[Δημήτρης Θ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, τόμος Α, τόμος Β, τόμος Γ ]

 

Πρόλογος Επανέκδοσης

 

Το «Συνταγματικό Δίκαιο» του Δημήτρη Θ. Τσάτσου παρότι τρίτομο συνιστά την επιτομή  της επιστημονικής και παιδαγωγικής πτυχής της πολύπτυχης προσωπικότητάς του.

Το έργο αυτό, που ευτυχώς επανεκδίδεται με πρωτοβουλία του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου / Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου ανήκει - για την ακρίβεια ανήκε εξαρχής και κατά μείζονα λόγο ανήκει τώρα, δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα του - στον βραχύ κατάλογο των κλασικών έργων της βιβλιογραφίας του ελληνικού Συνταγματικού Δικαίου.

Πρόκειται για έργο - επιστημολογικό κανόνα διεθνών προδιαγραφών. Ο υποδειγματικός χαρακτήρας του έργου φαίνεται καταρχάς στη γενναιοδωρία με την οποία συγκροτείται η ταυτότητά του, με την μνεία όλων των μαθητών του συγγραφέα που τον συνέδραμαν κατά καιρούς στα συγγραφικά διαβήματά του που είχαν ως αντικείμενο εγχειρίδια ή συστηματικά έργα. Στον πατέρα του, φίλο και δάσκαλο του, όπως τον χαρακτηρίζει, Θεμιστοκλή Δ. Τσάτσο, είναι αφιερωμένος ο  τόμος Α´ και στους μαθητές του και μετέπειτα συναδέλφους του ο τόμος Β´.

Ο Δημήτρης Τσάτσος είχε πλήρη αίσθηση αυτής της αλληλουχίας, αυτής της κοινότητας και αυτής της οιονεί αποστολικής διαδοχής.

Όλο του άλλωστε το συγγραφικό έργο, ιδίως το  διδακτικού χαρακτήρα, απηχεί τον απόλυτο σεβασμό στον αναγνώστη, στον κατηχούμενο καταρχάς στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου που μυείται σταδιακά και εντέλει εμβαπτίζεται σε ένα τρόπο σκέψης που προϋποθέτει μια επιστημολογική τομή, την αποδοχή των μεθοδολογικών κανόνων μιας διανοητικής πειθαρχίας που οργανώνει αλλά δεν υποτάσσει τις απόψεις του αναγνώστη - μαθητή. Αντιθέτως τον προτρέπει, σχεδόν τον αναγκάζει να σκεφτεί δημιουργικά, αλλά προφανώς ούτε πρόχειρα ούτε αυθαίρετα.

Ως ο ακαδημαϊκά αρχαιότερος των Ελλήνων μαθητών του και των συνεργατών του σε παρόμοια συγγραφικά διαβήματα, οφείλω και τώρα να επισημάνω τον κίνδυνο της παρεξήγησης που ελλοχεύει πάντα, η ευγένεια και η  συναισθηματική και διανοητική ευρυχωρία του Δ. Τσάτσου να εκληφθεί ως επιείκεια ή ως ευκολία. Αντιθέτως ήταν η γοητευτική αισθητική της στενής πύλης που καλείται να διαβεί ο αναγνώστης του προκειμένου να εισέλθει στα ενδότερα του παραπετάσματος μιας σύνθετης και απαιτητικής γνώσης και να την καταστήσει κτήμα του, αποδεσμευμένο από τις επιλογές και τις προτιμήσεις του συγγραφέα - δασκάλου.

Επιστημολογικά ο Δ. Τσάτσος είναι φιλελεύθερος, ανοικτός στη διακλαδική προσέγγιση και απόλυτα ανεκτικός απέναντι στη διαφορετική άποψη και τη διαφωνία, επειδή διαθέτει την αυτοπεποίθηση της βαθιάς μελέτης και γνώσης του αντικειμένου που πραγματεύεται. Αυτό του επιτρέπει να λειτουργεί μαιευτικά, να εκθέτει τις αμφιβολίες του, να θέτει υπό τον έλεγχο των αναγνωστών του τον ειρμό των σκέψεων του, τη ροή της ιστορικής, πολιτειολογικής, αλλά τελικά και πάντα νομικής του σκέψης. 

