28 Απριλίου 2007, Θεσσαλονίκη


Xαίρομαι πάρα πολύ γιατί σας βλέπω εδώ συγκεντρωμένους. Ευχαριστώ πάρα πολύ γιατί ανταποκριθήκατε στην πρόσκλησή μου.
Είναι νομίζω μια καλή ευκαιρία σήμερα, ανοιξιάτικη μέρα, εδώ στο Λιμάνι, στις πολιτιστικές υποδομές του λιμανιού, να κάνουμε ξανά, μετά από αρκετό καιρό, μια φιλική συζήτηση γιατί το τι απέγινε η «Θεσσαλονίκη του πολιτισμού». Ποιο είναι το μέλλον της πόλης αυτής, γιατί ο πολιτισμός βρίσκεται στον πυρήνα του αναπτυξιακού προβλήματος και της προοπτικής της πόλης της Θεσσαλονίκης.

Και την περίοδο αυτή συμβαίνουν πράγματα στη Θεσσαλονίκη. Προχτές άρχισαν οι διαδικασίες της απονομής του βραβείου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Θεάτρων. Τα σχόλια που διάβασα ήταν πώς η απονομή έγινε σε μια άδεια αίθουσα, σε μια ατμόσφαιρα αμήχανη. Σε λίγο ξαναέχουμε τη Φωτοσυγκυρία. Ετοιμάζεται η Μπιενάλε.

Αρκούν αυτά για να πει κανείς ότι η «Θεσσαλονίκη του πολιτισμού» διατηρεί το νεύρο της, το ρυθμό της, έχει μια φυσιογνωμία συνδέεται με την κοινωνία της Θεσσαλονίκης; Αναμφίβολα η Θεσσαλονίκη είναι τόπος διεξαγωγής κάποιων γεγονότων ακόμη και διεθνούς φιλοδοξίας. Αλλά η Θεσσαλονίκη είναι πράγματι μια κοινωνία υποδοχής και αφομοίωσης των γεγονότων αυτών; Είμαι πάρα πολύ επιφυλακτικός ως προς το δεύτερο, πιστεύω ότι έχει χαθεί ο ρυθμός, ότι χρειάζεται να ξαναβρούμε το χαμένο νήμα της «Θεσσαλονίκης του πολιτισμού» που είχαμε προσπαθήσει να  διαμορφώσει την περίοδο 1997 – 2004.

Ας ξαναθυμηθούμε- θα είμαι όσο μπορώ πιο σύντομος για να κάνουμε μια ανοιχτή συζήτηση- ποια ήταν η βασική κατεύθυνση της περιόδου αυτής κατά τη διάρκεια της οποίας είχα, στο μεγαλύτερο διάστημα, την ευθύνη του υπουργείου Πολιτισμού. Το ίδιο φυσικά είχαμε επιχειρήσει να κάνουμε και για τη χώρα συνολικά. Και σε άλλες πόλεις που έχουν προβλήματα αντίστοιχα με τη Θεσσαλονίκη, αλλά πιστεύω ότι η Θεσσαλονίκη είναι το πιο χαρακτηριστικό και το πιο προνομιακό παράδειγμα σύνδεσης του πολιτισμού με ένα μεταβιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης των πόλεων και της χώρας.

Είχαμε λοιπόν ένα συνολικό σχέδιο για τον πολιτισμό της Θεσσαλονίκης την περίοδο 1997 – 2004; Νομίζω πως ναι. Θέλαμε πρώτα να αναδείξουμε και να αξιοποιήσουμε όσο γίνεται πιο πολύ τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της πόλης.  Αυτά που απορρέουν από την ιστορία και τη γεωγραφία.  Κυρίως να αναδείξουμε τη μοναδική ιστορική συνέχεια της Θεσσαλονίκης αξιοποιώντας συμπτώσεις, συγκυρίες, διεθνείς θεσμούς. Ήταν αρκετά πρόσφατη η ανάμνηση από τους εορτασμούς της Θεσσαλονίκης των 2300 χρόνων, είχαμε τη μεγάλη ευκαιρία της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης, είχαμε την προοπτική των Ολυμπιακών Αγώνων και άρα της μεταολυμπιακής Ελλάδας, είχαμε θέσει τον στόχο της ΕΧPΟ του 2008 και γνωρίζαμε ότι επίκειται η μοναδική ευκαιρία της 100ής επετείου από την απελευθέρωση της πόλης το 2012.

Άρα είχαμε κάθε λόγο να αναδείξουμε αυτήν την μοναδική ιστορική διαχρονία  από την προϊστορική Θεσσαλονίκη μέχρι τη Θεσσαλονίκη της οθωμανικής περιόδου. Θέλαμε να αναδείξουμε το κοσμοπολίτικο και διεθνές πρόσωπο  μιας ελληνικής Θεσσαλονίκης που έχει συνείδηση της ιδιοσυγκρασίας της αλλά και των δυνατοτήτων της.

Και αυτό επιδιώξαμε να το κάνουμε με μια σειρά από παρεμβάσεις στη   Θεσσαλονίκη των μουσείων, στη Θεσσαλονίκη των μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων, στη Θεσσαλονίκη των έργων και των υποδομών του σύγχρονου πολιτισμού μέσω  του Β’ και του Γ’ ΚΠΣ. Επιχειρήσαμε να το κάνουμε με θεσμούς, επιχειρήσαμε να το κάνουμε με παρεμβάσεις στην ευρύτερη περιοχή, γιατί δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί τη Θεσσαλονίκη πολιτιστικά χωρίς το Άγιον Όρος, χωρίς τη Βεργίνα, χωρίς το Δίον κ.ο.κ.

Κατά την ίδια λογική θέλαμε να ενισχύσουμε τους υφυιστάμενους και να δημιουργήσουμε νέους, όσο γίνεται πιο σημαντικούς πολιτιστικούς θεσμούς. Και να προικοδοτήσουμε τους θεσμούς αυτούς με υποδομές  και με άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα όπως για παράδειγμα μοναδικές συλλογές. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι η Θεσσαλονίκη φιλοξενεί μετά την περίοδο 1997 – 2004 όχι μόνο το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, αλλά και τη μοναδική στον κόσμο συλλογή Κωστάκη, των έργων της ρωσικής πρωτοπορίας, την πιο μεγάλη επένδυση που έχει κάνει η ελληνική πολιτεία σε υποδομή πολιτιστική, που δεν είναι έργο τεχνικό, που δεν είναι ακίνητο. Το Μουσείο Φωτογραφίας διαθέτει τη συλλογή Boissonas, το μουσείο κινηματογράφου τη συλλογή ΕLAFI κ.ο.κ.

Προσπαθήσαμε συνεπώς να δημιουργήσουμε θεσμούς, υποδομές  και εμβληματικές δράσεις,  οι οποίες να δώσουν αυτόν τον τόνο της Θεσσαλονίκης. Να δημιουργήσουν μια επωνυμία της πόλης  που είναι μια επωνυμία προέλευσης και μια εγγύηση ποιότητας αυτού που συμβαίνει. Θέλαμε η Θεσσαλονίκη να έχει (για να χρησιμοποιήσω έναν ξενικό όρο) ένα πολιτιστικό brand name. Και βεβαίως θέλαμε να διαμορφώσουμε μια συστηματική σχέση, όσο γίνεται πιο ανοιχτή, ανάμεσα σ’ αυτό που λέγεται δίκτυο κρατικών θεσμών, την τοπική αυτοδιοίκηση και την κοινωνία των πολιτών. Θέλαμε ότι κάναμε να διαπεράσει στο μέτρο του δυνατού την ταξική διαίρεση του χώρου του χώρου, δηλαδή το στερεότυπο πως στο κέντρο και σε ένα βαθμό στην ανατολική πλευρά της πόλης φιλοξενούνται οι «πολυτελείς δραστηριότητες», αυτές που σε μεγάλο βαθμό συνδέονται με τον πολιτισμό, ενώ η δυτική πλευρά της πόλης είναι καταδικασμένη να είναι χώρος υποδοχής των πιο επιβλαβών και οχληρών δραστηριοτήτων βιοτεχνικών, βιομηχανικών αλλά όχι πολιτιστικών.

Αυτό προσπαθήσαμε να το σπάσουμε με πολύ μεγάλες παρεμβάσεις σε όλους τους δήμους του πολεοδομικού συγκροτήματος χάρη και στο Β’ και Γ’ ΚΠΣ και τα έργα του προγράμματος  «Ελλάδα 2004». Συνάψαμε μια σειρά από προγραμματικές συμβάσεις με όλους τους οργανισμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης, απροκατάληπτα χωρίς να εξετάζουμε την κομματική ταυτότητα του δημάρχου και της πλειοψηφίας του δημοτικού συμβουλίου και βεβαίως αναδείξαμε το εμβληματικό έργο της Μονής Λαζαριστών που δεν είναι ένα έργο μόνο της Σταυρούπολης, αλλά θα έλεγα ένα έργο που αφορά όλη τη Δυτική Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα θέλαμε να ανοίξουμε αυτούς τους χώρους, που όλοι τους γνωρίζετε, σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Άρα αυτό που κάναμε συνδέθηκε με μέτρα όπως η «κάρτα πολιτισμού», με δραστηριότητες που αφορούν τα μέλη των ΚΑΠΗ, τα άτομα με αναπηρία, τους τσιγγάνους, τους παλλινοστούντες. Όλοι  είδαν να φιλοξενούνται στους χώρους της Μονής Λαζαριστών, του Βασιλικού Θεάτρου, του Μεγάρου Μουσικής. Οι κάτοχοι της κάρτας πολιτισμού απέκτησαν την δυνατότητα - όσο ίσχυσε αυτό το μέτρο που δυστυχώς αντιμετωπίστηκε με πολύ μεγάλη σκληρότητα αργότερα- να μπορούν να παρακολουθούν εκδηλώσεις  οι οποίες ήταν απρόσιτες οικονομικά, αλλά και ιδεολογικά, συμβολικά γι’ αυτούς. Θεωρούσαν οι άνθρωποι αυτοί ότι δεν τους αφορά κάτι που γίνεται στους χώρους αυτούς.

Και βεβαίως όλα αυτά συνδέθηκαν με μια σειρά από παρεμβάσεις οι οποίες πήραν και θεσμικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα το Κέντρο Πολιτισμού Παλλινοστούντων κέντρο πολιτισμού παλιννοστούντων που ιδρύσαμε και που λειτούργησε για ένα μικρό αλλά παραγωγικό χρονικό διάστημα, στην δυτική πλευρά της πόλης, κοντά στο Μύλο, ήταν ένα υπόδειγμα μιας άλλης αντίληψης για τη σχέση της ομάδας αυτής των συμπολιτών μας, των παλιννοστούντων, των νεοπροσφύγων, με το πολιτιστικό γίγνεσθαι και με την κοινωνία της πόλης.  Γιατί δεν είχαμε διαμορφώσει ένα γκέτο, αλλά είχαμε διαμορφώσει μια γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στους δημιουργούς, και τους παράγοντες της πόλης και την ειδική ομάδα των παλιννοστούντων που έχει έφεση στον πολιτισμό, που εμπεριέχει δημιουργούς ανθρώπους με ικανότητα ερασιτεχνικής δημιουργίας, ανθρώπους που έχουν ροπή προς αυτό που λέγεται καλή μουσική ή καλή λογοτεχνία.

Και βέβαια θέλω να θυμίσω ότι όλα αυτά τα συνδέσαμε με τα εκπαιδευτικά προγράμματα, με την παρουσία των παιδιών, με προγράμματα όπως «Πάμε σινεμά», ή το πρόγραμμα «στη Μπούκα» που είχε εφαρμόσει τότε το Kρατικό Θέατρο Βόρειας Ελλάδας. Είχαμε οργανώσει τα «παιχνίδια πολιτισμού» στη Θεσσαλονίκη και σ’ όλη τη χώρα σε συνεργασία με τις υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού και είχαμε εντάξει σ’ αυτήν την λογική ένα έργο το οποίο είχε δημιουργηθεί την περίοδο 1993 – 1995: τον πολιτιστικό ρόλο της ΕΤ3 που είχε μια φυσιογνωμία την περίοδο αυτή, έντονα προσανατολισμένη σ’ αυτό που γινόταν στο χώρο του πολιτισμού.

Και βέβαια όλα αυτά θέλαμε να τα συνδέσουμε με το διεθνές πρόσωπο της πόλης, με την εγγραφή της Θεσσαλονίκης σε έναν διεθνή πολιτιστικό χάρτη, με τα μέτρα που είπα προηγουμένως. Η συλλογή Κωστάκη και μόνον εγγράφει τη Θεσσαλονίκη με πολύ έντονο τρόπο στο διεθνή πολιτιστικό χάρτη. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι είχαμε έναν γενικότερο ρυθμό. Είχαμε την προεδρεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα γεγονότα που συνδεόντουσαν με τις διάφορες συνόδους υπουργών Πολιτισμού της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Μεσογείου, της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα. Είχαμε την διεκδίκηση των ολυμπιακών αγώνων και στη συνέχεια της διοργάνωσής τους. Είχαμε ταυτόχρονα  τη Θεσσαλονίκη των αθλητικών υποδομών ταυτόχρονα που ήταν μια πολύ μεγάλη παράπλευρη επένδυση και βέβαια τη διεκδίκηση της ΕΧΡΟ του 2008. Ξέρετε ότι είχα αγωνιστεί από πολύ παλιά, πρώιμα, από το 1998, να αποκτήσει η Θεσσαλονίκη έναν μοχλό πίεσης προς το κέντρο, προς το «κράτος των Αθηνών», να αποκτήσει ένα στόχο που δίνει ρυθμό, που τίθεται υπό εξωτερικό έλεγχο, που είναι το μόνο συγκρίσιμο και εφάμιλλο γεγονός με τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Και τέλος όλα αυτά τα είχαμε συνδέσει, στο μέτρο του δυνατού, με τη Θεσσαλονίκη του πανεπιστημίου, με τη Θεσσαλονίκη της νεολαίας, με τη Θεσσαλονίκη της έρευνας, της καινοτομίας και της τεχνολογίας.  Γιατί έργο πολιτισμού θεωρώ την ίδρυση του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης. ΄Εργο πολιτισμού θεωρώ την ιδέα της «ζώνης καινοτομίας» που είχε ξεκινήσει από τότε, έργο πολιτισμού θεωρώ το Κέντρο Διάδοσης Επιστημών, το Μουσείο Τεχνολογίας,  που στηρίχτηκε και από το υπουργείο Πολιτισμού και από το υπουργείο Ανάπτυξης.

