής ρητορείας δηλαδή σε σχέση με την ουσία των προβλημάτων.

Καθόλου ευκαταφρόνητο το εγχείρημα, αλλά το εγχείρημα αυτό με ποια άλλα μεγάλα θέματα συνέπεσε χρονικά; Συνέπεσε με τη διεθνή όξυνση του προβλήματος της τρομοκρατίας, συνέπεσε με πολύ μεγάλα θέματα όπως το Αφγανιστάν, το Ιράκ, η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή. Συνέπεσε με τη φάση της διεύρυνσης την τελευταία και την προτελευταία, δηλαδή πήγαμε ξαφνικά από την Ευρώπη των 15 στην Ευρώπη των 27.

Συνέπεσε με μια απροκατάληπτη και άτεχνη προσπάθεια ενώ η Ευρώπη δεν είχε πολιτικό Σύνταγμα και ήταν αμφίβολο αν θα αποκτήσει, να αποκτήσει με πίεση ένα ρητό και δεδηλωμένο οικονομικό Σύνταγμα και μάλιστα πανηγυρικά νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα, δηλαδή χωρίς σεβασμό στις εσωτερικές ισορροπίες και ευαισθησίες των ευρωπαϊκών πολιτικών συστημάτων, με την περιβόητη οδηγία για την παροχή υπηρεσιών, την οδηγία Μπολκενστάιν όπως επεκράτησε να λέγεται, που ουσιαστικά έγινε αντικείμενο του δημοψηφίσματος τουλάχιστον στη Γαλλία και ως ένα βαθμό και στην Ολλανδία με αφορμή την κύρωση της συνταγματικής συνθήκης.

Όλα αυτά οδήγησαν σε ένα φαινόμενο που εγώ θα το έλεγα παλινδρόμηση του ευρωπαϊκού Συντάγματος και έτσι πράγματι πήγαμε ξανά από μία στείρα κατά τη γνώμη μου και τεχνική θεσμική και συμβολική συζήτηση, σε μία συζήτηση για τα πραγματικά όρια των ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών, για τους πραγματικούς συσχετισμούς δυνάμεων και για το τι είναι πραγματικά η Ευρώπη.

Έτσι, πράγματι θυσιάστηκαν οι συνταγματικοί συμβολισμοί χάρη κάποιων δήθεν μινιμαλιστικών θεσμικών διευθετήσεων. Και λέω δήθεν μινιμαλιστικών θεσμικών διευθετήσεων, γιατί το κείμενο εργασίας της γερμανικής προεδρίας επί τη βάση του οποίου αρχίζει η διαπραγμάτευση ή η Διακυβερνητική Διάσκεψη, είναι αυτό καθεαυτό το κείμενο του ευρωπαϊκού Συντάγματος, με αφαίρεση του τίτλου και των συμβολικών στοιχείων της κρατικότητας, του ύμνου, της σημαίας.

Αλλά η λεγόμενη συνθήκη μεταρρυθμιστική της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το μέρος Ι του Συντάγματος, το μέρος ΙΙ ήταν ο χάρτης μεταρρυθμισμένος επί το ηπιότερο κάτω από βρετανική πίεση και τώρα επανερχόμαστε στο χάρτη όπως έχει διακηρυχθεί από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή είναι πιο καθαρή μορφή του χάρτη.

Και το μέρος ΙΙΙ γίνεται η συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρα ουσιαστικά έχουμε το ίδιο μπλοκ πρωτογενούς ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου, το ίδιο μπλοκ ιδρυτικών συνθηκών, έχουμε το ίδιο διάχυτο ευρωπαϊκό Σύνταγμα, την ίδια συνταγματικού χαρακτήρα διάκριση μεταξύ πρωτογενούς και παραγώγου κοινοτικού δικαίου.

