Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Σωτηρόπουλου, «Φάσεις και αντιφάσεις του ελληνικού κράτους στον 20ό αιώνα (1910-2001)», εκδ. ΕΣΤΙΑ

 

Το βιβλίο του Δημήτρη Σωτηρόπουλου, «Φάσεις και αντιφάσεις του ελληνικού κράτους τον 21ο αιώνα» που τον ορίζει από το 1910 έως το 2001, δηλαδή από την έλευση του Ελευθερίου Βενιζέλου και την έναρξη του βενιζελικού εκσυγχρονισμού, μέχρι την ένταξη στη Ζώνη του Ευρώ, εγγράφεται σε μία δέσμη πολύ σημαντικών έργων που βλέπουν το φως της δημοσιότητας την τελευταία περίοδο ίσως ενόψει του μεγάλου επετειακού έτους 2021. Ενόψει του εορτασμού των 200 ετών από την Παλιγγενεσία, που είναι μία αφορμή- όχι απλά και μόνο τυπική ή πανηγυρική- για την οργάνωση ενός μεγάλου εθνικού αναστοχασμού, που έχει πολύ μεγάλη σημασία και για τη δυνατότητά μας να διαμορφώσουμε μία στρατηγική για το μέλλον βγαίνοντας από τον στενό ορίζοντα της κρίσης, των μνημονίων, ακόμη και της μεταμνημονιακής φάσης που λίγο ή πολύ κουβαλά τα βάρη της προηγούμενης δεκαετίας. Γιατί όλες οι προβολές που γίνονται για την πορεία της χώρας μέχρι το 2060 επηρεάζονται σε καθοριστικό βαθμό από τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους και βεβαίως από προγνώσεις σε σχέση με τον ετήσιο ρυθμό διόγκωσης της ελληνικής οικονομίας, αύξησης του ΑΕΠ που τείνει να πάρει χαρακτηριστικά μυθικά γιατί από μικρές διαφορές μεγέθους δεκάτου μονάδας διαμορφώνεται μία δυναμική η οποία μπορεί να είναι είτε αρνητική είτε θετική. Και από αυτό εξαρτώνται πολλά πράγματα, η πολιτική σταθερότητα, η κοινωνική συνοχή, το μέλλον της οικονομίας, η επιβίωση του έθνους.

Έχω κληθεί να παρουσιάσω τη χρονιά αυτή το βιβλίο του Κώστα Κωστή για τον Πλούτο της Ελλάδος, τη σειρά μικρών τόμων του Θανάση Διαμαντόπουλου για τις δεκαετίες του 20ου αιώνα και τις αντιθέσεις στο εσωτερικό κάθε δεκαετίας, το πρόσφατο βιβλίο του Γιάννη Βούλγαρη με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η Ελλάδα μια χώρα παραδόξως νεωτερική» που συμπλήρωσα «εις πείσμα της κοινωνίας της», και τώρα την πολύ σημαντική συμβολή του Δημήτρη Σωτηρόπουλου που εστιάζει στο κράτος εν τη στενή εννοία του όρου. Εστιάζει στο κράτος, όχι με την πουλαντζιανή, όπως είπε ο Παναγής Παναγιωτόπουλος προηγουμένως, αντίληψη, δεν αναφέρεται στο κράτος ως συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεως, στο κράτος ως τον θεσμό των θεσμών. Αλλά αναφέρεται στο κράτος με τη νομική, για την ακρίβεια με τη διοικητικολογική έννοια. Αναφέρεται στον κρατικό μηχανισμό και μάλιστα στον στενό κρατικό μηχανισμό, στη δημόσια διοίκηση συμπεριλαμβανομένων ορισμένων μηχανισμών καταστολής, δηλαδή μηχανισμών που οργανώνουν το μονοπώλιο της φυσικής βίας.

