22 Νοεμβρίου 2006

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατά τη συζήτηση επί των άρθρων 88, 90, 95, 98 και 100 του Συντάγματος.



1. Η αφορμή – Η νομολογία για τις αποδοχές των δικαστών

Άρκεσε μία μόνη κοινωνικά προκλητικά απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99, που δεν είναι καινούργιο και κακώς αποκαλείται «Μισθοδικείο» -είναι το παμπάλαιο δικαστήριο αγωγών κακοδικίας στο οποίο αναθέσαμε και την πρόσθετη αρμοδιότητα να επιλύει νομικά ζητήματα ευρύτερου ενδιαφέροντος, όταν πρόκειται για αποδοχές ή συντάξεις δικαστικών- προκειμένου να προκληθεί σάλος και να σκέφτονται σοβαρά τα κόμματα την ενδεχόμενη αλλαγή του συστήματος.

Πρέπει να σας πω ότι με την ισχύουσα συνταγματική ρύθμιση έχει περιοριστεί εντυπωσιακά ο αριθμός των αποφάσεων, γύρω από αποδοχές και συντάξεις δικαστικών λειτουργών, μόνο που πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι φτάσαμε στην απόφαση το 2001 να επιβάλουμε αυτήν την ειδική ρύθμιση επειδή επί τριάντα χρόνια – επί είκοσι πέντε χρόνια τότε- παρακολουθούσαμε ένα συστηματικό σχέδιο έκδοσης κατά διαστήματα ευνοϊκών αποφάσεων για την επέκταση αποδοχών και συντάξεων των δικαστικών λειτουργών με εφαρμογή διατάξεων, που αφορούσαν άλλες κατηγορίες προσωπικού του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Αυτό ξεκινάει από το 1980 και συνεχίζεται συστηματικά τόσο στα πολιτικά δικαστήρια και τον Άρειο Πάγο,που είχαν τότε τη δικαιοδοσία όσο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν απέκτησε αυτό τη δικαιοδοσία μετά την ολοκλήρωση της αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Το ενδιαφέρον είναι ότι και μετά την Αναθεώρηση του 2001 τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και το Ελεγκτικό Συνέδριο εξακολουθούν να δικάζουν υποθέσεις τέτοιες και να εκδίδουν σημαντικές αποφάσεις, υποθέσεις που πολύ συχνά έχουν ευρύτερο ενδιαφέρον ή υποθέσεις που εισήχθησαν πριν εκδοθεί ο εκτελεστικός νόμος.

Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις μεγάλες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετά το 2001 που προβαίνουν σε αυτό το χειρισμό και επεκτείνουν ρυθμίσεις για άλλους κλάδους στους δικαστές. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έτσι επέκτεινε τη φορολογική μεταχείριση του Ζ΄ ψηφίσματος, που αφορά τους Βουλευτές, επειδή η αποζημίωσή τους σε πολύ μεγάλο βαθμό στρέφεται στο κόμμα και στις ανάγκες του ή στις ανάγκες μιας πολιτικής δραστηριότητας και δεν συνιστά μηνιαίο εισόδημα, ατομικό ή οικογενειακό, σε όλους τους δικαστές, ενεργούς και συνταξιούχους.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ιωάννης Τραγάκης): Με ποια αιτιολογία;
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Με την αιτιολογία της ισοτιμίας Βουλευτών και δικαστών, για την οποία σας μίλησα την προηγούμενη φορά.
Επίσης, πρέπει να σας πω ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο με δύο αποφάσεις του…
ΦΩΤΗΣ ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Ποιου έτους;
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Του έτους 2003.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο, λοιπόν, με δύο αποφάσεις του έκρινε ότι οι αντιπρόεδροι του Αρείου Πάγου δικαιούνται μισθολογικής προαγωγής του βαθμό του πρόεδρου, αναπροσαρμόζει συντάξεις πρώην αντιπρόεδρων και συνυπολογίζει στις τακτικές αποδοχές την πάγια αποζημίωση των περίπου 890 ευρώ, μη παραπέμποντας την υπόθεση στο Ειδικό Δικαστήριο.

Καταθέτω στα Πρακτικά της Βουλής κατάλογο αποφάσεων των τακτικών δικαστηρίων και κυρίως του Αρείου Πάγου, του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα θέματα αυτά τόσο πριν όσο και μετά την Αναθεώρηση του 2001.

Α. Μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001 και την ανάθεση των σχετικών διαφορών στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 99.