Έχουμε τον ίδιο ενιαίο ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο ο οποίος υπάρχει εδώ και πάρα πολλά χρόνια, συγκροτείται, λειτουργεί, το δε χαρακτηριστικότερο παράδειγμα σε αυτό είναι η περιβόητη υπεροχή του κοινοτικού δικαίου επί του εθνικού, περιλαμβανομένων και των εθνικών Συνταγμάτων, όπου ναι μεν διαγράφεται το άρθρο Ι.6 της συνταγματικής συνθήκης που μιλούσε ρητά περί υπεροχής, αλλά γίνεται αποδεκτή η νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία είναι πολύ πιο σκληρή από πλευράς υπεροχής του κοινοτικού δικαίου και μάλιστα με αυτό-αναφορική θεμελίωση, ενώ τουλάχιστον εκεί θα είχαμε θεμελίωση σε συνθήκη κυρωμένη με βάση τις συνταγματικές διαδικασίες των κρατών-μελών. Τώρα δεν θα έχουμε ούτε αυτό.

Αυτό το θεωρώ μία διευθέτηση που δείχνει ότι μπορείς να πιέζεις, αλλά δεν μπορείς να εκβιάζεις τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Και βεβαίως, δεν μπορείς να υποτιμάς το πεδίο του εθνικού κράτους. Το πεδίο του εθνικού κράτους είναι κρίσιμο για πάρα πολλά θέματα. Είναι κρίσιμο για την ποιότητα της δημοκρατίας. Είναι κρίσιμο για την ποιότητα της κοινωνικής και πολιτικής συμμετοχής. Είναι κρίσιμο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Είναι κρίσιμο για την κοινωνική συνοχή και για τη λειτουργία του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.

Γιατί το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο σε ευρωπαϊκό επίπεδο λειτουργεί ρυθμιστικά, με οδηγίες, κανονισμούς, χάρτες, αλλά, παροχικά και αναδιανεμητικά, λειτουργεί μόνο στο επίπεδο της εθνικής οικονομίας και του κρατικού προϋπολογισμού, δε λειτουργεί με ίδιους πόρους της τάξεως του 1% του κοινοτικού ΑΕΠ όπως συμβαίνει. Και βέβαια, όλα αυτά χωρίς καμιά εθνοκεντρική ή επαρχιωτική διάθεση, αλλά με πολιτικό ρεαλισμό και με στόχο την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Δείτε ένα παράδειγμα που προέκυψε από την πρωινή εισήγηση του Λουκά Παπαδήμου. Η Ευρώπη δεν είναι κράτος, αλλά έχει νόμισμα μας είπε και μάλιστα η μικρή Ευρωπαϊκή Ένωση, η διευρυμένη συνεργασία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και της ζώνης του Ευρώ. Δείτε πόσο παράλληλα είναι τα προβλήματα.

Η Ευρώπη δεν είναι κράτος, αλλά έχει νόμισμα. Η Ευρώπη δεν είναι κράτος, αλλά δεν μπορεί να έχει Σύνταγμα; Τα στοιχεία της κρατικής ταυτότητας, του βεστφαλιανού κράτους, κράτους που έχει προκύψει μετά τη Συνθήκη της Βεστφαλίας, ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό η στρατιωτική ισχύς, ο συμβολισμός των συνόρων, το Σύνταγμα λίγο αργότερα και πάντως ήδη μετά τον 18ο αιώνα και το νόμισμα σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό.

Υπάρχει νόμισμα χωρίς κράτος, δεν μπορεί να υπάρχει Σύνταγμα χωρίς κράτος; Βεβαίως και μπορεί να υπάρχει. Συμβάσεις είναι όλα. Είναι ιστορικές και πολιτικές και θεσμικές συμβάσεις όλες αυτές οι έννοιες. Έχουμε συνηθίσει σε μία τυπολογία, μπορούμε να συνηθίσουμε σε μια άλλη τυπολογία.