Δείτε τα τοπόσημα  που υπάρχουν στην πόλη αυτή από τη δυτική είσοδο μέχρι την ανατολική έξοδο, για να πω τα πράγματα αντίστροφα, αρχίζοντας από τη Μονή Λαζαριστών και φτάνοντας στο Κέντρο Διάδοσης Επιστημών και στο Μουσείο Τεχνολογίας στην άλλη άκρη της πόλης,  περνάς ενδιάμεσα από το λιμάνι την πρώτη προβλήτα και τους πολιτιστικούς χώρους που καλή ώρα μας φιλοξενούν, περνάς από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, από το Ολύμπιον, από το Βασιλικό Θέατρο, από όλους τους χώρους που σηματοδοτούν τη Θεσσαλονίκη του πολιτισμού, από το Μουσείο Αθλητισμού, από το Τελλόγλειο κ.ο.κ. Και  δεν θέλω να αναφερθώ εδώ, για να μην αδικήσω σε κανέναν περιφερειακό δήμο που όλοι έχουν το κατιτί τους σε σχέση με τον πολιτισμό και ως υποδομή και ως θεσμό και ως εμβληματική δράση. Από το «Παρά θιν αλός» του Δήμου Καλαμαριάς μέχρι τη «Βαλκανική Πλατεία» του δήμου Νεάπολης και από τα «Μερκούρεια» του Δήμου Συκεών μέχρι όποια άλλη δραστηριότητα μπορεί να σκεφτεί κανείς στην ύπαιθρο της Θεσσαλονίκης υπάρχει ένας τεράστιος πλούτος ο οποίος συγκροτείται.

Άρα η «Θεσσαλονίκη του πολιτισμού» ήταν μια βασική παράμετρος του μεταβιομηχανικού μοντέλου ανάπτυξης της πόλης. Συνδεόταν με τη Θεσσαλονίκη των εκθέσεων, του λιμανιού, της Εγνατίας, της έρευνας, της τεχνολογίας, της καινοτομίας και φυσικά με τους μεγάλους αυτούς στόχους που εκείνη τη στιγμή νομίζω ότι απηχούσαν την αφήγησή μας για την πόλη, την αντίληψή μας, το μύθο που θέλαμε να φτιάξουμε για τη Θεσσαλονίκη. Είχαμε επινοήσει, είχαμε συγκροτήσει μια θεωρία, ένα συγκριτικό πλεονέκτημα και βέβαια όλα αυτά μπορεί κανείς να τα δει σε όλους τους τομείς.

Πρωτίστως στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς  με το Μουσείο Βυζαντινού πολιτισμού, με την παρέμβαση στο Επταπύργιο, με την παρέμβαση στο Λευκό Πύργο, με το δίκτυο των οθωμανικών μνημείων, με το δίκτυο των βυζαντινών ναών της πόλης, με το ανακαινισμένο αρχαιολογικό μουσείο η επανέκθεση του οποίου ολοκληρώθηκε πέρυσι, με όλες τις παρεμβάσεις που έγιναν στις γύρω περιοχές. Δεν χρειάζεται να τα θυμίσω για να μη γίνομαι κουραστικός.

Για σκεφτείτε επίσης  τι υπάρχει αυτή τη στιγμή ως θεσμικός όγκος  και ως όγκος υποδομών  στο πεδίο του σύγχρονου πολιτισμού:  του θεάτρου,  των εικαστικών τεχνών, του κινηματογράφου,  της μουσικής,  του λαϊκού πολιτισμού, για να πάρω μερικά μόνο παραδείγματα τα οποία νομίζω ότι μπορούμε στη συνέχεια να τα θυμηθούμε με την ευκαιρία της συζήτησης.

Αυτά όλα βεβαίως δεν αφορούσαν μόνον με την στενή έννοια του όρου κρατικούς θεσμούς, ούτε μόνον τους δημοτικούς θεσμούς και τους νομαρχιακούς γιατί είχαμε μια καλή συνεργασία ιδίως στη Μονή Λαζαριστών και στην αστική εταιρία διαχείρισης της Μονής Λαζαριστών που είχε μια φυσιογνωμία, μια αντίληψη για τα πράγματα. Αυτός όλος ο όγκος έπρεπε να εκτονωθεί, να βρει μια συνέχεια και να λάβει υπόψη της την κατάσταση  μετά το 2004: τις αλλαγές στο περιβάλλον, τις αλλαγές στο χώρο, τη νέα εικόνα που διαμορφώνεται, το νέο συσχετισμό δυνάμεων. Όταν αυτά συνέβαιναν το 1997-2004  η Βουλγαρία και η Ρουμανία ήταν αμφίβολα και αβέβαια υποψήφια μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα αυτά συνέβαιναν μεσούντος του πολέμου στην τέως Γιουγκοσλαβία. Όλα αυτά συνέβαιναν χωρίς να έχουν διαμορφωθεί οι νέες συνθήκες. Χωρίς να έχει καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός και χωρίς να βλέπουμε καθαρά το νέο χάρτη.

 Και νομίζω ότι αντιληφθήκαμε τα προβλήματα που υπάρχουν μέσα από την ατυχή έκβαση της υποψηφιότητας της Θεσσαλονίκης για την ΕΧΡΟ του 2008. Το Δεκέμβριο του 2004 όταν καταλάβαμε ότι πόλεις όπως η Τεργέστη, για παράδειγμα, μπορεί να είναι πάρα πολύ δύσκολοι αντίπαλοι.  Και  με αφορμή την εγκαταλελειμμένη εξ’ αρχής προσπάθεια για την ΕΧΡΟ του 2012 αντιληφθήκαμε ότι η Σμύρνη μπορεί να είναι ένας πολύ σκληρός αντίπαλος στην ευρύτερη μεσογειακή περιοχή.  Και ότι η Θεσσαλονίκη δεν είναι τόσο απλό και τόσο εύκολο να ανταγωνίζεται μεγάλες πρωτεύουσες. Γιατί και η Αθήνα διεκδικεί το δικό της ρόλο ως πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους στην επαφή με όλη αυτήν την ενδοχώρα. Αλλά –ας σκεφτούμε-  γιατί πόλεις όπως η Σόφια ή το Βουκουρέστι να αποδεχθούν με τόση μεγάλη άνεση και ευκολία τον ιδιαίτερο ρόλο της Θεσσαλονίκης, μιας πόλης που δεν είναι πρωτεύουσα και που πάντα έχει ένα πρόβλημα θεσμικό σε σχέση με το κράτος, σε σχέση με τις οικονομικές λειτουργίες του κράτους και τις οικονομικές ευκαιρίες που διαμορφώνει το κράτος στο χώρο της οικονομίας. Εκεί,  στην ίδια τη συσσώρευση του κεφαλαίου η Θεσσαλονίκη έχει ένα συγκριτικό διαρθρωτικό μειονέκτημα που είμαστε υποχρεωμένοι να το λάβουμε υπόψη σε σχέση και με το μειονέκτημα που είναι ταυτόχρονα και πλεονέκτημα του μικρότερου πληθυσμιακού μεγέθους. Γιατί έχει μια αγορά βεβαίως πολύ πιο ευέλικτη, πολύ πιο ανθρώπινη στα μεγέθη της, αλλά μια αγορά περίπου του 1/5 σε σχέση με την αγορά του μεγάλου πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας και του Πειραιά.

Και επιπλέον έχει το γνωστό επικοινωνιακό μειονέκτημα. Τα μέσα ενημέρωσης είναι αθηνοκεντρικά, ο,τιδήποτε συμβαίνει στην Αθήνα έχει εξ ορισμού εθνικές διαστάσεις. Συμβαίνει στην Αθήνα και δεν την χαρακτηρίζει, αλλά ελέγχεται από αυτήν. Ο,τιδήποτε συμβαίνει στην  Θεσσαλονίκη είναι για τα ΜΜΕ περίπου «περιφερειακό», «επαρχιακό», «εξωτικό» πάρα πολλές φορές και αν είναι και κακό χαρακτηρίζει συνολικά τη Θεσσαλονίκη ως πόλη και ως κοινωνία κάτι το οποίο είναι άδικο σε σχέση με την πολυφωνία και με τον ανοιχτό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η κοινωνία μας.

Θα μου πείτε όλα αυτά που κάναμε έπαψαν να υπάρχουν την περίοδο 2004-2007; πολύ μεγάλη λύπη ότι παρατηρώ να λήγει η θητεία του σημερινού Πρωθυπουργού της χώρας, που είναι βουλευτής της Θεσσαλονίκης, που διετέλεσε Υπουργός Πολιτισμού για ένα πολύ μεγάλο διάστημα και θα δυσκολευτώ μαζί σας να βρω ποιο είναι το αποτύπωμα που θα μείνει στη Θεσσαλονίκη του πολιτισμού, στη Θεσσαλονίκη της μεταβιομηχανικής ανάπτυξης με τη λήξη αυτής της βουλευτικής περιόδου. Δεν μπορώ να αντιληφθώ ποια είναι η υποδομή, η εμβληματική υποδομή, ποιος είναι ο θεσμός, ποια είναι η ιδέα στο κάτω κάτω της γραφής που χαρακτηρίζει αυτήν την περίοδο. Αυτό σημαίνει απώλεια δυναμικής. Σημαίνει  απώλεια ρυθμού. Σημαίνει έλλειψη στόχων. Σημαίνει αδυναμία σύνδεσης αυτού που συμβαίνει στον πολιτισμό με αυτό που θα έπρεπε να είναι ένα συγκροτημένο ανταγωνιστικό μεταβιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης. Και επίσης κανείς, εννοώ κανείς με τη μορφή επίσημου κρατικού εκπροσώπου και διαχειριστή της εξουσίας, δεν αφηγείται με πειστικότητα και αγάπη το νέο μύθο της πόλης αυτής. Κανείς δεν αφηγείται την πόλη, κανείς δεν λέει πώς θέλουμε να είναι η Θεσσαλονίκη μέσα σ’ αυτόν τον νέο χάρτη που διαμορφώνεται πολύ πιο ανταγωνιστικά ακόμα και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη σε σχέση μ’ αυτό που συνέβαινε πριν από μερικά χρόνια, όπου ακόμα είχαμε πολύ μεγάλες ελπίδες και πολύ μεγάλες φιλοδοξίες. Αλλά στο μεταξύ ξύπνησαν όλοι οι γείτονες- εν στενή και εν ευρεία εννοία γείτονες-και διεκδικούν το ρόλο τους, διεκδικούν τα δικά τους συγκριτικά πλεονεκτήματα, κάνουν τις δικές τους επενδύσεις, αναπτύσσουν τους δικούς τους θεσμούς. Σεν μπορεί κανείς να «πουλά» πολιτιστική ή οποιαδήποτε άλλη «προστασία» σε κανέναν από τους γειτονικούς λαούς και σε καμία από τις γειτονικές εθνικές και τοπικές κοινωνίες.

Αυτό πιστεύω ότι είναι που χάθηκε την περίοδο 2004 – 2007. Εχουμε ανακοπή της δυναμικής, απουσία ενός συνολικού σχεδίου, ενδιαφέρουσες πολλές φορές αλλά αποσπασματικές κινήσεις, αντιφάσεις. Έχουμε απουσία αυστηρού και ελεγχόμενου χρονοδιαγράμματος, γιατί χάσαμε δυστυχώς τη μόνη υπόθεση που θα μπορούσε να μας δώσει διεθνώς ελεγχόμενο χρονοδιάγραμμα την υπόθεση της ΕΧPΟ. ΄Εχει χαθεί και η ευκαιρία του Δ’ ΚΠΣ γιατί κατά τρόπο παράδοξο δεν υπάρχει επιχειρησιακό πρόγραμμα πολιτισμού στο Δ΄ ΚΠΣ, υποβαθμίζεται η θέση του πολιτισμού. Αυτό είναι πολύ αρνητικό για όλη τη χώρα, για μια χώρα που έχει ως συγκριτικό πλεονέκτημα τον πολιτισμό  της όπως είναι  η  Ελλάδα.  Έχουμε επίσης  μια «επαρχιώτικη», με την πνευματική έννοια του όρου, συστροφή θεσμών, πολύ βασικών θεσμών. Δεν θέλω να μνημονεύσω κανέναν γιατί δεν θέλω να δημιουργήσω τοπικές μικρές τριβές αλλά ήδη ανέφερα το παράδειγμα της Ένωσης των Ευρωπαϊκών Θεάτρων, και βεβαίως έχουμε υποχρηματοδότηση και πολλές φορές εγκατάλειψη. Δεν θα μιλήσω ξανά για το παράδειγμα του Κέντρου Πολιτισμού παλιννοστούντων -που το έθεσα χτες στη Βουλή με αφορμή τη συζήτηση μιας επερώτησης συνολικά για την μεταχείριση των παλιννοστούντων- ούτε για την κατάργηση της «κάρτας πολιτισμού», αλλά εδώ έχουμε και μια εντυπωσιακή υποχρηματοδότηση του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Εάν συγκρίνετε τις δραστηριότητες του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών τα τελευταία τρία χρόνια με τις δραστηριότητες του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης θα δείτε ότι από εκεί που υπήρχε μια πορεία σύγκλισης των δραστηριοτήτων των δύο θεσμών, έχουμε μια πορεία απόκλισης. Η ψαλίδα έχει ανοίξει εντυπωσιακά γιατί δεν υπάρχει δυνατότητα για το Μέγαρο Μουσικής να οργανώσει ή να μεταφέρει τις δράσεις αυτές, γιατί δεν υπάρχει χρηματοδότηση. Υπάρχει μια χρηματοδοτική εγκατάλειψη ενός θεσμού που νομίζω ότι η δημιουργία του ικανοποίησε το αίσθημα ισότητας ας το πούμε έτσι, αναλογικής ισότητας της Θεσσαλονίκης ακόμη και γι’ αυτούς που ποτέ δεν θα είχαν ενδιαφέρον να παρακολουθήσουν μια δραστηριότητα του θεσμού αυτού, αλλά θέλουν να υπάρχει, γιατί αυτό τονώνει τη συνείδηση και τον εγωισμό το δίκαιο, και  καλώς νοούμενο εγωισμό μιας πόλης.

Και φυσικά δεν υπάρχει ούτε το εμβληματικό έργο. Χαιρετίζω την συνέχεια της υπόθεσης της ΥΦΑΝΕΤ, που θα έπρεπε να έχει τελειώσει πολύ νωρίτερα, αλλά και αυτό είναι μια εξαγγελία. Δεν υπάρχει κάτι που να δίνει τον τόνο.  Και την περίοδο 1997 – 2004 πρέπει να σας πω ότι είχαμε τουλάχιστον 20 μεγάλες παρεμβάσεις επιπέδου ΥΦΑΝΕΤ στη Θεσσαλονίκη. Θα μπορούσαμε να έχουμε μία από το 2004 έως το 2007. Όπως είχαμε όλα αυτά τα κτίρια -τα οποία έγιναν- και δεν υπολογίζω τα έργα στους περιφερειακούς δήμους, μιλάω για το κέντρο της πόλης, για τον κεντρικό άξονα της πόλης.

Και βέβαια εδώ δεν θα ήθελα να μιλήσω για την εξέλιξη της αισθητικής της πόλης, που βαραίνει κυρίως το Δήμο Θεσσαλονίκης. Δεν θα ήθελα να μιλήσω για την εξέλιξη της φυσιογνωμίας των «Δημητρίων» που ήταν αντικείμενο προγραμματικής σύμβασης με το υπουργείο Πολιτισμού.  Είναι ζητήματα τα οποία ο καθένας τα βιώνει και δεν χρειάζεται να τα αναφέρω.

