Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου των Ευάνθη Χατζηβασιλείου και Σπύρο Βλαχόπουλο, «Διλήμματα της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας» (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ)

 

H πολύ τρυφερή παρουσίαση που έκανε ο Νίκος Αλιβιζάτος αναφερόμενος στους συγγραφείς του βιβλίου με απαλλάσσει από το καθήκον να αναφερθώ στα πρόσωπα, αν και θα ήθελα να πω δυο λόγια. Τον Σπύρο Βλαχόπουλο τον γνώρισα ώριμο επιστήμονα, συνάδελφο και τον παρακολουθώ με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και θαυμασμό. Τον Ευάνθη Χατζηβασιλείου τον ξέρω από πρωτοετή φοιτητή. Τον είχα φοιτητή στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης. Τον έχω παρακολουθήσει στη διαδρομή του, τον καμαρώνω και χαίρομαι γιατί διατηρεί ισχυρό και ενεργό τον νομικό εαυτό του παρότι είναι ιστορικός, καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Νομίζω ότι αντιλαμβάνονται και οι ομότεχνοι του πόσο μεγάλο πλεονέκτημα είναι η νομική γνώση όταν διαχειρίζεται κανείς θέματα πολιτικής και διπλωματικής ιστορίας.

Και οι δυο είναι δημόσιοι διανοούμενοι, είναι πολίτες ενεργοί με ευαισθησίες. Νιώθουν την ανάγκη να παρέμβουν και παρεμβαίνουν με έναν έμμεσο και διακριτικό τρόπο στην ανοικτή διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Αυτή που άρχισε άτυπα από το 2016, κινήθηκε στο περιθώριο των βασικών πολιτικών εξελίξεων χωρίς να εφαρμόζονται οι σχετικές προβλέψεις του Συντάγματος, αλλά από τον Νοέμβριο του περασμένου έτους, με την κατάθεση των τυπικών προτάσεων, αφενός μεν των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, αφετέρου δε των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, έχει προσλάβει πλέον τα τυπικά χαρακτηριστικά του άρθρου 110 του Συντάγματος και σε λίγο αρχίζει στην Ολομέλεια πια, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, η συζήτηση για την πρώτη φάση. Δηλαδή για τη διαπίστωση της ανάγκης αναθεώρησης πολλών συνταγματικών διατάξεων, πάντως αυτών που θα συγκεντρώσουν τουλάχιστον πλειοψηφία απόλυτη του όλου αριθμού των βουλευτών, πλειοψηφία 151 ψήφων στην παρούσα Βουλή και θα εισαχθούν στην επόμενη Βουλή μετά τις εκλογές, οπότε και θα είναι αναγκαία η αυξημένη πλειοψηφία των 3\5 του όλου αριθμού των βουλευτών, η πλειοψηφία των 180.

Υπάρχει βεβαίως και η πιθανότητα κάποιες διατάξεις να κριθεί ότι έχουν ανάγκη αναθεώρησης με αυξημένη πλειοψηφία στην παρούσα Βουλή, ελπίζω αυτό να μη συμβεί και καμία διάταξη να μην είναι αφημένη στη βούληση, έστω την απολύτως καλοπροαίρετη, της απλής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της επόμενης Βουλής.

Τώρα γιατί παρεμβαίνουν στη συζήτηση για τη διαδικασία αναθεώρησης οι δυο αγαπητοί συνάδελφοι και φίλοι; Διότι μας υπενθυμίζουν με αυτές τις μελέτες τους για τη συνταγματική Ιστορία της χώρας, ότι όλα μέσα στο Σύνταγμα, κάθε ρύθμιση, κάθε θεσμός, κάθε ερμηνευτική σύγκρουση, έχει ένα μεγάλο ιστορικό βάθος. Ότι υπάρχει μια ιστορικότητα του κανονιστικού περιεχομένου, υπάρχει ακόμη και μια ιστορικότητα των λέξεων του Συντάγματος και είναι απολύτως αναγκαίο, είναι καθήκον δηλαδή, όχι μόνο για τον ερμηνευτή του Συντάγματος, εντέλει για τον δικαστή που εφαρμόζει και ερμηνεύει το Σύνταγμα, αλλά είναι πολύ περισσότερο καθήκον για τον αναθεωρητικό νομοθέτη που βάζει τα χέρια του και «σκαλίζει» το Σύνταγμα και επιχειρεί να το αναδιατυπώσει, να έχει πλήρη συνείδηση της ιστορικότητας των ρυθμίσεων και των θεσμών. Να έχει και πλήρη αίσθηση της ιστορικότητας των λέξεων, ακόμη και των σημείων στίξης, όπως γράφει ο κ. Τσίπρας σήμερα στην επιστολή που έστειλε στον Πρόεδρο της Βουλής για την αναθεώρηση του Κανονισμού της βουλής σε σχέση με ένα «νέο» ζήτημα που είναι όμως πολύ παλιό: η αρχή της δεδηλωμένης και η υπόσταση των κοινοβουλευτικών ομάδων στην παρούσα περίοδο, στην παρούσα Βουλή.