Δεν περιλαμβάνονται πολλές αναφορές στους ιδεολογικούς μηχανισμούς, παρότι ένα πολύ μεγάλο μέρος του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης είναι εκπαιδευτικοί λειτουργοί, άρα διαχειρίζονται τον μείζονα ιδεολογικό μηχανισμό και τον μείζονα μηχανισμό κοινωνικής κοινωνικότητας. Δεν περιλαμβάνεται στην ανάλυση ο ρόλος της Δικαιοσύνης που είναι η πιο ακραία εκδοχή της εξουσίας και της κρατικής βίας. Δεν περιλαμβάνονται ζητήματα, όπως οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας. Δεν περιλαμβάνονται οι καθαρώς οικονομικές διαστάσεις της πορείας του τόπου αυτόν τον 20ο αιώνα, όπως τον ορίζει, με πολύ μεγάλη σαφήνεια νομίζω και με έναν τρόπο ο οποίος είναι εύλογος. Άρα θέλει να εστιάσει την προσοχή μας στον κρατικό μηχανισμό, ούτε καν στο πολιτικό σύστημα, και έχει σημασία η ανάδειξη αυτής της σχετικής αυτονομίας της δημόσιας διοίκησης.

Άρα αναφέρεται σε ένα κράτος το οποίο είναι αντικείμενο, είναι ένα όργανο, είναι μια ινστρουμεναλιστική, όπως θα λέγαμε στη θεωρία του κράτους, αντίληψη, που έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί η ανάλυσή του κατατείνει σε μία παραδοχή η οποία είναι πάρα πολύ σημαντική και διαπερνά το βιβλίο του: πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κρατικιστικό έθνος - γιατί λίγο πολύ όλα τα έθνη είναι κρατισκιστικά, η εθνική ταυτότητα και η εθνική αυτοσυνειδησία συγκροτείται μέσα από τις διαδικασίες διεκδίκησης κράτους και μετά, μέσα από τη λειτουργία του κράτους και ιδίως των ιδεολογικών του μηχανισμών. Αλλά έχουμε να κάνουμε με κάτι άλλο πολύ πιο εντυπωσιακό που είναι η κρατικιστική κοινωνία. Γιατί στην Ελλάδα το κράτος ως οντότητα προτάσσεται της κοινωνίας των πολιτών. Πρώτα δημιουργείται ένα κράτος το οποίο πρωίμως αναγνωρίζεται και ως ανεξάρτητο, και τη συνέχεια συγκροτείται, όπως συγκροτείται, μία κοινωνία των πολιτών η οποία δεν αποκτά την ταυτότητά της παρά μόνο ως αντανάκλαση του κράτους. Άρα αντιλαμβάνομαι τη σημασία που δίνει στην έννοια του κορπορατιστικού κράτους, μόνον που ο κορπορατισμός είναι μια έννοια του μεσοπολέμου, ενώ το φαινόμενο αυτό διαπερνά το ελληνικό κράτος από την ίδρυση του έως τώρα και μετά την εμπειρία της κρίσης.

Αυτό που συμβαίνει με το ελληνικό κράτος κατά τη γνώμη μου είναι ότι διαχειρίζεται δυο μεγάλες προκλήσεις. Η πρώτη πρόκληση είναι αυτό που έχω επιχειρήσει να ονομάσω «σύγκρουση των ολοκληρώσεων». Το κόκκινο νήμα που διαπερνά την ελληνική ιστορία από τον 19ο αιώνα έως και τον 21ο- δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον 20ο αιώνα αν δεν έχουμε κατά νουν το τι συνέβη τον 19ο αιώνα και πως μπήκαμε στις πρώτες δεκαετίες τον 21ο αιώνα. Η «σύγκρουση των ολοκληρώσεων» είναι ένας κανιβαλισμός ανάμεσα στην διεκδίκηση της εθνικής ολοκλήρωσης, τη διεκδίκηση της θεσμικής ολοκλήρωσης - Δημοκρατία, κράτος δικαίου, δικαιώματα - και τη διεκδίκηση της οικονομικής ολοκλήρωσης. Μια εθνική οικονομία η οποία είναι ενσωματωμένη στη διεθνή οικονομία, πάντως στην ευρωπαϊκή οικονομία, μια οικονομία η οποία είναι ανταγωνιστική, είναι βιώσιμη, μπορεί να θρέψει τον πληθυσμό, μπορεί να δώσει δουλειά, μπορεί να διαφυλάξει την κοινωνική συνοχή και την κοινωνική ειρήνη. Μπορεί να διαφυλάξει ως εκ τούτου και τη δημοκρατία, γιατί ο λαϊκισμός διαχρονικά- που είναι σύμφυτος με τη δημοκρατία γιατί απορρέει από τις απλουστεύσεις και τις δημαγωγίες και τις ανευθυνότητες, από την ηθική μιας αυθαίρετης πεποίθησης, η οποία αντιτάσσεται στην ηθική της εθνικής και ιστορικής ευθύνης -τροφοδοτείται από τις διακυμάνσεις της οικονομικής συγκυρίας, από τα οικονομικά προβλήματα, από τα οικονομικά αδιέξοδα και τις οικονομικές κρίσεις.