Αλλά γιατί έχει νόμισμα; Έχει νόμισμα γιατί έχει κοινά συμφέροντα. Έχει νόμισμα γιατί πρέπει να λειτουργεί καλύτερα η ενιαία αγορά και γιατί πρέπει να λειτουργεί και ως νομισματική αγορά με μεγαλύτερες αξιώσεις και γιατί έχει θεσμούς. Ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όπως μεταρρυθμίστηκε με την τελευταία τροποποίηση του καταστατικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επί ελληνικής προεδρίας το 2003, είναι ένα θεσμικό παράδοξο, διότι δεν ισχύει καμία αρχή που διέπει τα άλλα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι αρχές που διέπουν τη συγκρότηση και τη λειτουργία των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θυμίζω ότι είναι πρώτον, η θεσμική ισοτιμία των κρατών-μελών. Εξ ου και η αρχή της ομοφωνίας. Δεύτερον, η αρχή της ενισχυμένης πλειοψηφίας, δηλαδή το πληθυσμιακό κριτήριο.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι μια ανώνυμη εταιρεία κανονικά. Τα κράτη μετέχουν με βάση το ποσοστό συμμετοχής τους στο κοινοτικό ΑΕΠ. Ο τρόπος με τον οποίο διοικείται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ο τρόπος με τον οποίο διοικείται η Κεντρική Τράπεζα, επηρεάζεται πρωτίστως από την συμμετοχή στο κοινοτικό ΑΕΠ.

Και ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται το Δ.Σ. και αναπτύσσεται και η τριβή η οποία είναι μια πολύ σοβαρή, η θεσμικότερη ίσως και η σημαντικότερη ίσως τριβή ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ECOFIN, πιο συγκεκριμένα το EUROGROUP, είναι το πραγματικό πεδίο της πολιτικής στην Ευρώπη. Εκεί διακυβεύονται όλα.

Διότι δεν μπορεί ο πολιτικός σου ορίζοντας να σταματάει στην ανάγκη συγκράτησης του πληθωρισμού και άρα συγκράτησης του επιπέδου των τιμών, ούτε σε μία επίκληση της ανάγκης για αύξηση της απασχόλησης και μείωση της ανεργίας, γιατί έχεις μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία ζήτησε να καταρριφθούν τα εθνικά όρια για να υψωθούν κοινοτικά όρια.

Η οποία όμως τώρα είναι αντιμέτωπη με ένα νέο διεθνές σύστημα οικονομικό και πολιτικό, με μεγάλες πιέσεις στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, με πιέσεις που υπερβαίνουν κάθε εξαίρεση, δηλαδή κάθε exception culturel που θα λέγανε οι φίλοι μας οι Γάλλοι, εξ ου και όλα τα προβλήματα που είχαν προκύψει σε σχέση με την οδηγία Μπολκενστάιν.

Διότι τώρα πια υπάρχουν ισχυρές πιέσεις στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου να επιβληθούν ρυθμίσεις οι οποίες δεν αφορούν μόνο την πολιτιστική βιομηχανία για παράδειγμα, αλλά και την ανώτατη εκπαίδευση. Είναι πολύ μεγάλη η ομάδα των χωρών που πιέζει στον ΠΟΕ για ενιαίους κανόνες στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Άρα αντιλαμβάνεστε ότι η πίεση αυτή καθιστά την Ευρωπαϊκή Ένωση ένα πεδίο μεγάλης αντίφασης γιατί η ίδια ήθελε να πέσουν τα εθνικά κράτη, να πάψει δηλαδή να λειτουργεί το κράτος φρούριο, για να λειτουργεί η κοινότητα φρούριο και αυτό βλέπουμε ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνει και ως εκ τούτου αναζητούμε νέες λύσεις σε σχέση με την ευρωπαϊκή προοπτική, δηλαδή με τη διαφύλαξη της ανταγωνιστικότητας, των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, του ευρωπαϊκού πολιτικού και κοινωνικού κεκτημένου, του επιπέδου ζωής, του επιπέδου ασφάλειας, του επιπέδου δημοκρατίας, χωρίς να μπορούμε να αγνοήσουμε τα νέα δεδομένα, δηλαδή το οικολογικό dumping που αναπτύσσεται παγκοσμίως, το φορολογικό dumping, το κοινωνικοασφαλιστικό και εργασιακό dumping που πραγματικά εάν δεν ρυθμιστεί ως ενιαίο θέμα, θα οδηγήσει σε απόλυτο αδιέξοδο την ευρωπαϊκή αναπτυξιακή στρατηγική.