1.    Το Ελεγκτικό Συνέδριο (ΙΙ. Τμήμα) με την 976/2003 απόφαση του (Διοικητική Δίκη, 2005, σελ. 519) έκρινε ότι οι Αντιπρόεδροι του Αρείου Πάγου δικαιούνται μισθολογική προαγωγή στο βαθμό του προέδρου, αναπροσάρμοσε τη σύνταξη πρώην αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, συνυπολόγισε στις τακτικές αποδοχές την πάγια αποζημίωση των 880,41 Ευρώ, αρνήθηκε να παραπέμψει την υπόθεση στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 99.

2.    Το Ελεγκτικό Συνέδριο (ΙΙ Τμήμα) με την 1091/2003 απόφαση του (Διοικητική Δίκη, 2005, σελ. 527)  συνυπολόγισε την πάγια αποζημίωση των 880,41 Ευρώ για τον κανονισμό της σύνταξης δικαστικού λειτουργού και επίσης δεν παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 99.

3.    Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την  3540/2003 (Το Σύνταγμα, 2003, σελ.1154) δεν παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειδικό Δικαστήριο γιατί η προσφυγή του αναιρεσιβλήτου είχε ασκηθεί πριν την θέση σε ισχύ του εκτελεστικού νόμου 3038/2002. Με την απόφαση αυτή το Συμβούλιο της Επικρατείας προέβη σε επεκτατική εφαρμογή στους δικαστικούς λειτουργούς των φορολογικών ρυθμίσεων που προβλέπει το Ζ’ ψήφισμα για τους βουλευτές. Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Επικράτειας η εξίσωση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις αποδοχές των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών είναι εφαρμοστέα και στην ανάλογη φορολογική τους μεταχείριση. Η επεκτατική εφαρμογή των αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεων του Ζ’ ψηφίσματος και στους δικαστικούς λειτουργούς δεν συνιστά -κατά την απόφαση- άσκηση  νομοθετικού έργου κατά παράβαση του άρθρου 80 του Συντάγματος, διότι αποτελεί εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή του ίδιου του Ζ’ ψηφίσματος και όχι άλλων κανόνων. Η εφαρμογή των διατάξεων καλύπτει κατά το Δικαστήριο και τις συντάξεις των αποχωρησάντων από την υπηρεσία δικαστικών λειτουργών. Παρόμοια είναι και η ΣτΕ 306/2001 (Το Σύνταγμα , 2002, σελ. 146).

Β. Πριν την αναθεώρηση του 2001

1.    Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τις αποφάσεις της 1751/1984, 1103/1986, 1104/1986, 1107/1986 επέκτεινε το επίδομα αυτ.χρήσης αυτοκινήτου που προβλεπόταν ρητά για τους ανώτατους πολιτικούς υπαλλήλους και στους δικαστικούς λειτουργούς.
Ειδικά δε με την 1751/1984 παραμερίστηκαν ως αντισυνταγματικές οι διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου 1405/1983 που απαγόρευε ρητά την επεκτατική εφαρμογή διατάξεων και την χορήγηση επιδομάτων, χορηγιών, αμοιβών κλπ. από το δημόσιο εφόσον δεν υπάρχει σχετική ρητή πρόβλεψη σε οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο. Δηλαδή αυτό που προτείνει ο κ. Αλογοσκούφης να θεσπιστεί ως συνταγματική διάταξη με την αναθεώρηση έχει ήδη κριθεί ως αντισυνταγματικό και φυσικά κατά την ίδια λογική και η συνταγματική διάταξης που θα προστεθεί θα κριθεί -φοβούμαι- ως αντισυνταγματική, επειδή κατά την αντίληψη αυτή του Αρείου Πάγου προσκρούει σε θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος, δηλαδή στην αρχή της ισότητα και στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών .

2.    Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 53/1983 και με την 1411/1986 απόφαση της επέκτεινε τα επιδόματα σπουδών των πανεπιστημιακών και στους δικαστικούς λειτουργούς.

3.    Το Συμβούλιο Επικρατείας με την 2477/1987 απόφαση του διατήρησε τη λογική της επέκταση των επιδομάτων  σπουδών των πανεπιστημιακών στους δικαστικούς λειτουργούς, παρότι στο μεταξύ είχε αλλάξει το πανεπιστημιακό μισθολόγιο και είχαν ενσωματωθεί τα επιδόματα στους βασικούς μισθούς. Παρόλα αυτά το διοικητικό εφετείο Θεσσαλονίκης με την 320/1993 απόφαση του (Διοικητική Δίκη, 1994, σελ. 913) έκρινε ότι δεν είναι αντισυνταγματική η περικοπή του επιδόματος των πανεπιστημιακών επειδή η ύπαρξη σπουδών   ενσωματώνεται στα τυπικά προσόντα της θέσης που κατέχουν και άρα στις άλλες αποδοχές τους.

