Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου Κώστα Κωστή «Ο Πλούτος της Ελλάδας», εκδ. ΠΑΤΑΚΗ 

 

Ευχαριστώ και εγώ για την πρόσκληση, τον αγαπητό Κώστα Κωστή, φυσικά τις εκδόσεις Πατάκη, την Άννα Πατάκη, τον φιλόξενο αυτό χώρο και εσάς που έχετε την υπομονή να μας ακούτε.

Είχα το πλεονέκτημα πριν από λίγες μέρες να παρακολουθήσω τον Κώστα Κωστή στην ετήσια διάλεξη του ΕΛΙΑΜΕΠ, όπου παρουσίασε, όχι τη σύνοψη του βιβλίου, αλλά τις απόψεις του για το μέλλον της χώρας, απόψεις όμως βασισμένες στα ευρήματα της μακροχρόνιας έρευνάς του που σε πολύ μεγάλο βαθμό κωδικοποιούνται στο βιβλίο αυτό. Άρα, νομίζω ότι έχω αντιληφθεί εξ αυτής της συμπτώσεως τι ακριβώς συμβαίνει με το βιβλίο αυτό, ποιο είναι το θεμελιώδες «τέχνασμα» του βιβλίου.

Πιστεύω ότι υπάρχει ένα βιβλίο το οποίο έχει γραφτεί ως προϊόν πολυετούς διδασκαλίας και έρευνας, που είναι ένα απόσταγμα αυτών που έχει ερευνήσει και διδάξει ο Κώστας Κωστής, το οποίο λειτουργεί ως προϋπόθεση, αλλά και ως «πρόσχημα» σε μεγάλο βαθμό, προκειμένου να διατυπώσει με πολύ μεγάλο θάρρος και ευθύτητα την πολιτική του άποψη για το πού πορεύεται και πώς η χώρα, για το αν η χώρα έχει μέλλον, στην πραγματικότητα. Και το κήρυγμά του αυτό, η παρέμβασή του η πολιτική είναι μια παρέμβαση βαθιά απαισιόδοξη, η οποία νομίζω ότι πρέπει να ληφθεί πάρα πολύ σοβαρά υπόψιν από τους σχεδιαστές και εφαρμοστές της πολιτικής-μεταξύ των οποίων περιλαμβάνομαι και εγώ. Αυτό που λέει ο Κώστας Κωστής, εν τέλει και κατά βάθος, είναι ότι υπάρχουν τόσο μεγάλα και δύσχρηστα διαρθρωτικά προβλήματα που το μέλλον της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες προοιωνίζεται επισφαλές και επικίνδυνο. Και αυτό είναι το βασικό ζήτημα που ανοίγει το βιβλίο αυτό.

Έχω πολλές φορές αναρωτηθεί, ποιο είναι το ανώτερο στάδιο της ιστορικής αφήγησης; Το ανώτερο στάδιο της ιστορικής αφήγησης, θα μπορούσε να πει κανείς, ότι είναι η αυτοβιογραφία, δεν έχει φτάσει ακόμα εκεί ο Κώστας Κωστής. Το ανώτερο στάδιο της ιστορικής αφήγησης είναι η λογοτεχνία ή η φιλοσοφία της Ιστορίας ας πούμε, που υποκρύπτεται μέσα στην ιστορική αφήγηση και τεκμηριώνεται από αυτήν. Εδώ, μας λέει ο Κώστας Κωστής ότι το ανώτερο στάδιο της ιστορικής αφήγησης στο πεδίο της οικονομικής Ιστορίας είναι μια πολιτική παρέμβαση, μια πολιτική πρόταση, μετά από την εμπειρία των μνημονίων.

