Αθήνα, 9 Ιουνίου 2018

 

Ευάγγελου Βενιζέλου

 

Σχέσεις εθνικού Συντάγματος, ΕΣΔΑ και ενωσιακού δικαίου ως προς την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης*

 

Είναι μεγάλη μου τιμή το γεγονός ότι η αγαπητή συνάδελφος και φίλη Τζούλια Ηλιοπούλου -Στράγγα μου ζήτησε να μετάσχω στην παρουσίαση αυτού του εμβληματικού και επιβλητικού έργου που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο «Γενική Θεωρία των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων» και υπότιτλο «Όψεις της πολυεπίπεδης προστασίας στον ευρωπαϊκό χώρο».

Μας συνδέουν πολλά με την συγγραφέα, ομότεχνο, φίλη, αμοιβαία εκτίμηση – θέλω να πιστεύω – αλλά και πολύ θερμά αισθήματα φιλίας. Συνειδητοποίησα τώρα, κατά τη διάρκεια του χαιρετισμού του αγαπητού Δημήτρη Παντερμανλή, ότι μας συνδέει και κάτι ακόμη που αφορά τον χώρο αυτό, το Μουσείο της Ακρόπολης. Έχω αφιερώσει ένα σημαντικό μέρος της υπουργικής μου διαδρομής στο να καταστεί εφικτή η ανέγερση του μουσείου αυτού και έτσι να πραγματοποιηθεί ένα όνειρο της Μελίνας που συνδεόταν εξαρχής στενά με το αίτημά μας για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα. Και η ύπαρξη του μουσείου αυτού είναι το πιο απτό, το εμπράγματο επιχείρημα για την ανάγκη της επιστροφής των λεγομένων μαρμάρων και την συνένωσή τους, εδώ, στον εκθεσιακό χώρο που αναδεικνύει τα κενά. Χαίρομαι πραγματικά γιατί η Τζούλια Ηλιοπούλου Στράγγα επί χρόνια προσφέρει τις υπηρεσίες της στο ίδρυμα αυτό ανεξαρτήτως της ειδικότερης νομικής μορφής του φορέα, και βέβαια θέλω να ευχαριστήσω με την ευκαιρία αυτή τον Δημήτρη Παντερμανλή για την αφοσίωσή του και το έργο του το οποίο έχει διεθνώς αναγνωριστεί.

Πρέπει όμως να θυμηθούμε, εδώ μιλώντας για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεσμικών εγγυήσεων, μεταξύ των οποίων, βεβαίως, και το δικαίωμα στο περιβάλλον, την προστασία των αρχαιοτήτων και την προστασία του περιβάλλοντος φυσικού και ανθρωπογενούς, ότι με μια ψήφο διαφορά η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατέστησε εφικτή, ή για να το πω με ακρίβεια δεν απέτρεψε, δεν απαγόρευσε την ανέγερση του μουσείου αυτού καθώς στη σκέψη της ισχυρότατης μειοψηφίας την εποχή εκείνη είχε προταχθεί η ανάγκη προστασίας γειτονικών κτιρίων και των υποκειμένων αρχαιοτήτων για τις οποίες η πιο ολοκληρωμένη και ορατή προστασία ήταν η κατασκευή του Μουσείου που θα λειτουργούσε και λειτουργεί αποδεδειγμένα πλέον ως κέλυφος προστασίας και ανάδειξης και των αρχαιοτήτων που βρέθηκαν εδώ στον χώρο και ξεπερνούν βεβαίως το χρονολογικό στρώμα των μνημείων της Ακροπόλεως. Χαίρομαι λοιπόν γιατί η οριακή αυτή πλειοψηφία στην Ολομέλεια του ΣτΕ δικαιώθηκε αναδρομικά και διασκεδάστηκαν οι επιφυλάξεις της μειοψηφίας. Αλλά sic transit gloria mundi. Έτσι γίνονται τα πράγματα. Για την προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας και για τα συναφή έργα πολιτιστικών και άλλων υποδομών χρειάστηκαν την εποχή εκείνη πενήντα αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ προκειμένου να επιλυθούν διάφορα δυσεπίλυτα νομικά προβλήματα. 