Δεν μηδενίζω και δεν υποβαθμίζω τίποτα, υποστηρίζω σθεναρά όλες τις πρωτοβουλίες από οπουδήποτε και αν προέρχονται. Πρωτοβουλίες φυσικά πρωτίστως της κοινωνίας των πολιτών και γνωρίζουν πάρα πολύ καλά οι άνθρωποι που έχουν συνδέσει τη ζωή τους με το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ή οι άνθρωποι που έχουν συνδέσει τη δραστηριότητά τους με το Τελλόγλειο ή συλλέκτες μεμονωμένοι όπως ο κ. Καλεμκερής,  στο χώρο της φωτογραφίας, με πόσο απροκατάληπτο τρόπο έχουμε λειτουργήσει την περίοδο εκείνη. Γνωρίζουν οι άνθρωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης. Και δεν θα επικαλεστώ τους φίλους μου που είναι εδώ.  Θα επικαλεστώ το Δήμαρχο Αμπελοκήπων ή τον προηγούμενο Δήμαρχο Ευόσμου για το πώς είχαμε λειτουργήσει στο χώρο αυτό όλη αυτήν την περίοδο.

Άρα τι πρέπει να γίνει: Κατ’ αρχάς νομίζω ότι ήταν καιρός (και ήταν ένδειξη ευγένειας η δική μου καθυστέρηση) να θέσουμε το ζήτημα, να ξανασυζητήσουμε το ζήτημα, να ξαναβρεθούμε και να ξανασκεφτούμε. Όσοι εκπροσωπούν κατά κάποιον τρόπο την πολιτεία έστω ασκώντας το λειτούργημα της αντιπολίτευσης, όσοι εκπροσωπούν την Τοπική Αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού, όσοι εκπροσωπούν την κοινωνία των πολιτών  με την ευρύτατη δυνατή έννοια του όρου. Αναφέρομαι κυρίως  στους πολιτιστικούς συλλόγους, τους εθνοτοπικούς που προωθούν το λαϊκό πολιτισμό, αναφέρομαι κυρίως στις δραστηριότητες των συλλόγων που ενθαρρύνουν την ερασιτεχνική δημιουργία, γιατί όλοι αυτοί συγκροτούν ένα δίκτυο που δεν μπορεί να υπόκειται σε πελατειακές σχέσεις και σε μια παλαιοκομματική διαχείριση, πρέπει να έχουν θεσμικές εγγυήσεις, πρέπει να νιώθουν ότι κάτι συμβαίνει.

Πρέπει λοιπόν να ξαναβρούμε τη δυναμική της περιόδου 1997-2004. Να συνδέσουμε τη Θεσσαλονίκη του πολιτισμού συνολικά με το μοντέλο ανάπτυξης της πόλης. Να ξαναβρούμε την ισορροπία ανάμεσα στις διεθνείς δραστηριότητες και τους εμβληματικούς θεσμούς που γράφουν την Ελλάδα στο διεθνή χάρτη με τη συμμετοχή της κοινωνίας και με την άρση των ταξικών περιορισμών συμμετοχής στο πολιτιστικό γίγνεσθαι. Να καλλιεργήσουμε ξανά τη συνεργασία ανάμεσα στους φορείς. Να ολοκληρώσουμε τις υποδομές. Να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες.

Και τέτοια ευκαιρία τώρα εκ των πραγμάτων είναι ο εορτασμός των 100 ετών από την απελευθέρωση, δηλαδή η Θεσσαλονίκη του 2012.  Πιστεύω ότι μόνον έτσι θα μπορέσουμε να ξαναεπινοήσουμε το συγκριτικό πλεονέκτημα, το οποίο δεν θα το βρούμε μόνο στον πολιτισμό θα το βρούμε ταυτόχρονα και σε όλα τα άλλα που είπα και  δεν θέλω να τα επαναλάβω, δίνοντας έμφαση βέβαια σε αυτό που λέγεται νεανικότητα, έρευνα, τεχνολογία, ψηφιακή ευρυζωνική Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη που υποδέχεται πραγματικά κάθε τι το νέο και προσφέρει άσυλο σε αυτό το νέο, προκειμένου να το ενσωματώσει στη δική της δυναμική. Σ’ αυτήν την προσπάθεια πιστεύω ότι πρέπει να συστρατευθούμε όλοι. Πρέπει να κινητοποιηθούν όλες οι δυνάμεις.

Θα ήθελα να είναι εδώ ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης, αλλά χαίρομαι γιατί βλέπω εδώ το Γιάννη Μπουτάρη και πολλούς δημοτικούς συμβούλους από το δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης. Χαίρομαι γιατί βλέπω το Νομάρχη  Θεσσαλονίκης και νομαρχιακούς συμβούλους, τον Πρύτανη του Α.Π.Θ.  και εκπροσώπους πολύ σημαντικών θεσμών όπως η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. Και χαίρομαι γιατί εδώ υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι εκφράζουν το σύνολο της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, τους περιφερειακούς δήμους, έχουμε δημάρχους, αντιδημάρχους πολιτισμού και προέδρους πολιτιστικών οργανισμών, έχουμε πολιτιστικούς διαχειριστές, ανθρώπους που δούλεψαν σε θεσμούς, σε υπηρεσίες, σε δράσεις. Έχουμε ανθρώπους που εμπνέουν, είναι εμπνευστές και καθοδηγητές πολιτιστικών δραστηριοτήτων, έχουμε ανθρώπους από τα σωματεία, από συλλόγους, από ομοσπονδίες. Έχουμε μια κρίσιμη μάζα, είναι επιλεγμένη η σύνθεση αυτή του ακροατηρίου, γιατί δεν είχαμε και το χώρο που θα μας επέτρεπε να κάνουμε μια πιο μεγάλη, πιο μαζική συγκέντρωση. Αλλά αυτό που θέλησα να κάνω είναι να διαμορφώσω μια κρίσιμη μάζα συζητητών και συνυπευθύνων προκειμένου να ξαναβρούμε το χαμένο νήμα της περιόδου 1997 – 2004 για τη Θεσσαλονίκη που πρέπει να ξαναβρεί το μύθο της, να ξαναβρεί την επωνυμία της, να ξαναβρεί το ρυθμό της, να ξαναβρεί το όραμά της. Και σ’ αυτό θέλω να παρακαλέσω να μετάσχετε και να βοηθήσετε η καθεμία και ο καθένας με τον τρόπο που μπορεί και με τον τρόπο που θέλει. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Και τώρα ας αρχίσουμε τη συζήτηση. Μήπως ο κ. Λιβιεράτος θέλει τον λόγο

***

Ευάγγελος  Λιβιεράτος, καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής, πρώην πρόεδρος  ΕΚΕΧΧΑΚ: Αισθάνομαι λίγο αμήχανα, γιατί δεν είχα καμία προετοιμασία γι’ αυτό. Με αιφνιδίασε ο υπουργός, ο αγαπητός συνάδελφος και αγαπητός φίλος. Προφανώς δεν θα μιλήσω για το ΕΚΕΧΧΑΚ για το Εθνικό Κέντρο Χαρτών και Εθνικής Κληρονομιάς, ελπίζω να πάνε καλά τα πράγματα. Μαθαίνω ότι υπάρχει ενδιαφέρον και από το ΥΜΑΘ και από τους ανθρώπους που είναι εκεί, ελπίζω να πάνε καλά τα πράγματα. Χαίρομαι γιατί για πρώτη φορά άκουσα τον υπουργό να μιλάει για την ενδοχώρα, τη λεγόμενη ενδοχώρα της Θεσσαλονίκης. Ήταν κάτι το οποίο είχε αρχίσει να με ανησυχεί μερικά χρόνια πριν βλέποντας ότι τα πράγματα δεν πάνε καθόλου έτσι όπως τα φανταζόμαστε. Δηλαδή το γνωστό στερεότυπο ότι η Θεσσαλονίκη είναι η πρωτεύουσα των Βαλκανίων και ότι εμείς εδώ ως φάρος θα ελκύσουμε τις νέες χώρες και τις νέες κοινωνίες όπως αναπτύσσονται και τα νέα ιδεώδη όπως αναπτύσσονται στην ενδοχώρα μας δεν ισχύουν πια και όχι μόνο γιατί αναπτύσσονται αυτές οι νέες χώρες, βρίσκουν διεξόδους, δημιουργούν υποδομές, στρέφονται προς τη Δύση και όχι προς το Νότο και στην Ανατολή, αυτό το αισθανόμαστε και στον ακαδημαϊκό χώρο στις συνεργασίες μας. Οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι προτιμούν να έχουν απευθείας επαφές και συνεργασίες με τους Γερμανούς, τους Ιταλούς, τους Ούγγρους, τους Τσέχους, χώρες οι οποίες έχουν μια τεράστια παράδοση και αναπτύσσουν μια τεράστια δραστηριότητα. Αρκεί να σας πω ότι στον τομέα το δικό μου η Τσεχία χαρτογραφεί την Αφρική και την Ασία και τη Λατινική Αμερική με τεράστια έσοδα, διότι έχουν αναπτυγμένες τεχνολογίες και δημόσιους δυνατούς θεσμούς παρά να στρέφονται προς τα εμάς.

Κάτι άλλο το οποίο πάντα με έκανε να μειδιώ ήταν το όραμα της Θεσσαλονίκης προς τη Βαρκελώνη, αυτός είναι ένας μύθος, δεν ισχύει με τίποτε. Όσοι αναφέρονται και συγκρίνουν τη Θεσσαλονίκη με τη Βαρκελώνη και βλέπουν ένα όραμα στη Βαρκελώνη, είτε δεν ξέρουν τα πράγματα, είναι ανιστόρητοι, είτε είναι αφελείς. Και πάντα έβλεπα ότι ο μεγάλος ανταγωνιστής, δεν θέλω να πω άλλη λέξη για τη Θεσσαλονίκη, είναι η Τεργέστη την οποία ανέφερε ο υπουργός και μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση. Δεν σας κρύβω ότι όταν η Θεσσαλονίκη διεκδικούσε την ΕΧΠΟ είχα μπει από μια διαστροφή επιστημονική στο διαδίκτυο να δω τις ιστοσελίδες των τριών πόλεων. Τη Σαραγόσα την αφήνω, δεν με απασχολούσε πολύ, την Τεργέστη και τη Θεσσαλονίκη και η διαφορά ήταν συντριπτική. Όσοι κάνανε αυτήν την αναζήτηση τη διαστροφική  θα το ξέρουν αυτό που σας λέω. Ή όπως διαμορφώνονται οι νέοι άξονες, ποια είναι η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις μεταφορές, για τις επικοινωνίες στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και ιδιαίτερα στο ανατολικό μέρος της Ευρώπης θα δείτε ότι δεν είναι καθόλου ευνοϊκές για τη Θεσσαλονίκη.

Άρα η Θεσσαλονίκη θα πρέπει να δει με εντελώς άλλο τρόπο πια το μέλλον της. Και τα πλεονεκτήματά μας κατά την ταπεινή μου γνώμη όχι επειδή είμαι πανεπιστημιακός είναι το πανεπιστήμιό της. Είναι τεράστιο το δυναμικό του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, δεν το έχουμε αντιληφθεί. Μετά τα γεγονότα με το ΕΚΕΧΧΑΚ έχω προσκληθεί για δραστηριότητες στην Αθήνα. Δεν το εκμεταλλεύομαι αυτό το γνωστό ότι οι πικραμένοι της Θεσσαλονίκης τραβάνε προς την Αθήνα, όχι. Μέσα στην επαγγελματική μου δραστηριότητα έχω αναπτύξει κάποιες δραστηριότητες αυτόν τον τελευταίο καιρό με την Αθήνα. Όπως μπορείτε να φανταστείτε ο μόνος θεσμός τον οποίο οι «Αθηναίοι» αναγνωρίζουν, σέβονται και υπολογίζουν είναι το πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Άρα αυτή την τεράστια δύναμη που έχει η πόλη πρέπει να την αξιοποιήσει. Και πρέπει να βοηθηθεί το πανεπιστήμιο στον τομέα του πολιτισμού, της παρέμβασής του.

Ένα άλλο μεγάλο αποτέλεσμα, ένα άλλο μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα της Θεσσαλονίκης είναι η ζώνη καινοτομίας η οποία έχει σχεδιαστεί εδώ και χρόνια. Όλη αυτή η επένδυση και η συζήτηση που γίνεται για την ανάπτυξη της ζώνης καινοτομίας, δεν σας κρύβω, εγώ δεν προσπαθώ ποτέ να ανακαλύψω τον τροχό, το πρότυπο της Τεργέστης για μένα είναι πολύ ενδιαφέρον και ίσως θα έπρεπε ο Δήμος, το δημοτικό συμβούλιο, το πανεπιστήμιο να κάνει ταξίδια σ’ αυτήν την μικρή πόλη της Αδριατικής που ανταγωνίζεται πολύ σοβαρά τη Θεσσαλονίκη για να δει ότι πολύ εύκολα η Θεσσαλονίκη μπορεί να γίνει το brand name που είπε ο υπουργός μέσα από το πανεπιστήμιό της, μέσα από την έρευνα τεχνολογίας, μέσα από τους νέους και μέσα από την ιστορική της παράδοση, η οποία είναι μοναδική.

Η ιστορική παράδοση της Θεσσαλονίκης δεν ενδιαφέρει μόνο την καθ’ ημάς ανατολή. Υπάρχει ένα τεράστιο ενδιαφέρον που πάλι μέσα από την επαγγελματική μου δραστηριότητα έχω αντιμετωπίσει, της κεντρικής Ευρώπης για τη Θεσσαλονίκη. Όταν οι Τσέχοι, οι Βοημοί, ενδιαφέρονται για τους αδελφούς, τους αγίους της Θεσσαλονίκης αυτό πρέπει να το εκμεταλλευτεί η Θεσσαλονίκη. Πρέπει η Τσεχία, η Βοημία να είναι ένας στόχος. Δεν είναι μόνο η Ουκρανία, η Μαύρη Θάλασσα και όλα αυτά τα στερεότυπα. Υπάρχει ένα τεράστιο πεδίο στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη το οποίο η Θεσσαλονίκη δεν το βλέπει. Η βυζαντινή της παράδοση, ο ρόλος που έπαιξε στον ύστερο μεσαίωνα η Θεσσαλονίκη. Οι ανησυχίες που υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη, οι ζηλωτές και όλα αυτά υπήρχαν αντίστοιχα και στη Δυτική Ευρώπη και υπήρχαν επαφές τότε μεταξύ των δυνάμεων που διαμόρφωναν αυτήν την κατάσταση. Αυτά δεν τα έχουμε δει, δεν τα έχουμε εκμεταλλευτεί. Δεν θέλω να πάρω περισσότερο χρόνο. Ευχαριστώ

Ευάγγελος  Βενιζέλος: Ήταν ωραία όλα αυτά και αρκετά προκλητικά ώστε να τροφοδοτήσουν τη συζήτηση. Προφανώς ξέρω ποιον αιφνιδιάζω. Κύριε Πρύτανη μήπως θέλετε να πείτε κάτι γιατί νομίζω ότι σας προκάλεσε ο κ. Λιβιεράτος.

