Αθήνα, 27 Μαρτίου 2018

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Ν. Ι. Μέρτζου, Το Μακεδονικό (εκδ. Μίλητος)

 

Θεοφιλέστατε, κυρίες και κύριοι,

μετέχω με πολύ μεγάλη χαρά στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Νίκου Μέρτζου, Το Μακεδονικό, των Εκδόσεων Μίλητος, πρωτίστως λόγω της πολύ μεγάλης σημασίας του θέματος, βεβαίως και λόγω της επικαιρότητας του θέματος, του κρίσιμου πολιτικού ενδιαφέροντος που έχει το αντικείμενο του βιβλίου. Αλλά μετέχω και για να τιμήσω τον συγγραφέα.

Ο Νίκος Μέρτζος είναι ένας ευπατρίδης, ένας Έλληνας πατριώτης, βλαχικής καταγωγής, που έχει διανύσει μία μακρά διαδρομή. Δεν ταυτιζόμαστε ούτε πολιτικά ούτε ιδεολογικά, αλλά συμφωνούμε απολύτως στα μείζονα, και τα μείζονα είναι η αγάπη προς την πατρίδα, η αγάπη προς τη Μακεδονία, κυρίως όμως η αγάπη προς την αλήθεια. Είναι πολύ σημαντικό για μένα το τελευταίο αυτό στοιχείο και θέλω να τον συγχαρώ και να τον ευχαριστήσω γιατί δεν δίστασε, σε αυτή την κρίσιμη περίσταση, όπως και πολλές άλλες φορές, να διατυπώσει ευθαρσώς και με την αναγκαία τεκμηρίωση την θέση του. Το βιβλίο του τοποθετεί το ζήτημα στο ιστορικό του υπόβαθρο, παρουσιάζει τον διεθνοπολιτικό ορίζοντα και βεβαίως, με πολύ συγκεκριμένες αναφορές, το περιφερειακό πλαίσιο μέσα στο οποίο τίθεται το ζήτημα στην παρούσα συγκυρία. Ιστορία και συγκυρία ή, για να είμαι ακριβέστερος, γεωγραφία, ιστορία και συγκυρία, συνυπάρχουν με πολύ ισορροπημένο τρόπο στο βιβλίο αυτό.

Μεγαλύτερη όμως σημασία από το βιβλίο έχει το momentum, δηλαδή η απάντηση στο ερώτημα αν πράγματι τώρα υπάρχει ένα γνήσιο momentum που επιτρέπει μία οριστική λύση του περιβόητου ονοματολογικού προβλήματος, του προβλήματος της οριστικής ονομασίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, όπως επιτάσσουν δύο σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και όπως προβλέπει ρητά η ενδιάμεση συμφωνία του 1995.

Και πράγματι, το momentum έχει ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον. Δεν ξέρω εάν η συνολική, η τελική εκτίμηση μάς επιτρέπει να δώσουμε μία θετική, καταφατική απάντηση, πάντως το ενδιαφέρον είναι προφανές. Υπάρχει μία νέα κυβέρνηση, η κυβέρνηση Zaev-Ahmeti, η οποία έχει τη διάθεση, τη δεδηλωμένη διάθεση να προχωρήσει σε σοβαρή προσέγγιση του ζητήματος και να εκπληρώσει διεθνείς υποχρεώσεις της γειτονικής χώρας, υπάρχει μία δεδηλωμένη θετική στάση της αλβανικής κοινότητας, όπως αυτή εκπροσωπείται κατά βάση από το μεγαλύτερο αλβανικό κόμμα που μετέχει και στην κυβέρνηση όπως μετείχε βεβαίως και στην προηγούμενη κυβέρνηση. Είναι προδήλως αποδυναμωμένη η θέση της αντιπολίτευσης, αλλά τα προβλήματα δεν λείπουν. Δεν είναι εύκολη η εφαρμογή ούτε της θεμελιώδους συνθήκης της Οχρίδας που έχει συνταγματικό και διεθνή χαρακτήρα, ούτε η μεταβολή του πολιτιστικού και θεσμικού πλαισίου μέσα στο οποίο εξελίσσεται μία βίαιη σχεδόν σύγκρουση μεταξύ των δύο μεγάλων σλαβικών κομμάτων στη γειτονική μας χώρα.