***

Επιστρέφω λοιπόν στο corpus delicti το οποίο, όπως είπα, είναι ένα έργο αναφοράς. Είναι το αποκορύφωμα, προσωρινό βεβαίως, γιατί θα ακολουθήσουν και άλλα, μιας εντυπωσιακής ακαδημαϊκής πορείας με ερευνητική και συγγραφική αφοσίωση, κάτι το οποίο δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο, και ταυτόχρονα με διεθνή παρουσία και αναγνώριση.

Τόσο η εισαγωγική παρουσίαση του Προέδρου Χρίστου Γεραρή όσο και ο πρόλογος του καθηγητή Βασίλη Σκουρή νομίζω ότι με δίκαιο και αντικειμενικό τρόπο και χωρίς καμία ρητορική υπερβολή, περιγράφουν την πραγματικότητα. Θα αρκούσε όμως η παρουσίαση που έκανε εκ μέρους των μαθητών της συγγραφέως ο κ. Κουτνατζής, ο νεώτερος συνάδελφος, γιατί το πιο εντυπωσιακό και το πιο συγκινητικό ταυτόχρονα στοιχείο του βιβλίου αυτού είναι οι σελίδες του προλόγου στις οποίες μνημονεύεται ο κατάλογος των μαθητών της Τζούλιας Ηλιοπούλου - Στράγκα που με ακαδημαϊκούς και επαγγελματικούς τίτλους και περγαμηνές τώρα, είναι έτοιμοι για την επιτυχημένη πορεία τους στον ακαδημαϊκό, τον επαγγελματικό, τον δικηγορικό χώρο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Και πραγματικά πρέπει να πω ζηλεύω την Τζούλια γιατί είχε την δυνατότητα να κάνει αυτή την καταγραφή, να μνημονεύσει τα ονόματά τους «εν τη θεία και ιερά προθέσει» γιατί ο βωμός πάνω στον οποίο ιερουργεί είναι το βιβλίο που έγραψε, τα βιβλία που γράφει, τα έργα της, οι μελέτες της και χαίρομαι γιατί αφιέρωσε τόσο χώρο και άρα τόσο μεγάλο μέρος της μνήμης της και των συναισθηματικών της υποδοχών στους μαθητές της. Και βέβαια δίπλα στους μαθητές σε ισότιμη θέση θα πρέπει να αναφέρουμε τον αγαπητό συνάδελφο Κώστα Ηλιόπουλο, ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Θράκης και Δικαστή μας στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που με την συζυγική του διακριτικότητα είναι συγκυρηναίος όλης αυτής της περιπέτειας ζωής της συγγραφέως .

 

Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων βεβαίως είναι πάντα ένα ανοιχτό ζήτημα. Αυτό το οποίο κυρίως συνεισφέρει η συγγραφέας είναι το στοιχείο ακριβώς της πολυεπίπεδης προστασίας, ο συνδυασμός ανάμεσα στην εθνική συνταγματική προστασία και το ευρωπαϊκό σύστημα προστασίας, κυρίως ανάμεσα στο σύστημα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μέσω του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και το σύστημα που προσφέρει η ευρωπαϊκή ενωσιακή έννομη τάξη. Βεβαίως, όλα αυτά, κάθε φορά πρέπει να αντιμετωπίζονται με βάση το ειδικότερο πεδίο εφαρμογή και με αρχή την μείζονα προστασία. Το γεγονός ότι ένας επιστήμονας με τέτοια διακλαδική ικανότητα και επιμονή θέλει να κινηθεί ταυτοχρόνως και στα τρία πεδία, είναι εξαιρετικά χρήσιμο, γιατί στις μέρες μας αυτό είναι απολύτως αναγκαίο. Γιατί και ο εφαρμοστής του Δικαίου, κυρίως ο Δικαστής, είναι υποχρεωμένος, όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με οποιοδήποτε πρακτικό ζήτημα θεμελιωδών δικαιωμάτων , να κινηθεί ταυτόχρονα και στα τρία αυτά επίπεδα, τα οποία έχουν και την ιδιορρυθμία το καθένα από αυτά να λειτουργεί αυτοαναφορικά, δηλαδή να θεμελιώνει την υπεροχή του στον ίδιο του τον εαυτό.