Το λέω αυτό γιατί πολλές φορές έχουμε τη διάθεση μιας ανιστόρητης, μη ιστορικής προσέγγισης των θεμάτων αυτών, θεωρούμε ότι είναι συντηρητική η αναγωγή στην Ιστορία. Εδώ δεν πρόκειται για μια κλασική σύγκρουση ανάμεσα στον οριτζιναλισμό και το ζωντανό σύνταγμα. Εδώ δεν αναζητούμε την Ιστορία για να βρούμε την αρχική πρόθεση του συντακτικού νομοθέτη και να περιορίσουμε τον κανονιστικό περιεχόμενο του Συντάγματος και την ερμηνεία στο στενό πλαίσιο της αρχικής πρόθεσης των συντακτών του. Εδώ πρέπει να έχουμε συνείδηση των κινδύνων που αναδεικνύει η ιστορικότητα, αλλά και των ερμηνευτικών ενδείξεων που μας δίνει η ιστορικότητα.

Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για το άρθρο 86 του Συντάγματος για παράδειγμα, εάν δεν δει την γενεαλογία της διάταξης αυτής από το Σύνταγμα του 1864 και μετά, εάν δεν δει την αλληλουχία των σχετικών εκτελεστικών του συντάγματος νόμων, από το 1877 και μετά. Η διάταξη αυτή τώρα είναι η διάταξη που συγκεντρώνει την ευρύτερη συναίνεση για αναθεώρηση, αλλά σίγουρα δεν παρεμπόδισε να διωχθεί και να τιμωρηθεί ποινικά οποιαδήποτε υπόθεση διασπάθισης δημόσιου χρήματος ήταν τεκμηριωμένη και συγκινούσε και προκαλούσε την κοινή γνώμη επειδή υπήρχαν αποδείξεις οι οποίες καθιστούσαν αναγκαία την κίνηση μιας ποινικής διαδικασίας ενώπιον των κοινών δικαστηρίων τα οποία και επιλήφθηκαν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις.

Αλλά μήπως μπορείς να ερμηνεύσεις τη διάταξη για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας χωρίς τη γενεαλογία του θεσμού του αρχηγού του κράτους στην Ελλάδα; Μπορείς να ερμηνεύσεις τις πυκνές, λεπτομερείς, σχεδόν δικονομικές διατάξεις για τον διορισμό του πρωθυπουργού και την παύση της κυβέρνησης χωρίς αναφορά στην εμπειρία του 1965 και τη μεγάλη κρίση μεταξύ του τότε βασιλιά και του τότε πρωθυπουργού και την ανταλλαγή των επιστολών; Δεν μπορείς να ερμηνεύσεις και να κατανοήσεις καμιά απολύτως διάταξη.

Αλλά βεβαίως η μεγάλη εικόνα έχει σημασία γιατί έχει σημασία η μεγάλη διάρκεια. Αναφέρομαι στην αναθεώρηση του Συντάγματος η οποία είναι μια ανοικτή διαδικασία, γιατί το Σύνταγμα βεβαίως είναι η κανονιστική ρύθμιση του μακρού ιστορικού χρόνου και γι΄αυτό διαφέρει από τον κοινό νόμο. Αλλά αυτός ο χρόνος ο ιστορικός η αλήθεια είναι ότι πυκνώνεται στις διαδικασίες κατάρτισης ή αναθεώρησης του Συντάγματος. Υπάρχει μια ειδική συγκυρία που διεκδικεί να καταστεί ιστορικός χρόνος μακρύς. Δεν έχει εξαρχής δεδομένη την ιδιότητα αυτή, την αποκτά επειδή οι εξελίξεις τρέχουν σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα με πολύ μεγάλες επιπτώσεις.

Η τριετία της κατοχής 1941-1944 είναι μια τριετία που απασχολεί την ιστορική έρευνα, την ελληνική κοινωνία, τα στερεότυπά μας, τους εφιάλτες μας, παρεμποδίζει πολλές φορές τα όνειρά μας και πρόκειται για 3 χρόνια. Αυτή η εννιατετία της κρίσης από το 2010 έως το 2019-φοβούμαι ότι θα γίνει δεκαετία της κρίσης- βεβαίως έχει μια κανονιστική και ερμηνευτική επίπτωση πολύ μεγαλύτερη, συνιστά κάτι πολύ περισσότερο από πύκνωση του ιστορικού χρόνου. Αυτό συνέβη σε όλες τις φάσεις που δοκιμάστηκε η αντοχή των Συνταγμάτων και επήλθαν τομές. Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία να κάνουμε αυτή τη συζήτηση.