Δηλώνει την αντίθεσή του σε «ένα είδος», όπως λέει, νομικού θετικισμού, στον ανιστόρητο και ανυποψίαστο νομικό και ιδίως συνταγματολογικό φορμαλισμό που αδυνατεί να κατανοήσει πραγματολογικά και εντέλει δικανικά την πολύπλοκη και απαιτητική διεργασία της ερμηνείας του Συντάγματος που αναζητά την έγκυρη απάντηση στο ερώτημα: τι προβλέπει το Σύνταγμα, τι είναι συνταγματικά επιτρεπτό ή, ακριβέστερα, τι καθίσταται αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Όμως ο Δ. Τσάτσος δεν υπήρξε ένας σύγχρονος ιδεαλιστής ή ένας οπαδός των παλιών ή των νεότερων φυσικοδικαιϊκών ή ηθικοδικαιϊκών θεωριών  στο πεδίο  του Συνταγματικού  Δικαίου. Αναζητούσε επίμονα το βαθύτερο κανονιστικό περιεχόμενο του Συντάγματος στις ιστορικές του προϋποθέσεις και στα πολιτικά του συμφραζόμενα. Αναζητούσε πάντα το βαθύτερο  ηθικό, δηλαδή δημοκρατικό, φιλελεύθερο και συμπεριληπτικό περιεχόμενο του Συντάγματος ως θεμελίου και ως κορυφής της έννομης τάξης. Ως πρωτοπόρος δε μελετητής του Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου και της έννομης τάξης της ΕΕ, ήξερε ότι η αναζήτηση αφορούσε ένα εθνικό Σύνταγμα τοποθετημένο στο μαγνητικό πεδίο του πλουραλισμού των έννομων τάξεων.

Αυτοτοποθετείται άλλωστε επιστημολογικά και αξιακά στο σημείο τομής της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, άρα στο σημείο σύγκλισης της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους δικαίου, δηλαδή στην κοίτη του ευρωπαϊκού συνταγματισμού που είναι το άλλο όνομα του  θεμελιώδους  κεκτημένου  του ευρωπαϊκού πολιτικού και νομικού πολιτισμού.

Κατά τη δική μου πρόσληψη ο Δημήτρης Θ. Τσάτσος παρότι δεν ήθελε για λόγους  οικογενειακής «νομιμοφροσύνης» να το ομολογεί, ήταν ένας νεωτερικός, μάχιμος και αξιακά χυμώδης θετικιστής που οργάνωνε ασφυκτικά την επιχειρηματολογία του όταν επρόκειτο να απαντήσει σε ερωτήματα σχετικά με τη συνταγματική νομιμότητα και κυρίως σε ερωτήματα σχετικά με τη θεσμική συγκρότηση της ελληνικής πολιτείας και της ευρωπαϊκής συμπολιτείας.

Πίσω όμως από το ελληνικό «Συνταγματικό Δίκαιο» του Δ. Τσάτσου βρίσκεται το εκτεταμένο γερμανόγλωσσο έργο του με την πειθαρχία και την αυστηρή αξιολόγηση που αυτή διεκδικεί  και αποδεικνύει. Βρίσκεται η μεγάλη διεθνής εμπειρία και η λαμπρή του παρουσία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και πολλές μεγάλες θεσμικές στιγμές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Όλες  άλλωστε τις θεωρητικές παραδοχές του τις δοκίμασε και τις επικαθόρισε, πριν την είσοδό του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η πρωταγωνιστική συμμετοχή του στη σύνταξη του μεταπολιτευτικού Συντάγματος του 1975 με την ιδιότητα του Γενικού Εισηγητή της αντιπολίτευσης.

