Παρασκευή 5 Απριλίου 2019

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση με την ευκαιρία της έκδοσης των επτά πρώτων τομιδίων του έργου του Θ. Διαμαντόπουλου, «10 και μια δεκαετίες πολιτικών διαιρέσεων: Οι διαιρετικές τομές στην Ελλάδα την περίοδο 1910-2017», εκδ. ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ (4.4.2019)

 

Θα μιλήσουμε τώρα για τον ιστορικό χρόνο.

Εδώ μετράμε με βάση το υπόδειγμα του Θανάση Διαμαντόπουλου από αιώνα κι πάνω. Διότι όλες οι δεκαετίες αυτές είναι ο 20ος αιώνας και το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, και πίσω από αυτά, κρύβεται το πολύ μεγάλο ιστορικό βάρος του 19ου αιώνα, που τον έχουμε ξεχάσει στην μέχρι τώρα συζήτησή μας.

Αρχίζω λοιπόν κι εγώ από τον Θανάση Διαμαντόπουλο. Δεν είναι εύκολο να βρεις μια τέτοια σύνθετη προσωπικότητα όπως ο Θανάσης, ένας ολοκληρωμένος, ώριμος βεβαίως, καταξιωμένος πολιτικός επιστήμονας, με στέρεη νομική παιδεία, με μεγάλη ευρύτητα γνώσεων, με μια πανοπτική ικανότητα, που ασχολείται και με την Ιστορία. Γνωρίζει πάρα πολύ καλά την ιστορία των γεγονότων και είναι σε θέση να συνθέσει την ιστορία των καταστάσεων, να ξεφύγει από τη γεγονοτολογική προσέγγιση και να μας παρουσιάσει μια μεγάλη σύνθεση.

Διάλεξε ως μονάδα μέτρησης του ιστορικού χρόνου τη δεκαετία που είναι μια συμβατική διαίρεση και βεβαίως επέλεξε ένα σχήμα, το οποίο δεν είναι απλά και μόνο αφηγηματικά λειτουργικό, αλλά είναι και ουσιαστικό που είναι οι μεγάλες τομές, οι διχασμοί, οι διαιρέσεις. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τις συγκρούσεις που τροφοδοτούν την εξέλιξη της Ιστορίας και το θέμα είναι αν αυτό σχηματίζει κόκκινα νήματα τα οποία διαπερνούν όλη την ελληνική ιστορία, όχι μόνο την πολιτική αλλά την καθολική Ιστορία. Αυτό που έκανε ο Θανάσης και που ελπίζω να το συνεχίσει με τη βοήθεια του Πέτρου Παπασαραντόπουλου και του «Επίκεντρου», είναι η συστηματική, επιστημονική, αλλά απευθυνόμενη στο ευρύ κοινό, προπαρασκευή του διανοητικού εορτασμού της επετείου των 200 ετών από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης, της Επανάστασης της Ανεξαρτησίας. Γιατί τα 200 χρόνια που θα γιορτάσουμε το 2021, δηλαδή πολύ σύντομα, είναι μια ευκαιρία αναστοχασμού και επαναξιολόγησης της Εθνικής μας ταυτότητας, στην πραγματικότητα μια ευκαιρία ανασυγκρότησης της εθνικής μας αυτοσυνειδησίας υπό συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες. Απεδείχθη τα τελευταία 10 δύσκολα χρόνια, όχι μόνο στην Ελλάδα, στην Ευρώπη συνολικά, σχεδόν σε όλες τις χώρες, σε όλες τις κοινωνίες, ότι τίποτα δεν είναι οριστικό, ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο, δεν υπάρχει κανένα τέλος της ιστορίας, όλα μπορούν να τεθούν επί τάπητος, να αμφισβητηθούν και μπορεί να έχουμε πολύ σημαντικές οπισθοχωρήσεις.

