Θεσσαλονίκη, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Δευτερολογία Ευάγγελου Βενιζέλου, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ,

στους εκπροσώπους παραγωγικών και κοινωνικών φορέων

στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της ΔΕΘ

Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι έχουμε πολύ μεγάλη αίσθηση ευθύνης για την προοπτική του λιμανιού, αλλά και για όλα τα άλλα ζητήματα που συνδέονται με τις υποδομές και την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης.

Θα επιλεγεί η καλύτερη λύση αυτή που διασφαλίζει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για την περιοχή, μάλιστα θα επιλεγούν λύσεις οι οποίες είναι ευέλικτες και έξυπνες, συνδυάζουν δηλαδή στοιχεία όπως είναι το λιμάνι για παράδειγμα και σιδηροδρομικές μεταφορές.

Έχω καταγράψει τις παρατηρήσεις των φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του Α και του Β βαθμού και θα συζητήσουμε διεξοδικά ενόψει των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών, τόσο τα θεσμικά ζητήματα που υπάρχουν και που συνδέονται και με την αναδιοργάνωση του κράτους υπό την ευρεία έννοια του όρου, που περιλαμβάνει φυσικά και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά θα συζητήσουμε και για την προετοιμασία της νέας προγραμματικής περιόδου του ΕΣΠΑ, όπου ο ρόλος της Αυτοδιοίκησης είναι καθοριστικός.

 

Θέλουμε όμως τη μεγαλύτερη δυνατή βοήθεια της Αυτοδιοίκησης στην προώθηση των ζητημάτων που συνδέονται με την κοινωνική συνοχή τώρα. Τα προγράμματα για την ανεργία, για την αυτεπιστασία, τα δίκτυα, την «Βοήθεια στο σπίτι», η «Κατ’ οίκον φροντίδα συνταξιούχων», τα προνοιακά δίκτυα, τα δίκτυα αλληλεγγύης που είναι δουλειά της πολιτείας και δεν είναι δουλειά απλά και μόνο της κοινωνίας των πολιτών, ή κάποιων οι οποίοι νομίζουν ότι βρίσκουν την ευκαιρία τώρα να ψαρέψουν στα θολά νερά συμπεριφορών οι οποίες είναι αντιδημοκρατικές, αυταρχικές, επικίνδυνες για τη συνοχή του έθνους μας. 

Οι φορείς που εκπροσωπούν τον κόσμο των επιχειρήσεων έχουν τις αγωνίες τους και τις προτεραιότητές τους. Περιμένουν απαντήσεις από την Κυβέρνηση και απαντήσεις από το τραπεζικό σύστημα. Και η αλήθεια είναι ότι ο μοχλός ο οποίος θα μετατρέψει τα δημοσιονομικά επιτεύγματα και τις καλύτερες μακροοικονομικές προβλέψεις σε κινητήρια δύναμη για την πραγματική οικονομία είναι σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό το τραπεζικό σύστημα.

Κάνουμε πολύ μεγάλη προσπάθεια να το πετύχουμε αυτό. Οι Διοικήσεις Τραπεζών όπως καλή η ώρα ο Πρόεδρος της Ένωσης Τραπεζών και Πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας ο κ. Ζανιάς δεν είναι τραπεζίτες. Είναι στελέχη- λειτουργοί του Δημοσίου στην πραγματικότητα, είναι άνθρωποι της ακαδημαϊκής κοινότητας, άνθρωποι με μεγάλο προσωπικό κύρος που τους έχουμε επιστρατεύσει ακριβώς επειδή στην πραγματικότητα η Διοίκηση των Τραπεζών τώρα είναι υπόλογη απέναντι στο κράτος που έχει χρηματοδοτήσει την ίδια την ύπαρξη των Τραπεζών και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία.