Αλλά για να το διαμορφώσεις αυτό ως θέμα, ως σύλληψη, έχεις ανάγκη από θεσμούς. Αν δεν τεθεί στο τραπέζι η συζήτηση για την παγκόσμια δημοκρατική διακυβέρνηση, αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν. Και εκεί αν δεν αναληφθούν πρωτοβουλίες οι οποίες υπερβαίνουν την Ευρωπαϊκή Ένωση, εμπλέκουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, εμπλέκουν τη Ρωσική Ομοσπονδία, αναπτύσσουν μία πολιτική για την Κίνα και την Ινδία και μια πολιτική για τη Μεσόγειο και την Αφρική που είναι η ήπειρος του μέλλοντος για την Ευρώπη, δεν μπορεί να δοθεί καμία σοβαρή απάντηση.

Ποιος θα δώσει την απάντηση αυτή; Γιατί υπάρχει ένα πρόβλημα πολιτικής ηγεσίας και πολιτικής ηγεμονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπάρχει η εντύπωση ότι την απάντηση θα τη δώσουν οι εμπνευσμένοι ηγέτες, οι μεγάλες προσωπικότητες, οι οραματιστές. Ή την απάντηση θα τη δώσουν οι γραφειοκράτες, οι εμπειριστές, αυτοί οι οποίοι κινούν τα νήματα της καθημερινής διοίκησης.

Ούτε το ένα, ούτε το άλλο είναι εφικτό. Εδώ αυτό που έχει προκύψει μέσα από την εμπειρία του ευρωπαϊκού Συντάγματος, είναι η δήλωση παρουσίας, η acte de présence με την παλιά διπλωματική ορολογία, που κάνουν οι Ευρωπαίοι πολίτες και οι λαοί της Ευρώπης. Δεν μπορεί να πορευτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση ερήμην των πολιτών και ερήμην των λαών της. Άρα, χρειάζεται μία επαναπολιτικοποίηση των ευρωπαϊκών διαδικασιών και των ευρωπαϊκών στρατηγικών.

Εάν αυτό δεν γίνει και εάν δεν γίνει με ωριμότητα και με σοβαρότητα και με πίστη σε ένα σκοπό, δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Ερήμην των πολιτών και ερήμην των λαών, δηλαδή ερήμην των εθνικών πολιτικών συστημάτων και των εθνικών πολιτικών συσχετισμών, δεν μπορούν να γίνουν μεγάλα βήματα. Πολύ μεγάλα βήματα. Μπορεί να γίνουν μικρές διευθετήσεις.

Η Ελλάδα τώρα σε όλα αυτά, είναι μία χώρα κατά παράδοση φιλοευρωπαϊκή. Είναι όμως κάπως σχολικά και παιδικά φιλοευρωπαϊκή. Είναι φιλοευρωπαϊκή γιατί Ευρώπη σημαίνει στην κοινή συνείδηση, αυτό αρχίζει και μεταστρέφεται όμως με βάση τις μετρήσεις της κοινής γνώμης, σημαίνει δημοκρατική σταθερότητα, σημαίνει ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων, σημαίνει συμμετοχή σε ένα κλαμπ ισχυρών κρατών, σημαίνει πρόοδο, ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, σημαίνει δυνατότητα κίνησης κεφαλαίων, αγαθών και προσώπων, σε ένα χώρο προνομιακό για τον ελληνικό κοσμοπολιτισμό.