Το κράτος καθοδηγεί τη μακρά διαδικασία της εθνικής ολοκλήρωσης η οποία έχει ακόμη κατάλοιπα πολύ σοβαρά τα οποία βλέπουμε στην Κύπρο, στο Αιγαίο, στις μειονοτικές πολιτικές, στην αντίληψη μας για τη διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών.

Στην πραγματικότητα ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών των συγκρούσεων είναι η αντίληψή μας για την εθνική ολοκλήρωση, άρα και για την εθνική ταυτότητα, για τον εθνικό χώρο, για την εθνοτική ολοκλήρωση. Στις ανάγκες των αγώνων για την εθνική ολοκλήρωση που παίρνουν και πολεμικό χαρακτήρα, θυσιάζεται η θεσμική ολοκλήρωση, υπαναχωρεί, παρότι έχουμε πρώιμη κατοχύρωση της Δημοκρατίας και του κράτους δικαίου εντυπωσιακά πιο πρώιμη από ότι σε πολλές αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, η Ελλάδα είναι θεσμικά ολοκληρωμένη στο επίπεδο αυτό με βάση τις αξίες και τα δεδομένα της εποχής, αλλά αυτό στη συνέχεια αίρεται. Και βέβαια η οικονομική ολοκλήρωση δεν γίνεται αντιληπτή καν ως αυτοτελές μέγεθος, είναι παρεπόμενο όλων των άλλων, άρα συνδέεται με την πολιτική και με το κράτος, με τη διαχείριση του κράτους.

Άρα εκεί που ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος χρησιμοποιεί τον όρο κορπορατίστικο κράτος, εγώ θα έλεγα ότι πρόκειται πάντα για ένα κράτος που είναι διαχειριστής των αναγκών μιας προσοδοθηρικής κοινωνίας, που είναι μια κοινωνία η οποία αντιλαμβάνεται την ύπαρξή της και τη δυνατότητα ανέλιξής της μέσα από τις οικονομικές λειτουργίες του κράτους που είναι ένας μηχανισμός κυρίως αναδιανομής, πολύ λιγότερο ένας μηχανισμός που διασφαλίζει την ανταγωνιστικότητα μιας σύγχρονης οικονομίας ενσωματωμένης στην παγκόσμια αγορά.

Όλα αυτά τα έχουμε δει πολύ πρόσφατα. Πιστεύω ότι το τι συνέβη τον 20ο αιώνα, αποτυπώνεται καλύτερα στη δεκαετία της κρίσης τον 21ο αιώνα. Γιατί εκεί βλέπουμε το κράτος- διαχειριστής αυτής της προσοδοθηρικής κοινωνίας να είναι το κράτος που παράγει και διαχειρίζεται το υπερπλεόνασμα, την περίοδο 2016 – 2019 και 2020, συνεχίζεται αυτό. Εφαρμόζεται η ίδια πολιτική του υπερπλεονάσματος και της αναδιανομής του υπερπλεονάσματος, η οποία τώρα αποκτά και συνταγματικό θεμέλιο με την Αναθεώρηση της 25ης Νοεμβρίου 2019, γιατί στο Σύνταγμα, μετά την εμπειρία της κρίσης αντί να εισαχθεί ο δημοσιονομικός κανόνας και η δημοσιονομική επίγνωση, εισάγεται το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για όλους τους Έλληνες. Με χαλαρή διατύπωση, αλλά τίποτα σε ένα συνταγματικό κείμενο δεν είναι αθώο και άμοιρο επιπτώσεων μέσα από την δικαστική ερμηνεία και εφαρμογή του Συντάγματος.

