25 Ιουνίου 2005, Λάρισα  


Με ιδιαίτερη χαρά βλέπω συγκεντρωμένο σήμερα εδώ το ΠΑΣΟΚ της Θεσσαλίας. Εύχομαι αυτή η καινούργια αρχή να είναι γεμάτη από νίκες, από επιτυχίες και κυρίως να εμφορείται από ένα αίσθημα ενότητας, συντροφικότητας, καλοπιστίας και από βούληση για νίκη
. Το ΠΑΣΟΚ είναι πάντα ενωμένο, δυνατό.  Η παρουσία σας εδώ δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ είναι πάντα το μεγάλο πλειοψηφικό ρεύμα  της ελληνικής κοινωνίας. Χαίρομαι γιατί τώρα τα νέα όργανα του ΠΑΣΟΚ σε Δημοτικό,. Νομαρχιακό και Περιφερειακό επίπεδο θα διαμορφώσουν τις προϋποθέσεις για τη χειραφέτηση οργάνωσης του ΠΑΣΟΚ.

Μετά το συνέδριο μας είχαμε την υποχρέωση να ολοκληρώσουμε τη νέα οργανωτική διάρθρωση. Και χαίρομαι γιατί εγώ ξεκίνησα από τη βάση, από τις νέες δημοτικές οργανώσεις, από τις  συνελεύσεις τους, από την εκλογή των νέων συντονιστικών επιτροπών. Προχωρήσαμε στις νομαρχιακές οργανώσεις, στις νομαρχιακές επιτροπές, στην εκλογή των συντονιστών. Σήμερα και αύριο ολοκληρώνεται η φυσιογνωμία του περιφερειακού ΠΑΣΟΚ.

Θα έχουμε πια όλα τα καταστατικά όργανα μας σε όλα τα επίπεδα. Το στοίχημα είναι πλέον πολιτικό και είναι πολιτικό όχι μόνο σε κεντρικό επίπεδο αλλά και σε περιφερειακό, νομαρχιακό και δημοτικό επίπεδο.

Η χειραφέτηση, η κομματική  αποκέντρωση ήταν ένα παλιό δίκαιο αίτημα. Τώρα διαμορφώνονται οι καταστατικές και οργανωτικές προϋποθέσεις για να πετύχουμε την ενδοκομματική αποκέντρωση και την χειραφέτηση όλων των οργανώσεων μας. Βέβαια οι συνήθειες είναι βαριές. Είναι συνηθισμένο όλο το ΠΑΣΟΚ  σε μια κάθετη, ιεραρχική λειτουργία, με αναφορά στην Αθήνα, στη Χαριλάου Τρικούπη. Όλοι περιμένουν ένα πράσινο φως – κατά κυριολεξία- από τους κεντρικούς μηχανισμούς του ΠΑΣΟΚ. Αυτό πρέπει να αλλάξει, πρέπει να καλλιεργηθεί μια νέα αντίληψη, μια νέα νοοτροπία.

Το ΠΑΣΟΚ της Θεσσαλίας οφείλει να διαμορφώνει εδώ σε περιφερειακό επίπεδο τα αιτήματα του, τις προτεραιότητες του, τις θέσεις του και να τις επιβάλλει. Το ίδιο ισχύει και σε νομαρχιακό και δημοτικό επίπεδο. Ήταν πραγματικά παράδοξο, το ΠΑΣΟΚ που εμφανίστηκε ευθύς εξαρχής - ήδη με τις ιδρυτικές πράξεις του Ανδρέα Παπανδρέου-  ως ένα κίνημα των περιφερειών και της αποκέντρωσης εσωτερικά, εσωκομματικά,  να πάσχει από ένα έλλειμμα αποκέντρωσης, να είναι ένα κόμμα πολύ πιο συγκεντρωτικό σε σχέση με το κράτος. Ήταν πραγματικά αδικαιολόγητο και παράδοξο να αποκεντρώνουμε το κράτος, να διεκδικούμε αρμοδιότητες για τις διοικητικές περιφέρειες της χώρας, να συγκροτούμε εμείς τη δευτεροβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση και να ενδυναμώνουμε το θεσμό της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης και να μην εμπιστευόμαστε τους ευατούς μας, να μην εμπιστευόμαστε τα στελέχη μας, τα μέλη μας, σε περιφερειακό και νομαρχιακό επίπεδο. Αυτό ήταν μια παθολογική και αδικαιολόγητη κατάσταση.