Αυτό όμως τώρα είναι διασφαλισμένο. Είναι διασφαλισμένο εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Δεν αρκεί αυτό ως ευρωπαϊκό όραμα ούτε για την ελληνική κοινωνία. Ούτε μπορούμε να βλέπουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση ως φόρουμ αμυντικής διεκδίκησης μόνο των θεμάτων που σχετίζονται με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με το κυπριακό ή με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Ούτε μπορούμε να βλέπουμε  μόνο την Ευρωπαϊκή Ένωση στενά ως ένα πεδίο δημοσιονομικών συναλλαγών, δοσοληψιών δηλαδή, σε σχέση με το ΚΠΣ και τα διαρθρωτικά ταμεία ή σε σχέση με την ΚΑΠ. Αυτά όλα εντάξει, είναι πολύ καλά. Δε φτάνουν.

Πρέπει να έχουμε συνολική άποψη για την Ευρώπη. Πρέπει να έχουμε άποψη για τους θεσμούς, πρέπει να έχουμε άποψη για τους ιδίους πόρους, πρέπει να έχουμε άποψη για τη νομισματική πολιτική, πρέπει να έχουμε άποψη για το μοντέλο ανάπτυξης, πρέπει να έχουμε άποψη για τις διαπραγματεύσεις στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, πρέπει να έχουμε άποψη για τη μεσογειακή και την αφρικανική πολιτική κ.ο.κ. Τέτοια άποψη δεν έχουμε και πρέπει να αποκτήσουμε.

Πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε δηλαδή με πραγματικά ευρωπαϊκό και όχι με περιφερειακό και επαρχιακό τρόπο, όπως σκεφτόμαστε μέσα από τα άγχη μας.

Διότι για να κλείσω με μία αναφορά στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν άνθρωπος της εποχής του. Είχε συνείδηση της ιστορικής συγκυρίας μέσα στην οποία βρισκόταν. Το 1961 η Ελλάδα ήταν ένα μετεμφυλιακό κράτος, σπαραγμένο, διηρημένο, υπανάπτυκτο για τα δεδομένα της εποχής, απείχε από το δυτικοευρωπαϊκό βιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης παρασάγγης. Δεν είχε καμία σχέση.

Είχε πολύ μεγάλη σημασία να θέσεις τότε το όραμα της ένταξης στην Ευρώπη των 6. Παντού είχε ανάγκη να θέσεις το ζήτημα της ελληνικής συμμετοχής. Μη ξεχνάτε ότι έξι χρόνια νωρίτερα είχε τεθεί το ζήτημα της συμμετοχής στο ΝΑΤΟ. Μη ξεχνάτε ότι οι Έλληνες στρατιώτες είχαν πολεμήσει στην Κορέα για να αποδείξουν ότι είμαστε δυτικοί, όπως κάποτε είχαν πολεμήσει στην Κριμαία. Διότι αυτή είναι η ιστορική αναλογία.

Άρα, λοιπόν, το 1961 ήταν πολύ σαφής η συγκυρία. Το 1974-75 ακόμη σαφέστερη. Η Ευρώπη ήταν το αντίδοτο της δικτατορία. Ήταν συνυφασμένη με την μεταπολίτευση, με την αποχουντοποίηση και με την ασφάλεια σε σχέση με την τουρκική απειλή. Αυτό που έκανε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με την στρατιωτική αποχώρηση, με την αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, μπορεί να είχε εμπνευστεί από τον Ντεγκόλ ή από την αποχώρηση της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, αλλά μπορεί κάποτε να το είχε σκεφτεί ή να το είχε διαβάσει ή να τον είχε προβληματίσει, όταν πήρε την απόφαση αυτή την πήρε επειδή ένιωθε την ανάγκη και την ανασφάλεια να το κάνει λόγω της στρατιωτικής τουρκικής απειλής.

Ναι, αλλά βεβαίως κατάλαβε πολύ αργότερα, όχι πολύ αργότερα, λίγο αργότερα, ότι έπρεπε να επανέλθουμε στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Αγωνιζόμαστε ακόμη να επανέλθουμε με τους όρους που είχαμε όταν βγήκαμε.

