Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

 

Ευάγγελος Βενιζέλος

 

Παρελθόν, παρόν και μέλλον των σχέσεων κράτους και εκκλησίας *

 

Το άρθρο 3 του Συντάγματος έχει μια γενεαλογία τελείως αντίστροφη από ότι μπορεί να υποθέσει κανείς δια γυμνού οφθαλμού. Το άρθρο 3 δεν έχει «εκκλησιοκεντρική» καταγωγή. Είναι πολιτειοκρατική διάταξη. Εισήχθη στα ελληνικά Συντάγματα με πρωτοβουλία της Πολιτείας για να επιβεβαιώσει η Πολιτεία ότι δεν είναι νόμω κρατούσα απλώς, αλλά είναι συντάγματι κρατούσα πολιτεία σε αντίθεση με τις επιταγές και τις προϋποθέσεις του Κανονικού Δικαίου. Διακήρυξε δηλαδή η Πολιτεία και επέβαλε στο υψηλότερο δυνατό κανονιστικό επίπεδο, αυτό του Συντάγματος, ότι το πολιτειακό δίκαιο υπερισχύει του Κανονικού Δικαίου της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο μείζον θέμα που είναι η οργάνωση και η υπόσταση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, της κατ’ Ελλάδα εκκλησίας. Διότι αυτό πράγματι εισήχθη ως διάταξη υπό καθεστώς σύγκρουσης της ελληνικής πολιτείας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η Ελλάδα είναι εργαστήριο πολλών πραγμάτων τα 200 χρόνια του βίου της ως ανεξάρτητο κράτος. Ο Κύκλος Ιδεών που συνδιοργανώνει τη σημερινή ημερίδα, στα τέλη του 2020 και ενόψει του 2021 θα οργανώσει ένα μεγάλο επιστημονικό συνέδριο με θέμα: «Εργαστήριον η Ελλάς» που δεν παραπέμπει στο «Καφενείον η Ελλάς», αλλά στο δοκιμαστήριον η Ελλάς. Πώς η Ελλάδα λειτούργησε ως εργαστήριο, εννοιών, θεσμών, καταστάσεων που γενικεύτηκαν. Μία από τις καταστάσεις αυτές είναι η αυτοκεφαλία.

Η Ελλάδα δεν είναι απλά το πρώτο εθνικό ανεξάρτητο κράτος που απορρέει από την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Είναι και η πρώτη αυτοκέφαλη εκκλησία. Έχουμε πολύ μεγάλη συνάφεια με αυτό που συμβαίνει τώρα στην Ουκρανία, δηλαδή με αυτόν τον θρησκευτικό βεστφαλισμό, ο οποίος έχει επιβληθεί στην ορθόδοξη εκκλησία.

Παρότι όμως αρχικός στόχος αυτής της πολιτειοκρατικής διάταξης στην ελληνική συνταγματική ιστορία ήταν ο απογαλακτισμός από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στη συνέχεια, μέσα από μια πολύ ενδιαφέρουσα ετερογονία των σκοπών, η διάταξη αυτή ανεδείχθη σε κατ’ εξοχήν προστατευτική του νομικού καθεστώτος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Άρα από το 1975 και μετά σίγουρα, αυτό έχει συμβεί κατά τη γνώμη μου από το 1952 και μετά αλλά εν πάση περιπτώσει, σίγουρα μετά το 1975, ως απάντηση στην προσπάθεια του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α ´ (Κοτσώνη ), να καταργήσει τους όρους της συνοδικής πράξης του 1928 σε σχέση με τη συγκρότηση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και να την συγκροτήσει με τους αιρετούς προέδρους των συνοδικών επιτροπών αντί για την κατ´ισομοιρία συμμετοχή έξι μητροπολιτών από την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και έξι μητροπολιτών από τις νέες χώρες. Σε απάντηση λοιπόν αυτής της προϊστορίας και στο πλαίσιο της αποκατάστασης της κανονικής τάξης, ήρθε το Σύνταγμα και πολιτειοκρατικά πλέον προστατεύει το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Διότι δεν μπορεί να διεκδικούμε διεθνή νομική προστασία για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να μην του παρέχουμε εθνική συνταγματική προστασία. Είναι προφανές ότι όταν θέλουμε να είναι και να αναγνωρίζεται ως νομικό πρόσωπο διεθνούς δημοσίου δικαίου το Οικουμενικό Πατριαρχείο, πρέπει να αναγνωρίζεται ως τέτοιο στην Ελλάδα.