Για να το κάνει αυτό, παρουσιάζει στην πραγματικότητα ένα πανόραμα της ελληνικής οικονομικής Ιστορίας, μια περιοδολόγηση που από μόνη της και εξ αφετηρίας ως περιοδολόγηση, θέτει ένα πάρα πολύ μεγάλο ζήτημα. Έχουμε, λοιπόν, μια περιοδολόγηση της οικονομικής Ιστορίας της χώρας η οποία δεν συμπίπτει με την κρατούσα στην αντίληψη της κοινής γνώμης, δηλαδή στη συλλογική μνήμη, πολιτική περιοδολόγηση. Διότι όταν, για παράδειγμα, έχεις τον «μεγάλο μετασχηματισμό 1953 – 1973» έχεις μέσα τα πάντα, από το μετεμφυλιακό κράτος μέχρι τη δικτατορία και την παρένθεση της Ένωσης Κέντρου και την αποστασία, έχεις τα πάντα. Όταν έχεις την «παγκοσμιοποίηση 1974 – 2000» έχεις όλη την Ιστορία της μεταπολίτευσης με τις αντιφάσεις τις πολιτικές και πολλές επιμέρους περιόδους. Αυτό βεβαίως συμβαίνει και την περίοδο μετά το ευρώ και την περίοδο της κρίσης. Δεν μπορείς να πεις ότι έχεις μια πολιτικά ενιαία περίοδο από το 2010 έως το 2018, γιατί καταρχάς έχεις μια δευτερογενή κρίση το 2015, μια κρίση μέσα στη κρίση, μια κρίση πάνω στην κρίση καθώς θα μπορούσε να είναι τελείως διαφορετική εξέλιξη στην οικονομία αν ήταν τελείως διαφορετική η εξέλιξη στην πολιτική.

Αυτή η διαφορά ανάμεσα στην κρατούσα περιοδολόγηση, δηλαδή στο τι συνέβη, για παράδειγμα, με τον Εθνικό διχασμό, τι συνέβη με τη δίκη των έξι, τι συνέβη με την τελευταία κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου που έπεσε πάνω στο κράχ του 1929, και την προτεινόμενη περιοδολόγηση, αυτή η σύγκρουση των περιοδολογήσεων της πολιτικής και της οικονομικής Ιστορίας της χώρας, μου θυμίζει ένα σχήμα, το οποίο με απασχολεί πάρα πολύ και το αναφέρω κατά καιρούς. Όταν μου δίνεται η ευκαιρία να συζητώ με ιστορικούς, το έκανα και πρόσφατα, στο ίδιον αυτό χώρο με αφορμή ένα βιβλίο του Ευάνθη Χατζηβασιλείου.

 

Πιστεύω ότι, φαίνεται και από το βιβλίο του Κώστα Κωστή, πως η ελληνική Ιστορία, όχι μόνο του 20ου αιώνα και των αρχών του 21ου αλλά και του 19ου αιώνα, είναι μια σύγκρουση ολοκληρώσεων. Η εθνική ολοκλήρωση δηλαδή η συγκρότηση και η υπεράσπιση της επικράτειας και η διαμόρφωση και η αμφισβήτηση της κυριαρχίας, που ήταν μια κυριαρχία υπό αμφισβήτηση εξ αρχής, εκ γενετής, το κράτος γεννιέται ως προτεκτοράτο, συγκρούεται, πάλι εξ αρχής, με τη θεσμική ολοκλήρωση. Δηλαδή με την επίλυση του λεγομένου πολιτειακού, του προβλήματος της μορφής του πολιτεύματος, με το συνταγματικό ζήτημα, με την αναζήτηση ενός πραγματικού δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνηση, παρότι έχουμε πρώιμη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, πρώιμους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και πρώιμα πολιτικά δικαιώματα στην Ελλάδα. Ήδη από το 1844, στην πραγματικότητα πολύ πριν αυτά εισαχθούν σε προηγμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης στη συνέχεια. Και βέβαια έχουμε και την τρίτη ολοκλήρωση, η οποία πέφτει θύμα αυτής της σύγκρουσης, την οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση, την ολοκλήρωση ενός αναπτυξιακού μοντέλου, δηλαδή την ίδια την παραγωγική συγκρότηση σε ένα κράτος το οποίο γεννιέται υπερχρεωμένο, με τα δάνεια της ανεξαρτησίας, τα οποία είναι ταυτόχρονα και η χρηματοοικονομική απόδειξη της κυριαρχίας ενός κράτους που ακόμη δεν   υπάρχει, υπάρχει ένα επαναστατημένο Έθνος. Οι αγορές αναγνωρίζουν το υπό συγκρότηση νέο Ελληνικό Κράτος πριν αυτό αναγνωριστεί από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Με τεράστιο κόστος λόγω των καταπλεονεκτικών όρων του δανεισμού, αλλά ως πολιτική πράξη, αυτό το sovereign debt του ελληνικού κράτους είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της κυριαρχίας του και άρα η αποβολή από τις αγορές τόσες δεκαετίες αργότερα με την κρίση, το 2010, είναι η πιο μεγάλη αμφισβήτηση της κυριαρχίας. Διότι εκτός αγορών δεν έχεις τη δυνατότητα να αυξάνεις έστω, να διογκώνεις το χρέος σου το οποίο όμως είναι «κυρίαρχο χρέος» .