4.    Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 680/1980 απόφαση της που επανελήφθη με την 1121/1986 επέκτεινε το ειδικό επίδομα συμμετοχής στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 όχι μόνο στα τακτικά αλά και σε όλα τα αναπληρωματικά μέλη και σε όλους τους αντιπροέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων επειδή είναι εν δυνάμει αναπληρωτές των προέδρων τους.

5.    Ο Άρειος Πάγος με την 1108/1986 και την 1109/1986 αποφάσεις της Ολομέλειας του επέκτεινε τα χρονοεπιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων στους δικαστικούς λειτουργούς.

6.    Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την 2393/1987 απόφαση του επέκτεινε  τον ευνοϊκό  υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας των δημοσίων υπαλλήλων και στους δικαστικούς λειτουργούς.

7.    Ο Άρειος Πάγος με τις 43/1987 και 44/1987 αποφάσεις της Ολομέλειας του επέκτεινε ρυθμίσεις του  πανεπιστημιακού μισθολογίου του νόμου 1517/1985 και στους δικαστικούς λειτουργούς, παρότι υπήρχαν σοβαρές διαφοροποιήσεις ως προς την ΑΤΑ και άλλα επιδόματα που λαμβάνουν οι δικαστές και όχι οι πανεπιστημιακοί.

8.     Ο Άρειος Πάγος με την 1470/1987 απόφαση της Ολομέλειας του (Το Σύνταγμα, 1978, σελ. 197 επ.) επέκτεινε τις ρυθμίσεις για αμοιβές από συμμετοχή σε επιτροπές και συμβούλια των δημοσίων υπαλλήλων και στους δικαστικούς λειτουργούς.

9.    Ο Άρειος  Πάγος με την 208/ 1981 απόφαση της Ολομέλειας του (Το Σύνταγμα 1982, σελ. 56) επέκτεινε  τις ρυθμίσεις για τα επιδόματα εκπαιδευτικής άδειας και τις διπλές αποδοχές και  στους δικαστικούς λειτουργούς.

10.    Ο Άρειος Πάγος με την 11/1982 απόφαση του (Το Σύνταγμα, 1982, σελ. 416) επέκτεινε επιδόματα που αφορούν αξιωματικούς Ενόπλων Δυνάμεων και στους εφέτες.

11.    Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την 3270/1994 απόφαση της Ολομέλειας του (Το Σύνταγμα, 1994, σελ. 438) επέκτεινε και στους δικαστικούς λειτουργούς τις φορολογικές απαλλαγές που είχαν θεσμοθετηθεί για τους βουλευτές.

12.    Το Συμβούλιο της Επικράτειας με την 1266/1995 απόφαση του (Το Σύνταγμα, 1997, σελ. 135) επέκτεινε τις ρυθμίσεις για τις υπερωρίες των δημοσίων υπαλλήλων στους δικαστικούς λειτουργούς, ώστε να διατηρείται η υπέρ των δικαστών απόσταση ως προς τις αμοιβές τους.

13.    Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την 1519/1995 απόφαση του (Νομικό Βήμα, 1996, σελ. 1051) επέκτεινε την ειδική αποζημίωση των υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου στους υπαλλήλους του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

14.    Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με την 2229 /2000 απόφαση του(Το Σύνταγμα, 2001, σελ. 409) επέκτεινε το μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών και στους στρατιωτικούς δικαστές που ούτως ή άλλως υπάγονται στο μισθολόγιο των αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων.

15.    Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την 26/1998 απόφαση του (Το Σύνταγμα, 2000, σελ. 175) θεμελίωσε συνταγματικά την διαφοροποίηση προς τα άνω της μισθολογικής μεταχείρισης των δικαστικών ως προς τους γιατρούς του ΕΣΥ.    