Το κράτος συγκροτείται στην Ελλάδα σχεδόν όπως εικονογραφείται ο Λεβιάθαν του Χομπς. Εάν δείτε τις παλιές εκδόσεις, τις πρώτες εκδόσεις του Λεβιάθαν και την εικονογραφία, θα δείτε ότι ο Λεβιάθαν είναι ένα μυθικό τέρας, μια προσωπικότητα υπερδιογκωμένη, η οποία απαρτίζεται από μικρά ανθρωπάκια, τα οποία αθροιζόμενα συγκροτούν αυτό το μεγάλο πανοπτικό σώμα. Άρα, είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο καθεαυτό του κράτους.

Το μόνο κοινωνικό συμβόλαιο, που έχει λειτουργήσει στην Ελλάδα και το 19ο αιώνα αλλά κυρίως τον 20ο αιώνα, είναι αυτή η αντίληψη για το κράτος. Για ένα κράτος Λεβιάθαν, το οποίο ενσωματώνει όλη την κοινωνία που βλέπει μέσα σε αυτό το κράτος τον εαυτό της. Και γιαυτό το κράτος είναι ο αποδέκτης όλων των αιτημάτων, επί τη βάση των οποίων πορεύεται το Έθνος ανά τους τρεις αιώνες τώρα, τον 19ο, τον 20ο πρωτίστως και τον 21ο

Το πρώτο αίτημα είναι το αίτημα της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας, της εθνικής ολοκλήρωσης και της εθνικής ταυτότητας. Μόνο που αυτό βασίζεται σε θεμελιώδη ψεύδη, σε συμβάσεις. Διότι το γεγονός, ότι το κράτος ηττήθηκε στην επανάσταση στρατιωτικά, το ανεξάρτητο, το αναγνωρισμένο στην πραγματικότητα ως εν δυνάμει ανεξάρτητο, δημιούργησε την ανάγκη μιας υπερβολικά ρητορικής διαχείρισης της κυριαρχίας. Επειδή είχαμε πάντα τον φόβο και το σύμπλεγμα της εκ γενετής μειωμένης κυριαρχίας. Το σύμπλεγμα του προτεκτοράτου.

Στη συνέχεια αυτό δημιούργησε και αυτή την περίεργη σχέση, στην οποία αναφέρθηκε πολύ εύστοχα η κυρία Μπότσιου προηγουμένως, ανάμεσα στη νίκη και την ήττα ιστορικά, γιατί εμείς δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε στη δημόσια ιστορία και την σχολική ιστορία τις νίκες από τις ήττες. Όλα συμφύρονται και πολύ συχνά γιορτάζουμε τις ήττες. Επίσης δεν μπορούμε να διακρίνουμε τον ηττημένο από τον νικητή γιατί ο αποκλεισμένος πράγματι, ο εξορισμένος ηττημένος του εμφυλίου είναι αυτός που διατήρησε και διαχειρίστηκε και εν πολλοίς διαχειρίζεται μέχρι σήμερα, την ιδεολογική ηγεμονία στην κοινωνία, στα πανεπιστήμια, στον ρόλο των διανοουμένων, στα μέσα ενημέρωσης, στη συνολική συλλογική πρόσληψη. Άρα η διαχείριση του αιτήματος αυτού της ανεξαρτησίας, κυριαρχίας κλπ, μας οδηγεί και σε όλες τις αντιφάσεις μας.

Είμαστε ένα έθνος, μια κοινωνία, μια ρητορεία, η οποία ασχολείται πάρα πολύ με την καθ΄ ημάς Ανατολή, αλλά βεβαίως δεν αντέχει τη σκέψη ότι μπορεί να φύγουμε από τη Δύση. Το ερώτημα από που έρχεται το φως στην Ελλάδα είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία.