Αυτές οι τρεις ολοκληρώσεις συγκρούονται διαρκώς και κανιβαλεύουν η μια την άλλη. Συνήθως η εθνική ολοκλήρωση λόγω των πολέμων ή λόγω των αμφισβητήσεων της κυριαρχίας όπως είναι η κατοχή, ο εμφύλιος, είναι αυτή η ολοκλήρωση η οποία υποτάσσει τις άλλες και τη θεσμική και την οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση. Διευκρινίσω ότι όταν μιλάμε για κοινωνική ολοκλήρωση αναφερόμαστε και σε όλο αυτό που λέγεται εκσυγχρονισμός, εξαστισμός, έχει άμεση σχέση με την αντίληψη για την ανταγωνιστικότητα που έχει η ελληνική κοινωνία. Γιατί όλα τα προβλήματα βρίσκονται μέσα στις νοοτροπίες και τις προσλήψεις της ελληνικής κοινωνίας. Εξ αρχής και σε όλη την περίοδο που παρουσιάζει ο Κώστας Κωστής, το κοινό πρόβλημα, ο κοινός παρονομαστής είναι ο τρόπος με τον οποίον αντιδρά η κοινωνία. Η κακή πρόγνωσή του για το μέλλον της χώρας βασίζεται πρωτίστως στην κόπωση και τον φόβο της κοινωνίας, δηλαδή στην ανύπαρκτη βούληση της κοινωνίας να ανταγωνιστεί, να επιβιώσει, να ανακάμψει. Αυτό είναι το μεγάλο θέμα το οποίο, στην πραγματικότητα, τίθεται.

Τώρα, αυτό που πρέπει να μας κάνει ιδιαίτερα καχύποπτους για τα σύγχρονα και επίκαιρα προβλήματα και που νομίζω ότι το προσφέρει ανάγλυφα η ανάλυση του Κώστα Κωστή, είναι η διαφορά της τελευταίας κρίσης, της κρίσης που οδήγησε στα μνημόνια που είναι η κρίση στην πραγματικότητα του μοντέλου της μεταπολίτευσης, αλλά κυρίως η κρίση στη διαχείριση της ένταξης στην ΟΝΕ μετά το 2004, ιδίως την περίοδο 2004 – 2009. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι οι προηγούμενες κρίσεις έχουν τη μορφή καταστροφής στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας, διότι ο πόλεμος καταστρέφει υποδομές, καταστρέφει κεφάλαια, καταστρέφει πάγια στοιχεία, καταστρέφει το ανθρώπινο δυναμικό, καταστρέφει γενιές, καταστρέφει τα σπαρτά, το φυτικό και ζωικό κεφάλαιο.