Αναστάσιος Μάνθος, Πρύτανης ΑΠΘ: Κύριε υπουργέ, αγαπητές φίλες και φίλοι ειλικρινά είναι μια πρόκληση το γεγονός ότι αναγνωρίζεται η δυναμικότητα του πανεπιστημίου ως πρωτεύον σημείο στην δυναμική της πόλης. Και από μια πλευρά είναι πολύ θετικό, αλλά από την άλλη πλευρά ο εκπρόσωπός του το βλέπει με λίγο τρόμο. Γιατί; Γιατί η ευθύνη είναι τεράστια. Όταν λοιπόν δέχονται ότι το πανεπιστήμιο μπορεί να παίξει έναν τέτοιο ρόλο αυτομάτως αναλογίζεται κανείς τι έγινε μέχρι τώρα προς αυτήν την κατεύθυνση, πού βρισκόμαστε και τι μπορεί να γίνει. Σε κάθε περίπτωση εγώ δηλώνω αισιόδοξος, η προοπτική αυτή η οποία διατυπώθηκε για το πανεπιστήμιο είναι εγγενώς καταγεγραμμένη και στις προσωπικές προβλέψεις αλλά και προοπτικές, αλλά και θεσμικώς κατοχυρωμένες. Υπάρχει το διακηρυγμένο του πανεπιστημίου και του δικού μας πρυτανικού σχήματος, της οσμώσεως με την κοινωνία και μέσα από αυτήν την όσμωση, τη διαδραστική δηλαδή σχέση είναι ακριβώς η διάχυση του πολιτισμού ο οποίος δεν δρα μονοσήμαντα εκ του πανεπιστημίου προς την κοινωνία, αλλά κυρίως εκ της κοινωνίας προς το πανεπιστήμιο.

Αυτά τα οποία ακούστηκαν είναι εξαιρετικά θετικά από πλευράς επεξεργασίας και οράματος. Το πανεπιστήμιο επιδιώκει και έχει προγραμματισμό να παίξει τέτοιο ρόλο. Με μεγάλη λύπη θα πρέπει να πω ότι το τελευταίο διάστημα, το τελευταίο σύντομο διάστημα που αναλάβαμε ως νέες πρυτανικές αρχές δεν είχαμε την πλήρη δυνατότητα να ασχοληθούμε προς την κατεύθυνση αυτή. Υπάρχουν τέσσερις μεγάλοι πυλώνες, είναι ο πυλώνας της εκπαίδευσης και της έρευνας, ο πυλώνας της οργάνωσης - διοίκησης και ο πυλώνας της όσμωσης με την κοινωνία ,προς αυτήν την κατεύθυνση, δηλαδή του πολιτιστικού πόρου της Θεσσαλονίκης που θα μπορούσε μέσα από αυτόν να εκπέμπει πολιτισμό και να δέχεται πολιτισμό.

Είναι γνωστά τα γεγονότα, που ταλαιπώρησαν το πανεπιστήμιό μας και όχι μόνο, όλα τα πανεπιστήμια της χώρας, είναι μια ταραχώδης περίοδος θα έλεγα αυξημένης εσωστρέφειας του πανεπιστημιακού κόσμου. Θέλω να ελπίζω πιστεύω και δουλεύω προς αυτήν την κατεύθυνση να μετατραπεί αυτή η εσωστρέφεια σε εξωστρέφεια υλοποιώντας τις αρχές που μόλις πριν από λίγο ανέφερα.

Είναι γεγονός ότι ο βηματισμός της πόλης είναι δύσκολο να βρεθεί διότι υπάρχει ένα περιβάλλον το οποίο είναι συνεχώς σε δυναμική κατάσταση, όπως επισήμανε ο υπουργός προηγουμένως, το περιβάλλον είναι αδιαμόρφωτο. Σε ένα αδιαμόρφωτο περιβάλλον θα πρέπει κανείς θα πρέπει να κάνει συνεχείς προσαρμογές. Άρα ο βηματισμός θα πρέπει αναλογικά να έχει την μετρούμενη δομή του σε σχέση με αυτά που συμβαίνουν στον περίγυρο. Δεν υπάρχει φορέας ο οποίος να συντονίζει αυτό το δυϊσμό. Από την άλλη πλευρά είναι αποδεκτό ότι ο πολιτισμός είναι το μόνο πράγμα το οποίο με περηφάνια μπορούμε να το πούμε όχι με έπαρση, αλλά με περηφάνια ότι είναι το μόνο στοιχείο το οποίο έχουμε αν θέλετε και εγγενώς αλλά και επιγενώς στην περιοχή μας και το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τον γύρω μας κόσμο. Δεν φαίνεται να αποτελεί το μείζον στοιχείο της πολιτείας στην επίδραση την ειρηνική και τη συνεργασιακή στο χώρο των Βαλκανίων. Θεωρώ ότι είναι ένα έλλειμμα το έλλειμμα της πολιτισμικής δραστηριότητας το οποίο όπως ανέφερε και ο υπουργός προηγουμένως δεν υπάρχουν νέοι θεσμοί εμφανείς οι οποίοι εμβληματικοί θεσμοί  να εκπέμπουν αυτήν  την αύρα, αυτήν την αίγλη, η οποία όμως δεν θα είναι επιβαλόμενη, διότι ο πολιτισμός δεν επιβάλλεται αλλά εμπνέεται. Μ’ αυτήν λοιπόν την προοπτική θα μπορούσαν να υπάρχουν πόλεις, φορείς, αυτού του εμβληματικού πολιτισμού που με την αύρα τους θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα τέτοιο παρόμοιο κλίμα.

Θεωρώ ότι τα στοιχεία αυτά κ. υπουργέ είναι αρκετά σημαντικά για να γίνει συζήτηση. Εκείνο το οποίο εγώ μπορώ να δεσμευτώ από πλευράς πανεπιστημίου για τον πολιτισμό είναι ότι από τα στοιχεία τα οποία προτάσσουμε στη φοιτητική εβδομάδα η οποία ξεκινά σε λίγες μέρες, είναι έμπλεος πολιτισμού και δεν υπάρχει πολιτιστική και πολιτισμική δραστηριότητα ή υπάρχουν αναμεμειγμένοι φοιτητές μάλιστα με πολύ πετυχημένο τρόπο και θεωρούμε ότι αυτή όλη η προοπτική είναι η μόνη προοπτική που μπορεί να δώσει πνεύμα και ζωή στην  Θεσσαλονίκη την περίοδο αυτή.

Ευ. Βενιζέλος: Βέβαια η αλήθεια είναι ότι ο πολιτισμός στη Νοτιοανατολική Ευρώπη παράγει την ένταση, είναι η αιτία, η βαθύτερη αιτία των συγκρούσεων. Γιατί οι γλωσσικές, θρησκευτικές και γενικότερα πολιτιστικές διαφορές είναι η βάση της αντιπαράθεσης και η μήτρα του πολέμου και γι’ αυτό το πρόβλημα του πολιτισμού δεν πρέπει να το βλέπουμε μόνο ειδυλλιακά και ωραιοποιημένα. Δεν είναι πάντα συνυφασμένος με την ειρήνη και τη φιλία και τη συνεργασία ο πολιτισμός. Συνήθως είναι ταυτισμένος με πολύ μεγάλες συγκρούσεις ιδίως σε πολυεθνικές κοινωνίες. Τώρα για να μην «εκβιάσω» άλλους ομιλητές ας ανοίξουμε τη συζήτηση και στην κοινωνία των πολιτών των συλλόγων, των φορέων κ.λπ.

Γιώργος Τανιμανίδης, δημοτικός σύμβουλος Δήμου Θεσσαλονίκης, Πρόεδρος Σωματείου «Παναγία Σουμελά»: Εγώ να ευχαριστήσω τον κ. υπουργό για την ευκαιρία που μας δίνει σήμερα. Επιτρέψτε μου όμως να πω δύο λόγια κ. υπουργέ, αγαπητοί φίλοι. Είχα την τύχη προσωπικά να είμαι στην γραμματεία του εορτασμού των 2300, στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα-ίσως η πόλη να είχε την ατυχία που ήμουν εγώ εκεί, κάποιος άλλος μπορούσε να κάνει καλύτερα τη δουλειά του - και επιτρέψτε μου κάποιες διαπιστώσεις.

Οι φορείς της πόλης εκφράζονται από τα πρόσωπα. Τα πρόσωπα της Θεσσαλονίκης παρά πολλές φορές-με χειρότερο όλων εμένα- τις ευκαιρίες αυτέ τις βλέπαμε αλά κάρτ, τι μας συνέφερε, ποτέ δεν μπορέσουμε συλλογικά να δουλέψουμε. Αυτή είναι η αίσθησή μου η προσωπική. Όταν κάποια στιγμή στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα τέθηκε το θέμα από κάποιους από εμάς, να φύγουμε εμείς που είμαστε εκείνη τη στιγμή εκεί να τελειώσει ο εορτασμός αλλά να μην διαλυθεί ο οργανισμός, να μείνει αυτός ο οργανισμός στη Θεσσαλονίκη, να είναι η νομαρχιακή, η τοπική αυτοδιοίκηση, το πανεπιστήμιό μας και άλλοι φορείς με κρατική χρηματοδότηση σε μια προοπτική προτάσεων και διαχείρισης του πολιτισμού, την επίθεση που δέχθηκαν οι άνθρωποι της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας από αυτό που λέμε κράτος των Αθηνών, αλλά και από τοπικούς παράγοντες της Θεσσαλονίκης είμαι υποχρεωμένος σήμερα να καταγράψω. Αυτό εάν επαναληφθεί και στην ωραία πρόταση με την ευκαιρία του εορτασμού των εκατό χρόνων που κάτι ελπίζουμε να κάνουμε, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Υπήρξαν άνθρωποι στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα που άφησαν την ψυχή τους με καταπληκτικές ιδέες, και όπου ο κόσμος πήρε μέρος είχαμε αποτελέσματα.

Εγώ είχα και την ευκαιρία της πρότασης για την ανάθεση της μονής Λαζαριστών κ. υπουργέ και δεν είναι  τυχαίο να πω ότι καταφέραμε να κάνουμε ενάντια στη μελέτη και τρία υπόγεια πάρκινγκ με την πίεση του κόσμου και την προσπάθειά μας. Κάναμε προτάσεις πολιτισμού που δεν υπήρχαν στο πρόγραμμα, όμως η Αθήνα κατάφερε πάλι με τους ανθρώπους της να έχει ισχυρό λόγο στην πολιτιστική πρωτεύουσα. Ξέρετε πάρα πολύ καλά τι συνέβαινε. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που στο χώρο του ΠΑΣΟΚ κινούμαι, ήρθαν άνθρωποι από την Αθήνα, καλλιτεχνικοί διευθυντές, ιστορίες που ξέρετε. Η Θεσσαλονίκη λοιπόν είναι σε μια φάση που πρέπει να αποφασίσει οριστικά αν θα δημιουργήσει εκείνο το φορέα, εκείνη τη δυναμική που θα απαντήσει σε όλες τις προκλήσεις; Η ευκαιρία αυτή του εορτασμού των 100 χρόνων θα μπορέσει να δώσει μια τέτοια δυναμική; Εγώ στο δημοτικό συμβούλιο είπα πρόσφατα ότι το κτίριο του ΝΑΤΟ και το Αλκαζάρ θα δοθούν στην πόλη. Κάλεσα το δημοτικό συμβούλιο να τα πάρει και ανταπόκριση δεν βρέθηκε και τα πήρε πάλι το Υπουργείο Πολιτισμού από τον Ερυθρό Σταυρό, διότι υπήρξε μια προσωπική αντιδικία κάποιου με τον Πρόεδρο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Όμως η βίλα Μπιάνκα είναι στην πόλη, της Κροίσου 7 είναι στην πόλη, η αλάνα στην Τούμπα είναι στην πόλη. Μιλώ και ως ΠΑΣΟΚ αυτή τη στιγμή και με καταλαβαίνετε. Δεν είναι δυνατόν σήμερα δύο κτίρια στην πόλη να έρχονται και να πάνε στο υπουργείο Πολιτισμού. Αυτός ο τρόπος σκέψης πρέπει να αλλάξει. Υπάρχουν αξιόλογοι άνθρωποι, έχουμε φορείς κ. υπουργέ.  Μέσα στην πρόταση για τα εκατό χρόνια πρέπει η νομαρχιακή και η τοπική αυτοδιοίκηση και το πανεπιστήμιο αν θέλετε από μόνοι μας να φτιάξουμε εκείνη την ομάδα που θα μπορέσει να διαχειριστεί αυτά τα πράγματα και να συνεχίσει, να την επιβάλουμε. Οι βουλευτές μας είναι εδώ κάντε μια πρόταση και όποιος θέλει ας αντιδράσει.

Αδάμου: Λέγομαι Αδάμου, είμαι καθηγήτρια, κατάγομαι από τη Λάρισα. Ήρθα να σας ακούσω. Θα ήθελα να σας  κάνω μια υπενθύμιση και από εκεί και πέρα να κάνω και μια παρατήρηση μια που εδώ βρίσκονται εκτός από πολιτιστικά πρόσωπα, εκπρόσωποι της πόλης και ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου. Δημιούργημά σας είναι -να το υπενθυμίσω σε όλους τους άλλους -η σχολή κινηματογράφου, το τμήμα κινηματογράφου στη Σχολή καλών τεχνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το τμήμα λειτουργεί εδώ και τρία χρόνια, παράγει πολιτισμό. Αυτή τη στιγμή σε διπλανή αίθουσα στην αποθήκη Α, γίνεται φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους που δημιουργούν οι φοιτητές της σχολής. Τα προβλήματα του τμήματος πρέπει να αφορούν όλους και είναι τραγικά. Μέσα σε τρία χρόνια το τμήμα κατάφερε να έχει τρία μέλη ΔΕΠ, δεν μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα με τίποτα και από εκεί και πέρα όλο το διδακτικό προσωπικό που είναι με συμβάσεις, που με τη λήξη των τριών ετών λήγουν,και απαγορεύεται να ξαναγίνουν συμβάσεις. Δηλαδή όπως έχει η κατάσταση αυτή τη στιγμή από Σεπτέμβριο δεν λειτουργεί. Ένα τμήμα κινηματογράφου σε μια πόλη που γίνεται φεστιβάλ κινηματογράφου και έχει τόσες δραστηριότητες πρέπει να αφορά όλους.

Ευ. Βενιζέλος: Ευχαριστώ πολύ. Κυρία Αδάμου ευχαριστώ που μου θυμίσατε ότι αγωνίστηκα να γίνει το τμήμα κινηματογράφου και το καμαρώνω που μεγαλώνει. Εδώ είναι τώρα και ο κ. Πρύτανης και η κ. Τσατσάκου αντιπρύτανης ακαδημαϊκών υποθέσεων, το ξέρουν το θέμα και είμαι βέβαιος ότι θα γίνει ότι καλύτερο μπορεί να γίνει για να διασφαλιστεί και να ενισχυθεί η λειτουργία του τμήματος. Καλά κάνατε που το θέσατε και χαίρομαι που αγαπάτε τόσο πολύ το θέμα αυτό.

Ιγνατιάδου – Καϊλή Μαρία: Σας ευχαριστούμε για αυτήν την ωραία συγκέντρωση. Θα πρότεινα-δεν μου πέφτει λόγος αφού είμαι ένας απλός πολίτης  με τον κοινό νου και δεν είμαι ενταγμένη σε κάποιο σύλλογο και δεν εκπροσωπώ κανέναν-θα πρότεινα να αφιερώσουμε πέντε μέρες, να γίνει ένα συνέδριο πάνω σ’ αυτό το θέμα. Και ναι μεν έχουμε ακούσει ότι  υπάρχουν  ήδη κάποιες σταθερές παράμετροι για την κατεύθυνση, δεν ξέρω αν υπάρχει ολοκληρωμένη στρατηγική για το στόχο και εάν έχει οριστικοποιηθεί και συμφωνούμε όλοι για το στόχο. Νομίζω συμφωνούμε όλοι αν για το καλό της Θεσσαλονίκης, υπάρχουν όμως ένα σωρό επιμέρους θέματα για τα οποία και εγώ ο απλός πολίτης έχω ιδέες να συνεισφέρω. Είμαι γεμάτη ιδέες.

