13 Δεκεμβρίου 2006

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατά τη συζήτηση επί της Αναθεώρησης του Συντάγματος: Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους (άρθρα 3 και 13).



1.Σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας και θρησκευτικής ελευθερίας

Το ζήτημα των σχέσεων κράτους-εκκλησίας και το επίπεδο προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας, είναι δύο πολύ μεγάλα τεμνόμενα, αλλά όχι ταυτιζόμενα θέματα που απασχολούν κάθε κοινωνία και πολύ περισσότερο κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία.

Η Ελλάδα και ως κράτος και ως κοινωνία δεν έχει λόγους να νιώθει κάποιο ιδιαίτερο σύμπλεγμα κατωτερότητας σε σχέση με το Σύνταγμα και τη νομοθεσία της, αλλά οφείλει να έχει πλήρη συνείδηση του επιπέδου στο οποίο κινείται το κανονιστικό της οπλοστάσιο.  Είναι αλήθεια ότι η συντριπτική πλειονότητα των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Στρασβούργου που αφορούν την Ελλάδα, έχουν ως αφετηρία τη θρησκευτική ελευθερία και το επίπεδο προστασίας της στην ελληνική επικράτεια. 

Επίσης, είναι αλήθεια, ότι στις ετήσιες εκθέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης, του αμερικανικού Υπουργείου των Εξωτερικών, για το επίπεδο της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας ανά τον κόσμο, η θέση της Ελλάδας βελτιώνεται, ενώ ανοίγουν μέτωπα με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, με αφορμή τις σέκτες και, πιο συγκεκριμένα, το νομικό καθεστώς της Εκκλησίας της επιστημολογίας.

Πρέπει να προσεγγίσουμε το Σύνταγμά μας με έναν τρόπο ψύχραιμο, καθαρά θεσμικό, χωρίς καμία μεταφυσική απόκλιση. Τι συμβαίνει στην Ελλάδα; Στην Ελλάδα, δυστυχώς, η επιστημονικά κρατούσα και ορθή ερμηνεία του άρθρου 3 που θεωρεί ότι ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» είναι περιγραφικού χαρακτήρα και καταγράφει την πραγματικότητα πως η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού πρεσβεύει το ορθόδοξο ανατολικό δόγμα –αυτή η ορθή ερμηνεία- δεν γίνεται πάντοτε δεκτή.

Υπάρχουν μέσα στη Βουλή δηλώσεις –πολύ πρόσφατα ηχούν στα αυτιά μου δηλώσεις του τότε Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου της Νέας Δημοκρατίας, του κ. Πολύδωρα- υπάρχουν μεμονωμένες επιστημονικές θέσεις και νομολογιακές εκδοχές που επιχειρούν να εμφανίσουν την έννοια της επικρατούσας θρησκείας τελείως διαφορετικά και να την ταυτίσουν με την επίσημη ή κρατική θρησκεία.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να εισάγεται εκ του πλαγίου μια επικίνδυνη απόκλιση από τον απόλυτο και πλήρη σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 13, σε συνδυασμό με την γενική αρχή της ισότητας του άρθρου 4.

Εφόσον, λοιπόν, παρά την επικρατούσα αντίληψη, υπάρχουν και εμφανίζονται συχνά απόψεις που ιδεοληπτικά επιμένουν σε μία άλλη λανθασμένη και επικίνδυνη ερμηνεία του όρου «επικρατούσα θρησκεία» στο άρθρο 3, είμαστε υποχρεωμένοι με τη μέθοδο της ερμηνευτικής δήλωσης να προσδώσουμε στο άρθρο 3 το κανονιστικό περιεχόμενο που πάντα είχε και ιστορικά είναι επιβεβαιωμένο ότι έχει.

2. Ο ιστορικός λόγος ύπαρξης του άρθρου 3

Το άρθρο 3 έχει ενταχθεί στα ελληνικά συνταγματικά κείμενα για λόγους τελείως διαφορετικούς από αυτούς που νομίζουμε. Πρόθεση του αρχικού συντακτικού νομοθέτη δεν ήταν να ρυθμίσει τις σχέσεις κράτους-εκκλησίας, αλλά τις σχέσεις της τότε νεοσύστατης, πολιτειοκρατικά αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Όπως γνωρίζετε, η αυτοκεφαλία της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας επιβλήθηκε από την βαυαροκρατία, επιβλήθηκε πολιτειοκρατικά κατά την εφαρμογή ενός μοντέλου που δεν έχει καμία σχέση με την ορθόδοξη παράδοση και με την ελληνική ιστορία. Επρόκειτο για τη μεταφορά προτεσταντικών πολιτειοκρατικών αντιλήψεων που είχαν εν μέρει επηρεάσει και την ορθόδοξη πρακτική επί της περιόδου του Μεγάλου Πέτρου και ακριβώς για το λόγο αυτό, προβλέφθηκε μια συνταγματική ρύθμιση, η οποία ήταν προαναγγελία της καλής πρόθεσης της ελληνικής κυβέρνησης να ρυθμίσει τις σχέσεις αυτής της πολιτειοκρατικά αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Αυτή η ιστορική καταγωγή του άρθρου 3 οδηγεί και εμένα –και έτσι φθάσαμε και στην πρόταση του ΠΑ.ΣΟ.Κ- να αποδεχθώ την ανάγκη διατήρησης του άρθρου 3, γιατί στο άρθρο 3 περιλαμβάνονται διαφορετικά θέματα, τα οποία δεν μπορούμε να θίξουμε, με κορυφαίο το θέμα του σεβασμού της διεθνούς υπόστασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