Ο σεβασμός του αναγνώστη συμβαδίζει στο έργο του Δ. Τσάτσου με τον σεβασμό των ομοτέχνων του, παλαιότερων και νεότερων έως νεότατων και με τη χαρισματική άνεση με την οποία εκινείτο στα πεδία της διεθνούς βιβλιογραφίας του κλάδου. Οι βιβλιογραφικές του αναφορές και υποδείξεις συνιστούν ένα μνημείο επιστημονικού ήθους. Καταγράφει, αξιολογεί και συνδιαλλέγεται με όλη την επιστημονική κοινότητα.

Γνωρίζω πρωτογενώς το άγχος, το τρακ, του Δημήτρη Τσάτσου πριν από κάθε μάθημα, έστω και το πιο απλό και εισαγωγικό, θα έλεγα ακριβέστερα πριν από κάθε διδακτική μυσταγωγία. Αυτή η αίσθηση αποτυπώνεται σε όλη την έκταση των τριών τομών του «Συνταγματικού Δικαίου». Ξαναδιάβασα τους τόμους όχι για να τεκμηριώσω τον πρόλογο αυτόν, αλλά για να ανακαλέσω στη μνήμη μου τις πολλές και πολύτιμες  στιγμές της προφορικής του διδασκαλίας που έχω ζήσει.

Όταν γνώρισα τον Δημήτρη το 1974 ήμουν 18 ετών, πρωτοετής φοιτητής της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης και αυτός - το συνειδητοποίησα πολύ αργότερα - ήταν μόλις 41 ετών, βαρυσήμαντη επιστημονική και πολιτική προσωπικότητα ήδη εγγεγραμμένη στην Ιστορία του Τόπου. Σε μια ηλικία που οι περισσότεροι θεωρούνται νέοι επιστήμονες στα πρώτα βήματα τους.  

Ο πρόλογος αυτός έχει φυσικά και μια βαθιά προσωπική διάσταση. Συνεχίζει μια συναισθηματική και διανοητική επικοινωνία που διαρκεί μισό αιώνα. Πηγαίνω κατευθείαν στην τελευταία φάση της.  Αφιέρωσα τα δικά μου «Μαθήματα Συνταγματικά Δικαίου», που κυκλοφόρησαν σε πρώτη έκδοση το 1991, στον Δημήτρη και στη τότε μόλις δυο ετών κόρη μου και αναδεξιμιά του Ελβίνα. Ο Δημήτρης αφιέρωσε τον δεύτερο τόμο του «Συνταγματικού Δικαίου» στους μαθητές του που έγιναν συνάδελφοι του - δάσκαλοι του Συνταγματικού Δικαίου και με τιμά μνημονεύοντας πρώτο το όνομά μου. Αποδίδει δε στα «Μαθήματα»  σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ την αξία του βιβλίου μου. Ο ρέκτης αναγνώστης μπορεί άλλωστε να εντοπίσει τις αποκλίσεις μας ως προς τη συνολική σύλληψη και παρουσίαση της ύλης, αλλά και σε επιμέρους θέματα. Αλλά αυτός ήταν ο Δημήτρης Τσάτσος που με αυθόρμητο και ειλικρινή τρόπο έλεγε - και ελπίζω να μας το έμαθε κάπως  - ότι ο δάσκαλος καταξιώνεται όταν γίνεται μαθητής των μαθητών του.

Οι συνάφειες μας είναι πολλές και πυκνές. Αντιμετώπισα, είκοσι χρόνια μετά από αυτόν, την πρόκληση της ιδιότητας του Γενικού Εισηγητή της πλειοψηφίας στη μακρά αναθεωρητική διαδικασία της περιόδου 1995-2001 που οδήγησε στην εκτεταμένη, σχεδόν ολική, αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001 που, πλην σημειακών εξαιρέσεων, εξακολουθεί να συνιστά το ισχύον Σύνταγμα του 1975/ 1986/ 2001/2008/2019. Ο διάλογος που είχα μαζί του όλη αυτή την περίοδο ανήκει στα προσωπικά τιμαλφή μου και παρακαλώ να μου επιτραπεί η ιδιοποίηση των αναμνήσεων μου αυτών. 