Θα την κάνουμε αλλά θα την εντάξουμε, όπως επιχειρούν οι συγγραφείς με τα δοκίμιά τους, σε ένα γενικό ερμηνευτικό σχήμα. Ο καθένας από τους δυο και ο Ευάνθης και ο Σπύρος έχουν ένα ερμηνευτικό σχήμα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ελλάδα που γεννιέται αφού έχασε τις πολεμικές επιχειρήσεις, ηττήθηκε και γεννιέται ως προτεκτοράτο, μετά την εμπειρία των επαναστατικών συνταγμάτων επιδίδεται σε ένα πιο ευθύ και ομολογημένο εκτελωνισμό δυτικών συνταγματικών προτύπων, προωθημένων μάλιστα για την εποχή της.      

Υπάρχουν και αποκλίσεις από τα δυτικά συνταγματικά πρότυπα, αλλά τέτοιες αποκλίσεις υπάρχουν παντού. Όπως υπάρχουν και οι διεθνείς συσχετισμοί. Αυτό που λέμε διεθνοποίηση του Συντάγματος ή Σύνταγμα το οποίο μπορεί να συνιστά πράξη του διεθνούς δικαίου, όπως συμβαίνει με το Κυπριακό Σύνταγμα, ή με το Σύνταγμα της σε λίγο Βόρειας Μακεδονίας, της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας μετά από την ενδιάμεση συμφωνία το ’95 και τη συμφωνία των Πρεσπών, υπάρχει και στην εποχή μας. Μπορεί να μην προβλεπόταν ρητά η εναρμόνιση του Συντάγματος μιας χώρας με αυτές τις διεθνείς προδιαγραφές, αλλά ήταν εκ των πραγμάτων έτσι, έπρεπε να γίνει αυτή η εναρμόνιση. Τώρα βεβαίως υπάρχουν διεθνείς νομικοί καταναγκασμοί, δεν υπάρχει κυρίαρχος συντακτικός νομοθέτης, δεν υπάρχει κυρίαρχο κράτος, όλοι υπάγονται σε μία σύμβαση, ας το πούμε έτσι, διαμοιρασμένης ή περιορισμένης κυριαρχίας.

 

Συνεπώς είναι πολύ σημαντικό ότι ο ελληνικός συνταγματικός βίος ήταν πάντα πρώιμος, ανολοκλήρωτος, αλλά όχι εύθραυστος. Δηλαδή, ανέπτυξε μία αντοχή, μία ανθεκτικότητα πολύ μεγαλύτερη από ό,τι θα μπορούσε να πιστέψει κανείς δια γυμνού οφθαλμού.

Τι πιστεύω ότι συνέβαινε σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ποιο θα ήταν, κατά τη γνώμη μου ,το κόκκινο νήμα το οποίο το αναδεικνύουν οι συγγραφείς στα δοκίμια τους, αλλά νομίζω θα βοηθούσε τη συζήτησή μας εάν το λέγαμε και ρητά. Το δοκιμάζω ως σχήμα. Το θέτω υπό την κρίση όλων σας, των ειδικότερων και των λιγότερο ειδικών. Στην ελληνική ιστορία και προφανώς στην ελληνική συνταγματική ιστορία υπάρχει μία σύγκρουση ολοκληρώσεων. Δηλαδή, η πορεία προς την εθνική ολοκλήρωση συγκρούεται με την πορεία προς τη θεσμική ολοκλήρωση ,ενώ η πορεία προς την αναπτυξιακή και κοινωνική ολοκλήρωση θυσιάζεται πάρα πολύ εύκολα στη μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στην εθνική και τη θεσμική ολοκλήρωση. Η θεσμική ολοκλήρωση λοιπόν θυσιάζεται για τις ανάγκες ενός πολύ σημαντικού σκοπού, που είναι η εθνική ολοκλήρωση. Αυτό το βλέπουμε κυρίως μετά το 1911, μετά τον σχηματισμό των κυβερνήσεων του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Είπε ο Νίκος Αλιβιζάτος προηγουμένως, προσφυώς, ότι οι δύο συγγραφείς και συνάδελφοι εκλεκτοί αναδεικνύουν τις δύο μεγάλες προσωπικότητες, του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο ένας μάλιστα είχε κάνει την επιλογή να ονομάσει το κόμμα του ριζοσπαστικό. Μόνο που εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο κατά τη γνώμη μου, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ονόμασε την ΕΡΕ ριζοσπαστική, αλλά ήταν ένας πολιτικός που έκανε ασφαλείς επιλογές και δεν ήθελε να εκτίθεται σε κινδύνους, ιδίως όταν είχε περάσει από μεγάλους κινδύνους, όπως συνέβη για παράδειγμα με τη Ζυρίχη, άρα ήτανε προσεχτικός και επιφυλακτικός στις αντιδράσεις του. Ο φιλελεύθερος Ελευθέριος Βενιζέλος, ήταν πολύ πιο παρορμητικός, είχε ένα στοιχείο ,ας το πούμε σε σχέση με τους θεσμούς, «αστικού λενινισμού», προκειμένου να πετύχει το στόχο του, που ήταν η εθνική ολοκλήρωση. Και για να τον πετύχει ,σε συνεργασία και σε απόλυτο συντονισμό με τις κυρίαρχες δυνάμεις της εποχής, με τη Μεγάλη Βρετανία, είχε ένα όραμα το οποίο ήταν διεθνοπολιτικό, εθνικό και λιγότερο θεσμικό, παρόλο που ήταν ο μεγάλος θεσμικός εκσυγχρονιστής , αλλά τα θυσίασε αυτά. Τα θυσίασε και στην περίπτωση της σύγκρουσης τη λεγόμενη του εθνικού διχασμού, τα θυσίασε και στην τελευταία φάση των κυβερνήσεων του, δηλαδή και την περίοδο μέχρι το ’24 και την περίοδο μετά το ’24, γιατί θεωρώ ότι το ‘24 είναι μία τομή που πρέπει να κάνουμε.