Βέβαια εδώ και δυόμισι αιώνες η κατάσταση των κομμάτων, ιδίως των μεγάλων σοσιαλιστικών, εργατικών, και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Ευρώπης, είναι λίγο πολύ η ίδια. Τα κόμματα στην πλειοψηφία τους είναι κλειστοί μηχανισμοί, που λειτουργούν αρκετά ’’ολιγαρχικά’’, λειτουργούν με μια στρατιωτική αντίληψη και νοοτροπία γιατί η ίδια η προσέγγιση της πολιτικής, που κάνουμε, είναι στρατιωτικού και πολεμικού χαρακτήρα. Πάντα έχουμε ένα πόλεμο μπροστά μας. Πρέπει να δώσουμε μια μάχη: μια μάχη στη Βουλή, μια μάχη στις βουλευτικές εκλογές, μια μάχη στις ευρωεκλογές. Πάντα πρέπει να έχουμε εχεμύθεια, να κάνουμε έναν επιτελικό στρατιωτικό σχεδιασμό. Πρέπει να οργανώνουμε τις δυνάμεις, πρέπει να έχουμε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, πρέπει να διαμορφώνουμε μέτωπα. Αν αναλύσετε την πολιτική ορολογία, την ορολογία του πολιτικού σχεδιασμού, θα δείτε ότι δεν είναι τίποτα άλλο από μια στρατιωτική ορολογία. Και μάλιστα στρατιωτική ορολογία του 19ου αιώνα. Αυτή η αντίληψη της πολιτικής, η πολεμική  και στρατιωτική προσέγγιση των θεμάτων, δεν οδηγεί πουθενά στον 21ο αιώνα, σε μια εποχή μεταμοντέρνα, μεταβιομηχανική που αντιμετωπίζει πια άλλα πολιτικά προβλήματα άλλων κοινωνιών: Πολύπλοκες κοινωνίες, πολύπλοκες διεθνείς καταστάσεις, πολύπλοκα οικονομικά προβλήματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με απλοϊκούς συγκεντρωτικούς, στρατιωτικούς τρόπους. Όταν αλλάζει λοιπόν το ίδιο το αμυντικό δόγμα δεν μπορεί να μείνει σταθερό ως θέσφατο το οργανωτικό δόγμα των προοδευτικών  κομμάτων της Ευρώπης. Από που ξεκινάει αυτό; Ξεκινάει από τη βαριά κληρονομιά των κομμουνιστικών κομμάτων, από το μοντέλο που λέγεται μοντέλο οργάνωσης κόμματος ’’ νέου’’ τύπου. Πρόκειται για το λενιστικό κόμμα. Δεν είναι τώρα το 2005 η εποχή για να διατηρήσουμε αυτό το μοντέλο.

Άρα το ΠΑΣΟΚ  διαμορφώνει με τα Περιφερειακά του Συνέδρια και με όλες τις άλλες οργανωτικές ταξινομήσεις που έχει κάνει, τις προϋποθέσεις της πολιτικής του ανασυγκρότησης. Η οργανωτική ανασυγκρότηση είναι όρος αναγκαίος, αλλά όχι επαρκής. Πρέπει να υπάρχει το συλλογικό πολιτικό υποκείμενο που λέγεται ΠΑΣΟΚ. Το οργανωμένο ΠΑΣΟΚ όμως- ακόμα και στην πιο  ευτυχή εκδοχή του, ακόμα και στην μαζική εκδοχή του, αυτή των εκλογών για την ανάδειξη του Προέδρου του κινήματος, του Γιώργου Παπανδρέου πριν από 17 μήνες- είναι πολύ μικρότερο από το κοινωνικό ΠΑΣΟΚ, από το  ΠΑΣΟΚ που διεκδικεί την εκλογική πλειοψηφία μέσα στον Ελληνικό λαό. Εμείς δεν αρκούμαστε σε λίγες εκατοντάδες χιλιάδες μελών. Εμείς θέλουμε τα εκατομμύρια των πολιτών που συγκροτούν το ΠΑΣΟΚ ως πλειοψηφικό ρεύμα, ως εκπρόσωπο γνήσιο και αυθεντικό της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Αυτός είναι ο στόχος μας.