Δυστυχώς ο Δημήτρης δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί νέα έκδοση του πολύτιμου έργου του μετά την αναθεώρηση του 2001. Το σύγγραμμά του όμως διατηρεί πλήρως την αξία και τη χρηστικότητά του.

Ο πρώτος τόμος, το θεωρητικό θεμέλιο, καλύπτει  καταρχάς την ύλη της Πολιτειολογίας, που δίδαξε ( με τη δική μου σύμπραξη τα πρώτα χρόνια ) και ως εξαιρετικά δημοφιλές  μάθημα επιλογής στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ. Καλύπτει επίσης την ύλη της γενικής θεωρίας του Συνταγματικού Δικαίου με ανυπέρβλητο επαγωγικό τρόπο και μοναδική εξοικείωση  με τις θεμελιώδεις αλλά πάντα απαιτητικές έννοιες που κορυφώνονται με τη διδασκαλία της ερμηνείας του Συντάγματος ως ιδιαίτερης, πολύ πιο απαιτητικής, όψης της ερμηνείας του Δικαίου. Το Θεωρητικό Θεμέλιο είναι στο σύνολο του επίκαιρο και συνιστά ενεργό εισφορά στη σχετική επιστημονική συζήτηση σε διεθνές επίπεδο.

Ο δεύτερος τόμος που καλύπτει με συστηματικό και ενδελεχή τρόπο το σύνολο της ύλης του λεγόμενου οργανωτικού μέρους του Συνταγματικού Δικαίου, δεν ενσωματώνει τις αλλαγές που επέφεραν οι αναθεωρήσεις του 2001 και σημειακά του 2008 και του 2019, όλες όμως οι θεωρητικές  αναλύσεις που αφορούν  τις οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος και τα άμεσα όργανα του κράτους, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαίων περί δημόσιας διοίκησης, τοπικής αυτοδιοίκησης, δικαιοσύνης καθώς και περί των σχέσεων κράτους και εκκλησίας, εξακολουθούν να είναι απολύτως επίκαιρες. Πρόκειται άλλωστε για μια πρωτότυπη συμβολή στα πεδία που μπορούμε να ονομάσουμε συνταγματικά θεμέλια του Διοικητικού και του Δικονομικού Δικαίου, σε μια εποχή προφανούς «συνταγματοποίησης» της ύλης τους που συμβαδίζει με τη δυναμική εισβολή του Δικαίου της ΕΕ και του Διεθνούς Δικαίου, πρωτίστως με την μορφή της ΕΣΔΑ, στα πεδία αυτά. Το δε κεφάλαιο περί των σχέσεων κράτους και εκκλησίας πρέπει προφανώς να παραλληλιστεί με την ύλη των θεμελιωδών δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων η θρησκευτική ελευθερία λειτουργεί ιστορικά ως « νυμφαγωγός» πολλών άλλων δικαιωμάτων  μέσα από τα επάλληλα κύματα του συνταγματισμού.

Ο τρίτος τόμος ( Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Γ ´, Θεμελιώδη Δικαιώματα, Ι. Γενικό Μέρος, 1987), που κυκλοφόρησε πριν τον δεύτερο, προσφέρει μια πάντοτε χρήσιμη, άψογα εστιασμένη και ευσύνοπτη έκθεση της γενικής θεωρίας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Είμαι βέβαιος ότι ο Δημήτρης θα έπαιρνε στα χέρια του με υπερηφάνεια, τρυφερότητα  και τεράστιο ερευνητικό ενδιαφέρον την πρόσφατη εντυπωσιακή συμβολή της Νέδας Κανελλοπούλου (Συνταγματική θεωρία των θεμελιωδών δικαιωμάτων - για τον μετασχηματισμό του δικαίου, Εκδόσεις Πατάκη, 2021) στο πεδίο αυτό. Θα εύρισκε τα έκδηλα ίχνη της διδασκαλίας του ζωντανά, επίκαιρα και ενταγμένα στα συμφραζόμενα της σημερινής διεθνούς συζήτησης.