3. Η ανάγκη αυθεντικής ερμηνείας

Αυτό, όμως, αφορά το κείμενο και το γράμμα της διάταξης. Δεν αφορά την αναγκαία αυθεντική της ερμηνεία με ερμηνευτική δήλωση.
Αν, λοιπόν, θέλουμε η Ελλάδα να κινηθεί στο επίπεδο του ευρωπαϊκού νομικού και θεσμικού πολιτισμού, να σέβεται τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να μη δέχεται μομφές και κατηγορίες για παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας και της θρησκευτικής ισότητας, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε κάτι πάρα πολύ απλό και πάρα πολύ αποτελεσματικό, να ερμηνεύσουμε δηλαδή αυθεντικά την έννοια «επικρατούσα θρησκεία» στο άρθρο 3.

Εάν, λοιπόν, γίνει αποδεκτή η πρότασή μας και αν αυτά που λέει η επίσημη εκπροσώπηση της Νέας Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης αληθεύουν, τότε δεν έχουμε παρά να πούμε κάτω από το άρθρο 3 ότι η επικρατούσα θρησκεία είναι μια απλή περιγραφή και μία απλή διαπίστωση της πεποίθησης του ελληνικού λαού κατά πλειοψηφία και ότι σε καμία περίπτωση επικρατούσα θρησκεία δεν σημαίνει επίσημη ή κρατική θρησκεία.

Το ελληνικό κράτος δεν είναι θρησκευόμενο κράτος, δεν έχει επίσημη θρησκεία, δεν αντιμετωπίζει με υποδεέστερο τρόπο άλλα δόγματα και άλλες θρησκείες.
Πρέπει, επίσης, να πούμε κάτι αυτονόητο. Σε καμία περίπτωση, το άρθρο 3 δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για τη θεμελίωση εξαιρέσεων ή αποκλίσεων από τη θρησκευτική ελευθερία και τη θρησκευτική ισότητα του άρθρου 13.

Επίσης, πρέπει να πούμε ρητά ότι υπάρχει υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας των λειτουργών όλων των θρησκειών και όλων των δογμάτων. Αυτό απορρέει ούτως ή άλλως και από ειδική διάταξη του άρθρου 13 για την άσκηση εποπτείας της Πολιτείας επί των λειτουργών όλων των θρησκειών και όλων των δογμάτων.

4. Τα επτά επίπεδα σχέσεων κράτους – θρησκευτικού φαινομένου

Έχω γράψει στα σχετικά κείμενά μου, που σας τα έχω μοιράσει, ότι ουσιαστικά ενυπάρχουν επτά διαφορετικά επίπεδα σχέσεων κράτους και εκκλησίας.
Έχουμε τις σχέσεις ελληνικού κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία εμπεριέχει και τις Νέες Χώρες, άρα είναι δισυπόστατη. Αφενός μεν είναι η παλιά αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, αφετέρου δε οι μητροπόλεις των Νέων Χωρών, που ούτως ή άλλως ανήκουν στο δεύτερο επίπεδο, που είναι οι σχέσεις ελληνικού κράτους και Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Υπάρχει ένα τρίτο επίπεδο, που είναι οι σχέσεις του ελληνικού κράτους με κάθε άλλο θρήσκευμα, κάθε άλλο δόγμα και κάθε άλλη μη θρησκευτική, αλλά, ενδεχομένως, φιλοσοφική οντότητα, που επίσης προστατεύεται, κατά τα διεθνή και ευρωπαϊκά κείμενα προστασίας των θρησκευτικών ελευθεριών.
Υπάρχει ένα τέταρτο επίπεδο, που είναι το forum internum, η προσωπική σχέση κάθε ατόμου με το θρησκευτικό φαινόμενo.

Υπάρχει ένα πέμπτο επίπεδο, που αφορά τις σχέσεις κοινωνίας και εκκλησίας, που δεν μπορούν να ρυθμιστούν συνταγματικά, παρά μόνο μέσα από τον κανόνα της θρησκευτικής ελευθερίας.