Αλλά η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται και στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου και του μετεμφυλιακού κράτους, γιατί το στοίχημα της εθνικής ολοκλήρωσης μετασχηματίζεται ως ένα στοίχημα παραμονής στο δυτικό στρατόπεδο. Και αυτό οδηγεί βεβαίως, για πολλούς λόγους τους οποίους δεν χρειάζεται τώρα να αναφέρουμε, σε παραβιάσεις του Συντάγματος, σε εκπτώσεις, σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στο παρασύνταγμα. Αυτά όλα τα εισπράττει, μετά την εμπειρία της δικτατορίας, ο συντακτικός νομοθέτης, ο εμφανιζόμενος ως «αναθεωρητικός». Αλλά νομίζω ήθελε να προστατεύσει το δημοψήφισμα ως πρωτογενή άσκηση συντακτικής εξουσίας ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου του 1974, και για πρώτη φορά πια στην ιστορία του νέου ελληνικού κράτους έχουμε εναρμόνιση των ολοκληρώσεων, εθνική και θεσμική, με το Σύνταγμα του 1975.

Αυτή η ίδια σύγκρουση στην πραγματικότητα, υπήρξε ο κίνδυνος να αναβιώσει με την οικονομική κρίση. Γιατί θεσμικά αντέχει το Σύνταγμα, υποδέχεται την κρίση, δεν θα ξαναπώ το αγαπημένο μου παράδειγμα, τι θα συνέβαινε σε περίπτωση ασύντακτης χρεοκοπίας χωρίς να έχει τεθεί κανένα νομοθετικό ζήτημα και κανένα ζήτημα δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων επειδή το ταμείο δεν θα είχε λεφτά και θα κατέρρεε το κράτος και θα βγαίναμε από το ευρώ ενώ δεν θα είχαμε, ούτε οικονομία, ούτε κοινωνία, ούτε θεσμούς, ούτε δημοκρατία. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, το Σύνταγμα αντέχει, το κράτος αντέχει, παρότι υπάρχει ένα ζήτημα ταυτότητας, το οποίο είναι ζήτημα εθνικού προσανατολισμού, εθνικής ολοκλήρωσης. Το ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης, δηλαδή του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας, γιατί περί αυτού πρόκειται, νομίζω ότι λύνεται με έναν τρόπο ο οποίος είναι σαφής αλλά μη ομολογημένος. Δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει να ομολογήσει αυτή την πλήρη προσχώρησή του και αυτή η αβεβαιότητα, η ασάφεια, αυτή η ρητορική επιφύλαξη η οποία όμως λειτουργεί συμβολικά και επηρεάζει συνειδήσεις και συμπεριφορές, αυτή η αμφισημία ανάμεσα σε αυτό που πράγματι συμβαίνει που είναι ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός και αυτού που δεν θέλει να παραδεχτεί ο διαχειριστής της μεταστροφής, να το πω πολύ ευγενικά, καταλαβαίνεται σε πια έκφραση αναφέρομαι, είναι ένα πρόβλημα το οποίο όμως μας δείχνει τώρα που κάνουμε τη μεγάλη εικόνα της συνταγματικής ιστορίας της χώρας, ότι τελικώς πράγματι το Σύνταγμα μπορεί να συμφιλιώσει τις συγκρουόμενες αυτές ολοκληρώσεις.-

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019