Ο πιο ανησυχητικός οιωνός από την άποψη αυτή, είναι η συνταγματική κρίση που προκλήθηκε τις τελευταίες εβδομάδες με αφορμή την ψήφιση, την αναπομπή, την επιψήφιση και την κύρωση του νόμου για την χρήση της αλβανικής γλώσσας στην εκπαίδευση και τη διοίκηση, η άρνηση του προέδρου Ivanov να εκδώσει το νόμο και η επανάληψη της άρνησης αυτής και μετά την επιψήφιση.

Θετικό στοιχείο θα έλεγα ότι είναι και η συμφωνία Σόφιας-Σκοπίων για ζητήματα που αφορούν κατά βάθος την εθνική και γλωσσική ταυτότητα, κυρίως όμως την εκατέρωθεν πρόσληψη της ιστορίας και την ιδεολογική χρήση της ιστορίας σε σχέση με τις ταυτότητες.

Υπάρχει ένα πρόβλημα momentum εκ του γεγονότος ότι έχουμε τον Ιούλιο ξανά Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, αν και το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο λειτουργεί με οποιαδήποτε σύνθεση, σε οποιοδήποτε επίπεδο, και μπορεί να λάβει ανά πάσα στιγμή οποιαδήποτε απόφαση, ανεξαρτήτως του επιπέδου εκπροσώπησης των κρατών-μελών. Σίγουρα υπάρχει ένα ενδιαφέρον και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, προκειμένου να ανακοπεί ένα νέο κύμα αναθεωρητισμού στα Βαλκάνια.

Η κατάσταση είναι και πάλι εύθραυστη. Ήρθαν ξανά στην επιφάνεια μόνιμες συγκρούσεις και μόνιμοι κίνδυνοι. Υπάρχει αυτή η αναζωπύρωση συγκρούσεων και αυτή η μόνιμη εδώ και πάρα πολλά χρόνια, είκοσι και πλέον χρόνια, αδυναμία, οι ενδιάμεσες διευθετήσεις που έγιναν, όπως η Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995, η Συμφωνία του Dayton, να μετατραπούν σε οριστικές συμφωνίες, σε μόνιμες διευθετήσεις. Το τι συμβαίνει στο Κόσσοβο είναι γνωστό. Ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία Βελιγραδίου - Πρίστινας που τώρα πια υπονομεύεται από πολλές πλευρές – απελάθηκε χθες ο εκπρόσωπος της Σερβίας στο Κόσσοβο –, ακόμη και αν ήταν ένα Κόσσοβο αμιγώς αλβανικό, τα προβλήματα δεν θα λυνόντουσαν. Η δε πρόσφατη δολοφονία στη Μιτρόβιτσα του Oliver Ivanovic, νομίζω ότι δείχνει πόσο έντονη είναι αυτή η ευθραυστότητα της κατάστασης. Βέβαια, υπάρχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον της Δύσης να ανακοπεί η ρωσική επιρροή στην περιοχή, η οποία με επίκεντρο τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, όπως είδαμε με αφορμή την ένταξη του τελευταίου στο ΝΑΤΟ, επεκτείνεται ευρύτερα στα δυτικά Βαλκάνια και όλα αυτά θεωρώ ότι είναι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη στον προσδιορισμό του πραγματικού χαρακτήρα του momentum.

Τώρα, το δεύτερο ερώτημα είναι εάν αυτό το momentum, υπό την υπόθεση εργασίας ότι υπάρχει, αξιοποιείται με τρόπο ορθό, λειτουργικό και αποτελεσματικό, καταρχάς στο εσωτερικό της Ελλάδας, γιατί είδαμε τα προβλήματα που υπάρχουν με τους συσχετισμούς δυνάμεων στο εσωτερικό της γειτονικής μας χώρας.