Δεν θέλουμε όμως Τράπεζες οι οποίες είναι ΔΕΚΟ, δεν θέλουμε Τράπεζες κρατικές, θέλουμε Τράπεζες στον ιδιωτικό τομέα, Τράπεζες οι οποίες θα επιτρέπουν στον κράτος να πάρει πίσω τα χρήματα που έχει επενδύσει στο τραπεζικό σύστημα. Γιατί για να πετύχει το ευρύτερο σχέδιο ανάκαμψης της εθνικής οικονομίας, αλλά και το δημοσιονομικό μας σχέδιο, πρέπει να πάρουμε πίσω όσο γίνεται περισσότερα χρήματα από αυτά που επενδύουμε στις Τράπεζες και τα επενδύουμε- επαναλαμβάνω- για να στηρίξουμε τις καταθέσεις, την υπόσταση του συστήματος και την ικανότητά του να χρηματοδοτεί τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Όσοι σκέφτονται ότι πρέπει να ξαναρχίσει η οικοδομική δραστηριότητα που είναι καθοριστική, θα συμφωνούν φαντάζομαι ότι αν δεν υπάρξει ξανά στεγαστική πίστη, δεν θα αρχίσει και η οικοδομική δραστηριότητα.

Ο κόσμος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχει εύλογα παράπονα, μπορώ να αναφερθώ σε πολλά, κρατάω δύο. Το ένα είναι η σχέση του με το τραπεζικό σύστημα. Και η ιδέα της  ειδικής Τράπεζας ΜΜΕ Επιχειρήσεων εξετάζεται, αλλά πρέπει να είναι ένας θεσμός υγιής που δεν θα οδηγήσει σε περιπέτειες τον εαυτό του και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κορμός του τραπεζικού συστήματος, οι τέσσερις μεγάλες συστημικές Τράπεζες, είναι αυτές οι οποίες πρέπει να βοηθήσουν τη μικρομεσαία επιχείρηση, όπως και τον αγρότη, με την αγροτική πίστη. Βεβαίως υπάρχει περιθώριο και για άλλες πρωτοβουλίες:  και η Τράπεζα Αττικής και οι Συνεταιριστικές Τράπεζες και το εμπορικό τμήμα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων παίζουν ένα ρόλο. Αλλά τον κεντρικό ρόλο, λόγω του όγκου τους μέσα στην οικονομία, θα τον παίξουν οι τέσσερις Τράπεζες οι οποίες είναι ανακεφαλαιοποιημένες με την παρέμβασή μας και με τα λεφτά του δανείου, τα λεφτά του ελληνικού λαού.

Το δεύτερο ζήτημα που θέλω να σχολιάσω είναι το ζήτημα του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών. Όλες οι ιδέες αυτές που ακούστηκαν είναι υπό εξέταση και έχουμε ένα επιτελείο υψηλοτάτου επιπέδου που τις επεξεργάζεται και συνεργάζεται και με το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Θα βρούμε λύσεις γιατί πρέπει να βρούμε πιο προωθημένες λύσεις και για τις συσσωρευμένες οφειλές και φυσικά για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των επαγγελματιών  και συμφωνώ, για παράδειγμα, ότι δεν μπορεί να συνδέεται η θεώρηση του βιβλιαρίου υγείας με την ασφαλιστική ενημερότητα. Αυτό αφορά και το χώρο των ελευθέρων επαγγελματιών, των επιστημόνων ας το πούμε έτσι, των επιστημονικών Επιμελητηρίων και Συλλόγων (μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι, οικονομολόγοι, γεωτεχνικοί και ούτω καθ’ εξής)

Ξέρουμε τα προβλήματα που υπάρχουν και προσπαθούμε να βρούμε λύσεις, υπό την πίεση βεβαίως μιας συνεχούς σκληρής διαπραγμάτευσης με τους εταίρους και πιστωτές μας, που έχουν ένα μοντέλο στις χώρες τους και θέλουν να εφαρμοστεί το μοντέλο αυτό. Αλλά κι εμείς δυστυχώς παραμείναμε ακίνητοι επί πάρα πολλές δεκαετίες στα θέματα αυτά και εκθέσαμε τον εαυτό μας ως έθνος σε πολύ μεγάλους κινδύνους.

Θα μου επιτρέψετε να πω ότι στη συζήτησή μας ανεδείχθησαν δυο αντιλήψεις. Η μία αντίληψη, νομίζω ότι είναι η κρατούσα στο τραπέζι αυτό, είναι η αντίληψη που ξεκινάει από την παραδοχή της κρίσης. Η χώρα, βρέθηκε σε μια δεινή κατάσταση, στο δίλημμα: ασύντακτη χρεοκοπία , ζούγκλα, ή οργανωμένη αντιμετώπιση της κρίσης μέσα από ένα πολύ δύσκολο και επώδυνο δρόμο.