Το ερώτημα, λοιπόν στην πραγματικότητα, είναι εάν τώρα, λίγο πριν τον εορτασμό των 200 ετών από την Επανάσταση και μετά από 10 χρόνια δύσκολων οικονομικών μέτρων και σημαντικών αλλαγών στις πολιτικές και κοινωνικές αντιλήψεις και στην κοινωνική διαστρωμάτωση, είμαστε ικανοί να ξεπεράσουμε τα αταβιστικά φαινόμενα στην ελληνική κοινωνία, στο ελληνικό πολιτικό σύστημα και στο ελληνικό κράτος. Αν το έθνος είναι ένας οργανισμός, ο οργανισμός αυτός εμφανίζει αυτόν τον πολύ περίεργο αταβισμό. Υπάρχουν ορισμένα γενετικά χαρακτηριστικά που επανέρχονται από γενιά σε γενιά. Άρα πρέπει να δούμε αν αυτό μπορούμε να το ξεπεράσουμε ή πώς μπορούμε να το οργανώσουμε ώστε να αποφύγουμε μείζονες κρίσεις.

Η προσέγγισή μας, συνεπώς, είναι εκ των πραγμάτων πολυεπίπεδη γιατί, ούτως ή άλλως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια χώρα η οποία δεν αποκλίνει σε πολύ σημαντικό βαθμό από το ευρωπαϊκό πρότυπο, αλλά γεννήθηκε με ένα γενετικό τραύμα. Γεννήθηκε, ενώ η Επανάσταση ηττήθηκε στρατιωτικά, ως προτεκτοράτο, αλλά με έναν εθνικό μύθο που την έκανε να πιστεύει πάντα ότι είναι μια κυρίαρχη χώρα. Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στην υπερήφανα και ένδοξα κατακτηθείσα κυριαρχία, δηλαδή ανεξαρτησία, και τον ρεαλισμό του συσχετισμού των δυνάμεων σε όλα τα επίπεδα, έρχεται και επανέρχεται και είναι στην πραγματικότητα το μεγάλο πρόβλημα, γενετικό πρόβλημα της χώρας που ποτέ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει ούτε κοινωνικά ούτε εθνικά, ιδεολογικά, αξιακά. Και γιαυτό προσπάθησε να βρει παρακαμπτηρίους οδούς. Γιαυτό οργανώθηκε η Ελλάδα ως κράτος, ως κοινωνία, ως οικονομία πάντα σε δυο επίπεδα: ένα επίπεδο άτυπο και ένα επίπεδο τυπικό. Πάντα υπήρχε το κράτος και ένα είδος παρακράτους, πάντα υπήρχε η οικονομία και η παραοικονομία, πάντα υπήρχε το Σύνταγμα με την έννοια της έννομης τάξης του κειμένου και έντονα παρασυνταγματικά φαινόμενα, είτε λόγω του δικαίου της ανάγκης είτε λόγω ωμών παραβάσεων που έπαιρναν τον χαρακτήρα της συνταγματικής πραγματικότητας, πάντως υπήρχε αυτό το δεύτερο επίπεδο το οποίο το έχουμε ζήσει υπό διάφορες εκδοχές, από το 19ο αιώνα μέχρι πολύ πρόσφατα, λίγο πριν την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου.

Γι αυτό κινούμαστε πάντα ως χώρα σε δυο επίπεδα ιστορικού χρόνου, στο επίπεδο της επιφάνειας, που είναι το επίπεδο της συγκυρίας αλλά και το επίπεδο του βολονταρισμού του κοινωνικού και του πολιτικού και σε ένα επίπεδο βάθους όπου η κίνηση είναι πιο αργή, πιο σταθερή. Αλλά τα δυο επίπεδα δεν συγχρονίζονται εύκολα, και όταν το πρώτο που προχωράει ταχύτερα προσκρούει σε προβλήματα και αναγκάζεται να σταματήσει προκειμένου να ευθυγραμμιστεί και να συγχρονιστεί με το επίπεδο των εξελίξεων εν τω βάθη, δημιουργούνται πολύ σοβαρά προβλήματα. Υπάρχει μια επιπολαιότητα στις εξελίξεις η οποία δημιουργεί ένα πρόβλημα αντίληψης του χρόνου. Ο χρόνος κινείται στα δυο επίπεδα με διαφορετικό τρόπο.