Στον κατάλογο περιλαμβάνονται τρεις ενδεικτικές αποφάσεις μετά το 2001 και δεκαπέντε αποφάσεις –θα μπορούσαν να είναι πάρα πολλές- πριν το 2001. Το «διά ταύτα» είναι ότι προφανώς και δεν υπάρχει καλύτερο σύστημα από το σύστημα που υπάρχει τώρα, εκτός και αν δημιουργηθεί ένα συνταγματικό δικαστήριο, όπως εγώ το φαντάζομαι, εκλεγόμενο από τη Βουλή –ζήτημα για το οποίο θα σας μιλήσω- το οποίο φυσικά θα μπορούσε να αναλάβει και την αρμοδιότητα αυτή. Αλίμονο, όμως, εάν τεθεί σε αμφιβολία το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 99 και αποκτήσουν την πλήρη δικαιοδοσία τα τακτικά δικαστήρια. Η κατάσταση αυτή θα οδηγηθεί σε ακραία φαινόμενα. Η νομολογία μιλάει μόνη της και μπορείτε να εντρυφήσετε, ώστε να είστε και πιο τεκμηριωμένοι στις δημόσιες αξιολογήσεις σας για το θέμα αυτό.

2. Η επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης

Πολύ συνοπτικά, επίσης, θέλω να πω ότι στο ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης δεν μπορέσαμε να βρούμε κοινό τόπο την προηγούμενη φορά. Η τετραετής θητεία των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ήταν το σημείο ισορροπίας. Οφείλουμε να το σεβαστούμε. Νομίζω ότι δεν μπορούμε να κάνουμε στην Αναθεώρηση αυτή, με τη συναίνεση που απαιτείται, τίποτε άλλο πέραν αυτού που προτείνει το ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Δηλαδή, να προβλέψουμε και ρητά στο Σύνταγμα κάτι που μπορεί να προβλέψει απευθείας και ο νόμος και ο Κανονισμός της Βουλής, την προηγούμενη ακρόαση από αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή των προτεινομένων προς προαγωγή στο Υπουργικό Συμβούλιο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

Η κοινοβουλευτική ακρόαση αποκαλύπτει πολλά. Η κοινοβουλευτική ακρόαση επιβάλλει σεβασμό στη δημοκρατία και στον κοινοβουλευτισμό. Η κοινοβουλευτική ακρόαση επιτρέπει τον έλεγχο της προσωπικότητας και του δημοκρατικού φρονήματος και του δικαστικού σθένους. Εάν ένας δικαστής δεν μπορεί να διέλθει με επιτυχία από τη δοκιμασία της κοινοβουλευτικής ακρόασης, δεν έχει τα εχέγγυα να δικάζει από του ύψους της έδρας του ανωτάτου δικαστή.

Και θα μπορούσα εγώ προσωπικά να συμφωνήσω και με το εξαετές όριο της θητείας των αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, εάν αυτό δεν περιλαμβάνει τους ήδη υπηρετούντες αντιπροέδρους, γιατί εάν είναι μέτρο εκπαραθύρωσης υπηρετούντων δικαστών μη αρεστών στην Κυβέρνηση, τότε όπως αντιλαμβάνεστε, υπάρχει σκάνδαλο θεσμικό με την πρόταση αυτή. Εμείς δεν είχαμε περιλάβει στη θητεία των τεσσάρων ετών τους υπηρετούντες τότε προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων. Είχε προβλεφθεί μεταβατική διάταξη για τους υπηρετούντες προέδρους, αλλά τέτοια πρόβλεψη δεν υπάρχει τώρα στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας. Άρα η θητεία εισάγεται εκ του πλαγίου, ως μέτρο εκδίωξης υπηρετούντων αντιπροέδρων, μη αρεστών στην Κυβέρνηση.

3. Ο έλεγχος των δημοσίων συμβάσεων

Επίσης σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί θεμάτων συμβάσεων, είναι πραγματικά κωμικό, να προβλέπει το Σύνταγμα δικαστικούς σχηματισμούς στο εσωτερικό του δικαστηρίου. Υπάρχει πάγια διαδικασία του οργανισμού του δικαστηρίου για το πώς συγκροτούνται τα τμήματα και πώς κατανέμονται οι αρμοδιότητες. Με απόφαση δε του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, λόγω των υπερβολών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έχουν διακανονιστεί οι αρμοδιότητες για τον προσυμβατικό έλεγχο.

Σκέφθηκε ποτέ κάποιος να ισχυριστεί εδώ μέσα ότι στερείται το Συμβούλιο της Επικρατείας της δικαιοδοσίας του, όταν υπάρχουν διοικητικές διαφορές ουσίας ή ακυρώσεως; Είναι πολύ συγκεκριμένη και οριοθετημένη η δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου και βεβαίως, αφορά τον προσυμβατικό έλεγχο από την οπτική γωνία της δημοσιονομικής διαχείρισης και του οικονομικού συμφέροντος του δημοσίου. Η προσωρινή και οριστική δικαστική προστασία παρέχονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αυτά τα θέματα έχουν λυθεί και όσα δεν έχουν λυθεί, πρέπει να είναι αντικείμενο το πολύ-πολύ κοινού νόμου.