Πρέπει να σας πω ότι, δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν θαρραλέες και έντιμες τοποθετήσεις από πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα της αντιπολίτευσης, από διανοούμενους, από ερευνητές, από αναλυτές, δεν μπορεί να ξεπεραστεί ένα κλίμα καχυποψίας που υπάρχει στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, που οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται κυρίως η λειτουργία των θεσμών, από το κοινοβούλιο έως τη δικαιοσύνη. Το γενικότερο κλίμα δεν βοηθά τις ειδικότερες συναινέσεις. Κυρίως δε, δεν βοηθά οποιαδήποτε προσπάθεια να μεταφερθεί ένα ενδοκυβερνητικό πρόβλημα ή ένα ενδοκυβερνητικό πρόβλημα να μετατραπεί τεχνητά σε ένα εσωτερικό πρόβλημα κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα, για να είμαστε ειλικρινείς, είναι η φύση και η ένταση της αντίδρασης ενός πολύ μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, της κοινής γνώμης, η οποία δεν έχει προφανώς ευανάγνωστα και ορθολογικά κίνητρα, αλλά είναι μια πραγματικότητα, την οποία κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει. Υπάρχει μία εκδίκηση του εθνικολαϊκισμού στην προκειμένη περίπτωση διότι τα πρόσφατα μεγάλα συλλαλητήρια, στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, για το ονοματολογικό είναι μία μετεξέλιξη όχι των συλλαλητηρίων του 1992, αλλά του τρόπου με τον οποίον οργανώθηκε η κοινωνική και πολιτική αντίδραση την περίοδο της κρίσης. Είναι η μετεξέλιξη της «πλατείας των αγανακτισμένων».

Το κυριότερο είναι η αντίδραση της κοινωνίας απέναντι σε μία συσσωρευμένη αίσθηση ήττας, όχι στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και των εθνικών θεμάτων αλλά γενικότερα. Ένα ζήτημα εθνικής ταπείνωσης που πρέπει να το υπερβεί το συλλογικό υποσυνείδητο με πράξεις αντίστασης και υπερηφάνειας, με την παραδοχή βέβαια, η οποία είναι επικίνδυνη, ότι πολλές φορές οι συμβολισμοί είναι σημαντικότεροι της πραγματικότητας. Μετά από λίγο καταλαβαίνουμε όλοι ότι η πραγματικότητα είναι ασυγκρίτως σημαντικότερη και όποιος υποτιμά την πραγματικότητα στο όνομα συμβολισμών και μάλιστα ευκαιριακών συμβολισμών, δεν προσφέρει υπηρεσία στο εθνικό συμφέρον. Είναι άλλο η υπερπατριωτική ρητορική και άλλο ο πραγματικός σύγχρονος και έμπρακτος πατριωτισμός που επιβάλλει γνώση, ικανότητα ανάληψης κινδύνου και δυνατότητα κατανόησης και μεταβολής του πραγματικού συσχετισμού δυνάμεων επί του πεδίου. Τα λόγια είναι εύκολα, η πράξη είναι δύσκολη. Αλλά αντιλαμβάνομαι πάρα πολύ καλά μία φράση που εντός εισαγωγικών θα έλεγε «ε, όχι και τα Σκόπια», όταν έχουμε υποστεί ταπεινώσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους, από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, από άλλους παράγοντες του διεθνούς γίγνεσθαι. Αυτή όμως είναι μία αντίδραση η οποία δεν έχει τα στοιχεία του στρατηγικού ορθολογισμού που υπηρετεί τον πραγματικό πατριωτισμό.