Η κρίση η τελευταία είναι μια κρίση στη χρηματοοικονομική σφαίρα και αυτό προσδιορίζει σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό και τον τρόπο με τον οποίο έγινε η εξωτερική παρέμβαση, δηλαδή χρησιμοποιήθηκαν κεφάλαια – δάνεια ή κεφάλαια αναπτυξιακής βοήθειας από το εξωτερικό.

Είναι τελείως διαφορετικό να έχεις το σχέδιο Μάρσαλ την περίοδο του ριζικού μετασχηματισμού, τη δεκαετία του ’50 και του ’60. Είναι διαφορετικό να έχεις τις δοσοληψίες μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ελλάδος μέχρι το 2010 και να είσαι μία χώρα καθαρός λήπτης σε σχέση με τις χώρες που είναι καθαροί πληρωτές. Παρότι πολλοί Έλληνες πιστεύουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι άλλες χώρες - μέλη έχουν ωφεληθεί από τη συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υπάρχει ένα ισοζύγιο δοσοληψιών μεταξύ Ελλάδος και Ευρωπαϊκής Ένωσης θετικό για την Ελλάδα. Είναι όμως διαφορετικό να έχεις το ΕΣΠΑ, τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης, τα μεσογειακά ολοκληρωμένα προγράμματα και διαφορετικό να έχεις την κολοσσιαία και ογκώδη χρηματοοικονομική βοήθεια των μνημονίων η οποία αφορά πρωτίστως τη χρηματοοικονομική σφαίρα. Διότι ένα ποσό 340 δισ. ευρώ δεν έχει δοθεί πουθενά και ποτέ σε καμία χώρα. Δεν έχει δοθεί ποτέ και πουθενά και κυρίως δεν έχει δοθεί διαχρονικά, ιστορικά στην Ελλάδα. Δόθηκε όμως τώρα μέσα σε ένα διάστημα σχεδόν 8 ετών. Γιατί δόθηκε αυτό; Δόθηκε για να σωθούν οι τράπεζες; Δόθηκε για να σωθούν τα δημοσιονομικά του κράτους απλώς; Ποιες τράπεζες να σωθούν; Οι τράπεζες οι οποίες έχουν κεφαλαιοποιήσει τώρα 4 δισ. και οι οποίες χρειάζονται κεφαλαιακή ενίσχυση της τάξεως του 1 εκατ, 900 εκατ, 500 εκατ; Αυτά είναι τα μέτρα τα οποία προκύπτουν από τα διεξαχθέντα stress test και από την προοπτική των επόμενων stress test. Αυτά όλα είναι μια αναδρομική ενίσχυση των ιστορικών ασυνεπειών της πραγματικής οικονομίας. Ακόμη και στον τομέα των τραπεζών εντοπίζει ο Κώστας Κωστής, με εντυπωσιακό τρόπο, μία πολύ σημαντική ομοιότητα ανάμεσα στην καθήλωση σήμερα του τραπεζικού συστήματος ελλείψει εθνικής αποταμίευσης - γιατί αυτό είναι το πρόβλημα, δεν μπορούν οι τράπεζες να κάνουν τη δουλειά τους, αν δεν έχεις εθνική αποταμίευση δεν έχεις καταθέσεις, αν δεν έχεις καταθέσεις, δεν χορηγείς δάνεια, δεν δουλεύει το τραπεζικό σύστημα - και αυτό που είχε συμβεί το 1950. Το 1950, οι τράπεζες λόγω ελλείμματος στην εθνική αποταμίευση, είχαν καταθέσεις που ισούντο με το 1/10 των καταθέσεων του 1938.  