Άρα εισάγονται δύο συστήματα σχέσεων κράτους – εκκλησίας στην Ελλάδα. Ένα σύστημα σχέσεων με την Εκκλησία της Ελλάδος που σημειωτέον δεν είναι η αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, είναι η Εκκλησία της Ελλάδος όπως ορίζεται κατά τον Καταστατικό της Χάρτη. Δηλαδή η σύνθεση της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και των μητροπόλεων των νέων χωρών που είναι άλλο μόρφωμα από την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Το σύστημα αυτό είναι ένα σύστημα συνταγματικά ρυθμισμένων σχέσεων , το Σύνταγμα όμως είναι κρατικό . Το δεύτερο σύστημα είναι αυτό των σχέσεων της ελληνικής πολιτείας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το σύστημα αυτό είναι ηθελημένα μία σχέση ομοταξίας, διότι συνυπάρχουν και εναρμονίζονται δύο οντότητες κατά το διεθνές δίκαιο, δηλαδή δύο υποκείμενα του διεθνούς δημοσίου δικαίου. Αυτό φαίνεται καθαρά στο άρθρο 105 περί Αγίου Όρους. Δηλαδή στον τρόπο κατά τον οποίο παράγεται ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους, που νομοθετείται   από το Οικουμενικό Πατριαρχείο μαζί με την Ελληνική Πολιτεία.

Δεν υπάρχει τίποτα που συμβαίνει όχι απλά και μόνο στο δημόσιο χώρο, αλλά και στην κοινωνία των πολιτών που να μη είναι εντέλει και καταβάση ρυθμισμένο συνταγματικά. Το Σύνταγμα δεν διέπει απλώς το κράτος, διέπει την έννομη τάξη. Η επεκτατική λειτουργία του Συντάγματος είναι καθοριστική. Δεν μπορεί ένα φαινόμενο όπως το θρησκευτικό, το εκκλησιαστικό, το κοινοτιστικό σε εκκλησιαστικό επίπεδο να είναι συνταγματικά αρρύθμιστο. Είναι ρυθμισμένο ούτως ή άλλως από τους διεθνείς κανόνες προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι ρυθμισμένο από το ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο και από την ΕΣΔΑ.

Έτσι μπορούμε να βρούμε και το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 3 που, ναι, υπάρχει, αλλά είναι πολύ σημαντικό για το status του Οικουμενικού Πατριαρχείου και εξαιρετικά αχνό για τα ζητήματα της εσωτερικής έννομης τάξεως, δηλαδή κυρίως για ζητήματα πρακτικού χαρακτήρα όπως είναι οι αργίες, οι τελετές και αλλά παρόμοια ζητήματα. Πάντα στο πλαίσιο της πρακτικής αρμονίας μεταξύ ισοτίμων συνταγματικών διατάξεων, πάντα σε συνδυασμό με το άρθρο 13 παρ. 1 που είναι και διάταξη μη υποκείμενη σε αναθεώρηση, πάντα υπό το πρίσμα του πολυεπίπεδου συνταγματισμού, πάντα στο πλαίσιο της σύμφωνης με την ΕΣΔΑ ερμηνεία του άρθρου 3, και στο πεδίο εφαρμογής του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, στο πλαίσιο της σύμφωνης με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ερμηνείας του άρθρου 3.

Το ίδιο συμβαίνει και με το προοίμιο. Υπάρχει στη διεθνή βιβλιογραφία σοβαρός προβληματισμός για το ρόλο των προοιμίων. Δεν είμαστε η μόνη χώρα που έχει προοίμιο με επίκληση του θείου στο Σύνταγμα της. Το προοίμιο το δικό μας είναι η υπενθύμιση της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας. Η Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας είχε αυτό το προοίμιο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μία μνεία, για ένα κατάλοιπο. Για ένα ίχνος της συνταγματικής Ιστορίας της χώρας.