Το δεύτερο αίτημα είναι της συμπερίληψης. Δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε ως κοινωνία με έναν τρόπο συμπεριληπτικό, γιατί φοβόμαστε αυτήν την συμπερίληψη και ως εκ τούτου, προβάλουμε συνεχώς απέναντι στο κράτος το αίτημα αυτό ώστε το κράτος με καταναγκασμό, με νομικά μέσα, να διασφαλίσει την δημοκρατική και πολιτική συμμετοχή, την ίση μεταχείριση, τον σεβασμό των δικαιωμάτων, την αποκατάσταση των αδικιών, την κοινωνική κινητικότητα. Όλα είναι καθήκοντα του κράτους, δεν μπορεί να επιλύσει τίποτα η κοινωνία ποτέ από μόνη της.

Τρίτον, το κράτος εξ ορισμού οφείλει να ανταποκριθεί στο αίτημα της αποτελεσματικότητας, της ασφάλειας, εσωτερικής και εξωτερικής, στο αίτημα της διαχείρισης κρίσεων, κάθε είδους κρίσεων, από την δημοσιονομική κρίση μέχρι την κρίση πολιτικής προστασίας. Αλλά και στο υποτιθέμενο αίτημα του εκσυγχρονισμού και της ανταγωνιστικότητας, το οποίο εκφωνείται αλλά ταυτοχρόνως και υπονομεύεται. Διότι όλοι θέλουν και την αναδιανομή του υπερπλεονάσματος.

Αυτό το κράτος έχει καταφέρει, δε, και το εξής καταπληκτικό νομίζω και αξιοθαύμαστο: οργανώνει την απουσία της θεσμικής μνήμης. Έχει διασφαλίσει ένα δικαίωμα λήθης στους πάντες και στον εαυτό του. Γιαυτό και συνεχώς επαναλαμβάνονται όλα, ο 20ος αιώνας και οι πρώτες δεκαετίες του 21ου είναι μια απόδειξη της καταπληκτικής αποτελεσματικότητας με την οποία λειτουργεί το κράτος ως μηχανισμός λήθης. Δεν εγγράφεται τίποτα και αυτό, βέβαια, φαίνεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε τις μεγάλες κρίσεις με μετωνυμίες. Μας αρκεί η μετωνυμία. Μπορούμε να ονομάσουμε την τρόικα «θεσμούς», μπορούμε να ονομάσουμε το μνημόνιο «πρόγραμμα». Αλλά, νομίζω ότι η επιτομή αυτού του μοναδικού τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται η κοινωνία τους θεσμούς, τα πολιτικά δικαιώματα, τη λαϊκή κυριαρχία, το κράτος εν τέλει και την πορεία του, είναι η σχέση με την Αμερική. Υπάρχει ο παραδοσιακός αντιαμερικανισμός, αλλά ταυτόχρονα και το άγχος για την αμερικανική προστασία στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Κύπρο, παντού. Το ίδιο ισχύει για την αντιφατική σχέση με την Ευρώπη την οποία καταγγέλλουμε για έλλειψη αλληλεγγύης αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς αυτήν, ως εταίρο ή θεσμικό πιστωτή.

Και νομίζω ότι η επιτομή όλης αυτής της ιστορικής, ας πούμε, και σωτήριας ίσως ελαφρότητας, γιατί αυτό είναι το φαινόμενο, είναι το δημοψήφισμα του 2015 όπου η λαϊκή κυριαρχία, η ανεξαρτησία, η υπερηφάνεια εκδηλώνεται με μια συντριπτική πλειοψηφία 62% και η σωτηρία του τόπου διασφαλίζεται μέσα από την αγνόηση, την προκλητική αγνόηση του αποτελέσματος αυτού, δηλαδή επιτυγχάνεται εις πείσμα της λαϊκής κυριαρχίας, όπως ακριβώς είπα και προηγουμένως. Το κράτος επιβιώνει εις πείσμα του λαού του, η χώρα είναι τελικώς νεωτερική εις πείσμα της κοινωνίας της και εμείς είμαστε εδώ επειδή έχουμε αυτήν την εξαγνιστική ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται τα πάντα. Επειδή χρησιμοποιώ τον όρο ελαφρότητα, ας σημειώσω ότι ο Κούντερα πήρε ξανά την τσεχική υπηκοότητα χθες, κάτι που ίσως δεν είναι τυχαίο.