4. Το σύστημα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας

Έρχομαι τώρα στο μείζον ζήτημα, που είναι το ζήτημα του συστήματος δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα. Κύριοι συνάδελφοι, για εμένα είναι περίεργο και προκλητικό, ενώ εξεγείρεται δήθεν η συνείδησή μας σε σχέση με τις αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου για τις αποδοχές δικαστών και ψάχνουμε να βρούμε δικονομική μεθόδευση -εγώ σας πρότεινα εκ μέρους του ΠΑ.ΣΟ.Κ. μια λύση δικονομική με τροπολογία, την οποία δεν δεχθήκατε- να παραμένουμε σιωπηλοί και αδιάφοροι απέναντι στο δικονομικό δράμα των συμβασιούχων. Οι συμβασιούχοι είναι η προσωποποίηση των αντιφάσεων, των κενών και των παραλογισμών του δικονομικού μας συστήματος. Ταλαιπωρούνται οι άνθρωποι αυτοί επί χρόνια στα διάκενα των δικαιοδοσιών. Τα πολιτικά δικαστήρια και τελικά ο Άρειος Πάγος τους λέει ότι «ναι, τα πολιτικά δικαστήρια μπορούν να προβαίνουν στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της εργασιακής σχέσης, να τη χαρακτηρίζουν αορίστου χρόνου, εάν εμφανίζεται ως έργου ή ορισμένου χρόνου κακώς». Το Συμβούλιο της Επικρατείας λέει ότι «δεν μπορεί να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής του διατάγματος 164/2004», (αυτό δεν έχει, όμως, καμία νομική λογική απολύτως καμία, διότι ή είναι συνταγματικό το διάταγμα και μπορεί ο κανονιστικός νομοθέτης να κάνει ό,τι θέλει ή δεν είναι) και αποδέχεται ότι ο θιγόμενος μπορεί να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της σχέσης του. Το Ελεγκτικό Συνέδριο έρχεται και λέει «όχι, τα πολιτικά δικαστήρια κακώς αποφαίνονται, ακυρώνω τις αποφάσεις, απαγορεύω την πληρωμή και την καταβολή ενσήμων». Μα, δεν τους λυπόμαστε τους ανθρώπους αυτούς; Αυτός είναι ο διάχυτος και ο παρεμπίπτων έλεγχος συνταγματικότητας στην Ελλάδα. Προκαλεί μακροχρόνιες κοινωνικές ομηρίες.

Θέλετε άλλα παραδείγματα; Το ύψος του εφάπαξ. Πόσα χρόνια θα κάνουμε, για να λύσουμε εάν είναι συνταγματικός ο περιορισμός στο ύψος του εφάπαξ; Για την επέκταση του προσωρινού προσωπικού επιδόματος σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους, πόσα δικηγορικά γραφεία πρέπει να χρηματοδοτηθούν από αυτές τις συλλογικές αγωγές, επειδή δεν έχουμε ένα δικαστήριο που μπορεί να τάμει το θέμα;

Για το οικογενειακό επίδομα των δημοσίων υπαλλήλων, όταν υπηρετούν και οι δύο σύζυγοι, σε έναν ή σε δύο συζύγους πόσα χρόνια πρέπει να περιμένουν;
Ως προς τη μεταφορά συντελεστή δόμησης, όταν έχουμε περιορισμό λόγω διατηρητέων ακινήτων ή άλλων ρυμοτομικών αναγκών, πόσο πρέπει να περιμένει ο πολίτης για να λυθεί το θέμα της συνταγματικότητας των σχετικών νόμων που έχουν ψηφιστεί από όλες τις κυβερνήσεις; Μένουμε αδιάφοροι στις ομηρίες αυτές που κοστίζουν σε χρήμα, σε ανάπτυξη και σε κοινωνική συνοχή;