Αυτό ίσως δίνει μια απάντηση και στο ρητορικό ερώτημα του Χρίστου Γεραρή, για το πώς αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τα εθνικά συντάγματα. Το ίδιο ερώτημα ισχύει και για την ευρωπαϊκή έννομη τάξη.

Το πρόβλημα είναι πώς αυτή η τριπλή αυτοαναφορικότητα, που στην αφετηρία εμφανίζει τρεις υπερέχουσες κατά τη δική τους θεώρηση έννομες τάξεις, αίρεται μέσα από μια πολύ επίπονη και εύθραυστη και λεπτεπίλεπτη διεργασία αλληλοπεριχώρησης, μέσα από αμοιβαίες υποχωρήσεις οι οποίες διαμορφώνουν έναν ενιαίο ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο που αφορά πρωτίστως την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αυτό δεν γίνεται εύκολα, δεν γίνεται εφάπαξ , δεν οριστικοποιείται, τελεί πάντοτε υπό αμφισβήτηση, υπό διακινδύνευση, ως εκ τούτου κλονίζεται πράγματι η ασφάλεια δικαίου λόγω της σύγκλισης και της συνύπαρξης πολλών επιπέδων. Αλλά η αλήθεια είναι- και νομίζω ότι αυτό προκύπτει από την ανάλυση και την επεξεργασία της Τζούλιας Ηλιοπούλου - Στράγκα- ότι υπάρχει η διάθεση, ακριβώς επειδή οι δικαστές, που τελικώς ενεργούν ως ερμηνευτές και εφαρμοστές στα τρία αυτά διαφορετικά επίπεδα, με τρία αυτοαναφορικά συστήματα, ξέρουν ότι αν δεν λειτουργήσουν με μια καλώς νοούμενη «διπλωματικότητα» και αν δεν «υποκλιθούν» ευγενικά απέναντι στις άλλες συγκλίνουσες έννομες τάξεις, το σύστημα μπορεί να λειτουργήσει συγκρουσιακά προς βλάβη και των θεμελιωδών δικαιωμάτων αλλά και των σκοπών που υπηρετεί, των σκοπών ολοκλήρωσης που υπηρετεί το καθένα από τα συστήματα αυτά. Και, έτσι, μέσα από αυτές τις αμοιβαίες «υποκλίσεις» του κάθε Συνταγματικού ή Ανωτάτου εθνικού Δικαστηρίου, προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και των δικαστηρίων αυτών του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου προς τα εθνικά συνταγματικά και ανώτερα δικαστήρια και μεταξύ τους, δημιουργείται ένας χώρος ο οποίος προσφέρει αυτή τη μείζονα προστασία. Στον βαθμό που αυτό βεβαίως είναι εφικτό, γιατί, χωρίς αμφιβολία υπάρχουν οριακές περιπτώσεις, όπου η καθεμιά από τα τρεις έννομες τάξεις διεκδικεί την εφαρμογή της και αντιλαμβάνονται οι άλλοι όταν έρχονται να εκδικάσουν ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα, πότε πρέπει να υποχωρήσουν . Εάν πχ πρόκειται για ένα ζήτημα εθνικής συνταγματικής ταυτότητας, για ένα ζήτημα που αφορά τον σκληρό πυρήνα του κράτους δικαίου, την προσωπική ασφάλεια ας πούμε και όχι τους σκοπούς που υπηρετεί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση σε σχέση με τις οικονομικές και άλλες πολιτικές της, τότε, πράγματι, αναγνωρίζεται αυτή η εθνική συνταγματική ταυτότητα, τουλάχιστον από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώ είναι ,θα μου επιτρέψετε να πω, πιο επίμονο από την άποψη αυτή το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που θεωρεί ότι εκφράζει με πιο στενό και ευθύ τρόπο την κοινή ευρωπαϊκή συνταγματική παράδοση και ως εκ τούτου εκλαμβάνει ως πιθανό παραβάτη της Σύμβασης και τον συντακτικό νομοθέτη των κρατών μελών.