Υπάρχουν επίσης παγιωμένες παρεξηγήσεις. Σέβομαι απολύτως τη συνθηματική διατύπωση ότι «η Μακεδονία είναι Ελληνική» και τη συνθηματική διατύπωση ότι «η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική» εφόσον βεβαίως αυτές εννοούν το προφανές και αυτονόητο, ότι η Ελληνική Μακεδονία είναι Ελληνική, όχι ότι η ιστορικά ανήκουσες στη Μακεδονία περιοχές, που είναι τμήμα της Βουλγαρικής επικράτειας, της Αλβανικής επικράτειας και της επικράτειας της ΠΓΔΜ είναι Ελληνικές. Δεν έχει κανείς στην Ελλάδα –ούτε η κοινωνία, ούτε η κοινή γνώμη, ούτε το πολιτικό σύστημα, ούτε το κράτος– καμία αλυτρωτική ή επεκτατική διάθεση. Επίσης αντιλαμβάνομαι πάρα πολύ καλά πως η λέξη Μακεδονία είναι Ελληνική, πως οι Έλληνες Μακεδόνες, οι κάτοικοι της Ελληνικής Μακεδονίας είναι βεβαίως Έλληνες, όχι απλώς Έλληνες, αλλά Έλληνες με οξυμένη πατριωτική ευαισθησία. Αυτό βεβαίως και είναι το μεγάλο ιστορικό κεκτημένο του 20ου αιώνα μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Η εκφορά μάλιστα των συνθημάτων αυτών στα αγγλικά μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνες εντυπώσεις που δεν διευκολύνουν την προώθηση των εθνικών μας θέσεων, δηλαδή την υποστήριξη του εθνικού συμφέροντος, άρα την προώθηση του σύγχρονου και αποτελεσματικού πατριωτισμού, τον οποίον και πρέπει να υπηρετούμε.

Αντιλαμβάνομαι, επίσης, τη δυσκολία που υπάρχει να κατανοήσουμε ότι οι διαδικασίες της εθνογένεσης, ακόμη και όταν είναι πολύ πρόσφατες, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι διαδικασίες οι οποίες έχουν πάντα έντονο τεχνικό, τεχνητό και ιδεολογικό χαρακτήρα. Και ότι οι διαδικασίες της εθνογένεσης συνδέονται με το κράτος, έστω και αν αυτό είναι ομόσπονδο κράτος, είτε γιατί διεκδικούν την ύπαρξη κράτους, είτε επειδή προέρχονται από κρατικούς μηχανισμούς που καλλιεργούν μία εθνική συνείδηση. Βεβαίως αυτό δεν αθωώνει την Ελληνική ακηδία , δηλαδή την αδράνεια της μακράς περιόδου του ψυχρού πολέμου από το 1945 έως το 1991, όταν υπήρχε δίπλα μας ομόσπονδο κράτος στο πλαίσιο της Γιουγκοσλαβίας, με το όνομα Μακεδονία που λειτουργούσε και ως μηχανισμός εθνογένεσης.

Το επόμενο ερώτημά μου –και νομίζω ότι σε όλα αυτά συμπλέουμε με τον συγγραφέα– είναι ποια είναι πράγματι η εθνική μας γραμμή; Υπάρχει μία ενιαία και σταθερή εθνική γραμμή; Είναι η ενιαία γραμμή, η γραμμή της ιστορικής σύσκεψης των αρχηγών των κομμάτων υπό τον Πρόεδρο Κωνσταντίνο Καραμανλή που κατέληξε στη διατύπωση ότι δεν δεχόμαστε καμία λύση που χρησιμοποιεί τον όρο Μακεδονία ή παράγωγά του; Ή μήπως έχει μεταβληθεί εν τοις πράγμασι και επί δεκαετίες τώρα αυτή η γραμμή και έχει συγκροτηθεί μία άλλη γραμμή που έγινε δεκτή, υποστηρίχθηκε και επαναλήφθηκε ρητά από όλες τις κυβερνήσεις, από τον Απρίλιο του 1993 μέχρι σήμερα, χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση; Προφανώς υπάρχει αυτή η άλλη γραμμή, η οποία έχει ως αφετηρία την ένταξη της γειτονικής μας χώρας στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών με το προσωρινό όνομα ΠΓΔΜ, που είναι ένα σύνθετο όνομα χωρίς γεωγραφικό προσδιορισμό, με προσδιορισμούς που αφορούν τον όρο Δημοκρατία και όχι τον όρο Μακεδονία, που είναι και ο ευαίσθητος και κρίσιμος όρος, αυτός που απασχολεί την ελληνική κοινωνία και που συνδέεται με τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα και την ελληνική πρόσληψη της ιστορίας.