Ποιος επαναστάτησε; Πώς συγκροτείται το Έθνος κατά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας; Ο χριστιανικός πληθυσμός ο οποίος και αποκτά την ιθαγένεια του υπό συγκρότηση κράτους. Όχι μόνο οι ορθόδοξοι, αλλά σίγουρα οι χριστιανοί. Είναι σαφέστατο το θρησκευτικό στοιχείο ως συνεκτικό στοιχείο του ιστορικού υποκείμενου της Επανάστασης. Δεν χρειάζεται να είσαι ορθόδοξος, πρέπει να είσαι χριστιανός όμως για να αποκτήσεις την ιθαγένεια, με βάση το Σύνταγμα της Επιδαύρου και τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Άρα μία τέτοια μνεία είναι το προοίμιο. Δεν θα εφαρμόσουμε το Σύνταγμα με βάση το τριαδολογικό δόγμα. Έτσι δεν το ερμηνεύει ούτε καν η καθολική Ιρλανδία που το Σύνταγμα της περιλαμβάνει επίσης επίκληση του τριαδικού θεού. Άλλα πολλά Συντάγματα περιλαμβάνουν επίκληση του Θεού. Δεν ερμηνεύονται όμως οι συνταγματικές διατάξεις υπό το θεολογικό πρίσμα του προοιμίου. Υπάρχει ένα νεωτερικό κεκτημένο, στοιχείο του οποίου είναι ότι η συνταγματική ηθική είναι διαφορετική σε πολλά σημεία από τη χριστιανική ηθική, και πολύ περισσότερο από την ορθόδοξη ηθική η οποία είναι άλλωστε πρακτικά χαλαρότερη και της καθολικής και της προτεσταντικής. Διέπεται πολύ συχνά από τη λογική των κατ’οικονομία λύσεων.

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι η στάση της ελληνικής κοινωνίας έναντι της εκκλησίας. Η ελληνική κοινωνία είναι η ίδια πολιτειοκρατική. Θέλει η ίδια να παρεμβαίνει στην εκκλησία. Θέλει να έχει την δυνατότητα επιλογή   ( opt in - opt out) σε σχέση με την ορθόδοξη εκκλησία. Τη θεωρεί παρακολούθημα του κράτους και συγχέει - η κοινωνία περισσότερο από την εκκλησία - την ιδιότητα του πολίτη με την ιδιότητα του πιστού . Θεωρεί ότι πρέπει να έχει άποψη για το ποιά θεολογική ή ηθική στάση πρέπει να τηρήσει η εκκλησία. Ο πολίτης θεωρεί ότι δικαιούται κατά το Σύνταγμα, κατά το άρθρο 13, όποτε θέλει να είναι και όποτε θέλει να μην είναι μέλος της εκκλησίας. Θέλει πχ αποτέφρωση αντί για ταφή ,αλλά θέλει και ορθόδοξη εξόδιο ακολουθία. Θέλει να συνάπτει πολιτικό γάμο, αλλά θέλει να κάνει βάπτιση του παιδιού του, νηπιοβάπτιση. Ακολουθεί γενικά μια δική της αντίληψη την οποία η ορθόδοξη εκκλησία λόγω «ευρυχωρίας» και λόγω συμβιβασμού με την πραγματικότητα, την αποδέχεται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Εάν η εκκλησία έδινε αγώνα για τις απόψεις της σε σχέση πχ με τις προγαμιαίες σχέσεις ή σε σχέση με την έκτρωση, η ελληνική κοινωνία θα βρισκόταν ενώπιον ενός καθρέφτη που την βάζει να δει τις μεγάλες ηθικές επιλογές της που είναι σε μεγάλο βαθμό φιλελεύθερες και νεωτερικές. Η επιλεκτική και μεταβλητή σχέση με την ορθόδοξη εκκλησία επιτρέπει ίσως στην ελληνική κοινωνία να αποφεύγει τη συνάντηση με διλήμματα. Να τα παραμερίζει. Να επιλύονται όλα με έναν απλό τρόπο, μέσω πρακτικών διευθετήσεων, με γενικευμένη χρήση της αρχής της «οικονομίας».

 

Το νομικό κρίσιμο ερώτημα, το οποίο έθεσε κατά έναν τρόπο ο Πρόεδρος κ. Σαρμάς, είναι αν το άρθρο 3 είναι στοιχείο της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας. Μπορεί να επικαλεστεί η Ελλάδα ότι το σύστημα των σχέσεων κράτους – εκκλησίας, των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρωτίστως, και των σχέσεων με την Εκκλησία της Ελλάδος και με όλες τις θρησκευτικές κοινότητες, που είναι νομικά ρυθμισμένες τώρα, είναι στοιχείο της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας; Το άρθρο 17 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ, λέει ναι. Ρητά. Λέει το άρθρο 17 παρ 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ: «Η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη.». Υπάρχει συνεπώς ρητή διάταξη. Συζητάμε για κάτι που είναι ρυθμισμένο. Είναι ρητά στοιχείο της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας το σύστημα σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας.