Υπάρχει ένα έκτο επίπεδο που είναι οι σχέσεις όλων των θρησκευτικών οντοτήτων με την έννομη τάξη και άρα με το δικαστικό έλεγχο. Γιατί φυσικά όλες οι συμπεριφορές σε μία έννομη τάξη υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.

Υπάρχει και ένα έβδομο επίπεδο, το οποίο προσδιορίζεται από τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας.

Μπορούμε να είμαστε καθαροί και σαφείς στα θέματα αυτά; Κατά τη γνώμη μου, μπορούμε. Μπορούμε να τυποποιήσουμε στο Σύνταγμα τις επικρατούσες και ορθές ερμηνείες. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, δίνει πλήρη απάντηση σε όλα τα θέματα. Εμένα θα μου αρκούσε αυτή η ερμηνευτική δήλωση, για να ερμηνευθούν ορθά, σύμφωνα με τη θρησκευτική ελευθερία, και όλες οι διατάξεις που αφορούν το θρησκευτικό τύπο του όρκου: Για τους Βουλευτές, για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Να ερμηνευθεί ορθά το άρθρο 16. Να ερμηνευθεί ορθά το σύνολο της κοινής νομοθεσίας.

5. Ο κίνδυνος της ερμηνευτικής αντιδιαστολής

Προσέξτε, όμως, ποιον κίνδυνο έχουμε. Εάν η πρόταση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που κατ’ αποτέλεσμα τη στηρίζει και το Κομμουνιστικό Κόμμα και ο Συνασπισμός που θέλουν μια πιο καθαρή λύση -άρα δεν έχουν λόγο να μη δεχθούν την ερμηνευτική δήλωση- απορριφθεί από την Πλειοψηφία, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί μια ερμηνευτική αντιδιαστολή.

Πρέπει η Κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική Πλειοψηφία να έχουν δηλώσει με τον πιο καθαρό και κατηγορηματικό τρόπο ότι αποδέχονται αυτήν την ερμηνεία, που σημειωτέον την αποδέχεται και η Εκκλησία της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία της Ελλάδος επισήμως και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με την καθαρή και σοφή φωνή του Οικουμενικού Πατριάρχη, να έρχονται και να λένε: «Ναι, έτσι αντιλαμβανόμαστε το άρθρο 3 και την έννοια της επικρατούσας θρησκείας, ως διαπίστωση του θρησκευτικού φρονήματος της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, ως περιγραφή και όχι ως επίσημη κρατική θρησκεία και εμείς να θεωρούμε ότι το άρθρο 3 εισάγει απόκλιση από την θρησκευτική ελευθερία και ισότητα και να έχουμε συναδέλφους, οι οποίοι υπερακοντίζουν τη θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου;

Υπάρχουν δύο εκδοχές της Ορθοδοξίας στον κόσμο: Μία εκδοχή, που αρχίζει πια και σπανίζει, πλειονοτικής Ορθοδοξίας σε χώρες που νοιώθουν ότι η πλειοψηφία είναι ορθόδοξη και οι σχέσεις με το κράτος ειδυλλιακές. Ελλάδα – Κύπρος.

Υπάρχουν όμως – από την άλλη - πάμπολλες εκδοχές μειονοτικής Ορθοδοξίας, πάμπολλες εκδοχές όπου οι ορθόδοξες κοινότητες και η ορθόδοξη εκκλησία είναι πολύ μικρή και πιεζόμενη μειονότητα. Πρέπει εμείς, όταν διαμορφώνουμε το Σύνταγμά μας, να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι και άλλες χώρες διαμορφώνουν συντάγματα και ερμηνεύουν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση δικαιωμάτων του Ανθρώπου, την Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Σύμφωνο των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων του Ο.Η.Ε.

Άρα εμείς πρέπει πάντα να διαμορφώνουμε το Σύνταγμά μας, έτσι ώστε να προστατεύουμε και την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας. Αν πράγματι ενδιαφέρονται οι συνάδελφοι της Νέας Δημοκρατίας για την Ορθοδοξία και το μέλλον της στο σύγχρονο κόσμο, τότε πρέπει το δικό μας συνταγματικό καθεστώς να είναι τέτοιο που να μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός και για άλλες χώρες, την πορεία των οποίων θέλουμε να κρίνουμε με βάση τα επιτεύγματα και τα κεκτημένα του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού.

Δεν μπορεί το μείζον θέμα να είναι η συμμόρφωση της Τουρκίας με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης και του Ελσίνκι και εμείς να μη λαμβάνουμε υπ’ όψιν πώς πρέπει να είναι διατυπωμένο ιδεωδώς ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό Σύνταγμα, το ελληνικό Σύνταγμα, ως αποτύπωση του ευρωπαϊκού μέσου όρου και του ευρωπαϊκού κεκτημένου!