 

Άρα τι έχει συμβεί, γιατί εμείς έχουμε αυτή τη δυσκολία τώρα; Γιατί δεν μπορούμε να μπούμε σε μια τροχιά ανάκαμψης και γιατί είμαστε εγκλωβισμένοι σε αυτό που έχω πει «στασιμοχρεωκοπία»; Γιατί αναρωτιόμαστε αν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη μη χρηματοδοτουμένη, που υπάρχουν παγκοσμίως μοντέλα μη χρηματοδοτούμενης ανάπτυξης; Γιατί έχουμε αυτή την πολύ κακή πρόβλεψη των μελετών βιωσιμότητας του χρέους, αλλά και του πλαισίου μέσα από το οποίο κινείται η μεταμνημονιακή Ελλάδα μετά τον Αύγουστο του 2018; Γιατί η πρόγνωση των διεθνών οργανισμών είναι ότι ο μέσος πραγματικός ρυθμός ανάπτυξης θα είναι 1% περίπου στην Ελλάδα από τώρα ως το 2060; Όταν είχαμε στην περίοδο του «μεγάλου μετασχηματισμού 1953-1973», μέσο ετήσιο πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης 6,7 % του ΑΕΠ. Και όταν την περίοδο της κυβέρνησης Κώστα Σημίτη η χώρα είχε για σειρά ετών πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο μάλιστα ως διαρθρωτικό πρωτογενές πλεόνασμα ήταν από τα πιο εντυπωσιακά διεθνώς.

 

Τι γίνεται λοιπόν μια χώρα η οποία έχει πετύχει τέτοιους ρυθμούς ανάπτυξης και τέτοιες επιδόσεις στο πρωτογενές πλεόνασμα χωρίς να πιέζεται διεθνώς και πώς μπορούμε όλα αυτά να τα μετατρέψουμε σε ένα σχήμα οικονομικής, πολιτικής, εθνικής συναίνεσης, εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης; Αυτό είναι το μεγάλο θέμα. Η πρόγνωση είναι δημογραφικά κακή και από εκεί ξεκινάνε όλα. Η δημογραφική έκπτωση της χώρας επιβάλλει στους διεθνείς οργανισμούς, λόγω της εξέλιξης των χρονοσειρών, να κάνουν τόσο κακή πρόβλεψη για την μέση ετήσια πραγματική ανάπτυξη μέχρι το 2060. Πώς το ανατρέπεις αυτό; Το ανατρέπεις με τις ξένες επενδύσεις; Λοιπόν οι άμεσες ξένες επενδύσεις την περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ είναι μεγαλύτερες απ΄ ότι ήταν την περίοδο πριν την κρίση. Διότι έτσι μπορεί να έτυχε. Και τι να το κάνεις αυτό; Όταν η χώρα έχει χάσει επί δέκα χρόνια 20 δισ. το χρόνο από τη συνήθη οικοδομική δραστηριότητα και έχεις ένα αναπτυξιακό κενό μόνο από αυτό 200 δις, αυτό δεν το ανατρέπεις τώρα με διάφορες -ας το πούμε- ευχές του τύπου να αυξήσουμε τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Πώς θα τις αυξήσουμε; Πότε; Ή να κάνουμε το πακέτο Γιουνκέρ 2 ή το πακέτο Τίμερμανς 3. Διότι κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων διάσωσης της ελληνικής οικονομίας των τόσων γιγαντιαίων, των 340 δισ., λειτουργούσαν τα προγράμματα στήριξης της πραγματικής οικονομίας, το ΕΣΠΑ κοκ.

 

Ποιος θα έρθει για ξένες επενδύσεις όταν έχεις υψηλό country risk. Απαιτούνται πολιτικές προϋποθέσεις. Άρα το βασικό είναι να αλλάξουμε τις πολιτικές προϋποθέσεις και αλλάζουν οι πολιτικές προϋποθέσεις, αλλά δεν αρκεί αυτό. Θέλει μια κινητοποίηση άλλου τύπου. Η κοινωνία λοιπόν δεν έχει τη διάθεση να μπει στην συζήτηση αυτή. Η διαφορά κατά τη γνώμη μου η σημαντική έχει να κάνει με την αξία της εργασίας.