Άρα τα οργανωτικά μέτρα, η ανασυγκρότηση, οι οργανώσεις, τα όργανα είναι όρος αναγκαίος, αλλά όχι επαρκής. Τον αέρα στα πανιά ενός κόμματος, τον αέρα στα πανιά του ΠΑΣΟΚ δεν τον δίνουν οργανωτικές πρωτοβουλίες, συνέδρια ή εσωκομματικές διαδικασίες. Είναι όμως αναγκαίες. Μια προϋπόθεση που πρέπει να εκπληρωθεί και χαίρομαι γιατί αυτό γίνεται με τον καλύτερο τρόπο στην καρδιά της Ελλάδας, εδώ που χτυπάει ο σφυγμός της ελληνικής οικονομίας, της ελληνικής αγροτιάς, στη Θεσσαλία. Αλλά χρειαζόμαστε το παραπάνω. Χρειαζόμαστε τον πολιτικό λόγο, την πολιτική πρωτοβουλία, την πολιτική αυτοπεποίθηση, το πολιτικό επιχείρημα, την ικανότητα να πείσουμε τον κόσμο. Αλλά για να πείσουμε τον κόσμο πρέπει πρώτα να τον γοητεύσουμε ξανά, πρέπει να γίνουμε ξανά ελκυστικοί, πρέπει το ΠΑΣΟΚ ως ομάδα ανθρώπων, ως σύνολο, να γίνει όχι απωθητικός μηχανισμός, αλλά ένας ελκυστικός, κοινωνικός συνομιλητής, και αυτό δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο. Γιατί το ΠΑΣΟΚ κουβαλάει τα μεγάλα  δυσβάσταχτα βάρη της αμφισβήτησης της ίδιας της πολιτικής, της αμφισβήτησης των αντιπροσωπευτικών δημοκρατικών θεσμών, της αμφισβήτησης όλων των πολιτικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη και φυσικά της αμφισβήτησης των πολιτικών προσώπων. Αυτό είναι μια βαθιά κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Οι πολίτες περιβάλλουν με τεκμήριο δυσπιστίας, τα κόμματα, τα στελέχη τους, τις κομματικές λειτουργίες τους, περιβάλλουν με τεκμήριο δυσπιστίας τη Βουλή, που είναι το θεσμικό επίκεντρο του δημοκρατικού πολιτεύματος,  που χωρίς αυτήν και  χωρίς τους θεσμούς της  αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν υπάρχει δημοκρατία. Αντίθετα περιβάλλουν με τεκμήριο εμπιστοσύνης θεσμούς συντηρητικούς, θεσμούς μη αιρετούς, θεσμούς που αντλούν την νομιμοποίηση τους όχι από τον Ελληνικό λαό, από τη βούληση του Έλληνα πολίτη, θεσμούς που δεν τίθενται υπό έλεγχο. Η Εκκλησία, ο Στρατός, η Δικαιοσύνη ακόμα και τα Μ.Μ.Ε. έχουν ποσοστά εμπιστοσύνης στη συνείδηση του Ελληνικού λαού πολύ μεγαλύτερα από ότι η Βουλή, τα κόμματα ή τα πολιτικά πρόσωπα.

Αυτό είναι μια παθογένεια που δεν μπορούμε να την ανεχτούμε. Επειδή στη συνείδηση του πολίτη όλα αυτά συγκροτούν την κακιά εκδοχή του κράτους, την κακιά εκδοχή της δημόσιας διοίκησης, την κακιά εκδοχή των θεσμών και επειδή εμείς είχαμε την ιστορική τιμή, αλλά και το βάρος της 20χρονης διακυβέρνησης του τόπου σε δύο μεγάλες και κρίσιμες περιόδους: στη δεκαετία του 80, στη δεκαετία του 90 και του 2000, στη συνείδηση πολλών πολιτών και ιδίως των νεότερων, είμαστε ταυτισμένοι με την εξουσία, με το κράτος, με τη δημόσια διοίκηση, με τον κρατικό μηχανισμό και άρα η φθορά του κράτους και των θεσμών μετακυλύεται στους ώμους και γίνεται φθορά του ΠΑΣΟΚ και των στελεχών του.

Πρέπει να δώσουμε λοιπόν ένα διπλό αγώνα. Ένα αγώνα για να ξανακερδίσουμε τη δική μας σχέση εμπιστοσύνης με τον Έλληνα πολίτη.  Και αυτό μπορεί να γίνει με επιτυχία σε τοπικό, νομαρχιακό και περιφερειακό  επίπεδο πολύ περισσότερο,  πολύ πιο βαθιά και έγκυρα από ότι σε κεντρικό επίπεδο. Και πρέπει βεβαίως να δώσουμε τη μάχη για να ξανακερδηθεί η εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς, η εμπιστοσύνη στην πολιτική και άρα στη συμμετοχή. Γιατί χωρίς πολιτική δεν υπάρχει συμμετοχή και άρα δεν υπάρχει ουσιαστική και ενεργητική δημοκρατία. Δεν είναι εύκολο αυτό γιατί η ίδια η δημοκρατία υφίσταται  μια βαθιά κρίση. Αμφισβητείται η ικανότητα της, αλλά και το δικαιώματα της να εκπροσωπεί την κοινωνία. Υπάρχουν άλλοι που διεκδικούν την εκπροσώπηση της κοινωνίας με πιο φερέγγυο και αυθεντικό τρόπο: Τα δελτία ειδήσεων, οι πρωινές εκπομπές της τηλεόρασης,  οι σφυγμομετρήσεις, οι οργανώσεις την κοινωνίας των πολιτών, οι ομάδες πίεσης για ένα σωρό θέματα, από την υπεράσπιση του περιβάλλοντος μέχρι τα δικαιώματα των κυνηγών.