Ούτως ή άλλως ο παραβάτης της Σύμβασης είναι ο ανώτατος δικαστής κάθε κράτους μέλους της Σύμβασης. Διότι, εφόσον δικονομική προϋπόθεση για την ατομική προσφυγή είναι η εξάντληση των εθνικών ενδίκων μέσων και εφόσον το Δικαστήριο αυτό το ελέγχει με πάρα πολύ μεγάλη αυστηρότητα για να απαλλαγεί από το δικονομικό φορτίο μιας νέας υπόθεσης, ο παραβάτης της σύμβασης είναι ο τελικά επιλαμβανόμενος κατά το εθνικό δικονομικό σύστημα εθνικός δικαστής. Άρα, κατά πάσα πιθανότητα ο εθνικός συνταγματικός ή ο εθνικός ανώτατος δικαστής. Αυτός με την ερμηνεία του και την απόφασή του παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Για να παραβιάσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση μπορεί να μεταχειριστεί στην μείζονα σκέψη του, και κατά πάσα πιθανότητα το κάνει, μια διάταξη του εθνικού συντάγματος. Η διάταξη αυτή, όπως ερμηνεύεται από τον εθνικό δικαστή, συνιστά την παραβίαση της ΕΣΔΑ.

Δεν παραβιάζει ποτέ ούτε ο εθνικός συντακτικός νομοθέτης καθεαυτόν ούτε ο εθνικός κοινός νομοθέτης καθεαυτόν τη Σύμβαση, παρά μόνο μέσα από την μεσολάβηση της νομολογίας στο ανώτατο εθνικό επίπεδο. Ποιο είναι το περιθώριο που αφήνει έτσι το Δικαστήριο; Είναι το περιθώριο της σύμφωνης με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ερμηνείας του Συντάγματος και θα μου επιτρέψετε να πω ότι σε γενικές γραμμές- θα το πει εγκυρότερα από εμένα ο Βασίλης Σκουρής και βιωματικά- ίδια σε γενικές γραμμές είναι και η μεταχείριση που επιφυλάσσει στην εθνική νομολογία και στο εθνικό σύνταγμα και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Εν πάση περιπτώσει είναι πραγματικά εντυπωσιακή η απόφαση της Τζούλιας Ηλιοπούλου - Στράγκα να ασχοληθεί με όλο αυτό το φάσμα. Πρόκειται για ένα συστηματικό έργο, κάθε κεφάλαιο του οποίου συνιστά μια μονογραφική επεξεργασία. Με ασφυκτική τεκμηρίωση, με έναν πλήρη θεωρητικό διάλογο, που φαίνεται στις υποσημειώσεις με τις τόσο πυκνές αναφορές στη διεθνή βιβλιογραφία και με έναν θαρραλέο κριτικό διάλογο με τη νομολογία, γιατί πολλές αναφορές στο κείμενο, και ακόμα περισσότερες στις υποσημειώσεις, συνιστούν μια αμφισβήτηση, επίκριση, ή προσπάθεια διόρθωσης της νομολογίας, όχι μόνο της εθνικής, αλλά ταυτόχρονα και της νομολογίας του Στρασβούργου και της νομολογίας του Λουξεμβούργου.