Και βεβαίως, όλα αυτά τα βίωσε ως Πρωθυπουργός, τη μοναξιά του εκάστοτε Πρωθυπουργού, κάθε φορά που υπήρχε κρίση και ένταση, όπου αντιλαμβανόταν προφανώς, αλλά υπάρχουν μάρτυρες αξιόπιστοι εδώ, ότι η οντότητα που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση ως διεθνοπολιτική οντότητα, δεν υπάρχει.

Και μπορεί να υπήρχαν παράπλευρες συμβολές στην υπέρβαση κρίσεων, αλλά το κεντρικό ζήτημα ήταν πάντοτε εκ των πραγμάτων οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις ή εν πάση περιπτώσει η αμερικανική πολιτική στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου.

Αυτό το κατάλαβε. Δεν είναι δυνατόν να ισχυριστεί κανείς ότι η εμπειρία του, του 1980 ή του 1990, είναι ίδια με την εμπειρία του 1961, γιατί αυτό θα ήταν μία κατ’ εξοχήν ανιστόρητη προσέγγιση. Και εγώ πιστεύω ότι είχε βαθιά συνείδηση της ιστορίας.

Ως εκ τούτου, πρέπει και εμείς να έχουμε συνείδηση του συσχετισμού των δυνάμεων και πρέπει να έχουμε και έναν στόχο ευρωπαϊκό και έναν στόχο εθνικό, που να τους υπηρετούμε παράλληλα, με όραμα, με πίστη και με σεβασμό στη δεκτικότητα και την δημοκρατική αρμοδιότητα των λαών και των κοινωνιών της Ευρώπης.

 

10-11.6.2025: Πενήντα χρόνια από το Σύνταγμα του 1975

Περισσότερα …

16-18.3.2025 Η Ελλάδα Μετά VIII: Η Ευρώπη, η Ελλάδα και ο καταιγισμός των νέων προκλήσεων. Αναζητώντας πλαίσιο αναφοράς

Περισσότερα …

12-14 Μαΐου 2024: Η καμπύλη της Μεταπολίτευσης (1974-2024)



Σχετικό link https://ekyklos.gr/ev/849-12-14-maiou-2024-i-kampyli-tis-metapolitefsis-1974-2024.html 

2.5.2023, Ch. Dallara - Ευ. Βενιζέλος: "Ελληνική κρίση: Μαθήματα για το μέλλον"

https://ekyklos.gr/ev/839-ch-dallara-ev-venizelos.html 

Περισσότερα …

Ευ. Βενιζέλος, Μικρή εισαγωγή στο Σύνταγμα και στο Συνταγματικό Δίκαιο, ebook

Περισσότερα …

Πρακτικά του συνεδρίου "Δικαιοσύνη: Η μεταρρύθμιση μιας εξουσίας και η αφύπνιση μιας ιδέας", ebook, 2022

Περισσότερα …

6.6.2019 Αποχαιρετιστήρια ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην Ολομέλεια της Βουλής

https://vimeo.com/340635035

13.2.2019, Ευ. Βενιζέλος Βουλή: Οδηγούμε τη χώρα σε θεσμική εκκρεμότητα, κολοσσιαίων διαστάσεων

https://vimeo.com/316987085

20.12.2018, Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας» 

https://vimeo.com/307841169

8.3.2018, Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στη Βουλή κατά τη συζήτηση επί της πρότασης της ΝΔ για τη σύσταση Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης 

https://vimeo.com/259154972 

21.2.2018, Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου για την υπόθεση Novartis | "Πάρτε το σχετικό"

https://vimeo.com/256864375

20.2.2018, Ευ. Βενιζέλος: Τελειώνει ο πολιτικός τους χρόνος. Αλλά φεύγοντας καταστρέφουν τις γέφυρες και ναρκοθετούν τον τόπο.

https://vimeo.com/256570153