Θα ερμηνευτεί αυτή η διάταξη του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου. Θα ερμηνευτεί και αυτή υπό το πρίσμα βεβαίως του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων επί του πεδίου της αρμοδιότητος της Ένωσης και υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ και των προσθέτων πρωτοκόλλων στο πεδίο εφαρμογής στη Σύμβασης. Άλλωστε το Συμβούλιο της Ευρώπης ασκεί έλεγχο αξιών επί της ΕΕ.

 

Έρχομαι τώρα στο ερώτημα αν θα μπορούσαμε να λύσουμε ορισμένα από τα θέματα αυτά με τις αναθεωρητικές διαδικασίες. Βεβαίως, αλλά εδώ πρέπει να θυμηθούμε ότι η πιο ριζοσπαστική πρόταση που υπεβλήθη ποτέ είναι η πρόταση αναθεώρησης που υπέβαλε το ΠΑΣΟΚ το 1995. Την οποία θα μου επιτρέψετε να πω ότι την γνωρίζω πάρα πολύ καλά. Το 1995 το ΠΑΣΟΚ πρότεινε τον χωρισμό κράτους και εκκλησίας. Έτσι εισήχθη η διάταξη. Επαναλήφθη το 1996 μετά τη διάλυση της Βουλής. Αυτό προκάλεσε κολοσσιαία αντίδραση. Διέρρηξε τη δυνατότητα συναίνεσης με την αντιπολίτευση, άρα κινδύνευε η αναθεωρητική συναίνεση συνολικά. Κινδύνευε να αποπροσανατολιστεί όλη η συζήτηση σε ένα θέμα το οποίο έχει, εν πάση περιπτώσει, περιορισμένο αντικείμενο εφόσον αποδεχόμαστε ότι το άρθρο 13 είναι ανυπέρβλητο, η θρησκευτική ελευθερία και η θρησκευτική ισότητα καθορίζει τα πάντα. Και πήγε η Επιτροπή Αναθεώρησης στην Ιερά Σύνοδο και είπε αποσύρουμε την αναθεώρηση του άρθρου 3. Όμως ρυθμίσαμε διάφορα θέματα, από τους αντιρρησίες συνείδησης σε επίπεδο Συντάγματος μέχρι τα ζητήματα ορκωμοσίας σε επίπεδο Κανονισμού της Βουλής και κοινού δικαίου, κοινών δικονομικών διατάξεων.

Τι γίνεται λοιπόν μετά; Το 2006 στον επιστημονικό διάλογο μου δίνεται η ευκαιρία να προτείνω, ενόψει της αναθεώρησης του 2008 - η οποία πήγε γενικώς «αδιάβαστη», όπως λέμε, χωρίς να ακούσει τις ευχές του Ιωάννη του Δαμασκηνού - ότι η λύση είναι σημειακή, χειρουργική. Να προσθέσουμε μια ερμηνευτική δήλωση κάτω από το άρθρο 3, ότι τίποτα στο άρθρο 3 δεν μπορεί να δικαιολογήσει αποκλίσεις από την αρχή της θρησκευτικής ισότητας και της θρησκευτικής ελευθερίας.

Έρχεται λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ τον Νοέμβριο 2018 και υποβάλει την επίσημη πρόταση αναθεώρησης . Αγνοεί το άρθρο 16 παρ.2 – προσέξτε ήταν γνωστό στη νομολογία ότι υπάρχει πρόβλημα ερμηνευτικό με τη νομολογία του ΣτΕ σχετικά με το μάθημα των θρησκευτικών με το άρθρο 16 παρ 2. Ουδείς προτείνει αναθεώρηση του άρθρου 16 παρ 2, παρότι το επισήμανα κατ’ επανάληψη. Προκάλεσα να θέσουν το ζήτημα του άρθρου 16 παρ 2 τα κόμματα που είχαν τη δυνατότητα συλλογής υπογραφών 50 βουλευτών. Και επίσης τους είπα «αντί να παρουσιάσετε τη μαξιμαλιστική αυτή διάταξη της αναδιατύπωσης του άρθρου 3 βάλτε την ερμηνευτική δήλωση». Η ερμηνευτική δήλωση προτάθηκε. Υπήρχε αυτοτελής πρόταση που εισήχθη στην παρούσα Βουλή, κατά την πρώτη Σύνοδό της όταν άσκησε αναθεωρητική αρμοδιότητα. Αλλά δυστυχώς η σημερινή πλειοψηφία της ΝΔ δεν αξιοποίησε τη δυνατότητα τουλάχιστον να προσθέσουμε την ερμηνευτική δήλωση, αυτή τη λιτή, τη χειρουργική.