Όλοι έχουν την άποψη και την αυτοπεποίθηση ότι εκπροσωπούν με πιο έντιμο και με πιο άμεσο τρόπο τη βούληση του πολίτη. Η ίδια η Τοπική Αυτοδιοίκηση το πιστεύει αυτό. Πιστεύει ότι είναι ικανότερος και γνησιότερος εκφραστής από ότι η Βουλή ή τα κόμματα. Και φυσικά αυτό συμβαίνει κατά κόρον με τα Μ.Μ.Ε. και συμβαίνει ακόμη περισσότερο με επιστημονική επιχειρηματολογία, με τις έρευνες της κοινής γνώμης.  Ποίος είναι ο χώρος που μένει στα κόμματα; Ποιος είναι ο χώρος που μένει στη δημοκρατία, στους θεσμούς; Πού μπορεί να γίνει η σύνδεση του γενικού συμφέροντος; Πώς θα εκφραστούν οι μη προνομιούχοι; Πώς θα εκφραστεί μια οικονομική και κοινωνική πολιτική,  η οποία πρέπει να συνδέσει κοινωνικές αντιθέσεις, περιφερειακές αντιθέσεις; Πρέπει να λάβει υπόψη της τους πανευρωπαϊκούς και τους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων;  Πώς θα γίνει αυτό; Ποιος μπορεί να διατυπώσει έναν υπεύθυνο πολιτικό λόγο, μια πρόταση για τη θέση της χώρας, για την κοινή αγροτική πολιτική, για την εξωτερική πολιτική, για τα ελληνοτουρκικά, για το διεθνές εμπόριο, για την ανάπτυξη των περιφερειών, για την κατανομή των πόρων του Περιφερειακού Προγράμματος, για την κατανομή των πόρων του ΚΠΣ; Ποιος μπορεί να τα ισορροπήσει και να τα συνθέσει όλα αυτά; Ποιος μπορεί να δώσει λύσεις για τους ΧΥΤΑ και για τη λυμματολάσπη ή για την κατανομή  των υδατικών πόρων; Μόνο τα κόμματα, η δημοκρατία, οι θεσμοί που πρέπει να προστατεύσουμε. Και το ΠΑΣΟΚ πρέπει να αποκτήσει την ικανότητα να συνθέτει και να εκφράζει την κοινωνία. Όλη την κοινωνία. Να μιλάει στο όνομα του συμφέροντος του ελληνικού λαού. Αλλά να μιλάει στο όνομα του γενικού συμφέροντος του ελληνικού λαού από μια καθαρή, αριστερή, δημοκρατική οπτική γωνία.

Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να είναι πάντα η αριστερότερη, δηλαδή η προοδευτικότερη και δημοκρατικότερη εκδοχή ενός μεγάλου, πλειοψηφικού, συγκροτημένου και υπεύθυνου κόμματος εξουσίας. Αυτοί οι δύο άξονες, ο ιδεολογικός μας άξονας, ο άξονας της ιδεολογικής μας ταυτότητας και της κοινωνικής μας ευαισθησίας και κυρίως της προοπτικής της πολιτικής πρέπει να παραλληλίζεται με τον άξονα του εκλογικού μας στόχου και της θεσμικής δημοκρατικής υποχρέωσης, που έχουμε απέναντι στον Ελληνικό λαό: Να διεκδικήσουμε την πτώση της δεξιάς από την κυβέρνηση και την επάνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το συντομότερο δυνατό.

Τι ζούμε αυτήν την περίοδο; Ζούμε μήπως την περίοδο των μεγάλων πολιτικών πρωτοβουλιών του κ. Καραμανλή; Μήπως παρακολουθούμε ένα Πρωθυπουργό αποφασισμένο και αποφασιστικό ο οποίος ανοίγει μέτωπα και εφαρμόζει μια στρατηγική η οποία έχει αρχή, μέση και τέλος; Μήπως υπάρχει κάποιος οικονομικός  και πολιτικός ορίζοντας σε αυτά που κάνει η κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός προσωπικά και δεν τον έχουμε αντιληφθεί; Μήπως οδηγούν κάπου όλα αυτά; Οι επεμβάσεις στις τράπεζες, στον ΟΤΕ, στο ασφαλιστικό, στο ωράριο, στις εργασιακές σχέσεις, στα θέματα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, όπου έλαμψε με την σιωπή του ο κ. Καραμανλής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Μήπως συμβαίνει κάτι που δεν το αντιλαμβανόμαστε, που δεν καταγράφεται στα έσοδα του δημοσίου, που δεν καταγράφεται στον προϋπολογισμό, που δεν μπορούμε να το παρακολουθήσουμε; Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Η Ν.Δ. ήταν και εξακολουθεί να είναι τυφλή. Πάσχει από βαθιά κρίση και αμηχανία.