Με έχει απασχολήσει πολύ αυτή η προσπάθεια του Θανάση Διαμαντόπουλου να συνθέσει όλον τον 20ο και την αρχή του 21ου αιώνα με αυτόν τον τρόπο και προσπάθησα και άλλη φορά να παρουσιάσω μια υπόθεση για το σχήμα το ερμηνευτικό που θα μπορούσε να καλύψει όλη την ανάλυση. Είπα, λοιπόν πέρσι σε μια αντίστοιχη συζήτηση, στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή πάλι το βιβλίο του, ότι επειδή οι συγκρούσεις που παράγονται, τα δίπολα που παράγονται στην ελληνική ιστορία είναι εντυπωσιακά πολλά, πρέπει να δούμε αν αυτά με κάποιο τρόπο μπορούν να συνδεθούν, με έναν πιο κατανοητό τρόπο.

Φανταστείτε τώρα πόσα δίπολα έχουμε. Από πού να ξεκινήσουμε; Μοραΐτες – Ρουμελιώτες, στρατιωτικοί – πολιτικοί, η απελευθερωμένη επίσημη κρατική επικράτεια και οι παροικίες, οι αυτόχθονες και οι ετερόχθονες, οι εκσυγχρονιστές και οι παραδοσιοκράτες, η καθαρεύουσα και η δημοτική, η παλιά Ελλάδα και οι νέες χώρες, η αυτοκεφαλία και το Πατριαρχείο, οι ντόπιοι και οι πρόσφυγες, οι βασιλικοί και οι Βενιζελικοί, το κράτος των Αθηνών και το κράτος της Θεσσαλονίκης, η αντίσταση και ο δοσιλογισμός, το ΕΑΜ και οι άλλες αντιστασιακές οργανώσεις,κυρίως ο ΕΔΕΣ . Η νομιμότητα ,ο Εθνικός Στρατός ο δυτικός προσανατολισμός σε εμφύλια πολεμική αντίθεση με τον Δημοκρατικό Στρατό, το ΚΚΕ και την αμφισβήτηση του δυτικού προσανατολισμού της χώρας. Οι νικητές και οι ηττημένοι του εμφυλίου πολέμου. Η σύγκρουση ανάμεσα στο κράτος της δεξιάς και τον ανένδοτο , η δικτατορία των συνταγματαρχών και η αντίσταση. Και βέβαια φτάνει αυτό στο «μνημόνιο» – «αντιμνημόνιο», στην υφέρπουσα σύγκρουση ορθολογισμού και ανορθολογισμού, στην πάντοτε παρούσα σύγκρουση σε όλη τη διάρκεια της ελληνικής ιστορίας ανάμεσα στον ει δυνατόν υπεύθυνο πολιτικό λόγο και εκδοχές λαϊκισμού. Και φυσικά, πάνω από όλα αυτά, είναι η σύγκρουση, η ανοιχτή και ανεπίλυτη, γύρω από το αν η Ελλάδα είναι μια χώρα που ανήκει στη Δύση ή έχει μια προνομιακή σχέση με την Ανατολή, έστω την καθ’ημάς Ανατολή, αυτή η σχέση Δύσης και Ανατολής εμπεριέχει όλα τα παραπάνω δίπολα στην πραγματικότητα.