Τι σύστημα ισχύει στην Ελλάδα; Ισχύει πράγματι σύστημα διαχύτου και παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου ελέγχου; Όποιος το λέει αυτό είτε δεν αντιλαμβάνεται δικονομικά τι συμβαίνει είτε ωραιοποιεί τις καταστάσεις. Δεν υπάρχει κανένα τέτοιο σύστημα. Ξέρετε έστω και ένα θέμα νομικό, συνταγματικότητας, που να έχει εκκαθαριστεί με οριστικό τρόπο, με απόφαση δικαστηρίου ουσίας, κατωτέρου ή ανωτέρου δηλαδή, ειρηνοδικείου, πρωτοδικείου ή εφετείου; Επικαλούμαι την πολιτική και νομική σας συνείδηση, για να μου πείτε ένα θέμα συνταγματικότητας τα τελευταία τριάντα χρόνια που να έχει λυθεί με απόφαση δικαστηρίου που δεν είναι ανώτατο. Άρα ποιος διάχυτος έλεγχος;

Ο έλεγχος ασκείται από τα ανώτατα δικαστήρια, μόνον από τα ανώτατα δικαστήρια. Σέβονται τα ανώτατα δικαστήρια το ένα τη δικαιοδοσία του άλλου; Όχι. Το σύστημα αυτό είναι που δημιουργεί προβλήματα αμφισβήτησης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Γιατί; Ενώ για πολλά θέματα η δικαιοδοσία ανήκει αναμφίβολα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, σε όλα τα μεγάλα πολιτικά θέματα συνταγματικότητας με δικονομικές μεθοδεύσεις στήθηκαν αντίθετες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, προκειμένου να οδηγηθούν οι υποθέσεις στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Έτσι έγινε με τη βασιλική περιουσία. Το Συμβούλιο της Επικρατείας είπε ότι είναι συνταγματικός ο νόμος, οδηγήθηκε η υπόθεση τεχνητά στον Άρειο Πάγο, για να πει ότι είναι αντισυνταγματικός.

ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Το στήθηκαν τι σημαίνει;
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Μεθοδεύτηκαν.
ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Από πού;
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Από διάφορους πολιτικούς και άλλους κύκλους.
Νόμος-πλαίσιο για τα πανεπιστήμια. Μεγάλη αντιδικία. Απεφάνθη η μείζων ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι ο νόμος είναι συνταγματικός, στήθηκε δίκη στα πολιτικά δικαστήρια, για να εκδοθεί αντίθετη απόφαση του Αρείου Πάγου και έτσι πήγαμε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.
ΦΩΤΗΣ ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Τώρα θα στήνονται στο συνταγματικό δικαστήριο.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Τώρα δεν θα στήνονται.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ιωάννης Τραγάκης): Πότε έγινε αυτό, κύριε Βενιζέλο;
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Διαχρονικά. Το ένα έγινε το ’82-’83 και το άλλο έγινε το 1998.
ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Γι' αυτό επιμένουμε στην έκφραση και στις χρονικές συντεταγμένες.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Ποιοι το έστηναν, όμως. Συντηρητικοί κύκλοι έστηναν τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου.
Προσέξτε τώρα. Το ελληνικό δικαστικό σύστημα σταματά στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο; Μα, ούτως ή άλλως στην ελληνική έννομη τάξη λειτουργούν δύο συνταγματικά δικαστήρια. Λειτουργεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που υπέρκειται όλων των ελληνικών δικαστηρίων και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που είναι το συνταγματικό δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και τα δύο ασκούν συγκεντρωτικό έλεγχο που είναι ουσιαστικά έλεγχος συνταγματικότητας σε πολύ μεγάλο βαθμό. Γιατί συνταγματικά θέματα, θέματα Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και θέματα Κοινοτικού Δικαίου, ιδίως πρωτογενούς, συμπλέκονται και συνυφαίνονται.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΔΕΝΔΙΑΣ: Δεν καλύπτουν το σύνολο.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Καλύπτουν σχεδόν το σύνολο. Καλύπτουν και θέματα εκτός ύλης των δικαστηρίων, όπως είναι η βουλευτική ασυλία όπως είδαμε.
Θέλουμε ένα διάχυτο σύστημα; Εγώ προσωπικά είμαι θερμός οπαδός του διαχύτου συστήματος. Πώς φαντάζομαι το δικαστή στον έλεγχο; Τον φαντάζομαι ως έναν πρωτοδίκη, ως έναν εφέτη θαρραλέο, επαγγελματικά και επιστημονικά καταρτισμένο που όταν φθάνει να πει ότι μια διάταξη είναι αντισυνταγματική, έχει το σθένος και την ικανότητα να συντάξει μια εμπεριστατωμένη απόφαση, να αποκτήσει φήμη και να επιβληθεί ως προσωπικότητα στο δικαστικό στερέωμα, μια απόφαση ικανή να προκαλέσει μια σοβαρή συζήτηση αμέσως στην ολομέλεια του αντίστοιχου ανωτάτου δικαστηρίου, του Αρείου Πάγου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας και αν η ολομέλεια πει ότι είναι αντισυνταγματικός ο νόμος, να πάει στο συνταγματικό δικαστήριο. Αυτό θα δώσει ώθηση στο δικαστή, το σοβαρό που έχει άποψη, τη λέει και επιβάλλεται στους κύκλους του κλάδου του. Αλλιώς τι περιμένουμε; Να βγάλει μια απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, για να αρθεί μετά, να βγάλει μια απόφαση το πολυμελές, να την ακυρώσει το εφετείο και μετά να γίνει αναίρεση ή αναίρεση υπέρ του νόμου. Δηλαδή, κοροϊδευόμαστε και κοροϊδεύουμε και το δικαστή, λέγοντάς του ότι έχει δικαιοδοσία να προβαίνει σε έλεγχο συνταγματικότητας, ενώ δεν έχει.