 

Βεβαίως όταν ένας ώριμος επιστήμονας στο επίπεδο της συγγραφέως αναλαμβάνει να ασχοληθεί με τη θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μάλιστα με μια θεωρία της νομολογιακής πράξης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, έρχεται αντιμέτωπος με τα μεγαλύτερα προβλήματα της θεωρίας του συνταγματικού, του διεθνούς και του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου. Διότι πρέπει να αντιμετωπίσει όλα τα προβλήματα ερμηνείας του Συντάγματος στο πιο ευαίσθητο πεδίο που είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, πρέπει να τοποθετηθεί απέναντι στο πρόβλημα των θεμιτών και αποδεκτών μεθόδων ερμηνείας του Συντάγματος σε μια έννομη τάξη όπως η δική μας στην οποία ο συνταγματικός δικαστής, ο εν πάση περιπτώσει εν τοις πράγμασι συνταγματικός δικαστής μέσα σε ένα σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας που όμως ασκείται τελικώς από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας σε ένα συντριπτικό ποσοστό, δεν είναι ένας δικαστής ο οποίος προβαίνει συχνά σε μεθοδολογικές εξαγγελίες, σε εξαγγελίες της μεθοδολογικής του επιλογής. Είναι εκλεκτικιστής, πλουραλιστικός και υπαινικτικός. Και ως εκ τούτου έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να μπορέσει ο επιστήμονας, ο ερευνητής, να εντοπίσει τις μεθοδολογικές επιλογές και να διακρίνει το πρόβλημα των μεθόδων ερμηνείας από ένα τελείως διαφορετικό πρόβλημα που είναι το πρόβλημα των κανόνων ερμηνείας που υπάρχουν στο Σύνταγμα.

Διότι το Σύνταγμά μας εμπεριέχει επιτακτικούς κανόνες ερμηνείας. Εάν σε κάτι έχει συνεισφέρει η Αναθεώρηση του 2001,αν μου έλεγαν να διαλέξω μια από τι περίπου 90 αλλαγές που έχει επιφέρει στο Σύνταγμα, αυτή είναι το άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος που είναι η επιτομή των κανόνων ερμηνείας του Συντάγματος στο ευαίσθητο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αλλά, αυτό στο επίπεδο της ερμηνείας της εξελικτικής, όπως το ίδιο το ΕΔΔΑ λέει, ερμηνείας της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, γίνεται ακόμη εμφανέστερο. Γιατί το Δικαστήριο του Στρασβούργου στις κρίσιμες, στις σκληρές αποφάσεις είναι σαφές ότι αναφέρεται όχι σε μεθόδους, όπως ο Αμερικανός δικαστής, αλλά σε κανόνες ερμηνείας. Μόνον που οι κανόνες ερμηνείας δεν είναι οι κανόνες ερμηνείας του Συντάγματος, του εθνικού συντάγματος, των εθνικών συνταγμάτων των 47 κρατών μελών της Σύμβασης, αλλά είναι οι κανόνες ερμηνείας του Διεθνούς Δικαίου. Είναι οι κανόνες ερμηνείας της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών. Άρα μέσα από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εισέρχεται στο χώρο της ερμηνείας και εφαρμογής των συνταγματικών κανόνων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η τεχνική της ερμηνείας των διεθνών συμβάσεων, των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου όπου έχουμε κωδικοποιημένους κανόνες ερμηνείας μέσα στη Σύμβαση της Βιέννης.

 

Και βέβαια, αυτό επηρεάζει τελικά και την ερμηνεία του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου στο κρίσιμο επίπεδο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων , λόγω της παραπομπής στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της σύνδεσης των εννοιών, των επεξηγηματικών κειμένων που λειτουργούν ως κανόνες ερμηνείας και άρα μέσω του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στα ζητήματα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι επιλογές σε σχέση με τους κανόνες ερμηνείας του Στρασβούργου επηρεάζουν τη νομολογία του ΔΕΕ .