Πώς μπορεί να βάλει κανείς σε τάξη όλη αυτή την συγκρουσιακή, ας το πούμε έτσι, εξέλιξη της ελληνικής πολιτικής ιστορίας;

Θα έλεγα ότι όλα αυτά θα μπορούσαμε να τα συνοψίσουμε σε μια σύγκρουση ολοκληρώσεων, όπως την έχω ονομάσει. Σύγκρουση ολοκληρώσεων σημαίνει ότι εμείς για όλους αυτούς τους λόγους, ως Έθνος και ως Κράτος, δεν μπορέσαμε ποτέ να εξισορροπήσουμε τον στόχο της εθνικής ολοκλήρωσης με τον στόχο της θεσμικής ολοκλήρωσης. Η θεσμική ολοκλήρωση υποτάχθηκε πάρα πολλές φορές στις ανάγκες της εθνικής ολοκλήρωσης, είτε αυτή ήταν μια στρατηγική, όπως ήταν η στρατηγική που είχε ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε άμεση σχέση με το στρατηγικό άρμα της Μεγάλης Βρετανίας, είτε αυτή ήταν μια αντίληψη απλοϊκή, επικίνδυνα απλουστευτική, όπως η πρόσδεση στο ξανθό γένος των Ρώσων ή στη Σοβιετική μεγάλη πατρίδα. Αυτή η αντίληψη για την εθνική ολοκλήρωση υπονόμευσε πάρα πολλές φορές μια στέρεη θεσμική εξέλιξη παρά την πρώιμη εισαγωγή συνταγματικών, κοινοβουλευτικών και δημοκρατικών, θεσμών. Η Ελλάδα έχει πρώιμα υιοθετήσει τον κοινοβουλευτισμό. Έχει από το 1822 Σύνταγμα και είναι από τις πρώτες χώρες που έχουν καθιερώσει την καθολική ψηφοφορία, η δεύτερη στον κόσμο. Άρα πώς εξηγείται αυτό, γιατί δεν είμαστε ένα θεσμικά ολοκληρωμένο κράτος και γιατί έχουμε αυτές τις παθογένειες του πολιτικού, του διοικητικού και του δικαστικού συστήματος;

Ακόμα όμως και αν τη σύγκρουση μεταξύ εθνικής και θεσμικής ολοκλήρωσης την δούμε ενιαία ως πολιτική ολοκλήρωση, υπάρχει μια σύγκρουση της πολιτικής ολοκλήρωσης με την οικονομική ολοκλήρωση, την αναπτυξιακή ολοκλήρωση σε μια κοινωνία που δεν είναι διαστρωματωμένη με έναν κλασσικό τρόπο. Έχει πολλές ιδιομορφίες, έχει μεγάλη κινητικότητα, έχει μεγάλες αποκλίσεις από το ευρωπαϊκό πρότυπο όλων των εποχών, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Σε αυτό τώρα η κρίση και η κρίση μέσα στην κρίση των τελευταίων τεσσεράμισι ετών, έχει προσθέσει την πλήρη αποδιάρθρωση της μεσαίας τάξης. Και έχεις μια κοινωνία χωρίς μεσαία τάξη, χωρίς ραχοκοκκαλιά, μια κοινωνία η οποία κινδυνεύει από τις επιθέσεις κοινωνικού αυτοματισμού που ενσυνείδητα κάνει η κυβέρνηση.

Άρα η σύγκρουση μεταξύ πολιτικής ολοκλήρωσης από τη μια μεριά και οικονομικής ολοκλήρωσης είναι πάρα πολύ σημαντική για να κατανοήσουμε τις εξελίξεις γιατί ποτέ δεν είχαμε μια ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με βάση τα κρατούντα ευρωπαϊκά μοντέλα. Είχαμε πάντα πολύ σημαντικές ιδιαιτερότητες. Έναν εξαιρετισμό. Ο εξαιρετισμός ο ελληνικός δεν ξεκινάει από ζητήματα αξιακά, ιδεολογικά, από την ορθοδοξία. Δεν υπήρχαν αυτά στον συνταγματικό λόγο του 18ου αιώνα. Υπήρχε μια χριστιανική αντίληψη στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, όπως ακριβώς υπήρχε και στην Ευρώπη. Η ορθόδοξη ταυτότητα ως εξαιρετισμός είναι κάπως μεταγενέστερη ανακάλυψη. Ο εξαιρετισμός ξεκινάει πρωτίστως από το γεγονός ότι έχεις ένα κράτος που προηγείται της κοινωνίας των πολιτών. Ένα κράτος πρώιμα οργανωμένo και ένα κράτος που προηγείται της οικονομίας.