Άρα γιατί στην Ευρώπη έχει επικρατήσει το σύστημα του συνταγματικού δικαστηρίου; Για τους ίδιους λόγους που έχει επικρατήσει σε όλη την Ευρώπη, πλην των χωρών που παραδοσιακά δεν αποδέχονται ουσιαστικά τον έλεγχο, για να προστατεύσουν το κοινωνικό κράτος, γιατί φοβόνταν ότι θα προκληθούν προβλήματα στο κοινωνικό κράτος. Πρόκειται για τις τρεις σκανδιναβικές χώρες, Φινλανδία, Δανία, Σουηδία.

ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Στη Γαλλία έχουμε μια ιδιαιτερότητα από το ‘58 και μετά.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Στη Γαλλία τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια το συνταγματικό συμβούλιο ενεργεί κανονικά ως συνταγματικό δικαστήριο.
Τι λέει η εμπειρία των ευρωπαϊκών χωρών; Θα δείτε τα στοιχεία που παραθέτει ο συνάδελφός μου, ο κ. Χρυσόγονος, στο κοινό βιβλίο που εκδώσαμε για το πρόβλημα της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ιωάννης Τραγάκης): Δηλαδή, στα περισσότερα κράτη της Ευρώπης ισχύει το συνταγματικό δικαστήριο;
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Στα συντριπτικώς περισσότερα κράτη υπάρχει συνταγματικό δικαστήριο με τα μέλη να εκλέγονται από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία ή με πρόταση του Προέδρου της Δημοκρατίας ή τούμπαλιν.
Προσέξτε τώρα. Τι λέει η επιστήμη; Εγώ είμαι υπέρ του συνταγματικού δικαστηρίου. Ο κ. Χρυσόγονος είναι υπέρ του συνταγματικού δικαστηρίου. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που προλογίζει το βιβλίο μας, ο συνάδελφος κ. Σκουρής, είναι υπέρ του συνταγματικού δικαστηρίου.Ο καθηγητής κ. Κασιμάτης, σε ανύποπτο χρόνο, είναι υπέρ του συνταγματικού δικαστηρίου.
ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ: E, λοιπόν; Και πόσοι άλλοι δεν είναι.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Ο καθηγητής κ. Αλιβιζάτος, ήταν το 1992, υπέρ ενός ειδικού δικαιοδοτικού οργάνου για πολιτικού χαρακτήρα ζητήματα. Ο αείμνηστος Αριστόβουλος Μάνεσης, πρώτος ετάχθη, υπέρ της σύστασης συνταγματικού συμβουλίου. Για να έχετε μία αίσθηση του τι λέει ο επιστημονικός διάλογος. Υπάρχουν όλα αυτά στις υποσημειώσεις του βιβλίου που σας έδωσα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ιωάννης Τραγάκης): Ο κ. Βενιζέλος τεκμηριώνει με πολύ δυνατό τρόπο την ίδρυση του συνταγματικού δικαστηρίου.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Προσέξτε τώρα, ποιος είναι κατά τη γνώμη μου ο μεγάλος κίνδυνος. Ο μεγάλος κίνδυνος είναι να κάνουμε αυτό που προτείνει η Νέα Δημοκρατία. Να πάρουμε το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με την τυχαία σύνθεση και να το κάνουμε συνταγματικό δικαστήριο. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ως εκλογοδικείο, το 1990 αφήρεσε μία έδρα από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην Κέρκυρα για να αποκτήσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, εκατόν πενήντα μία έδρες στη Βουλή. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ως εκλογοδικείο, αφαίρεσε μια έδρα από το ΠΑ.ΣΟ.Κ πάλι, τη γνωστή έδρα για τα «λευκά» και όλη η Βουλή ήλθε σύσσωμη και ψήφισε νόμο, αντικρούοντας την ερμηνεία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που προέβη σε έλεγχο συνταγματικότητας. Ποιο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο; Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο στο οποίο ήταν μέλος ο κ. Βερέτσος, ο οποίος λέει, με τιμωρήσατε και δεν με κάνατε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, επειδή ψήφισα κατά των «λευκών». Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από το να κάνουμε συνταγματικό δικαστήριο, μετατρέποντας το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο σε συνταγματικό.