 

Η συγγραφέας αναμετριέται με τα σταυρικά προβλήματα της θεωρίας του Δημοσίου Δικαίου, εσωτερικού και ευρωπαϊκού. Πέρα από την ερμηνεία του Συντάγματος και την γενική θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με όλα τα ζητήματα του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων . Όπως προανέφερα, με τα μεγάλα ζητήματα της αυτοαναφορικής σύγκρουσης περί υπεροχής, δηλαδή με τη σχέση Συντάγματος και Ενωσιακού Δικαίου και με τη σχέση Συντάγματος και Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και, νομίζω ότι με τον τρόπο αυτό, μπορεί να απαντηθεί και το μεγάλο θέμα που έθεσε ο Χρίστος Γεραρής προηγουμένως, αν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και αν είναι σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και με τους κανόνες της δίκαιης δίκης, η αποκρυστάλλωση της νομολογίας μέσω των δικονομικών απαραδέκτων για την άσκηση ενδίκων μέσων, και ιδίως της αιτήσεως αναιρέσεως.

Γιατί, η αλήθεια είναι ότι ενθουσιασμένος ο εθνικός νομοθέτης με την δυνατότητά του να διαπλάσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ δεν έχει την ίδια ευχέρεια με το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ακυρώσεως και προκειμένου να διευκολύνει στην αποφόρτιση του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου από έναν όγκο υποθέσεων, εισήγαγε σταδιακά κριτήρια παραδεκτού τα οποία μπορεί να είναι αντισυνταγματικά. Και κατά τη δική μου γνώμη είναι αντισυνταγματικά για έναν πρόσθετο λόγο τον οποίο μου δίνει την αφορμή ο Χρίστος Γεραρής να αναφέρω: διότι καταργείται μια βασική εγγύηση του κράτους δικαίου που είναι ο ερμηνευτικός σχετικισμός. Ο ερμηνευτικός σχετικισμός είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος μέσα καταρχάς από την υποχρεωτική δημοσίευση των μειοψηφιών. Τι σημαίνει μειοψηφία; Η οποία δεν υπάρχει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να υπάρχει καθαρότητα ως προς τον στόχο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ως προς την θεματοφυλακή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά υπάρχει το Στρασβούργο, υπάρχει υποχρεωτικά στην Ελλάδα μετά το Σύνταγμα του 1975 . Όταν έχεις υποχρεωτική αναφορά της μειοψηφίας και ένδικα μέσα, έχεις αναμονή αλλαγών στη νομολογία, με τους περιορισμούς της ασφάλειας δικαίου στο Ποινικό Δίκαιο και εν μέρη στο φορολογικό καθώς έχουμε ειδικές συνταγματικές διατάξεις . Αλλά από εκεί και πέρα, σε ποιον ανήκει η αρμοδιότητα αυθεντικής ερμηνείας; Ανήκει η αρμοδιότητα αυθεντικής ερμηνείας του νόμου στον δικαστή; Όχι. Ανήκει στον νομοθέτη. Πώς καθίσταται η νομολογία όπως έχει, όπως έτυχε να υπάρχει, στοιχείο της αυθεντικής ερμηνείας του νόμου και αποκρυσταλλώνεται; Και το κυριότερο, όταν πρόκειται για ερμηνεία που είναι ουσιαστικά ερμηνεία του Συντάγματος μέσα από τον έλεγχο της συνταγματικότητας που μπορεί να είναι και υπολανθάνων, ποιος έχει την αρμοδιότητα αυθεντικής ερμηνείας του Συντάγματος; Όχι ο Δικαστής. Πήγε μια φορά να το κάνει το ΑΕΠ το 1984 και το αντιλήφθηκε και άλλαξε την νομολογία του. Άρα, κατά τη γνώμη μου και για τους λόγους αυτούς που συνδέονται με τον σχετικισμό και την αρμοδιότητα αυθεντικής ερμηνείας   είναι αντισυνταγματικές οι διατάξεις αυτές.