Για αυτό υπάρχει μια σύγκρουση, τελευταία, τρίτη, ανάμεσα στην κρατική ολοκλήρωση, η οποία είναι εδαφική, θεσμική, ολοκλήρωση της κρατικής ιδεολογίας που συνδέεται στην πραγματικότητα με την εθνική ταυτότητα και την κοινωνική ολοκλήρωση, γιατί εμείς δεν είχαμε ποτέ μία κοινωνία η οποία να έχει μια αυτόνομη εξέλιξη ως κοινωνία των πολιτών, όπως συνέβη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Αυτή η σύγκρουση των ολοκληρώσεων μας ταλανίζει μέχρι σήμερα και αυτή θα μπορούσε να πει κανείς ότι έφτασε σε ένα σημείο τομής το 1974. Γιατί έγινε αυτό το 1974; Τι άλλαξε; Άλλαξε καταρχάς το επίπεδο εμπειρίας. Είχαμε ζήσει πάρα πολλά πράγματα και κυρίως είχαμε ζήσει τη δικτατορία. Άρα υπήρχε μία υιοθέτηση καθολική του δημοκρατικού και του δικαιοκρατικού αιτήματος. Αλλά κυρίως άλλαξε το επίπεδο ανάπτυξης. Προσεγγίσαμε πιο πολύ στο αναπτυξιακό επίπεδο της Ευρώπης, της εποχής εκείνης, δηλαδή της δυτικής Ευρώπης. Έγινε οριστική στρατηγική επιλογή υπέρ της Δύσης και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας και υπήρξαν θώρακες θεσμικοί με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση αργότερα. Εδώ δοκιμάστηκαν τα πάντα, δοκιμάστηκε μέχρι και η έξοδος από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ στην πρώτη φάση της μεταπολίτευσης. Δοκιμάστηκε και επιβεβαιώθηκε ένας προσανατολισμός υπό την πίεση του στρατιωτικού συσχετισμού δυνάμεων, δηλαδή υπό την πίεση των εξελίξεων στο Κυπριακό και υπό την πίεση της απειλής στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, δηλαδή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Γι αυτό μπορεί να φαντασιώνεται η κοινωνία στο επίπεδο της επιπολαιότητας, στο επίπεδο δηλαδή της επιφανειακής κίνησης της Ιστορίας ότι μπορεί να μην είμαστε κλασικοί ευρωπαίοι, ότι έχουμε μια ιδιομορφία που αμφισβητεί το δυτικό πρότυπο, αλλά εν τω βάθει είμαστε εκεί. Είμαστε μέλος του ΝΑΤΟ, από το 1952, με την πρώτη διεύρυνση. Είμαστε το πρώτο πειραματικό εργαστήριο του ψυχρού πολέμου με τον εμφύλιο πόλεμο και είμαστε και η χώρα η οποία προσχώρησε με τη μεταπολίτευση στις βασικές δυτικές επιλογές.