Τι λέει η εμπειρία; Ένα όργανο υπάρχει μόνο στις δημοκρατίες. Το Κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο, αλλά με αυξημένη πλειοψηφία 2/3. Γιατί αυτό ισχύει στις παλιές και τις νέες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με παραλλαγές; Όχι μόνο στη Γερμανία. Στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Αυστρία, στην Ισπανία, στην Ιταλία, στην Πορτογαλία, και φυσικά πολιτικά όργανα επιλέγουν στην Κύπρο, στη Λετονία, στη Λιθουανία, στη Μάλτα, στην Πολωνία, στη Σλοβακία, στη Σλοβενία, στη Τσεχία. Γιατί ; Διότι, όταν πας σε μια συναινετική διαδικασία 2/3, μεταξύ των ανωτέρων και ανωτάτων δικαστών και των καθηγητών νομικής μόνο, όχι σε ευρύτερο κύκλο, με πλειοψηφία δικαστικών, αναγκαστικά θα επιλέξεις πρόσωπα σοβαρά, μετριοπαθή, πρόσωπα που δεν έχουν προκαλέσει, πρόσωπα τα οποία μπορούν να συγκεντρώσουν ψήφους απ’ όλες τις πτέρυγες. Με εφάπαξ θητεία μη ανανεώσιμη, μακρά, επτά ετών, με αίσθηση δημοκρατικής νομιμότητας, με αίσθηση ότι η απόφαση εκδίδεται και εκτελείται στο όνομα του ελληνικού λαού.
Εάν δεν το κάνουμε αυτό, θέματα όπως η κοινωνική συνοχή, η σχέση με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, η σχέση με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι πολιτικές γης, δεν πρόκειται να αντιμετωπιστούν ποτέ. Το κοινωνικό κόστος μέσα από τις ομηρίες μεγάλων κοινωνικών ομάδων που σας ανέπτυξα προηγουμένως και το αναπτυξιακό κόστος, θα είναι τεράστιο. Όμως εγώ, δεν πρόκειται να ψηφίσω στην Ολομέλεια εν λευκώ την αναθεώρηση του άρθρου 100. Διότι μπορεί ονομαστικά να λέει η Νέα Δημοκρατία συνταγματικό δικαστήριο. Και εγώ λέω συνταγματικό δικαστήριο, αλλά ποιο συνταγματικό δικαστήριο; Είναι τελείως διαφορετική η δική μου προσέγγιση από τη προσέγγιση της Νέας Δημοκρατίας.
ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Στη δική μας προσέγγιση κοντά είστε.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Εάν οι εκατόν εξήντα πέντε Βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας θέλουν να καταστήσουν αναθεωρητέα τη διάταξη, ας το κάνουν. Αλλά εκατόν ογδόντα ψήφους δεν θα έχουν. Και στην επόμενη Βουλή η δική μας πλειοψηφία, γιατί αυτό εμείς θέλουμε, να είμαστε πλειοψηφία, συναινετικά μπορεί να διαμορφώσει τη διάταξη του άρθρου 100 και το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη διάταξη του άρθρου 16, γιατί αναθεώρηση λέτε εσείς, αναθεώρηση λέμε και εμείς, αλλά διαφορετικά την εννοούμε.
Και μόνον η εγγύηση των εκατόν ογδόντα ψήφων στην επόμενη Βουλή μπορεί να προστατεύσει το κύρος της διαδικασίας και την πραγματική συναίνεση.

 


*Βλ. σχετικά Ευ. Βενιζέλος, Το αναθεωρητικό κεκτημένο, 2002, σελ. 325 επ., του ίδιου, Συνταγματική αυτοσυνειδησία ή αναθεωρητικός οίστρος, 2006, σελ. 42 επ., 90 επ. Επίσης Ευ. Βενιζέλος – Κ. Χρυσόγονος, Το πρόβλημα της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, (Πρόλογος Β. Σκουρή), 2006.