 

Η Τζούλια Ηλιοπούλου- Στράγγα έχει τοποθετηθεί πολύ θαρραλέα για όλα αυτά τα ζητήματα. Το κυρίαρχο παράδειγμα είναι το γνωστό παράδειγμα το άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος και του βασικού μετόχου. Όταν θεσπίστηκε αυτή η διάταξη είχα προειδοποιήσει τη Βουλή ότι μπορεί να προσκρούει στο ενωσιακό δίκαιο, γιαυτό να είμαστε έτοιμοι να την αντιμετωπίσουμε υπό το πρίσμα του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου. Και έτσι έγινε. Είπε τίποτα το φοβερό το ΔΕΕ που τελικά το υιοθέτησε αναγκαστικά το ΣτΕ; Τίποτα το φοβερό δεν είπε. Είπε στην πραγματικότητα ότι το τεκμήριο του άρθρου 14 παρ. 9 δεν μπορεί να θεωρείται αμάχητο, αλλά είναι μαχητό. Όλο το πράγμα αυτό ήταν. Το Δικαστήριο της ΕΕ επέβαλε στην εθνική νομολογία να θεωρήσει ότι το τεκμήριο είναι μαχητό. Αυτό είναι η όλη ουσία του θέματος αυτού, το οποίο θα μπορούσε να έχει ειπωθεί και χωρίς καμία αναγωγή στο ενωσιακό δίκαιο και χωρίς καμία αναγωγή στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

Η κα Ηλιοπούλου - Στράγγα έχει λοιπόν αναμετρηθεί με όλα τα μεγάλα θέματα. Δεν συμφωνώ αναγκαστικά σε όλα , αλλά σέβομαι πάρα πολύ αυτές τις μαχητικές και τεκμηριωμένες απόψεις. Δηλαδή, θεωρώ για παράδειγμα το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 δεν είναι ειδική αναθεωρητική ρήτρα, αλλά ρήτρα που επιβάλλει την σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και το Ενωσιακό Δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος.

 

Δύο είναι τα σημεία με τα οποία κορυφώνεται η ανάλυσή της. Η σχέση ελευθερίας και ασφάλειας ιδίως στην εποχή μας, όπου το ζήτημα είναι μια δημοκρατία μαχόμενη και όχι παθητική ποιες ελευθερίες αναγνωρίζει για τους εχθρούς της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου; Αυτό είναι ένα κολοσσιαίο και πανταχού παρόν και διαρκώς παρόν ζήτημα το οποίο βεβαίως τίθεται πια στις μέρες μας πολύ επιτακτικά μέσα από τον αποχωρισμό της φιλελεύθερης δημοκρατίας σε μια δημοκρατία που είναι ανελεύθερη και σε έναν φιλελευθερισμό που κατοχυρώνει τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά μπορεί να μην είναι δημοκρατικός. Ενώ ταυτόχρονα έχουμε ανεπτυγμένα και ανταγωνιστικά κράτη που δεν είναι ούτε δημοκρατίες ούτε κράτη δικαίου, αλλά παρόλα αυτά αναπτύσσονται οικονομικά, γίνονται μεγάλες ανταγωνιστικές δυνάμεις στην παγκόσμια οικονομία. Ένα πρώτο τεράστιο ζήτημα για το οποίο προσφέρει την υποδομή της προσέγγισης η Τζούλια Ηλιοπούλου - Στράγγα.

 

Και το δεύτερο μεγάλο θέμα είναι η οικονομική κρίση, οι πολιτικές λιτότητας, οι πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής και διάσωσης μέσα στις συνθήκες της Ε.Ε. και κυρίως της Ζώνης του Ευρώ , άρα σε συνθήκες εσωτερικής ανισότητας μεταξύ κρατών μελών που παρόλα αυτά έχουν κάνει επιλογές θεμελιώδεις να μετέχουν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και στην νομισματική ένωση.   Στην πραγματικότητα αυτό που τίθεται ως ζήτημα είναι οι δημοσιονομικές προϋποθέσεις άσκησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Και ιδίως οι δημοσιονομικές προϋποθέσεις άσκησης των κοινωνικών δικαιωμάτων των οποίων είναι λάτρης και υποστηρικτής επί δεκαετίες τώρα η Τζούλια Ηλιοπούλου - Στράγγα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