Αυτά όλα ο αταβισμός τα ξαναέφερνε στην επιφάνεια με τον χειρότερο τρόπο, δηλαδή με τον πιο βίαιο τρόπο, σε διάφορες φάσεις. Η βία η οποία έβγαινε από τους πόρους της κοινωνίας στον Εμφύλιο Πόλεμο. Φαινόμενα τα οποία τα έχουμε συζητήσει πάρα πολλές φορές. Ξαναβγήκε η βία στους «αγανακτισμένους» στις πλατείες. Στο όνομα ποιου πράγματος; Στο όνομα της υπεράσπισης του κεκτημένου της φαύλης μεταπολίτευσης! Δηλαδή του εξαιρετισμού του ελληνικού, των ατυπιών, ενός ειδικού φαινομένου που θέλουν να πιστεύουν ότι είναι η Ελλάδα και σε αυτό πάνω ποιος καβάλησε; Καβάλησε το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων που εκφράζουν τον εθνικολαϊκισμό, είτε έχουν μια αριστερή ταυτότητα εκ καταγωγής, όπως συνέβαινε με το ΣΥΡΙΖΑ είτε έχουν μια ακροδεξιά ταυτότητα με διαβαθμίσεις ακροδεξιάς, από τους ΑΝΕΛ μέχρι τη Χρυσή Αυγή, όλοι, «πάνω και κάτω πλατεία» . Ο ιρασιοναλισμός όλων των εκδοχών, από τον κ. Σώρρα μέχρι οποιονδήποτε θεωρεί ότι ψεκάζεται. Δεν είναι αυτό ένα φαινόμενο εντυπωσιακό;

Αυτό είναι λοιπόν το πρόβλημα μας. Λύθηκε κανένα τέτοιο πρόβλημα; Βλέπετε εσείς να έχει λυθεί; Να έχουμε επίγνωση. Εδώ έχω μια μικρή απόκλιση από τον Κωστή Χατζηδάκη με τον οποίο συνήθως συμφωνούμε σε πάρα πολλά πράγματα και κυρίως στην νοοτροπία και στην αισθητική. Τι να αμνηστεύσεις; Η ομαλότητα που απεδείχθη; Έχει παραδοθεί η κυβέρνηση τώρα; Έχουμε φτάσει σε εκείνη τη στιγμή; Αφήστε να φτάσουμε σε εκείνη τη στιγμή. Και θα προαναγγείλουμε την αμνήστευση ποιου πράγματος; Να μας πουν ότι προτείνουμε μια συναλλαγή; Προτείνετε, θα μας πουν, να σταματήσει η έρευνα στο όνομα της νομιμότητας και της ανεξάρτητης δικαιοσύνης για να μην κάνετε εσείς έρευνα στο όνομα της νομιμότητας; Βλέπετε υπάρχει η ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Όχι δεν υπάρχει κανένα πολιτικό πρόβλημα. Εμείς θέλουμε να ισχύσουν οι θεσμοί, το κράτος δικαίου και οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Αλλά δεν έχουμε ζήσει ακόμη την εναλλαγή της εναλλαγής. Τώρα που αμφισβητήθηκε συνολικά το παλιό, στο όνομα του νέου και γι΄αυτό μπήκαμε στην κρίση μετά την κρίση, στη δευτερογενή κρίση, έχει σημασία να δούμε την εναλλαγή .

Η χώρα τα πέντε τελευταία χρόνια βιώνει μία δεύτερη κρίση η οποία παρήχθη από το πρώτο εξάμηνο του 2015 και μετά και άρα ξαναμετράμε τώρα χρόνια κρίσης και η κρίση αυτή είναι οικονομική, αναπτυξιακή, κοινωνική, θεσμική και είναι και κρίση εξωτερικής πολιτικής.