Στις προηγούμενες κρίσεις που αφορούσαν το πεδίο της πραγματικής οικονομίας μέσα από την εργασία αναπτύχθηκε και ο συντελεστής κεφάλαιο και προσεκλήθη και έγινε αυτή η μίξη η αναπτυξιακή, η οποία έπρεπε να γίνει. Γιατί ο καθένας προσπαθούσε να επιβιώσει, να κάνει μια αποταμίευση, να λειτουργήσει έστω εξωτραπεζικά, χωρίς στεγαστικά δάνεια, έστω με συναλλαγματικές. Τώρα δεν υπάρχει αυτή η πίστη στην αξία της εργασίας και προσπαθούμε να βρούμε λύσεις οι οποίες είναι όλες λύσεις χρηματοοικονομικών σχημάτων. Αν θέλεις να βρεις τη λύση έτσι, πρέπει να ακολουθήσεις έναν συγκεκριμένο ειρμό, ο οποίος υπαγορεύεται από τις κλειδωμένες ανισότητες στο εσωτερικό της Ευρωζώνης. Δεν μπορείς να υπερβείς τις ανισότητες αυτές. Αλλιώς πρέπει να κάνεις μια διαφορετική προσέγγιση την οποία ελπίζω να συζητήσουμε καθοδόν προς τις εκλογές και προς ένα νέο σχέδιο ανασυγκρότησης.

 

Τώρα θα μου επιτρέψετε, μετά από όλα αυτά τα υπέροχα που έχει πει ο Κώστας Κωστής τα οποία προσπάθησα και εγώ να αναδείξω, να σας πω ότι υπάρχει και μια προσωπική αναφορά σε μένα στο βιβλίο. Αναφέρεται το όνομά μου ως πρωταγωνιστή, μάλλον ως μικρού υποκειμένου της οικονομικής Ιστορίας στη σελ.587. Είδα λοιπόν στο index ότι υπάρχει μία αναφορά σε μένα, υπάρχουν 47 αναφορές στον Ελευθέριο Βενιζέλο και 2 αναφορές στον Σοφοκλή Βενιζέλο. Σκέφτηκα ότι αυτό είναι πολύ κολακευτικό γιατί έτσι θα έχω ίσως το 2% των αναφορών στον Ελευθέριο Βενιζέλο σε μάκρος χρόνου. Θα κλείσω μ’ αυτό.