Ο πρώτος δρόμος θα ήταν τραγικός ,θα ήταν η απόλυτη καταστροφή. Βρεθήκαμε σε μια κατάσταση μέσα στην οποία  η εύκολη λύση είναι να πεις ότι «γι' αυτό έφταιγε το κράτος, άρα φταίει το πολιτικό σύστημα». Πολιτικό σύστημα ομως δεν υπάρχει χωρίς εκλογική διαδικασία, χωρίς πολίτες, δεν υπάρχει χωρίς Διοίκηση, δεν υπάρχει χωρίς Αυτοδιοίκηση, δεν υπάρχει χωρίς ιδιωτικό τομέα εφαπτόμενο με το κράτος, δεν υπάρχει χωρίς κοινωνία των πολιτών η οποία παρακολουθεί και οφείλει να αντιδρά.

Άρα έχουμε συνείδηση της κρίσης και των αιτίων της κρίσης και θέλουμε να αλλάξουμε για να μην ξαναεκθέσουμε τη χώρα σε τέτοιο κίνδυνο και σε τέτοια ταπείνωση.

Και υπάρχει και μια άλλη αντίληψη. Η αντίληψη που λέει ότι «εξετάζω τις επιπτώσεις των μέτρων, που λαμβάνονται για να αντιμετωπιστεί η κρίση, βλέπω τις επιπτώσεις της ύφεσης και δεν ασχολούμαι με τα αίτια, ασχολούμαι με το σύμπτωμα και πρέπει να δώσω μια άμεση απάντηση στο σύμπτωμα, αδιαφορώντας για την ανάγκη να αντιμετωπιστούν τα αίτια όλης αυτής της κατάστασης». Αυτό, είναι μια προσέγγιση  η οποία μπορεί να έχει κάποια αξία συνδικαλιστική,  θα μου επιτρέψετε όμως  να πω ότι δεν συνιστά απάντηση στην αγωνία του πολίτη και κυρίως των νέων πολιτών της νέας γενιάς.

Υπάρχουν αυτοί που πιστεύουν ότι ό,τι έγινε κακώς έγινε, ότι πουλημένοι πολιτικοί για κάποιους λόγους οι οποίοι είναι περίεργοι και ανεξήγητοι:  γιατί είναι κακοί άνθρωποι, γιατί είναι δεξιοί, γιατί είναι πουλημένοι στην τρόικα, βασανίζουν τον ελληνικό λαό και οδηγούν τον εαυτό τους σε πολύ δύσκολη πολιτική θέση, για να γίνει τι; Για να αναδειχθούν κάποιες άλλες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες εκφράζουν το αίτημα να παραμείνει η κατάσταση όπως έχει!!

Και αν αυτό οδηγήσει στην απόλυτη καταστροφή, δηλαδή στον εκμηδενισμό της οικονομίας της χώρας, με συνέπειες στην εξωτερική πολιτική στην ασφάλεια της χώρας, με συνέπειες στην κοινωνική συνοχή, αν αυτό οδηγήσει στην απόλυτη άνοδο των ακροδεξιών ,φασιστικών, ξενοφοβικών αντιλήψεων, δεν μας πειράζει

Αυτές είναι οι δυο διαφορετικές σχολές σκέψης, είναι δυο προσεγγίσεις. Σε τελευταία ανάλυση δημοκρατία είμαστε, ο ελληνικός λαός αποφασίζει, ο ελληνικός λαός αποφάσισε στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου του 2012 να δώσει την πλειοψηφία σε δυνάμεις, οι οποίες είχαν προεκλογικά ταχθεί υπέρ μιας συγκεκριμένης πολιτικής. Η Κυβέρνηση αυτή βασίζεται σε μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία που ανεδείχθη πριν από ένα μόλις χρόνο ,πριν από 14 μήνες.

Υπάρχει και η αντίληψη που λέει ότι «η νομιμοποίηση έχει χαθεί από την πρώτη στιγμή». Αυτό δεν προβλέπεται θεσμικά, δεν προβλέπεται μέσα από τη λειτουργία μιας κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Αν ο ελληνικός λαός θελήσει μια άλλη επιλογή, θελήσει την επιλογή να ακυρώσει τις θυσίες του και να δοκιμάσει λύσεις οι οποίες είναι, δεν λέω τυχοδιωκτικές, λέω ταχυδακτυλουργικές, μεταφυσικές, μπορούν να βγουν από το καπέλο ή από το μανίκι ενός νέου ξύπνιου πολιτικού ο οποίος θέλει να ηγηθεί της χώρας, ας το δοκιμάσει. Είναι μια επιλογή, την οποία μπορεί να κάνει ο ελληνικός λαός.