Αυτό που θέλω είναι να ξαναποκτήσει λίγο από τις οσμές της η Θεσσαλονίκη, λίγο από τα χρώματά της, από την καθαρότητά της, να σώσουμε την εικόνα, το πρόσωπο και τη φυσιογνωμία και εν πάση περιπτώσει αυτή τη στιγμή παλεύει για την ψυχή της. Είναι πνιγμένη από το καυσαέριο, μολυσμένη, χίλιοι νεκροί κάθε χρόνο από επιβαρημένα νοσήματα, από αιωρούμενα σωματίδια. Είναι τρομακτικά.

Λοιπόν η Θεσσαλονίκη φωνάζει σώστε με. Όσοι δεν  την αγαπούν να μην κάνουνε τίποτα, μπορούνε; Και εμείς που την αγαπάμε  να  κόψουμε αυτή τη θηλιά στο λαιμό της που είναι η σύριγγα η υποθαλάσσια, να το αποφασίσουμε να τελειώνει. Και ας βγουν ωραία καραβάκια εκεί με σημαίες χρωματιστές των τεσσάρων εποχών, μουσική, θέρμανση να πηγαινοέρχονται. Χίλιες ιδέες υπάρχουν για να αλλάξει η εικόνα αυτής της πόλης.

Ευ. Βενιζέλος: Αυτή τη συζήτηση ούτως ή άλλως εμείς θα την βάλουμε στην ιστοσελίδα μου στο διαδίκτυο και θα είναι ανοικτός ο διάλογος στο ιστολόγιο που έχω και όσοι ενδιαφέρεστε από την επομένη της Πρωτομαγιάς θα μπορείτε να συνεχίζεται τη συζήτηση αυτή ούτως ή άλλως και μέσω του διαδικτύου όπου θα έχουμε και την απομαγνητοφώνηση και τη ζωντανή συζήτηση ηχητικά, για να μπορεί να συνεχιστεί αυτός ο διάλογος και είναι και πολλοί νέοι φίλοι που μετέχουν στη συζήτηση μαζί μου με το μπλογκ. Ο κ. Μάρδας είχε ζητήσει το λόγο και ο Ανέστης Αναστασιάδης αμέσως μετά.

Δημήτρης Μάρδας, καθηγητής τμήματος  Οικονομικών Επιστημών Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης: Γεια σας Μάρδας Δημήτρης, από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τμήμα Οικονομικών Επιστημών. Θα μου πείτε τώρα ένας τεχνοκράτης οικονομολόγος τι έχει να μας πει για τον πολιτισμό. Πολλές ιδέες δίνονται. Εγώ θα κάνω μια αναγωγή πολύ σύντομη των οικονομικών σχέσεων με τον πολιτισμό και θα κάνω μια συγκεκριμένη πρόταση. Η Θεσσαλονίκη ήθελε να γίνει μια μητρόπολη των Βαλκανίων ένας οικονομικός πυρήνας. Δεν έγινε. Δεν έγινε γιατί; Για πολλούς και διάφορους λόγους. Ένας λόγος είναι ότι είναι μικρή πόλη. Δεν έχει βιομηχανία, δεν έχει αναρτημένες υπηρεσίες, δεν έχει κάνει πολλά από όσα έπρεπε να κάνει. Ποια πόλη είναι αυτή που διεκδικεί αυτή τη θέση; η Κωνσταντινούπολη. (Και ευτυχώς η Τουρκία βρίσκεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης) Στο χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης έχουν συγκεντρωθεί πολλές επιχειρήσεις των Βαλκανίων. Αν δείτε το κτίριο του χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης και το συγκρίνετε με το κτίριο το δικό μας είναι σαν να συγκρίνετε το μαυσωλείο του Κένεντι με την πύλη του Αδριανού.

Οπότε ποια είναι η πρόταση; Όταν αγωνιζόμαστε από μόνοι μας μια μικρή πόλη για να την αναδείξουμε πολιτιστικά διεθνώς και αυτό μας ενδιαφέρει αυτό μπορεί να γίνει σε μια περιορισμένη εμβέλεια. Αν όμως αυτή εδώ η πόλη συνδεθεί πολιτιστικά με μια άλλη πόλη που έχει μια ισχυρή παράδοση πολιτισμού που είναι η Κωνσταντινούπολη, τότε τα οφέλη της Θεσσαλονίκης μπορεί να είναι πολλαπλασιαστικά μεγαλύτερα από τα οφέλη της Κωνσταντινούπολης. Γιατί η Κωνσταντινούπολη έτσι και αλλιώς είναι γνωστή. Οι Τούρκοι της Κωνσταντινούπολης γοητεύονται από τη Θεσσαλονίκη όχι γιατί είναι το σπίτι του Κεμάλ. Γοητευόμαστε εμείς εκεί γιατί έχουμε ένα κομμάτι της παράδοσής μας, γοητεύονται αυτοί εδώ γιατί έχουν ένα δικό τους κομμάτι της παράδοσης. Αν λοιπόν γίνει μια ωραία πρόταση είτε μέσω της νομαρχίας, μέσω δήμων, μέσω οποιουδήποτε φορέα διασύνδεσης αυτών εδώ των πόλεων, πολιτιστική διασύνδεση αυτών των πόλεων, που μπορεί να έχει θετικές οικονομικές επιπτώσεις, για να έρθω και λίγο στα δικά μου, τουριστικές επιπτώσεις, φανταστείτε να κινείται ένα καραβάνι ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη και να βλέπουν όλα αυτά τα πολιτιστικά στοιχεία και μνημεία τα οποία υπάρχουν, τι θετική απήχηση θα έχει για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή.

Πάντως για να αναδειχθεί η πόλη έχοντας ως δεδομένο τα μειονεκτήματα της πόλης, που είμαστε μια μικρή πόλη, είμαστε μια μικρή πόλη και οικονομικά και πληθυσμιακά ένα εκατομμύριο με δώδεκα, δεκατέσσερα, ούτε καν ξέρουμε πόσα εκατομμύρια έχει εκεί κάτω. Λοιπόν χρειάζονται συνέργιες και μια τέτοια συνέργια μπορεί να γίνει βλέποντας λίγο προς την ανατολή, γιατί με τη δύση δεν συνδεόμαστε και αυτή τη συνέργια μπορούμε να την αναπτύξουμε και να μας αποφέρει επαναλαμβάνω πολλαπλάσια οφέλη σε εμάς από ότι έχει η Κωνσταντινούπολη. Σας ευχαριστώ.

Ευ. Βενιζέλος: Τώρα επειδή είχαμε μια πρόταση «δυτικότροπη» και μια «ανατολικότροπη» και επειδή όλα συνδέονται με την απώτερη φάση του ανατολικού ζητήματος κάποια στιγμή αργότερα θα πάρει το λόγο ο κ. Χασιώτης να μας πει με βάση την εξέλιξη του ανατολικού ζητήματος το κέντρο βάρους μας είναι προς την δυτική Ευρώπη ή προς την καθ’ ημάς ανατολή στα όρια μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Θα το σκεφτεί πέντε λεπτά και θα πάρει το λόγο μετά.

Ανέστης Αναστασιάδης, δημοσιογράφος ( Φωνή της Τούμπας): Εγώ ήθελα να πω το εξής. Μια που είναι εδώ πέρα ο νομάρχης επειδή μιλάμε για πολιτιστικούς συλλόγους και η Θεσσαλονίκη άνθισε-θέλω να το θυμίσω σε όλους όταν το δήμο Θεσσαλονίκης τον είχαμε εμείς σαν ΠΑΣΟΚ. Χιλιάδες πολιτιστικοί σύλλογοι περνούσαν από το δήμο παίρνανε αρκετά χρήματα και η πόλη είχε ανθίσει.

Ευ. Βενιζέλος: Μην του βάζεις ιδέες τώρα.

Α. Αναστασιάδης: Λέω στο Νομάρχη ότι πριν από δύο μήνες μας έστειλε μια επιστολή σε όλους τους συλλόγους και έλεγε ότι για δύο χρόνια δεν έχω μια να σας δώσω. Εντάξει το ξέρουμε αυτό, αν έχει μία, αλλά παλαιότερα μας έδινε τίποτα η Νομαρχία. Θέλω να ξεκαθαρίσω- αν εκπροσωπώ τους συλλόγους στη Θεσσαλονίκη- ότι πρέπει να ξεκαθαριστεί οι σύλλογοι από ποιο μέρος πρέπει να παίρνουνε χρήματα. Αν παίρνουνε. Δηλαδή θα είναι υπεύθυνο το Υπουργείο Πολιτισμού, θα είναι η νομαρχία, θα είναι η τοπική αυτοδιοίκηση. Ποιοι θα είναι για να μπορέσουμε να ζήσουν. Αν μιλάμε για τη χρηματοδότηση των μελών του συλλόγου αυτό έχει ξεπεραστεί. Μπορεί να γράψει ένας σύλλογος πέντε χιλιάδες ανθρώπους και να μην πληρώσει κανένας για πενήντα χρόνια. Άρα εκείνο που χρειάζονται σήμερα οι πολιτιστικοί σύλλογοι για να μπορέσουμε να κάνουμε δουλειά είναι η χρηματοδότηση και η εργασία. Και αν θέλουν να υπάρχουν σύλλογοι θα πρέπει να δουλεύουν όλοι όσοι συμμετέχουν στο σύλλογο και όχι να δουλεύει ο πρόεδρος ή ο γραμματέας μόνο. Ήθελα να πω και κάτι άλλο. Δεν ξέρω αν στην Τούμπα ή στη Σταυρούπολη ξέρουνε ότι υπάρχει Μέγαρο Μουσικής. Αν ρωτήσουμε στους δέκα κατοίκους Θεσσαλονίκης οι 9 θα σας πουν δεν ξέρουμε ότι υπάρχει. Και αυτό γιατί; Γιατί ακριβώς έγινε ένα Μέγαρο Μουσικής για την ελίτ. Δηλαδή γι’ αυτούς τους ανθρώπους που έχουν πάγια μια πρόσκληση ή γιατί έχουν, ναι αυτό είναι οι περισσότεροι έχουν πάγια πρόσκληση. Και γίνεται κάποια εκδήλωση την ξέρουν στην παραλία καμιά πενηνταριά οι 200 – 300 που στέλνει ο δήμος Θεσσαλονίκης ή η νομαρχία και αυτοί επωφελούνται αυτού που λέγεται Μέγαρο Μουσικής. Αυτά ήθελα να πω κ. υπουργέ και να ξεκαθαρίσετε και σαν ΠΑΣΟΚ αν έρθουμε μεθαύριο στην εξουσία-γιατί θα έρθουμε οπωσδήποτε- να ξεκαθαρίσετε ποιος θα δίνει τα χρήματα.

Ευ. Βενιζέλος: Δεν είναι εκεί το θέμα, γιατί είπα και προηγουμένως ότι ο πολιτιστικός εθελοντισμός είναι πολύ σημαντικό πράγμα και πρέπει πραγματικά να υπάρχει συνεργασία με το κράτος και την τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά αλίμονο εάν μοναδική πηγή χρηματοδότησης ακόμη και της κοινωνίας των πολιτών είναι το κράτος. Πρέπει να εξαντλούμε τις δυνατότητες, να βρίσκουμε πόρους μέσα από την κοινωνία, να έχουμε τη συμμετοχή των μελών μας, να έχουμε μικρές χορηγίες, γιατί οι χορηγίες δεν είναι μόνο μεγάλες, να αξιοποιούμε τις τοπικές δυνατότητες. Εμένα θα μου αρκούσε να ξέρουν οι πολίτες της Τούμπας αυτό που έγινε στην αλάνα. Και εάν οι πολιτιστικοί σύλλογοι της Τούμπας θέλουν να φτιάξουν μια εκδήλωση, να οργανώσουν μια εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής και να φέρουν τον κόσμο στο Μέγαρο Μουσικής, γιατί να μην το κάνουν. Τα ΚΑΠΗ του Δήμου Θεσσαλονίκης που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Δ’ και του Ε’ διαμερίσματος έχουν πάει πολλές φορές στο Μέγαρο Μουσικής και οι παλιννοστούντες και οι ανάπηροι και οι κάτοχοι της κάρτας πολιτισμού. Και δεν είναι εκεί το θέμα, δεν είναι ο συμβολισμός, δεν είναι η Βαστίλη που πρέπει να καταληφθεί είναι η συνολικότερη και βαθύτερη προσπάθεια να καταργήσουμε τους ταξικούς φραγμούς πρόσβασης στον πολιτισμό. Θέλετε να πείτε κάτι κύριε Νομάρχη;

Παναγιώτης  Ψωμιάδης, Νομάρχης Θεσσαλονίκης: Ευτυχώς που έφυγαν οι τηλεοράσεις. Κατ’ αρχάς έχω τονίσει επανειλημμένα  -και ευτυχώς σιγά σιγά το αντιλαμβάνονται ορισμένοι -ότι ταμπέλες και σύνορα δεν έχω στα τέσσερα χρόνια που είμαι τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, για αυτό και βρίσκομαι σε όλες τις εκδηλώσεις και δεν θα μπορούσα να λείψω και από τη σημερινή εκδήλωση. Και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι είναι ανεξίτηλη η σφραγίδα και η υπογραφή που έβαλε ο Ευάγγελος Βενιζέλος στα πολιτιστικά της Θεσσαλονίκης. Όποιος το αμφισβητεί υποκρίνεται ή τα βλέπει όλα κομματικά. Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να έκανε ή δεν έκανε πολλά, αλλά στο χώρο του πολιτισμού μόνο θετικά μπορεί να διακρίνει κανείς. Και αυτός ο οργασμός του πολιτισμού…….

Κάποιος από το κοινό: Εσείς έχετε δηλώσει και θαυμαστής του Βενιζέλου……

Παναγιώτης  Ψωμιάδης: Εγώ το έχω δηλώσει, το μέλλον του ΠΑΣΟΚ έχει ονοματεπώνυμο, Ευάγγελος Βενιζέλος, και όταν θα έρθει η διαδικασία της διαδοχής ….