Στην σελίδα λοιπόν αυτή, σελίδα 587, προσφέρει εδώ ο Κώστας ένα παράθυρο, μια οπή για να δει κανείς τι γίνεται με την ιστορία των μνημονίων σε συνδυασμό με την τελευταία, την προχθεσινή έκθεση του ΔΝΤ, στην οποία γίνεται συνολικός αναστοχασμός των προγραμμάτων διάσωσης της τελευταίας δεκαετίας. Μιλάμε για τους πολλαπλασιαστές, για τα λάθη, για όλα αυτά τα οποία τα έχουμε ξαναζήσει. Εχω κληθεί να συζητήσω και με το ανεξάρτητο γραφείο αξιολόγησης του IMF και με τον historian, τον ιστορικό του IMF και με τον ανεξάρτητο αξιολογητή του ESM, με τους πάντες. Λέει λοιπόν ο Κώστας Κωστής , έτσι με μνημονεύει, ότι το 2011 και ο Ευάγγελος Βενιζέλος επιχείρησε να θέσει το ζήτημα της μεγαλύτερης ύφεσης που έχει προκληθεί σε σχέση με την προϋπολογισθείσα από την έως τότε ατελή εφαρμογή του Πρώτου Προγράμματος, συγκρούστηκε με την Τρόικα, αλλά τελικά δεν κατάφερε αυτό που ήθελε. Είναι μία ιστορία η οποία έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί έρχεται το IMF τώρα και λέει, «ναι προκαλέσαμε πολύ μεγαλύτερη ύφεση γιατί δεν είχαμε υπολογίσει σωστά τι επιπτώσεις θα έχουν τα δημοσιονομικά μέτρα λιτότητας , όχι μόνο στην ύφεση αλλά και στην ανεργία» . Δηλαδή, δεν καταλάβαμε λέει το IMF, ο μέγας εμπειρογνώμων που κλήθηκε από τις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης λόγω της διαπιστωμένης ανεπάρκειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προβλέψει και να ανακόψει την κρίση, λέει λοιπόν ο εμπειρογνώμων, ο οποίος δεν είχε καμία επαφή με το ιδιαίτερο φαινόμενο μίας νομισματικής ζώνης, όπως είναι η Ευρωζώνη, ότι βεβαίως δεν καταλάβαμε τι επίπτωση έχει μία μονάδα δημοσιονομικών μέτρων στο ΑΕΠ και στην ανεργία. Διότι, μπορεί μία μονάδα μέτρων, δημοσιονομικών επιβαρύνσεων, τελικά δηλαδή φορολογικών επβαρύνσεωβ ή μείωσης των εισοδημάτων μέσω μείωσης μισθών και συντάξεων, να οδηγεί σε δύο μονάδες ύφεσης και να οδηγεί μετά και σε τρεις μονάδες ανεργίας. Και να εκτροχιαστεί το πρόγραμμα λόγω κακής πρόγνωσης στην αφετηρία. Το Πρώτο Πρόγραμμα είχε μικρότερη χρηματοδότηση και μικρότερη διάρκεια από αυτήν που έπρεπε, ήταν υπερβολικά φιλόδοξο και είχε μία δομική ανεπάρκεια, δεν προέβλεπε παρέμβαση στο χρέος.

 

Η σύγκρουση λοιπόν αυτή πράγματι έγινε την 1η Σεπτεμβρίου 2011, γιατί είπα στα υπηρεσιακά στελέχη της Τρόικας, πρώτον, ότι κοιτάξτε έχετε δει ποια είναι τα αποτελέσματα της παρέμβασης σε σχέση με την πρόγνωσή σας; Και με τους πίνακες τους δημοσιονομικούς και μακροοικονομικούς, που συνοδεύουν το μνημόνιο; Και, δεύτερον, πώς εγώ το Σεπτέμβριο του 2011, καλούμαι να πάρω νέα δημοσιονομικά μέτρα, όταν ήδη από τις 21 Ιουλίου του 2011 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, έχει κηρύξει νεκρό το Πρώτο Πρόγραμμα και έχει αποφασίσει ένα Δεύτερο Πρόγραμμα, το οποίο βασίζεται σε δραστική παρέμβαση στο χρέος, και χωρίς να έχω Δεύτερο Πρόγραμμα, χωρίς να έχω τη δραστική παρέμβαση στο χρέος, χωρίς να ξέρω το ύψος του προγράμματος, τους όρους δανεισμού, το ύψος του κόστους εξυπηρέτησης του Δημοσίου Χρέους, υποχρεώνομαι τώρα να κάνω έναν προϋπολογισμό και ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, το οποίο βασίζεται στη δυναμική και τη λογική του Πρώτου Προγράμματος; Μπορώ αυτό να το κάνω; Δεν μπορώ. Μπορείτε εσείς να συζητήσετε αυτά που θέλω να συζητήσω; Όχι. Άρα θα τα συζητήσω με αυτούς που μπορούν. Τα συζητήσαμε με αυτούς που μπορούν; Βεβαίως τα συζητήσαμε. Η συζήτηση διεξήχθη στη συνέχεια με τον Γερμανό Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος καθοδηγούσε το Eurogroup, με τον πρόεδρο του Eurogroup, δηλαδή Σόϊμπλε, Γιούνκερ και με τον αρμόδιο επίτροπο Ρέν, όχι τους υπαλλήλους των υπηρεσιών του. Έτσι προέκυψε η συνάντηση στα υπόγεια του ξενοδοχείου Monopol στο Βρότσλαβ, για το αν εμείς θέλουμε να βγούμε από το ευρώ ή θέλουμε να συνεχίσουμε υπό όρους και προϋποθέσεις, έτσι πήγαμε στο τεράστιο Δεύτερο Πρόγραμμα, το οποίο αποφασίστηκε σχεδόν πλήρως στις 26 Οκτωβρίου του 2011. Ανεκόπη η προσπάθεια αυτή λόγω της εξαγγελίας του δημοψηφίσματος, αλλά μετά από τις Κάννες συνεχίσαμε, διαπραγματευόμενοι και το πρόγραμμα και την παρέμβαση στο χρέος ταυτοχρόνως. Και φτάσαμε στις 21 Φεβρουαρίου του 2012 να πάρουμε μία πρώτη μεγάλη δόση 75 δισ. ευρώ, - ποτέ δεν έχει πάρει η Ελλάδα μία εφάπαξ δόση 75 δισ.- και να οργανώσουμε την παρέμβαση στο χρέος και βεβαίως, να πάρουμε ένα δάνειο, το δεύτερο, επί του οποίου οικοδομούνται όλες οι μεταγενέστερες αφέσεις χρέους. Καμία άφεση χρέους δεν θεμελιώνεται στο Τρίτο Πρόγραμμα, στο πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Όλες οι αφέσεις, θεμελιώνονται στη δυναμική του Δευτέρου Προγράμματος και εν μέρη στη βελτίωση των επιτοκιακών όρων του Πρώτου Προγράμματος, του GLF, που είχε μια ιδιορρυθμία, ούτως ή άλλως και νομική και χρηματοοικονομική.