Διότι δεν μου αρκεί να έχω μία κυβέρνηση, εμένα ως Έλληνα πολίτη, η οποία επαινείται επειδή, όπως έχω πει και άλλη φορά, επιδεικνύεται ως τρόπαιο υποταγής ενός δήθεν ριζοσπάστη ο οποίος θα αμφισβητούσε την ευρωπαϊκή ορθοδοξία και τη δυτική στρατηγική και επειδή του κόψαν το κεφάλι και το κρέμασαν βαλσαμωμένο στην αίθουσα συνεδριάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου του ΝΑΤΟ, τον επαινούν. Από τον Πάπα μέχρι τον φιλόσοφο τον κ. Λεβι. Γιατί τον επαινούν; Τι επαινούν; Επαινούν τη λογική του «Ανήκομεν εις την δύσιν» του Κ. Καραμανλή; Επαινούν τη διαχείριση που έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος από την πρόταση την προεκλογική του 1981 για δημοψήφισμα σε σχέση με την παραμονή της Ελλάδας στην ΕΟΚ πήγε στα μεσογειακά ολοκληρωμένα προγράμματα και αξιοποίησε όσο μπορούσε περισσότερο, στο έπακρον δηλαδή, τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Επαινούν τη διακινδύνευση. Τη διακινδύνευση του δυτικού προσανατολισμού, του στρατηγικού προσανατολισμού της χώρας και λένε: «Εντάξει, να υπετάγη». Αλλά δεν υπετάγη γλωσσικά, διότι ο διπλασιασμός για τον οποίο σας μίλησα όλων των επιπέδων, της επιπολαιότητας του ενός επιπέδου και του βάθους του άλλου επιπέδου, είναι παρών. Με άλλη γλώσσα μιλάει στο ένα επίπεδο, με άλλη γλώσσα στο άλλο.

Και φτάνουμε τώρα στο ερώτημα, για να συνοψίζω. Έχουμε επανέλθει στην ασφάλεια καμιάς κανονικότητας; Δηλαδή πρόκειται να αναδειχθεί καμία κυβέρνηση η οποία είναι ελεύθερη καταναγκασμών και ως ουσιαστικά ισότιμη μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μέσα στη δυτική οικονομία θα χειριστεί την πορεία της χώρας; Η χώρα είναι αιχμάλωτη δημοσιονομικά χρηματοπιστωτικά, χρηματοδοτικά και δυστυχώς αναπτυξιακά. Η χώρα πορεύεται πώς; Αν οι εκλογές γίνουν τον Μάιο εντάξει, θα καταστεί εφικτό να καταρτιστεί ένας προϋπολογισμός για το 2020, ο οποίος θα είναι προϋπολογισμός μιας άλλης κυβέρνησης. Θα δούμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Αλλά αν οι εκλογές γίνουν τον Οκτώβριο δεν θα προλάβεις να καταρτίσεις ούτε προϋπολογισμό. Θα διαπραγματευτείς για ποια χρονιά; Για το 2021. Όχι θα πρέπει να αποδείξεις ότι μπορείς να εκτελέσεις τουλάχιστον έναν προϋπολογισμό. Ότι δεν θα διαταράξεις το σχήμα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, ότι δεν θα αντιδράσουν οι αγορές. Και μετά αφού κάνεις αυτή τη consolidation, μετά μπορείς να αναζητήσεις πολύ προσεκτικά δημοσιονομικό χώρο. Μα ο Σαλβίνι με τον Ντι Μάιο 0,8 % του ιταλικού ΑΕΠ σε δημοσιονομικό χώρο, δηλαδή σε ύψος δημοσιονομικού ελλείμματος ζητούσαν και κόντεψε να διαρραγεί η ενότητα της ευρωζώνης και εμείς θέλουμε 1%, στην καλύτερη περίπτωση 1,5% μείωση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος και δεν είναι το θέμα μας το 2022, γιατί μέχρι 2022 υπάρχει το περιβόητο μαξιλάρι. Το πρόβλημα μας είναι μετά τι γίνεται, όπου η εκτίμηση για τον μέσο ετήσιο πραγματικό ρυθμό αύξησης είναι 1% με επιεικείς όρους διότι ο βασικός παράγων είναι η δημογραφική κρίση.