Ο κορμός της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για το ουδετερόθρησκο κράτος - διατηρουμένης της έννοιας της επικρατούσας θρησκείας, διατηρουμένης της αναφοράς στα ειδικά νομικά καθεστώτα, διατηρουμένης της μνείας του τόμου του 1850 και της πράξης του 1928, χωρίς ρητή αναφορά όμως στις νέες χώρες, με αναφορά μόνο στην Κρήτη και στα Δωδεκάνησα, ενώ τα ειδικά εκκλησιαστικά καθεστώτα είναι πλείονα των δύο, τα οποία μνημόνευε η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ - δημιουργούσε πολύ σοβαρό πρόβλημα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Την ίδια ώρα διεξάγονταν μια πολύ ενδιαφέρουσα αντιδικία για το κτήμα Προμπονά, όπως ξέρετε. Το ΣτΕ, προεδρεύοντος του κ. Χ. Ράμμου, ο οποίος μας τιμά σήμερα με την παρουσία του εδώ, εξέδωσε μια απόφαση η οποία αποδέχεται ως αυτονόητο, στα τυπικά στοιχεία της απόφασης, ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου διεθνούς δικαίου. Έτσι περιγράφεται ο προσφεύγων ως νομικό πρόσωπο δημοσίου διεθνούς δικαίου. Με αυτό το status. Το οποίο συνάγεται και από το νόμο περί θρησκευτικών και εκκλησιαστικών οργανώσεων. Το νόμο 4301/2014.

 

Μια τελευταία παρατήρηση. Ξεχάστε προς στιγμή όλη αυτή την ιστορία που λέμε για το άρθρο 3. Και ξεχάστε το, κατά τη γνώμη μου, δευτερεύον ζήτημα του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου - άλλωστε ΝΠΔΔ είναι και οι ισραηλιτικές κοινότητες, οι δε μουφτείες είναι δημόσιες υπηρεσίες. Και υποθέστε ότι οργανώνεται και η Εκκλησία της Ελλάδος ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Τι θα γίνει; Έχουμε φανταστεί ποτέ μια Εκκλησία της Ελλάδος η οποία μπορεί να είναι ακτιβιστική και ασκεί τα δικαιώματά της ως οντότητα της κοινωνίας των πολιτών; Εάν ασκήσει εντατικά τα δικαιώματα της κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ η Εκκλησία, μπορεί να έχει παρέμβαση πολιτική, κοινωνική, ηθικολογική, πολύ μεγαλύτερη από σήμερα. Αυτό το πολιτειοκρατικό κατάλοιπο πιστεύω ότι συγκρατεί λίγο αυτή την εντατική χρήση των δικαιωμάτων.

Και τα μέλη του Κογκρέσου μετέχουν σε ειδική λειτουργία η οποία γίνεται στην αρχή κάθε συνόδου. Και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ ορκίζεται επί της Βίβλου. Μιλάει ο ευαγγελιστής πάστορας τον οποίο διαλέγει ο νέος Πρόεδρος, ο οποίος μπορεί να είναι φονταμενταλιστής. Ένας καθολικός εξελέγη, όπως ξέρετε, Πρόεδρος στις ΗΠΑ και αυτός δολοφονήθηκε.

Αυτό πρέπει συνεπώς σκεφτούμε. Αυτό είναι το ζήτημα του μέλλοντος των σχέσεων. Το μέλλον των σχέσεων, όπως σωστά ειπώθηκε, δεν θα ρυθμιστεί συνταγματικά. Ρυθμίζεται μέσα από τις δυναμικές της μετανεωτερικότητας. -

 

*Ομιλία στην στρογγυλή τράπεζα με την οποία ολοκληρώθηκε η ημερίδα «Θρησκεία, Εκκλησία και Σύνταγμα» που διοργανώθηκε από το Κέντρο Αριστείας Jean Monnet «Ευρωπαϊκός Συνταγματικός και Θρησκεία/ες», τον Κύκλο Ιδεών και τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης,   Θεσσαλονίκη, στις 20.12.2019, αίθουσα ΕΒΕΘ.

Tags: Κράτος και ΕκκλησίαΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019