Έτσι γράφεται η ιστορία. Και επειδή άκουσα και τον Τάσο Γιαννίτση προηγουμένως και τον Πάνο Τσακλόγλου, που έλεγαν για τις τράπεζες, απλώς κάποια στιγμή να σκεφτούμε, τι σημασία είχε το γεγονός, ότι μέσω της παρέμβασης στο χρέος και στην πραγματικότητα της αλλαγής των όρων μετοχικού ελέγχου των τραπεζών, πηγαίνουμε τώρα στην παρέμβαση στο ιδιωτικό χρέος. Η παρέμβαση στο ιδιωτικό χρέος που είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας, τη διαχείριση των κόκκινων δανείων, της μη εξυπηρετούμενης έκθεσης, γιατί γίνεται; Γιατί μπορεί και γίνεται; Μπορεί και γίνεται, γιατί έχει γίνει η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, με τους όρους με τους οποίους έχει διαρθρωθεί η ιδιοκτησία των τραπεζών μέσω της ανακεφαλαιοποίησης, άρα η παρέμβαση στο δημόσιο χρέος είναι αυτή που μας επιτρέπει να κάνουμε τώρα την παρέμβαση στο ιδιωτικό χρέος. Έτσι για να έχουμε μία ένδειξη του πώς έχουμε οδηγηθεί σε όλα αυτά και τι πρέπει να γίνει στο μέλλον, παρότι βέβαια θα θέλαμε ώρες και κείμενα πολλά για να βρούμε μία απάντηση στα ερωτήματα που έχει θέσει ο Κώστας Κωστής.

Το γεγονός όμως, ότι τα θέτει όλα αυτά μέσα στο πανόραμα της ελληνικής οικονομικής Ιστορίας και στα συμφραζόμενα της ευρωπαϊκής και της διεθνούς οικονομικής Ιστορίας, είναι κατά τη γνώμη μου ένα πάρα πολύ μεγάλο επίτευγμα. Σας ευχαριστώ πολύ.-

 

*Video της παρουσίασης: https://www.facebook.com/public.gr/videos/2038665556440689/?comment_id=2038852136422031&comment_tracking=%7B%22tn%22%3A%22R%22%7D