Κάποιος από το κοινό: Θα γίνετε ΠΑΣΟΚ κύριε νομάρχα;

Παναγιώτης  Ψωμιάδης: Εγώ κοίταξε, εγώ είμαι απρόβλεπτος αλλά το τι έχω στο μυαλό μου δεν θα μου το βγάλεις εσύ. Εδώ η γυναίκα μου δεν το βγάζει. Και ο οργασμός αυτός πολιτισμού ξεκίνησε με μια πολύ καλή διοίκηση στο Δήμο Θεσσαλονίκης επί εποχή Μαναβή……

(Χειροκρότημα στην αίθουσα)

...για όσους γνωρίζουν. Θέλω να πιστεύω ότι στο τέλος θα με χειροκροτήσετε ……

Κάποιος από το κοινό: Για τον Μαναβή χειροκροτήσαμε

Παναγιώτης  Ψωμιάδης: Το είπα για τον κ. Τανιμανίδη και για πολλούς καλούς συναγωνιστές που είχατε εκείνη την περίοδο, εγώ ήμουν αντιπολίτευση τότε. Δεν ήρθα  ουρανοκατέβατος στην πολιτική. Τώρα ο φίλος μου ο Ανέστης -γιατί εγώ έτσι χαρακτηρίζω όλους τους συμπολίτες ασχέτως τι πιστεύει ο καθένας-διαμαρτύρεται. Πρέπει να σας πω ότι στα τέσσερα χρόνια που είμαστε στη Νομαρχία κάναμε ένα τόλμημα. Πήραμε από  αλλού  και δώσαμε στον πολιτισμό ενώ  η αντιπολίτευση μας χτυπούσε και μας χτυπά. Εμείς θα το συνεχίσουμε αυτό το τροπάριο. Προτιμώ να μην ασφαλτοστρώσω ένα δρόμο από το να αφήσουμε- η πολιτεία και αυτοδιοίκηση-τα πολιτιστικά σωματεία να μαραίνουν. Δεν έχω τη δυνατότητα για τον επόμενο ένα, ενάμιση χρόνο γιατί; Γιατί δεν έχει χρηματοδότηση η νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ούτε είχε, ούτε έχει από το Υπουργείο Πολιτισμού. Όταν αναλάβαμε τη Νομαρχία στους κωδικούς αθλητισμός, παιδεία και πολιτισμός δεν είχαμε ούτε ένα ευρώ, αυτά είναι καταγεγραμμένα. Εμείς θα συνεχίσουμε αυτήν την προσπάθεια στο βαθμό που μπορούμε. Εκείνο που πρέπει αγαπητέ Ανέστη να δώσουμε θα βρούμε τον τρόπο να δώσουμε -και είδα τον κ. Σαλπιστή χαίρομαι γιατί έχει βάλει κι αυτός το λιθαράκι του- και κάναμε πάρα πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις, φτηνές, απλές, ταπεινές, ορισμένες παρεξηγήσιμες -πρόβλημα των ολίγων. Γεγονός είναι ότι πλησιάσαμε και στο τελευταίο χωριό. Η Νομαρχία Θεσσαλονίκης. δόξα σοι ο Θεός .παρακολουθεί πάρα πολλές μεγάλες, μικρές εκδηλώσεις . Το τελευταίο χωριό έχει ανάγκη και φτάσαμε και στο τελευταίο χωριό. Και κάναμε μεγάλη πολιτιστική εκδήλωση- το να έχουμε παρουσιάσει αγαπητέ κ. υπουργέ 160 πολιτιστικά σωματεία επί πέντε μέρες στο πλακόστρωτο του Λευκού Πύργου είναι μια μεγάλη πολιτιστική εκδήλωση να παρουσιάζουν τα εκθέματά τους, τα ήθη τους, τα έθιμά τους, τα χορευτικά τους επί πέντε μέρες.

Δεν θέλω να σας κουράσω άλλο εμείς έχουμε τη δύναμη και λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Εγώ δεν είμαι απαισιόδοξος αλλά και σήμερα χτυπάω το καμπανάκι το έχω χτυπήσει και στη σημερινή κυβέρνηση. Βαδίζουμε με αργά βήματα. Ιδιαίτερα στο θέμα της χρηματοδότησης, όπως μέχρι πρότινος υπήρχαν υπουργεία κ. υπουργέ επί  των ημερών σας που δεν δίνανε στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μονή Λαζαριστών και δεν ξέρω τι, έτσι και σήμερα πάμε  με πολύ αργά  βήματα. Σας ευχαριστώ. Θα μου επιτρέψετε εμένα, νομίζω ότι ήταν μια εκδήλωση που κάθισα περισσότερο από ό,τι έπρεπε. Να είστε καλά.

Ευ. Βενιζέλος: Ο κ. Μυλόπουλος

Γιάννης Μυλόπουλος, καθηγητής  Πολυτεχνικής ΑΠΘ: Θα ήθελα να ευχαριστήσω και εγώ τον υπουργό που για μια ακόμη  φορά ταράζει τα γαλήνια νερά της Θεσσαλονίκης, η οποία τελευταία κοιμάται σε μια αυταρέσκεια εργολαγνική ας το πούμε έτσι, τεχνοκρατική και εργολαγνική. Κάναμε το Μετρό, κάναμε μεγάλα έργα, κάναμε το χρέος μας απέναντι στην πόλη. Θα ήθελα να δώσω κ. υπουργέ μια διαφορετική προσέγγιση της υπόθεσης του πολιτισμού και να κάνω ένα ερώτημα. Μπορούμε να φανταστούμε ότι μπορεί να υπάρξει πραγματικά πολιτισμός σε μια πόλη η οποία πεθαίνει φυσικά;

Μπορούμε δηλαδή να φανταστούμε ότι μπορεί να υπάρξει πολιτισμός σε μια πόλη που όπως είπε μια προηγούμενη κυρία η οποία μίλησε, έχει το μεγαλύτερο βαθμό ατμοσφαιρικής ρύπανσης από όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις και έχουμε στη Δυτική Θεσσαλονίκη σήμερα διαπιστωμένους θανάτους από καρκίνο εξαιτίας της ατμοσφαιρικής ρύπανσης;

Μπορούμε να μιλάμε για πολιτισμό σε μια πόλη της οποίας η κουλτούρα είναι η θάλασσα, είναι ο Θερμαϊκός κόλπος και η οποία τη θάλασσα τη ρυπαίνει, την αποχετεύει, τη στραγγίζουν όλα τα απόβλητα της χώρας των Σκοπίων; Κινηθήκαμε ποτέ στην κατεύθυνση του να καθαρίσουμε τον Αξιό ή να κάνουμε μια διακρατική συμφωνία ή έτσι να προσεγγίσουμε την γειτονική χώρα των Σκοπίων πέρα από τα γνωστά εθνικιστικά τα οποία έχουν κατά καιρούς συμβεί; Μπορούμε να φανταστούμε ότι μια πόλη που δεν αξιοποιεί τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, που είναι ένας εξαιρετικός υγρότοπος, και μιλάω για το δέλτα των ποταμών εδώ λίγο παραδίπλα Αλιάκμονας, Λουδίας, Γαλλικός, Αξιός ποταμός, σήμερα είναι ένας σκουπιδότοπος; Μπορούμε να μιλάμε για πολιτισμό σε μια πόλη που έχει δύο λίμνες που κ. υπουργέ ήμασταν στην Ευρώπη θα μπορούσαν να προσελκύουν τουρισμό, οικοτουρισμό, αγροτοτουρισμό, θα μπορούσαμε να έχουμε γίνει Ελβετία μ’ αυτές τις δύο λίμνες και τις έχουμε αφήσει να ρημάξουν. Με δύο λόγια θέλω να πω ότι πολιτισμός δεν είναι μόνο η ιστορία και η παράδοση. Είναι και τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα που έχουν να κάνουν με τη φυσική ιστορία και τη θέση της Θεσσαλονίκης, με τη θάλασσα, με τα ποτάμια, με τον αέρα, με τις λίμνες.

Και κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτή η συμβολή του φυσικού περιβάλλοντος στον πολιτισμό δεν συνδέεται μόνο με έργα. Τα έργα είναι καλά. Όπως ξέρετε πολύ καλά από το πολυτεχνείο προέρχομαι ο ίδιος, δεν θα μιλούσα εναντίον των τεχνικών έργων, όμως δεν αρκεί. Χρειάζεται ένας ισόρροπος σχεδιασμός, χρειάζεται μια πνοή προς αυτήν την κατεύθυνση και χρειάζεται και μια συμμετοχή δική μας, του κόσμου, των πολιτών στην κατεύθυνση της αναβάθμισης, αυτού που είναι η βάση για τον πολιτισμό και η βάση για την ανάπτυξη, δηλαδή του φυσικού περιβάλλοντος, ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία.

Ευ. Βενιζέλος: Και εγώ ευχαριστώ και χαίρομαι γιατί τονίσαμε την οικολογική διάσταση που είναι θεμελιώδης, είναι υπαρξιακού χαρακτήρα. Πράγματι δεν μπορεί να υπάρξει Θεσσαλονίκη του πολιτισμού εάν δεν έχουμε ταυτόχρονα και μια Θεσσαλονίκη της οικολογίας. Ο κ. Δασκαλάκης, ο κ. Κύρου αφού έχει το μικρόφωνο στο χέρι του. Σιγά σιγά θα κατέβουμε και θα κλείσουμε τη συζήτηση.

Γιώργος Κύρου, ομ. καθητής ΑΠΘ , πρώην πρόεδρος  ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ: Εγώ θα συνεχίσω με τον λόγο του κ. Μυλόπουλου. Μπορεί να υπάρξει πολιτισμός σε μια πόλη η οποία δεν σχεδιάζεται; Μια πόλη η οποία παρουσιάζει μια χαοτική εικόνα καθημερινών ιστοριών τρέλας; Μια πόλη όπου οι κάτοικοι συνωθούνται και αλληλοδέρνονται για μια θέση στάθμευσης ή γιατί ο ένας παρεμποδίζει τον άλλον σε μια φυσιολογική ζωή του πολίτη; Δεν έχουν τέλος αυτά κ. υπουργέ, και πιστεύω ότι είναι καιρός πια να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε πως αν συνεχίσουμε να είμαστε η περιφέρεια της Ελλάδας, που το θεωρώ απαξιωτικό για τη Θεσσαλονίκη δεν πρόκειται ποτέ παρά να μείνουμε ικέτες του κέντρου. Είναι καιρός- δυστυχώς δεν άκουσα την εισήγησή σας, γιατί ήμουν  στο γιατρό- αλλά είναι καιρός πια να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε την ουσιαστική, πολιτική, οικονομική αποκέντρωση της Ελλάδας. Είναι καιρός η Θεσσαλονίκη να αποκτήσει ενδοχώρα. Έχει αυτή τη στιγμή τεράστια ενδοχώρα την οποία θέλουμε να αγνοούμε και δεν μπορούμε να αξιοποιήσουμε γιατί δυστυχώς όλα οδεύουν προς αυτήν. Όλες οι προσπάθειες η Θεσσαλονίκη να αποκτήσει οικονομική οντότητα, να αποκτήσει εταιρίες τείνουν για να πάνε στην Αθήνα. Εάν οικονομικά δεν σταθεί η Θεσσαλονίκη εγώ δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει πολιτισμός στην πόλη αυτή.

Ευ. Βενιζέλος: Ο κ. Δασκαλάκης

Μανόλης Δασκαλάκης: Χαζεύω τόση ώρα τις ωραίες φωτογραφίες -που δείξατε εκεί πριν από την εισήγησή σας- και βλέπω  ότι η Θεσσαλονίκη  τώρα πια είναι παντού μπάζα. Βλέπω τη ΧΑΝΘ αυτό το ιστορικό μνημείο που είχε την πυρκαγιά, πριν από τρία χρόνια, και είναι ακόμα χωρίς μελέτη, χωρίς καμία προοπτική. Βλέπω ένα υπέροχο κτίριο που λέγεται Μέγαρο Μουσικής αλλά γύρω  του υπάρχει  από το 1978 από τους σεισμούς εκείνο το σχολείο το λυόμενο το απαίσιο και ο περιβάλλων χώρος είναι χάλια. Ανεβαίνω την οδό Κατσιμίδου  από  τη μεριά του  στρατοπέδου έχει έναν τοίχο απαίσιο που δεν βλέπεται. Βλέπω εκεί κάτω από το Βασιλικό θέατρο το απαίσιο εκείνο κατασκεύασμα που έχει γίνει από πίσω και είναι γεμάτο μπάζα κ. υπουργέ. Για όνομα του Θεού τι περιμένουμε τώρα; Όπως λέει ο κ. Πολύδωρας, όλοι για τα μπάζα είμαστε.

Ευ. Βενιζέλος: Άλλο εννοούσε αυτός. Άλλο εσείς, άλλο αυτός. Η κυρία εδώ

Αννυ  Γαρέζα: Καλησπέρα σας κ. υπουργέ, καλησπέρα σας αγαπητοί κυρίες και κύριοι. Ονομάζομαι Αννυ Γαρέζα, είμαι από την Αλβανία ζω και εργάζομαι σ’ αυτήν την χώρα, 16 χρόνια. Ήθελα να σας θέσω το εξής θέμα. Σπούδασα ιταλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έχω να σας «προτείνω» -δεν προτείνουμε ποτέ σε έναν υπουργό και μάλιστα μια άγνωστη μετανάστρια -το εξής θέμα.

Ευ. Βενιζέλος: φυσικά και μπορείτε να μας προτείνετε….

Α. Γάρεζα: Η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας κ. υπουργέ. Πώς μπορεί αυτή η γλώσσα που άλλωστε είναι μια μητρική σπάνια, μια από τις πιο ωραίες γλώσσες του κόσμου να είναι υπόθεση καθαρά των μεταναστών;

Σήμερα η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας  γίνεται μόνο από τα σωματεία των Αλβανών. Είναι δυνατόν; Εγώ ονομάζω τη γλώσσα όπλο κ. υπουργέ για τον απλούστατο λόγο ότι και ένας πόλεμο σ’ αυτόν το κουρασμένο πληγωμένο πλανήτη ξεκινάει από μια έκφραση, από μια γλώσσα, από μια πρόταση που μεταφράζεται κ. υπουργέ.

Εγώ πιστεύω ότι πρέπει να μάθουμε στους μετανάστες να μην παρεξηγούνται τόσο εύκολα με το «όχι, περίμενε κάποια στιγμή τα χαρτιά σου», να μάθουμε το νόημα της γλώσσας και εν τέλει να μάθουμε να είναι οι καλύτεροι πρεσβευτές της χώρας όπου πάνε και όπου στέκονται. Είμαι υπερήφανη που είμαι στην Ελλάδα, είμαι υπερήφανη που έμαθα μια γλώσσα που αντιπροσωπεύει έναν λαό που στην ιστορία  αιώνων του δεν σκέφτηκε ποτέ να φτιάξει ηλεκτρικές καρέκλες όπως το αρρωστημένο μυαλό κάποιων άλλων λαών ή χώρους που ο άνθρωπος -αυτό το τέλειο δημιούργημα του Θεού- έγινε σαπούνι. Ευχαριστώ πολύ.

Ευ. Βενιζέλος: Δώσε το μικρόφωνο στον κ. Στρατήγη. Έχουμε έναν παλαιό «κλασικό Αθηναίο», εδώ για τη Θεσσαλονίκη του πολιτισμού ας μας πει μια κουβέντα

Στρατής Στρατήγης,  πρωην πρόεδρος Οργανωτικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων «Αθήνα 2004»: Θα ζητήσω συγνώμη αλλά να ξέρετε ότι και την αγαπώ τη Θεσσαλονίκη και ξεπέρασα κάπως τα αθηναϊκά μου πλαίσια.

Ευ. Βενιζέλος: Με τον κ. Στρατήγη είχαμε μια πάρα πολύ καλή και φιλική, «αγαπητική» συνεργασία στην Οργανωτική Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας και τον θεωρώ πολύ στενό φίλο και συνεργάτη.