 

Λέγαμε προχθές σε μια κατ΄ ιδίαν συζήτηση με τον Βασίλη Σκουρή και με έναν άλλον συνδαιτυμόνα που είχαμε, ότι η διαφορά είναι ανάμεσα στον περιορισμό της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως υποχρέωση του κράτους και ως όρο δημοσιονομικής επιβίωσης του κράτους, περιορισμός της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως μέγεθος του προϋπολογισμού και του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και τον περιορισμό της σύνταξης ατομικά. Ο συνταγματικός δικαστή αλλιώς αντιμετωπίζει τις ανειλημμένες υποχρεώσεις της χώρας και τους όρους της δημοσιονομικής επιβίωσης της χώρας στα γενικά μεγέθη του Προϋπολογισμού, δηλαδή το ποια είναι η συνταξιοδοτική δαπάνη ως απόλυτο μέγεθος και όχι ως ποσοστό του ΑΕΠ και πώς αυτή προβάλλεται δέκα, είκοσι, τριάντα, πενήντα χρόνια αργότερα για να μη καταρρεύσει το σύστημα, και πώς αυτό εξειδικεύεται ατομικά με μια σειρά κριτηρίων που μπορεί να αφορούν πάρα πολλά ζητήματα, ειδικές θεσμικές καταστάσεις, όπως είναι τα ειδικά μισθολόγια ή πραγματικές διαφορές, για παράδειγμα, ασφαλιστικός χρόνος ή ύψος αποδοχών, ενώ υπάρχει πλαφόν στην σύνταξη.

Χωρίς να μπαίνω στις λεπτομέρειες το ζήτημα είναι, θα μου επιτρέψετε να πω μεθοδολογικά, ο αποπληθωρισμός της συνταγματικής ρητορείας, αλλά και της ρητορείας των διεθνών συμβάσεων και των κανονιστικών κειμένων της ΕΕ στο πεδίο των κοινωνικών θεμάτων. Τώρα ξέρεις ότι δεν μπορείς μέσα από ένα λεγκαλισμό ή από μια νομική σοσιαλδημοκρατία , για να χρησιμοποιήσω μια άλλη έκφραση, να λύσεις τα προβλήματα αυτά. Πρέπει ό,τι λες να το μετράς δημοσιονομικά , γιατί αν το υπόσχεσαι συνταγματικά, θα οδηγήσεις στην πραγματικότητα σε μια κανονιστική απαξίωση του Συντάγματος, εάν δεν μπορεί αυτό να εφαρμοστεί.

 

Αυτά τα δυο μεγάλα θέματα τα προσεγγίζει η Τζούλια Ηλιοπούλου - Στράγγα εμμέσως, προσφέροντας όλο το περιβάλλον και όλη την υποδομή που απαιτείται. Διότι πρέπει να ξέρει κανείς πάρα πολύ καλά όπως η συγγραφέας ποια είναι η συζήτηση η θεωρητική ή η βιβλιογραφική, και ποια είναι η νομολογία η εθνική και η διεθνής.

 

Καταθέτω, λοιπόν, την αναγνώρισή μου και την συναδελφική μου αγάπη και τον θαυμασμό μου και εύχομαι τα καλύτερα, καλή επιτυχία στο βιβλίο αλλά κυρίως καλή επιτυχία στη συγγραφέα . -

 

[*Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου της Τζούλιας Ηλιοπούλου- Στράγγα, «Γενική Θεωρία Θεμελιωδών Δικαιωμάτων - Όψεις της πολυεπίπεδης προστασίας στον ευρωπαϊκό χώρο », εκδ. Σάκκουλα - Nomos (αμφιθέατρο Μουσείου της Ακρόπολης, 9.6.2018)]

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2018