Ο κ. Καραμανλής οικοδόμησε το αντιπολιτευτικό του προφίλ και κέρδισε τις εκλογές με ένα πολύ συγκεκριμένο μοτίβο. Το μοτίβο του «κοινωνικού κέντρου» και του «μεσαίου χώρου». Με το βασικό του επιχείρημα, της ηπιότητας, της μετριοπάθειας, της ήπιας προσαρμογής. Ουσιαστικά ο κ. Καραμανλής έλεγε για χρόνια και ιδίως τους τελευταίους μήνες πριν τις εκλογές ότι ’’κοιτάξτε και εμείς στη Ν.Δ. ΠΑΣΟΚ είμαστε, αλλά μπορούμε να είμαστε ένα εντιμότερο, αποτελεσματικότερο και καλύτερο ΠΑΣΟΚ. Προτιμήστε  μας, γιατί ούτως ή άλλως η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη από μια ιδεολογική και πολιτική προσέγγιση τύπου ΠΑΣΟΚ. Αλλά εμείς της Ν.Δ. μπορούμε να την εφαρμόσουμε και να την οργανώσουμε καλύτερα’’. Αυτό ήταν το επιχείρημα τους. Και έλεγε συνεχώς ότι αποτάσσεται από το σατανά της μνήμης της Ν.Δ. της περιόδου του 1990-93, ότι δεν έχει καμία σχέση με την αντίληψη του κ. Μητσοτάκη, με τον νεοφιλελευθερισμό του 90-93. Και τον πίστεψαν πολλοί Έλληνες πολίτες. Συγκρότησε την πλειοψηφία που ήθελε, γιατί φυσικά το ΠΑΣΟΚ είχε φθαρεί. Το ΠΑΣΟΚ δεν έδινε την προοπτική που όφειλε να δώσει. Γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν μπορούσε να υποστηρίξει -  ή από ένα σημείο και μετά έβλεπε ότι δεν έχει νόημα να υποστηρίξει -το έργο του, τα πεπραγμένα του; Γιατί αυτά είχαν αφομοιωθεί, είχαν μπει στο απόθεμα του Ελληνικού λαού, είχαν γίνει αυτονόητα, είχαν γίνει κεκτημένα. Κανείς δεν θεωρούσε ότι έχουμε συνεισφέρει κάτι γιατί αυτό το κάτι ήταν η ίδια η ζωή του, η ύπαρξη του. Ο καθένας θέλει κάτι παραπάνω από αυτό  που έχει, δε θέλει να του λες ότι σε μεγάλο βαθμό εσύ του έχεις προσφέρει αυτό που έχει.

Ο κ. Καραμανλής λοιπόν πορεύτηκε έτσι σε τρεις περιόδους: Η πρώτη περίοδος ήταν το εξάμηνο της ολυμπιακής ευφορίας. Ο κ. Καραμανλής βρήκε την κεκτημένη ταχύτητα των έργων και των σχεδίων του ΠΑΣΟΚ. Τα εκτέλεσε λοιπόν με όσο μπορούσε συνεπή τρόπο, αλλά στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο και με το πιο χαλαρό ρυθμό. Η χώρα έκανε μια λαμπρή ολυμπιακή διοργάνωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, λες με έναν αυτόματο τρόπο, με την πτώση του Σινούκ από το Σεπτέμβριο του 2004 άρχισε να αποκαλύπτεται το κενό. Κατ’ αρχάς το κενό πολιτικής με την απογραφή, που ουσιαστικά στέρησε τη χώρα από το τεράστιο ευρωπαϊκό πολιτικό και διπλωματικό της απόθεμα και στη συνέχεια φάνηκε η αδυναμία πολιτικού σχεδιασμού, φάνηκε η νευρικότητα, φάνηκαν οι λανθασμένοι στόχοι με το «βασικό μέτοχο» και τον εξευτελισμό της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό δεν απέδωσε καθόλου. Οδήγησε σε δημοσιονομικό, πολιτικό, επικοινωνιακό και θεσμικό αδιέξοδο. Οπότε ο κ. Καραμανλής αντελήφθη ότι πρέπει να πάρει  επιθετικού χαρακτήρα πρωτοβουλίες, ακόμη και τυφλές.