Πώς, λοιπόν, μπορούμε να διασφαλίσουμε και την ιστορική μνήμη και τη σχέση σεβασμού και αλληλοπεριχώρησης που υπάρχει μεταξύ του ελληνικού κράτους και του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τη σχέση αμοιβαίου σεβασμού και διακριτών ρόλων μεταξύ του ελληνικού κράτους και της Εκκλησίας της Ελλάδος και τη θρησκευτική ελευθερία και ισότητα όλων; Με την απλή μέθοδο που προτείνει το ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Κύριε Υπουργέ, απευθύνομαι σε εσάς, ως επιστήμονα και ως εκπρόσωπο της Κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού στην Αίθουσα αυτή. Συμφωνείτε ότι η ορθή ερμηνεία της έννοιας «επικρατούσα θρησκεία» είναι πως περιγράφει τη θρησκευτική θέση και προδιάθεση της πλειοψηφίας του ελληνικού πληθυσμού και δεν σημαίνει «επίσημη ή κρατική θρησκεία»;

Συμφωνείτε ότι το άρθρο 3 σε καμία περίπτωση δεν συνιστά συνταγματικό έρεισμα απόκλισης από τον απόλυτο κανόνα της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας του άρθρου 13;

Συμφωνείτε ότι πρέπει να είναι διασφαλισμένη και προφανής η απόλυτη κομματική και πολιτική ουδετερότητα των θρησκευτικών κοινοτήτων και των θρησκευτικών λειτουργών όλων των θρησκειών και όλων των δογμάτων;

Αυτό πρέπει να το πείτε ρητά και κατηγορηματικά, για να υπάρχει στα Πρακτικά της Επιτροπής Αναθεώρησης της Αναθεωρητικής Βουλής. Καλό θα ήταν να το δεχθείτε και ως συγκεκριμένη διατύπωση αυθεντικής ερμηνείας του Συντάγματος, υπό τη μορφή ερμηνευτικής δήλωσης υπό το άρθρο 3.

Δεν μπορείτε να μη κάνετε αυτήν την απερίφραστη δήλωση. Δεν μπορείτε να μη δεχθείτε αυτό που δέχεται η διεθνής νομολογία, η επιστήμη, η ιστορία των διατάξεων αυτών. Δεν μπορείτε να αφήσετε ελεύθερες και απεριόριστες εκδοχές πολιτικού λόγου και εκδοχές δικαστικού λόγου που οδηγούν εκτεθειμένη τη χώρα στο Στρασβούργο.

Θέλουμε να προσφέρουμε υπηρεσίες και στηρίζουμε το μήνυμα της Ορθοδοξίας; Ας σεβαστούμε το ρόλο της εκεί που είναι εμπερίστατη, εκεί που είναι μειονοτική, σε άλλες χώρες. Ξέρετε πόσο μικρό ποσοστό στο συνολικό πληθυσμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Μόλις το 2% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Πρέπει, λοιπόν, να σκεφτόμαστε με όρους οι οποίοι είναι ευρύτεροι της συγκυρίας. Η πρότασή μας είναι σύγχρονη. Διασφαλίζει θεσμικά τους διακριτούς ρόλους κράτους και εκκλησίας. Είναι απολύτως εναρμονισμένη με την ιστορία και την παράδοση του τόπου αυτού. Σέβεται την Ορθοδοξία υπό όλες τις εκδοχές της τις εκκλησιολογικές. Σέβεται κάθε πολίτη στον τόπο αυτό, κάθε κάτοικο της ελληνικής επικράτειας που υπόκειται στην ελληνική και ευρωπαϊκή έννομη τάξη και δίνει πλήρη λύση με τον πιο απλό και λιτό τρόπο σε ένα διαχρονικό πρόβλημα, που έχει γίνει εστία αντιθέσεων και διχασμού πάρα πολλές φορές.

Περιμένω από τον Υπουργό Εσωτερικών, τον καθηγητή και συνάδελφό μου Προκόπη Παυλόπουλο, να τοποθετηθεί στο θέμα αυτό. Διότι εμείς έχουμε μια διάθεση απολύτως συναινετική, αλλά η Κυβέρνηση οφείλει να τοποθετηθεί όχι με έναν κομματικό συγκυριακό και, δυστυχώς, ενίοτε και πολιτικάντικο τρόπο. Οφείλει να τοποθετηθεί ιστορικά, θεσμικά, ερμηνευτικά. Να προστατεύσει το κύρος της χώρας και την ενότητα της κοινωνίας και του ελληνικού λαού.

 


 *Βλ. σχετικά Ευ. Βενιζέλος, Συνταγματική αυτοσυνειδησία ή αναθεωρητικός οίστρος;, 2006, σελ. 71 επ., του ίδιου, Οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας, 2000.