Στρ. Στρατήγης: Κατ’ αρχήν σας θαυμάζω όπως ξέρετε-βρίσκω ότι είσαστε ένας από τους πολιτικούς ο οποίος έχει ιδιαίτερες πολιτικές ικανότητες με τη στενή έννοια αλλά πάντα και όραμα και γνώση. Και αυτά είναι πολύ ωραίοι συνδυασμοί. Εγώ  νομίζω ότι μια πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη με το παρελθόν της, αλλά και το μέλλον της σαν διεθνής πόλη με κοσμοπολιτικό χαρακτήρα, δεν θα έπρεπε να έχει σαν στόχο τον εορτασμό των εκατό χρόνων, διότι εκεί θα αναβιώσουνε οράματα από τις εθνικές διεκδικήσεις. Νομίζω ότι θα ξαναθυμίσουμε και στους γείτονές μας τις παλιές μας εχθρικές σχέσεις, Ίσως το όραμα θα έπρεπε να είναι κάτι το οποίο θα έχει πιο διεθνή χαρακτήρα, ίσως ένα παγκόσμιο -όπως το Ρίο, μήπως τυχόν γίνει και εδώ ένα συνέδριο οικολογίας; Αυτά ήθελα να σας πω και πάλι χαίρομαι πάρα πολύ που βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη και ήρθα να σας ακούσω.

Ευ. Βενιζέλος: Θα θυμάστε ίσως τον στρατηγό Σκαραφίγκα τον τέως διοικητή, τον επίτιμο διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού και της Στρατιάς.

κ. Σκαραφίγκας: Χαίρομαι που είμαι εδώ. Κύριε υπουργέ ήρθα από την Αθήνα και πραγματικά αισθάνομαι ιδιαίτερη συγκίνηση μέσα στα πλαίσια αυτής της ωραίας συζήτησης περί πολιτισμού επειδή διατέλεσα διοικητής του Γ’ Σ.Σ. για δύο χρόνια 1998 – 2000 και επειδή ζούμε στην πατρίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Αριστοτέλη.

Θέλω να σας ενημερώσω, διότι πιστεύω ότι πολλοί εξ ημών που είσαστε μέσα στην αίθουσα αυτή δεν γνωρίζετε ότι στην περιοχή μας υπάρχει και ένας άλλος πολιτιστικός χώρος που λέγεται Μουσείο Βαλκανικών Αγώνων. Το Μουσείο Βαλκανικών Αγώνων είναι στην περιοχή Γέφυρα του Αγίου Αθανασίου το οποίο την περίοδο της δικής μου θητείας ως διοικητού του Γ’ Σ.Σ. σε συνεργασία με το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, το εγκαταστήσαμε, το αγοράσαμε, 320 εκατομμύρια παρακαλώ. Στην όλη διαδικασία είχε ενδιαφερθεί και ο κ. υπουργός ως υπουργός Πολιτισμού που ήταν πριν.

Αυτό το ωραίο μνημείο το οποίο το εγκαινίασε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο κ. Στεφανόπουλος και παρευρέθησαν περίπου 2.000 άτομα στην περιοχή αυτή, είναι ένας χώρος οποίος τώρα από ότι μαθαίνω δεν έχει περαιτέρω αξιοποιηθεί. Θα παρακαλέσω μέσα στα πλαίσια αυτής της ωραίας δραστηριότητας υπό την ηγεσία του κ. υπουργού μας να γίνει μια συνεργασία μεταξύ των τοπικών φορέων και αρχών του υπουργείου Πολιτισμού, του υπουργείου Εθνικής Αμυνας να αναβαθμιστεί , να αξιοποιηθεί περαιτέρω, να είναι ανοικτό για όλους τους φορείς, για τα παιδιά ιδιαίτερα του δημοτικού, του γυμνασίου, του λυκείου, πολιτιστικούς  φορείς, αλλά και όλους  τους κάτοικους  της περιοχής. Είναι ένα αριστούργημα , ένας ωραίος χώρος, αναβιώνεται η παράδοσή μας όχι εχθρικά αλλά πολιτιστικά και μόνο. Διότι εκεί έγινε η παράδοση της πόλης της Θεσσαλονίκης από τον Χασίμ Ταξίμ Πασά στον Αρχηστράτηγο Κωνσταντίνο και δεν πρέπει να χαθεί και να μείνει στην περιοχή του Τόπσιτ που πολύ πιστεύω ότι η Θεσσαλονίκη δεν το γνωρίζει. Ευχαριστώ πολύ.  

Στ. Ιωακειμίδης: Με όσα ακούστηκαν μέχρι τώρα θέτω και εγώ το ερώτημα- βέβαια τα έχω γράψει. Η πολιτιστική υστέρηση που εμφανίζεται μπορεί να έχει σχέση και με την κοινωνική αποδιοργάνωση; Διότι διαθέτουμε κάποιο πολιτισμό αλλά ταυτόχρονα ανήκουμε και σε κάποια κοινωνία που οι σχέσεις των μελών της καθορίζονται από νόμους που διαρκούν στο χρόνο περισσότερο από όσα τα άτομα που συμμετέχουν στη διαμόρφωση τους. Έχουμε όμως τους μηχανισμούς και την οργάνωση που θα ελέγχονται οι συνθήκες ζωής σε μια κοινωνική οργάνωση όχι μόνο με συστήματα αλλά και με τεχνικές και με υλικά όργανα που διαθέτουμε ή ενώ τα έχουμε, τα έχουμε αδρανοποιήσει τελείως;

Ευ. Βενιζέλος: Να κλείσουμε σιγά σιγά γιατί πέρασε και η ώρα. Ο κ. Κοσμήτορας της Πολυτεχνικής Σχολής.

Νικολαος Μουσιόπουλος, Κοσμήτορας Πολυτεχνικής ΑΠΘ: Κύριε υπουργέ κατ’ αρχήν συγχαρητήρια για την εκδήλωσή σας. Κάποιοι συνάδελφοι της σχολής ήδη έδειξαν τον ρόλο που έχει στο θέμα του πολιτισμού η  Πολυτεχνική Σχολή του πανεπιστημίου μας. Ειπώθηκαν τα θέματα: Τα περιβαλλοντικά τα έθιξε ο κ. Μυλόπουλος. Υπάρχει πραγματικά ανάγκη να βοηθηθεί η ποιότητα της ζωής. Υπάρχουν  πολιτιστικές εκδηλώσεις και στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και στο Τελλόγλειο. Ειδικά χτες ξεκίνησε μια θαυμάσια εκδήλωση εκεί της αρχιτεκτονικής, που όλοι οι Θεσσαλονικείς καλό είναι να πάνε να τη δουν.

Θέλω να πω μόνο αυτά: ότι η Πολυτεχνική  Σχολή  παίζει ουσιαστικό ρόλο, επιδιώκουμε  βέβαια στα πλαίσια και της ζώνης καινοτομίας να παίξει ακόμα σημαντικότερο ρόλο και ζητεί την υποστήριξη-την έχει μέσα στο πανεπιστήμιο, θέλει όμως και των υπόλοιπων φορέων- επειδή είναι ασφυκτικά πιεσμένη στους χώρους που βρίσκεται σήμερα. Θα παρακαλούσε να υπάρξει μια συστράτευση για να μπορέσει να αποκτήσει την έκταση εκείνη που χρειάζεται για να μπορέσει να βοηθήσει και τον πολιτισμό.

Αναστασία Τσατσάκου, Αντιπρύτανης ΑΠΘ: Ευχαριστώ κ. υπουργέ, σας ευχαριστώ για αυτήν την εκδήλωση τη σημερινή, η οποία μας βοήθησε λιγάκι να θυμηθούμε πόσο καλά λειτουργούσε η ομπρέλα του πολιτισμού στην πόλη πριν από λίγα χρόνια. Αυτό που με ανησυχεί κύριε υπουργέ είναι ακριβώς η διάρρηξη αυτού του πνεύματος. Ζούμε έναν καταιγισμό μπορώ να πω πολιτιστικών σε εισαγωγικά ή χωρίς εισαγωγικά γεγονότων που, όπως τονίσατε πάρα πολύ καλά, δεν έχουν κεντρική ιδέα πίσω τους. Και όχι μόνο αυτό. Στο δίπολο συνέργια – ανταγωνισμός, αυτή τη στιγμή η βελόνα είναι στον ανταγωνισμό. Οι φορείς δεν συνεργάζονται ουσιαστικά αν εξαιρέσω τη φιλότιμη προσπάθεια του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης που εξακολουθεί- και το λέω εκ πείρας και ως πρόεδρος της «Τέχνης - Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρίας» και της συνεργασίας που έχω με το μουσείο.
Έχουμε διάφορα μορφώματα κατά καιρούς που γίνονται ανταγωνιστικά, αλλά δεν κατατείνουν όλα σ’ αυτό που είπατε προηγουμένως στο να έρχεται σιγά σιγά και να ενταχθεί ολόκληρη η πόλη και το κέντρο και η περιφέρεια στον ίδιο της τον εαυτό. Και νομίζω ότι λείπει ο ιθύνων νους γι’ αυτήν την ιστορία. Ένας ιθύνων νους που δεν θα λειτουργεί βεβαίως διδακτορικά και επιβάλλοντας την άποψή του αλλά διασφαλίζοντας τον πολιτισμό και συνδαυλίζοντας τις συνέργιες στις οποίες τόσο καλά αναφερθήκατε. Συγκράτησα με μεγάλη προσοχή αυτά που είπατε για το αποτύπωμα που λείπει και εμβληματικό χαρακτήρα που θα έπρεπε επιτέλους να έχει κάποια ενέργειά μας στα πολιτιστικά πράγματα.

Εμείς, όπως είπε και ο κ. Πρύτανης, στο πανεπιστήμιο έχουμε πολλές ιδέες, δεν είναι όμως ακόμα ώριμες να τις εξαγγείλουμε και φυσικά δεν θα τις εξαγγείλω εγώ, θα τις εξαγγείλει ο κ. Πρύτανης. Για το concept που έλεγα πιο μπροστά: κάνουμε τη φοιτητική εβδομάδα, έχουμε μια κεντρική ιδέα, γιορτάζουμε τα 50 χρόνια της UNESCO αυτή τη στιγμή, η κεντρική ιδέα της εβδομάδας, είναι 85 οι εκδηλώσεις, είναι για έναν πολιτισμό της ειρήνης και της μη βίας. Και φυσικά αυτό που με λυπεί όπως λυπεί όλους μας βαθύτατα κ. υπουργέ είναι η συντηρητικοποίηση της κοινωνίας μας, η αποκοπή των νέων, η καταφυγή τους πολλές φορές σε λύσεις ανορθολογικές και βίαιες.

Όλα αυτά τα πράγματα χρήζουν μεγάλης προσοχής και από τους άρχοντες της πολιτείας. και φυσικά η εσωστρέφεια της Θεσσαλονίκης: έκλεισαν τα «παράθυρα» όχι μόνο για λόγους περιβάλλοντος. Είναι και πνιγηρή η ατμόσφαιρα και χάνουμε την οικουμενική κατεύθυνση που είχαμε στα πολιτιστικά μας πράγματα και αυτό είναι ένα θέμα που θα πρέπει όλοι μας κάποτε να συζητήσουμε γύρω από ένα τραπέζι. Η κοινωνία των πολιτών όπως είπατε, άνθρωποι που εθελοντικά ενδιαφέρονται γι’ αυτά τα πράγματα και να τα κουβεντιάσουμε μιας και δεν προσφέρεται τόσο πολύ η τοπική αυτοδιοίκηση.

Μίλτος Παπανικολάου, πρώην Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, καθηγητής ΑΠΘ: Κύριε υπουργέ μας θυμίσατε με τον γλαφυρό σας λόγο τόσα πράγματα. Θα μπορούσε πραγματικά η Θεσσαλονίκη να εξελιχθεί σε μια πόλη εξωστρεφή. Αναφέρομαι σε δύο μεγάλα γεγονότα που υλοποιήσατε προσωπικά εσείς , στην αγορά της συλλογής Κωστάκη που άλλαξε το πρόσωπο της πόλης, που βασικός στόχος που είχατε θέσει ήταν η πόλη της Θεσσαλονίκης να ξεφύγει από το δικό της κέλυφος το εσωτερικό και να στραφεί προς την Ευρώπη για να δημιουργήσει συνθήκες καλής συνεργασίας με τα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα. Το δεύτερο ήταν η ΥΦΑΝΕΤ όπως είπατε, γιατί πραγματικά ήταν μια τεράστια προσπάθεια, κράτησε πάνω από δέκα χρόνια η προσπάθεια αυτή, έγινε μια απεμπλοκή νομοθετική που απελευθέρωσε όλα τα στρέμματα, τα δώδεκα περίπου στρέμματα της περιοχής, με στόχο να γίνουν μουσείο-  έδρα του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Η ΥΦΑΝΕΤ ορίστηκε νομοθετικά ως έδρα του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, ξεπεράστηκαν πάρα πολλά, τεράστια διαδικαστικά και γραφειοκρατικά προβλήματα και χαιρόμαστε όλοι που τώρα βρέθηκαν τα χρήματα για την απόκτηση της ΥΦΑΝΕΤ από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Το ερώτημα το δικό μου είναι πώς θα μπορέσει κανείς να παρακολουθήσει την μετατροπή αυτού του τεράστιου αχανούς -και όσοι γνωρίζουν την ΥΦΑΝΕΤ- δύσκολου αρχιτεκτονικά χώρου, ώστε να μετατραπεί σε ένα πραγματικό μουσείο όπως το είχατε οραματιστεί πριν από δέκα χρόνια περίπου.
 Και με την ευκαιρία που ο Στρατηγός αναφέρθηκε στα μουσεία: υπάρχει εδώ στη Θεσσαλονίκη το Πολεμικό Μουσείο που στεγάζεται σε κτίριο το οποίο ανήκει στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας όμως εξακολουθεί να είναι παράρτημα των Αθηνών, του Πολεμικού Μουσείου των Αθηνών, δεν έχει καμία δική του δομή και  διοικείται  εντελώς ερασιτεχνικά.

Κυρίως όμως  είναι κρίμα να μην αποτελεί κέντρο το οποίο θα μπορούσε να παρουσιάσει στην οπτική του εθνικού σχεδιασμού το δικό του πλούτο που έχει ως ένα μουσείο αυτής της μορφής.

Αθ. Ακριβόπουλος: Εγώ δεν θα έπαιρνα το λόγο, αν δεν  ήθελα να πω για ένα θέμα αισθητικής αμέσου ανάγκης που έχει αυτή η πόλη και το διαπίστωσα κάνοντας μια βόλτα. Αυτή η εικόνα της πλατείας Αριστοτέλους -το προσπεράσαμε λίγο το θέμα της αισθητικής το οποίο είναι αρμοδιότητα του δημάρχου. Εγώ δεν δέχομαι ότι η αισθητική της πόλης είναι αρμοδιότητα κανενός δημάρχου και ειδικότερα αυτού. Η πλατεία Αριστοτέλους που είναι η κατάληξη ενός θαλάσσιου μετώπου που είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα της Θεσσαλονίκης είναι από τα ωραιότερα σημεία του κόσμου αισθητικά πιστεύω εγώ, δεν μπορεί να έχει αυτή την εικόνα. Αυτή τη στιγμή τα συνεργεία είναι σε πλήρη δράση, γεμίζουν την πλατεία λαμαρίνες, καρέκλες πλαστικές κ.τ.λ., δίνουμε μια εικόνα του τέταρτου, πέμπτου δεν ξέρω ποιου κόσμου αυτή τη στιγμή.