Γιατί η απλοϊκή σκέψη είναι ότι όταν μια κυβέρνηση δείχνει ότι έχει τον έλεγχο - ακόμη και αν στην ουσία δεν ασκεί κανέναν έλεγχο- κερδίζει πόντους στις εντυπώσεις, κερδίζει στο καθαρό πολιτικό επίπεδο. Και είδαμε ξαφνικά τη στρατηγική μετατόπιση από το κοινωνικό κέντρο, το μεσαίο χώρο, την ήπια προσαρμογή, την άλλη εκδοχή του ΠΑΣΟΚ δηλαδή,  μια συντηρητική σοσιαλδημοκρατική αντίληψη ευρωπαϊκή -που θα μπορούσαν να την προσυπογράψουν πολλά σοσιαλιστικά ευρωπαϊκά κόμματα- στον νεοαυταρχισμό, το νεοφιλελευθερισμό, τον νεομητσοτακισμό. Γιατί ουσιαστικά αυτό που ζει η Ελλάδα το 2005  δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα κατάλοιπα της περιόδου 1992-93. Και είναι ακριβώς τα ίδια θέματα.  Η κυβέρνησης της Ν.Δ. το 1993 έπεσε με αφορμή την υπόθεση ΟΤΕ. Ο κ. Καραμανλής ανοίγει ξανά το μέτωπο της παράδοσης της τηλεπικοινωνιακής αγοράς και του ΟΤΕ σε κάποιο άγνωστο στρατηγικό επενδυτή, που θα είναι εξοπλισμένος με ένα σωρό προνόμια: Με προνόμια σε σχέση με το ασφαλιστικό των εργαζομένων, σε σχέση με την εθνική επιτροπή τηλεπικοινωνιών, προνόμια σε σχέση με τους ανταγωνιστές, προνόμια σε σχέση με το κράτος.

Το ασφαλιστικό των τραπεζών δεν τόλμησε ουσιαστικά να το θίξει καμιά δημοκρατική  κυβέρνηση σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης. Έρχεται τώρα το καταπληκτικό επιχείρημα του κ. Καραμανλή ότι ’’εμείς πιστεύουμε σε ένα νέο ευαγγέλιο, το νόμο Ρέππα’’. Ο νόμος  3029 του 2002 είναι το ευαγγέλιο της κοινωνικής και ασφαλιστικής πολιτικής του κ. Καραμανλή.  Ένα ευαγγέλιο αλλοιωμένο από διάφορες αιρέσεις ή από διάφορες αντιλήψεις· που ανήκουν σε άλλο δόγμα, σε άλλη θρησκεία. Γιατί το νόμο Ρέππα η Ν.Δ. ως αντιπολίτευση τον πολέμησε, συγκρούστηκε μαζί του, δήλωσε ότι θα τον καταργήσει μόλις γίνει κυβέρνηση. Και έρχεται τώρα να ισχυριστεί ότι τον εφαρμόζει. Μόνο που ο νόμος αυτός έχει μια εσωτερική λογική, έχει μια εσωτερική δικαιοσύνη. Κατανέμει τα βάρη με μια συγκεκριμένη λογική. Ο νόμος Ρέππα έχει μια πολύ συγκεκριμένη ρύθμιση για την κύρια ασφάλιση  των τραπεζών, αλλά έχει ειδική διάταξη, στο άρθρο 11,  για τα επικουρικά ταμεία ασφάλισης των τραπεζών που είναι κατοχυρωμένα  με συλλογικές συμβάσεις εργασίες, που είναι Ν.Π.Ι.Δ. και που ο νόμος 3029 προβλέπει να παραμείνουν τέτοια και το πολύ -πολύ να ενωθούν εάν το θέλουν, με βάση νέες συλλογικές συμβάσεις. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα. Σημαίνει, πρώτον, σεβασμό συλλογικής αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων και των συλλογικών συμβάσεων, κάτι που είναι θεμελιώδες για τη σύγχρονη συμμετοχική δημοκρατία. Και δεύτερον, ότι οι τράπεζες, ως εργοδότριες, έχουν την ευθύνη για την επικύρωση  των συμβατικών τους υποχρεώσεων και  για την κάλυψη του αναλογιστικού ελλείμματος.

Πως είναι δυνατόν να εφαρμόζεις από ένα νόμο που έχει αρχή, μέση και τέλος, που έχει ισορροπίες, που έχει μια εσωτερική κατανομή χρεώσεων και ωφελημάτων, μια διάταξη και όχι μια άλλη; Πως είναι δυνατόν να λες ότι καταργώ τα επικουρικά ταμεία και τα φορτώνω στο κράτος και διευκολύνω τις τράπεζες να καθαρίσουν τους ισολογισμούς τους και να συμμορφωθούν στα διεθνή λογιστικά πρότυπα, να ενισχύσουν τη θέση τους, να κάνουν πιο μεγάλη την κερδοφορία τους σε αντίθεση με την παραγωγική δομή της οικονομίας και από την άλλη να τους λύνεις το πρόβλημα της κύριας ασφάλισης και να φορτώνεις το ΙΚΑ  με αναλογιστικό έλλειμμα τουλάχιστον 9 δις. Ευρώ που μαζί με το αναλογιστικό έλλειμμα των επικουρικών ταμείων φτάνει τα 14δις ευρώ.