Η ψηφιακή επανέκδοση του συνόλου του συγγραφικού έργου του Δημήτρη Τσάτσου, δεν συνιστά μόνο εκπλήρωση του πρωταρχικού σκοπού του Ιδρύματος που συνέστησε ο Δημήτρης  και διευθύνει με εντυπωσιακά  επιδέξιο και απολύτως επιτυχή τρόπο ο Ξ. Κοντιάδης, αλλά κυρίως ζωτική εισφορά στη σημερινή επιστημονική κοινότητα των ασχολουμένων με το Δημόσιο και ιδίως το Συνταγματικό Δίκαιο.

Η επανέκδοση με την προσιτή αυτή μορφή συνιστά τεχνική διευκόλυνση κυρίως όμως επιστημονική προτροπή  προς τα μέλη της επιστημονικής κοινότητας , που   συγκροτείται  μέσα από τη σκυταλοδρομία των γενεών, να έχουν σταθερά στραμμένη την προσοχή τους στο εκτεταμένο, πολυσχιδές, πρωτότυπο και διαρκώς επίκαιρο έργο του Δημήτρη Τσάτσου που διαμόρφωσε την πιο ενδιαφέρουσα και ανοικτή εκδοχή της μεταπολιτευτικής ελληνικής επιστήμης του Συνταγματικού Δικαίου, σε συνεχή και ισότιμη επικοινωνία με τη γερμανική και συνολικά την ευρωπαϊκή επιστήμη. Ανοικτή σε νέες ιδέες πάνω στα στερεά θεμέλια της κλασικής θεωρίας, ανοικτή σε διαφωνίες χάρη στην επιστημονική και επιστημολογική της αυτοπεποίθηση, ανοικτή στη διακλαδική προσέγγιση του συνταγματικού φαινομένου, ανοικτή στις επίμονες και διαρκείς προκλήσεις της πολλαπλότητας των έννομων τάξεων που διεκδικούν αυτοαναφορική υπεροχή για τους κανόνες τους, ανοικτή στις συνεχείς προκλήσεις της πολιτικής συγκυρίας και κυρίως της Ιστορίας που συνομιλεί με την έννομη τάξη και ιδίως με το Σύνταγμα θέτοντας υπό δοκιμασία την αντοχή όλων των φαινομένων και των εννοιών,  πρωτίστως των βασικών,  όπως το κράτος, η κυριαρχία, η εξουσία, η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και το κοινωνικό κράτος.

Τολμώ να συντάξω τον πρόλογο αυτό ως «αντιπελάργηση» στα όσα οφείλω στον δάσκαλο, στον φίλο και στον συνοδοιπόρο, επειδή ποτέ δεν μου διέφυγε,  παρά  την  οικειότητα  και την  άνεση της συνύπαρξης, το μέγεθός του. Από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα το 1974 έως τη στιγμή που τον αποχαιρέτησα το 2010 για την τελευταία κατοικία του. Αυτή όμως είναι τελικά το ίδιο το έργο του, όπως προσλαμβάνεται και θα προσλαμβάνεται από τους νέους, απαιτητικούς και δημιουργικούς αναγνώστες του.

 

Μάιος 2022

 

Ευάγγελος Βενιζέλος

 

*Για τους τόμους Α και Β δειτε εδω: https://www.epoliteia.gr/e-books/2022/11/23/syntagmatiko-dikaio-a-kai-b-tomos-dimitris-th-tsatsos/