Όλα όσα ακολούθησαν από την αποδοχή του προσωρινού ονόματος, δηλαδή οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, δυνάμει των οποίων συνήφθη τελικά και η ενδιάμεση συμφωνία,   το εμπάργκο προκειμένου να αντιμετωπιστεί μία κατάσταση που είχε δημιουργηθεί και να τεθούν ξανά οι βάσεις μίας προσέγγισης, η ενδιάμεση συμφωνία του 1995 και οι ενδιάμεσες προσπάθειες επίλυσης του ζητήματος με οριστικό τρόπο από το 1995 μέχρι, ας πούμε, το 2015, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής στάσης στο Βουκουρέστι, συμπεριλαμβανομένης και της αντιδικίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, επιβεβαιώνουν αυτήν την ενιαία εθνική γραμμή για την οποία σας μίλησα.

Είναι επίσης γεγονός ότι οι αντιρρήσεις μας σε σχέση με την πρόσκληση ένταξης στην Βορειοατλαντική Συμμαχία δεν είναι αντιρρήσεις που αφορούν το όνομα, είναι αντιρρήσεις που αφορούν τα γενικά κριτήρια εισδοχής νέων μελών στη Συμμαχία, την περιφερειακή σταθερότητα και την υπεράσπιση των αξιών της Βορειοατλαντικής Συμφωνίας και του Ευρωαμερικανικού, δηλαδή δυτικού πολιτισμού. Δηλαδή κριτήρια που συνδέονται με τη σταθερότητα των δημοκρατικών και δικαιοκρατικών θεσμών και στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων με την ισχύ του Διεθνούς Δικαίου, σε δε επίπεδο τοπικό και περιφερειακό με την πλήρη εφαρμογή της Συμφωνίας της Οχρίδας και της συμφωνίας μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων της γείτονος, τη λεγόμενη Συμφωνία της 31ης Μαρτίου του 2013.

Έρχομαι κατόπιν αυτού στο πιο τεχνικό ερώτημα. Εάν υποθέσουμε ότι το momentum ισχύει, εάν υποθέσουμε ότι το momentum, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στα Σκόπια, εδώ στην Αθήνα το χειριζόμαστε ορθά, με προοπτική, γενναιοδωρία και συναίνεση, νομικά, πώς θα οργανώσουμε και θα θωρακίσουμε μία οριστική λύση, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μία λύση με πλήρες και λειτουργικό περιεχόμενο χωρίς κενά, χωρίς παρεξηγήσεις; Θα τη θεμελιώσουμε στο Διεθνές Δίκαιο ή σε μία αναθεώρηση του Εθνικού Συντάγματος της ΠΓΔΜ;

Η απάντησή μου είναι ότι, όπως προκύπτει και από την ενδιάμεση Συμφωνία που προκάλεσε αλυσίδα αναθεωρήσεων του εθνικού Συντάγματος στα Σκόπια, εκ των οποίων οι δύο είναι απολύτως συνδεδεμένες με όρους της ενδιάμεσης Συμφωνίας, η διεθνής εγγύηση, η διεθνής κατοχύρωση είναι μία διεθνής συμφωνία, η οποία δεσμεύει τα μέρη, ανεξαρτήτως των εσωτερικών πολιτικών αλλαγών, ιδίως αν αυτή η διεθνής συμφωνία αποκτήσει τη στήριξη, το endorsement του Συμβουλίου Ασφαλείας και αποτελέσει αντικείμενο απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας στην ημερήσια διάταξη του οποίου είναι εγγεγραμμένο ως εκκρεμές σημείο, ως item, το ζήτημα του ονόματος.

Αυτή είναι η νομική βάση, δεν είναι όμως η νομική και πολιτική εγγύηση για τη μακροπρόθεσμη και αποτελεσματική εφαρμογή μίας συμφωνίας. Δεν αποτελεί εγγύηση για εμάς μία αναθεώρηση του γειτονικού Συντάγματος, η οποία στη συνέχεια μπορεί να δώσει τη θέση της σε μία άλλη διαφορετική ή και αντίστροφη αναθεώρηση. Αν όμως τώρα, εν όψει της συμφωνίας και σε εφαρμογή της συμφωνίας, δεν διαμορφωθεί στη γειτονική μας χώρα η αναγκαία αυξημένη πλειοψηφία που να οδηγεί σε αναθεώρηση του Συντάγματος, υπάρχουν αρνητικοί οιωνοί, ως προς τη δυνατότητα πραγματικής εφαρμογής, μακροπροθέσμως, της συμφωνίας αυτής, η οποία κινδυνεύει να γίνει θρυαλλίδα μίας εσωτερικής, εμφύλιας σύγκρουσης στη γειτονική μας χώρα.