Τι είναι ο κ. Εβερτ οπαδός του ΠΑΣΟΚ ή παράρτημα μας; Τι είναι ο κ. Βαρθολομαίος, μέχρι πρόσφατα γενικός διευθυντής του κόμματος της Ν.Δ. κάποιος που φλερτάρει με την αντιπολιτευτική σκοπιμότητα του ΠΑΣΟΚ; Είναι άνθρωποι που ανήκουν στο σκληρό πυρήνα της Ν.Δ., στο σκληρό πυρήνα της δεξιάς, αλλά αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν  πάντα όρια. Όρια που θέτει η κοινωνική δικαιοσύνη, η κοινή λογική, το Σύνταγμα και η ηθική. Για αυτό η  παρέμβαση που κάνει ο κ. Καραμανλής στο ασφαλιστικό των τραπεζών, είναι μια παρέμβαση ανήθικη, αντισυνταγματική, αντικοινωνική, αντιαναπτυξιακή.

Ποιος θίγεται με αυτά; Ποιος θίγεται με την εθελουσία έξοδο στον ΟΤΕ που μεταφέρει το βάρος σε ένα ασφαλιστικό ταμείο και σε δεύτερη φάση στο ΙΚΑ; Θίγεται ο προνομιούχος, ο υψηλά αμειβόμενος υπάλληλος των ΔΕΚΟ; Αυτό είναι το πρόβλημα της κοινωνίας; Η ενδοεργασιακή  αντίθεση; Αυτό είναι μια ύπουλη φασίζουσα αντίληψη που θεωρεί ότι η κατανομή των βαρών και η ανακατανομή των βαρών πρέπει να γίνει στο εσωτερικό των εργαζομένων. Αυτό είναι το πρόβλημα μιας σύγχρονης κοινωνίας ή η αντίθεση ανάμεσα στο συντελεστή κεφάλαιο και στο συντελεστή εργασία; Η ανακατανομή πλεονάσματος σε ένα επίπεδο που λαμβάνει υπόψη όλη την οικονομία, όλη την αγορά, όλους τους ενδογενείς παράγοντες ανάπτυξης που έχει ένας τόπος που είναι η γη, οι άνθρωποι του, οι δραστηριότητες του. Προφανώς  και το πρόβλημα δεν  να κάνεις τον καλύτερο αμειβόμενο εργαζόμενο ή τον καλύτερα αμοιβόμενο συνταξιούχο πιο ασθενή, πιο ταπεινό, λιγότερο ικανοποιημένο προκειμένου να ικανοποιήσεις τι; Το αίσθημα ζήλιας,  που μπορεί να τρέφει ένας άλλος εργαζόμενος ή ένας άλλος συνταξιούχος; Μα αυτό είναι η Ευρώπη του μεσοπολέμου. Αυτό είναι το  προοίμιο μιας αντίληψης επικίνδυνης που μπορεί πραγματικά να δημιουργήσει τυφλές συγκρούσεις και να αποπροσανατολίσει κατά τρόπο τραγικό όλη τη δημόσια συζήτηση.

Για αυτό κάνουν λάθος όχι μόνο  κοινωνικό, οικονομικό και αναπτυξιακό, αλλά λάθος ιστορικό και δημοκρατικό όσοι αναπαράγουν το επιχείρημα για τα ρετιρέ και τα υψηλά πατώματα. Δεν είναι  το πρόβλημα ενός σοσιαλιστικού προοδευτικού ευρωπαϊκού κόμματος η μείωση των αποδοχών και των εγγυήσεων των εργαζομένων αλλά η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου κοινωνικού κράτους. Ενός κοινωνικού κράτους που λειτουργεί όχι μόνο ρυθμιστικά θέτοντας κανόνες, όχι μόνο παροχικά, με επιδόματα, ενισχύσεις και επιχορηγήσεις αλλά κυρίως αναδιανεμητικά γιατί χωρίς το κράτος, χωρίς την παρέμβαση του κράτους, του κοινωνικού κράτους δικαίου η κοινωνία δεν θα ήταν κοινωνική κοινωνία.  Θα ήταν μια ανυπόφορη, άδικη, ρατσιστική, ξενοφοβική, χυδαία κοινωνία. Το κράτος, δηλαδή η πολιτική, η δημοκρατία λόγω της ισότητας και της καθολικότητας  της ψήφου είναι το επίπεδο στο οποίο διαμορφώνονται οι προοδευτικότεροι συσχετισμοί, οι ευνοϊκότεροι για τον εργαζόμενο, τον άνεργο, τον ταπεινό, τον καταφρονεμένο συσχετισμοί.

Η αγορά παράγει από μόνη της συγκεντρώσεις κεφαλαίου και ισχύος, αυταρχισμό και αδιέξοδα, καταργεί τον ανταγωνισμό, καταργεί τη δυνατότητα της δικής της  επιβίωσης. Η κοινωνία από μόνη της δεν παράγει ισότητα και πολιτισμό. Παράγει βαρβαρότητα. Πρέπει να έρθει η πολιτική, η δημοκρατία, η πολιτιστική εκλέπτυνση των σοσιαλιστικών ιδεών τους τελευταίους δυο αιώνες για να διαμορφωθεί αυτό που λέγεται δημοκρατικό, ευρωπαϊκό, κοινωνικό  κράτος δικαίου.