Όσο όμως υπάρχει η εντολή των εκλογών του Ιουνίου του 2012, υπάρχει η πλειοψηφία αυτή, υπάρχει το στοίχημα με την ιστορία για τη χώρα, για τη σωτηρία των ανθρώπων της που είναι η χώρα, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε αυτή τη δουλειά, η οποία θα κριθεί στο τέλος. Και βεβαίως, όπως έχω πει πολλές φορές, είναι εξαιρετικά δύσκολο να συγκρίνεις το βίωμα της κρίσης, το βίωμα της θυσίας, της περικοπής, της μείωσης των μισθών και των συντάξεων, με την θεωρητική συζήτηση πόσο μεγαλύτερη θα ήταν η καταστροφή, αν είχαμε ακολουθήσει την επιλογή της ανευθυνότητας.

Αυτό πρέπει να το δει κανείς σε σύγκριση με το τι έγινε σε άλλες χώρες και το  πιο εύκολο παράδειγμα που έχουμε, που είναι ένα εργαστήριο ,είναι η ιστορία που έζησε η Κύπρος, που ελπίζω να την ξεπεράσει πολύ γρήγορα γιατί της αξίζει να το ξεπεράσει πολύ γρήγορα και γιατί για λόγους εθνικούς θέλουμε να το ξεπεράσει πάρα πολύ γρήγορα και έχει την ευελιξία λόγω και μικρού μεγέθους να το πετύχει αυτό.

Δεν μπορεί να κάνουμε μια συζήτηση εν έτη 2013 σαν να μην μεσολάβησε τίποτε. Πραγματικά τίποτε, ούτε στην Ευρώπη, ούτε στην Ελλάδα, ούτε γενικότερα στην παγκόσμια οικονομία.

Από εκεί και πέρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο. Γιατί διεξάγεται ένας δημόσιος διάλογος με άνισους όρους. Είναι πολύ δύσκολο να μιλάς στο όνομα της λογικής, στο όνομα μιας δύσκολης πολιτικής, στο όνομα της αλήθειας, όταν έχεις να αντιμετωπίσεις παραδοσιακές μεθόδους δημαγωγίας, λαϊκισμού, που παρουσιάζουν εύκολες λύσεις ως εφικτές. Αυτός ο αγώνας παίζεται χωρίς κανόνες, είναι απολύτως άνισος και μπορεί να αποδειχθεί και καταστροφικός.

Εάν  αυτά τα λέγαμε πριν καταβληθεί αυτή η τεράστια προσπάθεια επί 3,5 χρόνια, άντε να πάει στο καλό. Δεν θα είχε γίνει αυτή η προσπάθεια. Αλλά το να έχει γίνει αυτή η προσπάθεια και λίγο πολύ να ξαναλέμε τα ίδια, αυτό θεωρώ ότι είναι μια αδυναμία να διδαχτούμε όχι από την ιστορία, αλλά από το βίωμά μας ,από το βίωμα των τελευταίων 3,5 ετών. Δεν νομίζω ότι έχει τέτοια αδυναμία ο ελληνικός λαός, να θυμηθεί το βίωμά του των τελευταίων ετών.

Θέλω λοιπόν να σας ευχαριστήσω για τη συμμετοχή σας και θα συνεχίσουμε το διάλογο αυτό, τον οποίο εμείς και ως Κόμμα οργανώνουμε συχνά – πυκνά, είναι ένας διαρκής διάλογος αλλά και στην Κυβέρνηση μέσα ως Αντιπρόεδρος σε συνεργασία και με τους Υπουργούς όχι μόνο που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ, αλλά με όλους τους Υπουργούς και φυσικά με τον Πρωθυπουργό με τον οποίο βρισκόμαστε σε πολύ στενή καθημερινή συνεννόηση, θα έχουμε την ευκαιρία να οργανώσουμε σε μικρότερους κύκλους το διάλογο αυτό, για να είναι και πιο πρακτικός και πιο αποτελεσματικός.

Σας ευχαριστώ.

 

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΜοντέλο ΑνάπτυξηςΠΑ.ΣΟ.ΚΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2013