Και ο κόσμος που έρχεται οι Ελληνες και οι ξένοι που έρχονται, δεν θα πάνε εύκολα στην ΥΦΑΝΕΤ, αλλά στην πλατεία Αριστοτέλους θα πάνε σίγουρα. Η εικόνα που δίνουμε είναι τραγική. Και δεν μπορεί να λέμε ότι είναι αυτό αρμοδιότητα του δημάρχου και ο δήμαρχος δεν είναι καλός.

Ευ. Βενιζέλος: Επειδή η ώρα κάπως πέρασε και επειδή κουράστηκαν οι φίλοι μας που με τίμησαν με την παρουσία τους και επειδή αντιλαμβάνομαι ότι είναι αρκετοί ακόμη που θέλουν να μιλήσουν, φυσικά θα συνεχίσουμε. Πρόκειται όμως στο σημείο αυτό να επιχειρήσω μία κωδικοποίηση της συζήτησης.
Τι ήθελα να κάνω σήμερα; Ήθελα να σας μαζέψω εδώ και να σας παρακινήσω. Ήθελα να ξαναβρεθούμε και να ξαναμιλήσουμε για τον πολιτισμό, γιατί ένιωθα ότι έχουμε ένα μεγάλο κενό στην επικοινωνία μας και τις προτεραιότητές μας. Και χάρηκα γιατί ήρθαν φίλοι με τους οποίους είχα συνδεθεί μέσα από τις δραστηριότητες του Υπουργείου Πολιτισμού ή άλλων κυβερνητικών θέσεων. Ήρθαν όμως και θεσμικοί εκπρόσωποι της πόλης και ήρθαν άνθρωποι που υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια τα τυπικά του ΠΑΣΟΚ του οποίου είμαι βουλευτής και αυτό με τιμά ιδιαιτέρως. Ήρθαν άνθρωποι από όλο το φάσμα το πολιτικό και το ιδεολογικό από αγάπη για τον πολιτισμό και θέλω να πιστεύω και από εκτίμηση προς το πρόσωπό μου και από φιλία και αυτό πραγματικά με δεσμεύει και με συγκινεί πολύ. Νομίζω ότι ο κοινός παρονομαστής όλων των παρατηρήσεων -και αυτών που διατυπώθηκαν και αυτών που δεν διατυπώνονται γιατί δεν προλαβαίνουμε- είναι ότι υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα θεσμικής συγκρότησης και πολιτικής αντιπροσώπευσης και έκφρασης της πόλης.

Το πρόβλημα της θεσμικής χειραφέτησης της Θεσσαλονίκης είναι το κορυφαίο, το κύριο πρόβλημα. Πιστεύω ότι είναι η μήτρα όλων των άλλων προβλημάτων. Είπα στην αρχή ότι το πρόβλημα του πολιτισμού είναι βαθύτατα αναπτυξιακό, ότι για μένα η Θεσσαλονίκη του πολιτισμού είναι η Θεσσαλονίκη του μεταβιομηχανικού μοντέλου ανάπτυξης της πόλης. Αλλά για να συγκροτηθεί και να προωθηθεί ένα ολοκληρωμένο μεταβιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης που περιλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη του πολιτισμού, του αθλητισμού, των εκθέσεων, των συνεδρίων, του λιμανιού, της ιστορικής αυτοσυνειδησίας, της οικολογίας, της γεωγραφικής θέσης της, των μεταφορών, της ευρυζωνικότητας, της ψηφιακής Θεσσαλονίκης, της Θεσσαλονίκης της μεγάλης περιβαλλοντικής ευαισθησίας, για να γίνει όλο αυτό πρέπει να υπάρχει ένα forum το οποίο μπορεί να τα σκεφτεί ως συλλογικό αντικείμενο και ως συλλογικός διανοούμενος όλα αυτά.

Η Θεσσαλονίκη πραγματικά τέτοιο forum δυστυχώς δεν έχει. Και πρέπει ως κοινωνία των πολιτών, γιατί αυτό είμαστε τώρα, δεν εκπροσωπώ και εγώ τίποτα, παρά μόνον τον εαυτό μου και όποια δυνατότητα πίεσης έχω μέσα στο πολιτικό σύστημα της χώρας, πρέπει να συγκροτήσουμε αυτό το forum. Και επειδή παλαιότερα είχαμε κάνει μια προσπάθεια με μια αστική εταιρία για τη Θεσσαλονίκη του 2008 μπορούμε να την αναβιώσουμε αυτή τη μικρή αστική εταιρία τη Θεσσαλονίκη του 2008, να τη μετατρέψουμε πια σε «Θεσσαλονίκη του 2012 plus», για να μπορέσουμε να κινητοποιήσουμε δυνάμεις και σε προσωπικό επίπεδο και σε θεσμικό επίπεδο.

Άρα η αναζήτηση της πολιτιστικής ταυτότητας, ιδιοπροσωπίας θα έλεγα καλύτερα της Θεσσαλονίκης λειτουργεί ως καταλύτης, γιατί αναδεικνύει το θεσμικό και το αναπτυξιακό πρόβλημα της Θεσσαλονίκης τα οποία είναι αλληλένδετα. Χρειαζόμαστε λοιπόν μια Θεσσαλονίκη που έχει αυτοσυνειδησία, που γνωρίζει την ιστορία της, την γεωγραφία της και τη νέα κοινωνική σύνθεσή της. Που τιμά και ενσωματώνει τους μετανάστες, που τιμά και ενσωματώνει τους παλιννοστούντες, νεοπρόσφυγες, που δεν αποκλείει κανέναν, που γνωρίζει κατ’ αρχάς τα πλεονεκτήματά της.

Γιατί εδώ υπάρχουν φίλοι που δεν ξέρουν τι ακριβώς γίνεται στο πανεπιστήμιο, που δεν ξέρουν τι ακριβώς σημαίνει «ζώνη καινοτομίας», που δεν ξέρουν τι σημασία έχουν οι διάφορες παρεμβάσεις που κάναμε σε διάφορα σημεία της πόλης. Γιατί η πόλη έχει κι αυτή ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα εσωτερικής επικοινωνίας. Λειτουργούν πολλά ασύνδετα σημεία στην πόλη και πρέπει να αποκτήσει ξανά τον χαρακτήρα πολεοδομικού δικτύου η πόλη. Δεν λειτουργεί ο ιστός της με τον τρόπο που θα έπρεπε.

Πρέπει λοιπόν να πάρουμε αυτές τις πρωτοβουλίες ώστε να αποκτήσουμε το forum, το υποκείμενο, το φορέα και ταυτόχρονα ένα κεντρικό σύνθημα. Και πρέπει να αξιοποιήσουμε και πάλι μια συγκυρία, μια ευκαιρία, κάτι το οποίο να εύληπτο και λειτουργικό. Και πιστεύω ότι το 2012 είναι εκ των πραγμάτων ένας τέτοιος στόχος. Έχει δίκαιο όμως ο κ. Στρατήγης που λέει ότι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αναζωπυρώσουμε μνήμες. Δεν ξέρω αν ο κ. Χασιώτης τελικά ήθελε να πει κάτι. Άρα φυσικά δεν πρέπει να δημιουργήσουμε ένα πεδίο αναμόχλευσης παθών.

 Γι’ αυτό πιστεύω ότι ο εορτασμός του 2012 πρέπει να πάρει τη  μορφή μιας πολύ μεγάλης έκθεσης, να είναι η ευκαιρία για την αλλαγή της φυσιογνωμίας της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις για ένα μεγάλο γεγονός ανεξάρτητα από την διεκδίκηση και την ανάθεση στη Θεσσαλονίκη μιας τυπικής παγκόσμιας έκθεσης τύπου ΕΧΡΟ μέσω του Διεθνούς Γραφείου Εκθέσεων. Δυστυχώς εγκαταλείφθηκε το σχέδιο. Δεν υπέβαλε η Θεσσαλονίκη υποψηφιότητα. Παρ’ ότι πίεσα τον Πρωθυπουργό και τους αρμόδιους υπουργούς αυτό δεν έγινε. Χάθηκε η ευκαιρία και κατά πάσα πιθανότητα θα είναι η Σμύρνη η πόλη που θα φιλοξενήσει αυτήν την ΕΧΡΟ. Εμείς όμως αυτόκλητοι, με τις δικές μας δυνάμεις, με την ΔΕΘ/ Helexpo, με όλα τα μουσεία, με όλους τους πολιτιστικούς φορείς, με το πανεπιστήμιο, με την Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, με το σύμπαν που μπορεί να κινητοποιηθεί το πολιτιστικό μπορούμε να οργανώσουμε αυτό το μεγάλο γεγονός εκπέμποντας ένα μεταβιομηχανικό, μετανεοτερικό μήνυμα σε όλη την περιοχή και ευρύτερα θα έλεγα στην διεθνή κοινότητα.

Αυτό μπορεί να γίνει και να ενσωματώσει όλα  τα διεθνή γεγονότα της πόλης, να τα εντάξει σε ένα ενιαίο χρονοδιάγραμμα, σε ένα ενιαίο «καλεντάρι» εκδηλώσεων. Τα συνέδρια, τις επιμέρους κλαδικές εκθέσεις, τα φεστιβάλ, τις δραστηριότητες όλων των μουσείων και όλων των πολιτιστικών φορέων, μπορούμε όλα αυτά να τα εντάξουμε σε ένα ενιαίο επικοινωνιακό σχεδιασμό. Να είναι το 2012 ένα έτος επετειακό, διεθνές, που θα επιτρέψει στη Θεσσαλονίκη να εμφανίσει όλη την φυσιογνωμία και όλες της τις δυνατότητες και φυσικά να διεκδικήσει και τις ελλείπουσες υποδομές, οι οποίες δεν είναι μόνον υποδομές στενά πολιτιστικές, είναι φυσικά και υποδομές που αφορούν τις μεταφορές, τις επικοινωνίες και όχι μόνο τα βαριά μεγάλα έργα. Μιλάμε και για όλα αυτά που συνδέονται με την καινοτομία, με την τεχνολογία, με την έρευνα με όλο αυτό που προσπαθώ με τον όρο «μεταβιομηχανικό» να χαρακτηρίσω.

Άρα λοιπόν τρία είναι τα συμπεράσματα.

Ότι υπάρχει ένα μεγάλο κενό, ότι το κενό αυτό είναι θεσμικό και αναπτυξιακό με την έννοια του μοντέλου ανάπτυξης.

Ότι χρειαζόμαστε έναν φορέα που να λειτουργήσει καταλυτικά και αυτός πρέπει να προκύψει από την κοινωνία των πολιτών αλλά φυσικά μετά πρέπει να επέμβει η πολιτεία και να το υιοθετήσει και να το επισημοποιήσει.

Ότι το momentum είναι το 2012. Ότι το μεγάλο γεγονός θα πρέπει να είναι ένα παγκόσμιο εκθεσιακό, φεστιβαλικό, συνεδριακό, πολιτιστικό, επιστημονικό γεγονός που να τα συνδέει όλα αυτά. Τον πολιτισμό υπό την ευρεία έννοια του όρου. Και βεβαίως όλα αυτά προϋποθέτουν μια συνειδητοποίηση των μεγεθών της Θεσσαλονίκης.

Η Θεσσαλονίκη πάσχει από πολύ έντονο μικρομεγαλισμό. Κάποτε λέγαμε ότι το μικρό είναι ωραίο «small is beautiful», τώρα νομίζω ότι πρέπει να καταλάβουμε ότι το μεσαίο έχει πλεονεκτήματα. «Medium is  beautiful». Διότι η Θεσσαλονίκη έχει σημασία να καταλάβει ότι δεν μπορεί να εκβιάζει τα μεγέθη της και ότι θα χάσει το παιχνίδι αν εκβιάζει τα μεγέθη της. Και δεν πρέπει να έχει αυτήν εχθρική και συμπλεγματική διάθεση σε σχέση με την Αθήνα. Πρέπει να είναι ένα μέτρο αξίας κα ποιότητας σε σχέση με την Αθήνα. Χρειαζόμαστε την κοινωνία και την αγορά του λεκανοπεδίου της Αθήνας και του Πειραιά, του λεκανοπεδίου της Αττικής εμείς. Τους χρειαζόμαστε ως καταναλωτές, ως χρήστες, τους χρειαζόμαστε ως αγορά, τους χρειαζόμαστε ως κρίσιμη μάζα. Διότι φυσικά δεν είναι δυνατόν να ενδιαφερόμαστε μόνο για τη βαλκανική ενδοχώρα και να δίνουμε τόση σημασία στην παρουσία μας στα Σκόπια ή στη Σόφια και να αγνοούμε την παρουσία μας στο χώρο της Αθήνας, στον ελλαδικό.

Άρα συνείδηση των μεγεθών, συνείδηση της νέας κοινωνικής διαστρωμάτωσης της πόλης, συνείδηση των νέων γεωγραφικών δεδομένων, συνείδηση της σημασίας που έχει η θεσμική χειραφέτηση και η ολοκληρωμένη πολιτική αντιπροσώπευση της πόλης, ένα μεγάλο εμβληματικό γεγονός το 2012 και κινητοποίηση όλων των δυνάμεων προκειμένου να το διεκδικήσουμε και να το επιβάλουμε αυτό.

Σας ευχαριστώ πολύ.

 


*Ομιλία Ευ. Βενιζέλου και δημόσια συζήτηση στο Λιμάνι (ΟΛΘ) 

 

10-11.6.2025: Πενήντα χρόνια από το Σύνταγμα του 1975

Περισσότερα …

16-18.3.2025 Η Ελλάδα Μετά VIII: Η Ευρώπη, η Ελλάδα και ο καταιγισμός των νέων προκλήσεων. Αναζητώντας πλαίσιο αναφοράς

Περισσότερα …

12-14 Μαΐου 2024: Η καμπύλη της Μεταπολίτευσης (1974-2024)



Σχετικό link https://ekyklos.gr/ev/849-12-14-maiou-2024-i-kampyli-tis-metapolitefsis-1974-2024.html 

2.5.2023, Ch. Dallara - Ευ. Βενιζέλος: "Ελληνική κρίση: Μαθήματα για το μέλλον"

https://ekyklos.gr/ev/839-ch-dallara-ev-venizelos.html 

Περισσότερα …

Ευ. Βενιζέλος, Μικρή εισαγωγή στο Σύνταγμα και στο Συνταγματικό Δίκαιο, ebook

Περισσότερα …

Πρακτικά του συνεδρίου "Δικαιοσύνη: Η μεταρρύθμιση μιας εξουσίας και η αφύπνιση μιας ιδέας", ebook, 2022

Περισσότερα …

6.6.2019 Αποχαιρετιστήρια ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην Ολομέλεια της Βουλής

https://vimeo.com/340635035

13.2.2019, Ευ. Βενιζέλος Βουλή: Οδηγούμε τη χώρα σε θεσμική εκκρεμότητα, κολοσσιαίων διαστάσεων

https://vimeo.com/316987085

20.12.2018, Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας» 

https://vimeo.com/307841169

8.3.2018, Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στη Βουλή κατά τη συζήτηση επί της πρότασης της ΝΔ για τη σύσταση Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης 

https://vimeo.com/259154972 

21.2.2018, Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου για την υπόθεση Novartis | "Πάρτε το σχετικό"

https://vimeo.com/256864375

20.2.2018, Ευ. Βενιζέλος: Τελειώνει ο πολιτικός τους χρόνος. Αλλά φεύγοντας καταστρέφουν τις γέφυρες και ναρκοθετούν τον τόπο.

https://vimeo.com/256570153