Άρα, νομική βάση είναι η διεθνής συμφωνία και η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, αλλά απόδειξη πραγματικής αποδοχής της συμφωνίας και απόδειξη της ικανότητας εφαρμογής μακροπροθέσμως της συμφωνίας, είναι το να συγκεντρωθεί αυξημένη πλειοψηφία με συμμετοχή και των αντιπολιτευομένων κομμάτων στα Σκόπια, ώστε, μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος, να διασφαλίσουν και αυτοί εσωτερικώς ότι δεν θα δημιουργηθούν ανυπέρβλητα προβλήματα στο εσωτερικό τους, με αντανάκλαση στην περιφερειακή σταθερότητα και βέβαια στην εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και στη διεθνή ειρήνη. Για το λόγο αυτό χρειάζεται αναθεώρηση του Συντάγματος.

Όταν μιλούμε για μία λύση, εννοούμε μία λύση η οποία δεν θα είναι μία άλλη ενδιάμεση συμφωνία, δεν θα είναι λύση μερική, δεν θα είναι λύση προσωρινή, θα είναι λύση συνολική και εφάπαξ. Μία λύση με σύνθετη ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό στα σλαβικά –και αμετάφραστο κατά προτίμηση– που δεν θα αφήνει κενά και παρεξηγήσεις ως προς τη συνοπτική της απόδοση και κυρίως θα ισχύει, όπως έχουμε πει λατινιστί, erga omnes, έναντι πάντων. Δηλαδή θα είναι μία για εσωτερική και εξωτερική χρήση, χωρίς την υφιστάμενη διάκριση μεταξύ εσωτερικής συνταγματικής ονομασίας και διεθνούς ονομασίας για χρήση στους διεθνείς οργανισμούς. Όταν μιλούμε για εξωτερική χρήση, εννοούμε μία ονομασία για όλες τις χρήσεις και στους διεθνείς οργανισμούς και διμερώς με την Ελλάδα και διμερώς με όλες τις χώρες οι οποίες, εφόσον έχουν αναγνωρίσει με το συνταγματικό όνομα, πρέπει να δηλώσουν ότι αναγνωρίζουν με το νέο συμφωνημένο όνομα που ισχύει για όλες τις χρήσεις, εσωτερικές και εξωτερικές χωρίς περαιτέρω διακρίσεις. Μετά θα λυθούν όλα τα τεχνικά προβλήματα που αφορούν τη γλώσσα, τα προϊόντα, την ιθαγένεια και ούτω καθεξής.

Υπό την έννοια αυτή, πιστεύω ότι βρισκόμαστε πράγματι αντιμέτωποι με μεγάλα ερωτήματα και στα μεγάλα αυτά ερωτήματα πρέπει να δίδονται καθαρές απαντήσεις, με ανάληψη κινδύνου, με κόστος πολιτικό. Ο Νίκος Μέρτζος αναλαμβάνει το κόστος που του αναλογεί ως ευπατρίδη, ως πολίτη, ως δημοσιογράφο, ως διανοούμενο, αλλά το μεγάλο κόστος, το αναλαμβάνουν οι πολιτικές δυνάμεις, το αναλαμβάνουν τα όργανα του κράτους. Τιμώντας το συγγραφέα για τις προσπάθειές του, επειδή τα δέκα τελευταία χρόνια βρίσκομαι προσωπικά αντιμέτωπος συνεχώς με μεγάλα διλήμματα εθνικού συμφέροντος, με μεγάλα διλήμματα πολιτικού και ιστορικού κόστους, πρέπει να σας πω ότι, ναι, μπορούμε να δίνουμε απαντήσεις που έχουν κόστος και προσωπικό και πολιτικό, αλλά δεν μπορεί να δίνουμε όλο οι ίδιοι και οι ίδιοι τέτοιες απαντήσεις, πρέπει να δίδουν όλοι τέτοιες απαντήσεις, αυτό είναι η πατριωτική υποχρέωση των νέων Ελλήνων.

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2018