Άρα η χώρα μπορεί να έχει πολύ σοβαρό πρόβλημα. Το περιβόητο μαξιλάρι είναι ένα μαξιλάρι το οποίο ισχύει δημοσιονομικά. Εάν χρησιμοποιηθεί ένα μικρό του τμήμα για να λυθεί το πρόβλημα της τρωτότητας του τραπεζικού συστήματος, μιλάμε με άλλα δεδομένα, δεν μπαίνουμε στο 2022. Άρα πρέπει να δούμε άλλα πράγματα για να αποφύγουμε την ανακύκλωση. Πόσο θα αντέξει η χώρα αυτή την αβεβαιότητα, τη στασιμοχρεωκοπία, την αναιμική ανάπτυξη, το «άντε να πάρουμε τη δόση του ενός δισεκατομμυρίου» την οποία την έχουμε πάρει - αυτήν τη δόση την έχουμε πάρει ένα βράδυ, όταν ήμουν Υπουργός Οικονομικών, ξημερώματα της 21ης προς 22ης Φεβρουαρίου του 2012, όρθιοι οι Υπουργοί συνήνεσαν να μας επιστρέφουν τα κέρδη από το χαρτοφυλάκιο ελληνικών ομολόγων των προγραμμάτων SMP και ANFA του ευρωσυστήματος. Αυτό παίρνει τώρα, αφού το έχασε, αφού έχασε οριστικά τις δόσεις του 2015 και 2016, αυτό είναι το δισεκατομμύριο για το οποίο συζητούν το euro working group και το eurogroup,   αυτή είναι η κατάσταση.

Άρα λοιπόν, το μεγάλο πρόβλημα είναι ο αταβισμός. Πρόκειται για έναν αυτοκτονικό προϊδεασμό; Η κοινωνία θέλει να βιώσει κάτι το οποίο δεν το έχει βιώσει ακόμα ; Για παράδειγμα, γιατί διακηρύσσουμε προώρως τη σωτηρία μας;- και αυτό φαίνεται και στη νομολογία. Μας τιμούν με την παρουσία τους μεγάλες προσωπικότητες, και το λέω κατά κυριολεξία, του δικαστικού σώματος. Έχουμε καμία βεβαιότητα ότι μπορούμε να «σκίσουμε» τα μνημόνια τώρα; Έτσι με νομολογιακή γενναιοδωρία ή με προεκλογική γενναιοδωρία; Να μπούμε σε έναν ανταγωνισμό παροχών; Αυτό είναι ένα θέμα. Εκεί κρίνονται όλα αυτά που έχει γράψει ο Θανάσης Διαμαντόπουλος.

Την Ιστορία τη γράφουμε εμείς τώρα και οφείλουμε να έχουμε συνείδηση του θέματος, δηλαδή να έχουμε συνείδηση του πώς το καθετί μικρό και συγκυριακό ανάγεται σε κάτι μεγάλο και ιστορικό. -

 

Με την ευκαιρία της έκδοσης των επτά πρώτων τομιδίων του έργου του καθηγητή Θανάση Διαμαντόπουλου, «10 και μια δεκαετίες πολιτικών διαιρέσεων: Οι διαιρετικές τομές στην Ελλάδα την περίοδο 1910-2017» οι Εκδόσεις Επίκεντρο διοργάνωσαν πολιτική-επιστημονική συζήτηση με θέμα τη σύγκριση των θεσμικοπολιτικών χαρακτηριστικών της περιόδου της Μεταπολίτευσης με αυτά της προγενέστερης φάσης του εθνικού δημόσιου βίου, στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ.
Στην εκδήλωση μίλησαν επίσης:
Ξενοφών Κοντιάδης, καθηγητής συνταγματικού δικαίου Πάντειου Πανεπιστήμιου
Ευάνθης Χατζηβασιλείου, καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας πανεπιστημίου Αθηνών
Κωστής Χατζηδάκης, αντιπρόεδρος της ΝΔ
Συντονισμός: Πάσχος Μανδραβέλης

 

 

4.4.2019, Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου "10 και μια δεκαετίες πολιτικών διαιρέσεων" from Evangelos Venizelos on Vimeo.