Αυτά τα φαινόμενα πιστεύω ότι μας οδηγούν και σε αυτήν την σύγκρουση τώρα, την νέου τύπου σύγκρουση για τον κρατισμό και τον αντικρατισμό, σε εύκολα σχήματα για το τι συμβαίνει ακριβώς με τη δημόσια διοίκηση, την ελληνική δικαιοσύνη, την ελληνική πολυνομία, την ελληνική μιζέρια. Δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη διεθνή συζήτηση, δεν ξέρουμε τα συγκριτικά δεδομένα ή τα ξέρουμε επιστημονικά αλλά δεν μπορούμε να τα ενσωματώσουμε στον κοινωνικό και πολιτικό διάλογο, γιατί, σε πάρα πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τουλάχιστον που είναι το στενότερο περιβάλλον μας, διεξάγεται η ίδια ακριβώς συζήτηση για τα ίδια ακριβώς θέματα. Και βεβαίως, αυτά όλα δεν μας επιτρέπουν να θέσουμε το δάχτυλο εις τον τύπον των ήλων, δηλαδή να πούμε ότι εδώ τα βαθύτερα αιτία των   προβλημάτων δεν εντοπίζονται ούτε στο διοικητικό σύστημα, ούτε στο πολιτικό σύστημα, αλλά εντοπίζονται πρωτίστως, στην κοινωνία των πολιτών και υπάρχει μια δυσκολία συνεννόησης με την κοινωνία των πολιτών. Σε οτιδήποτε μπορείτε να φανταστείτε, στον τρόπο που λειτουργεί η Δικαιοσύνη, στο αν θα εισαχθούν εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης διαφορών, όπως η διαμεσολάβηση, στο πώς θα λειτουργήσει η φορολογική διοίκηση, στο αν αποδεχόμαστε τις διαδικασίες ας το πούμε, τις ενδικοφανείς ώστε να αποφεύγουμε βαρύτερες διαδικασίες, στα πάντα. Και αυτό, ενώ εμφανίζεται με διπλές, ας πούμε, μορφές αντικρατισμού, που είπε ο Παναγής Παναγιώτοπουλος πολύ ωραία προηγουμένως ότι έχουμε τον φιλελεύθερο αντικρατισμό και τον αριστερό αντικρατισμό. Όχι, πιστεύω ότι δεν υπάρχει κανένας από τους δυο αντικρατισμούς αυτούς. Ο ένας αντικρατισμός ο φιλελεύθερος είναι, στην πραγματικότητα, η περιγραφή ενός κράτους πολιτικής ορθότητας και ο άλλος αντικρατισμός ο αριστερός είναι η διεκδίκηση του κράτους ως εργαλείου στα χέρια άλλων υποκειμένων. Όταν το αποκτούν και το θέτουν υπό έλεγχο, το διαχειρίζονται με απόλυτη άνεση, θα έλεγα με απόλαυση. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανένα στοιχείο αντικρατισμού πουθενά, είναι και αυτό, νομίζω μια από τις μαγικές εικόνες που παράγει η ελληνική κοινωνία, η οποία είναι η ίδια μια μαγική εικόνα και έτσι έχει επιβιώσει. Έχει επιβιώσει επειδή την κινείς λίγο και την βλέπεις με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους.

Λοιπόν, το γεγονός ότι ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος με έναν ευσύνοπτο δοκιμιακό, γλαφυρό λόγο, κατάφερε να τα θέσει όλα αυτά τα θέματα και να προκαλέσει τη συζήτηση αυτή, τους προβληματισμούς, τους συνειρμούς και να σας κρατήσει εδώ να τιμήσετε την έκδοση του βιβλίου του από την «Εστία» με την ποιότητα την εκδοτική που έχει η «Εστία» και να τροφοδοτήσει και τον στοχαστικό πανηγυρισμό των 200 ετών, νομίζω ότι είναι μια πολύ μεγάλη επιτυχία για την οποία οφείλουμε να τον συγχαρούμε. -

 

 

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019Παρουσιάσεις Βιβλίων