Γι’ αυτό το ΠΑΣΟΚ δεν έχει  ψεύτικα και στείρα διλήμματα αν είναι υπέρ η κατά του κράτους. Είμαστε κατά ενός κράτους αντιαναπτυξιακού, αναποτελεσματικού,  γραφειοκρατικού, απάνθρωπου που είναι απόν όταν το χρειάζεται ο πολίτης και είναι παρόν μόνο ως μηχανισμός αυθαιρεσίας και διαφθοράς. Αλλά είμαστε αναφανδόν υπέρ ενός σύγχρονου ολοκληρωμένου κράτους δικαίου που προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών, σέβεται τον πολίτη,  διαχειρίζεται κρίσεις, είναι δίπλα του σε κάθε μικρή και μεγάλη περίπτωση κρίσης,  όταν απαιτείται η παρουσία και η λειτουργία του κράτους και είμαστε πρωτίστως και αναφανδόν υπέρ ενός σύγχρονου και ολοκληρωμένου κράτους που ανακατανέμει τον κοινωνικό πλούτο,  λειτουργεί εγγυητικά και δεν αφήνει κανέναν να πέσει στο Καιάδα της εγκατάλειψης ή απλώς στην αγκαλιά μιας κακά νοούμενης φιλανθρωπίας. Δεν είμαστε φιλάνθρωποι, είμαστε αλληλέγγυοι, είμαστε σοσιαλιστές, ευρωπαίοι σοσιαλιστές και στον αστερισμό των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών ιδεών προέχουσα θέση κατέχει ο πολιτικός φιλελευθερισμός, η αξία της δημοκρατίας του κράτους δικαίου, των πολιτικών δικαιωμάτων, της πολιτικής συμμετοχής, της συμμετοχικής δημοκρατίας που δεν είναι τίποτα άλλο από τη δημοκρατία, από τη δημοκρατική δημοκρατία. Γιατί μια ταυτολογία είναι αυτό που λέμε, αλλά το λέμε για λόγους έμφασης για να πείσουμε ότι πρέπει να μείνουμε πιστοί σε αυτές τις  βασικές ιδεολογικές συνιστώσες του αστερισμού  της ευρωπαϊκής σοσιαλιστικής αριστεράς.

Μήπως αυτά που κάνει ο κ. Καραμανλής σε σχέση με το ασφαλιστικό,  με τις εργασιακές σχέσεις και τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας που έχουν στο στόχαστρο τον  ιδιωτικό τομέα, τον απλό εργαζόμενο, τον μικρομεσαίο επαγγελματία με αφορμή το ωράριο που ουσιαστικά θα οδηγηθεί σε εξαθλίωση και μιλάμε για τον κορμό της αυτοαπασχόλησης, για τον κορμό της ελληνικής οικονομίας; Μήπως αυτά που κάνει ο κ. Καραμανλής σε σχέση με την εφαρμογή της ΚΑΠ- και ξέρουν οι αγρότες της Θεσσαλίας πως εφαρμόστηκε ο κανονισμός για το βαμβάκι επί των ημερών του ΠΑΣΟΚ και πως εφαρμόζεται επί των ημερών του κ. Μπασιάκου, ξέρουν οι αγρότες της Θεσσαλίας τι υποσχέσεις έδινε ο κ. Καραμανλής ή τα στελέχη του, ότι θα πάρουν όλα τα λεφτά για όλα τα κιλά και ότι θα πάει ο ίδιος στις Βρυξέλες στο Συμβούλίο των Υπουργών Γεωργίας και τον βλέπουν τώρα αμήχανο και σιωπηλό να μην μπορεί να υπερασπιστεί την Κοινή Αγροτική Πολιτική στα επιχειρήματα και τις επιθέσεις του κ. Μπλερ και των οπαδών της εγκατάληψης της ΚΑΠ. Βλέπουν λοιπόν οι αγρότες τι σημαίνει ωράριο, τι σημαίνει ασφαλιστικό, τι σημαίνει εφαρμογή της ΚΑΠ και όταν τα βλέπουν τι νομίζετε ότι ρωτάνε ; Τι θέσεις έχει το ΠΑΣΟΚ;, Που είναι το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ;  Μήπως όλα αυτά προκαλούν αμηχανία ή αδιέξοδο στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ; Μήπως υπάρχουν στελέχη του ΠΑΣΟΚ που φλερτάρουν με τις αντιλήψεις του κ. Καραμανλή για το ασφαλιστικό, το ωράριο, το αγροτικό, τις λεγόμενες διαρθρωτικές αλλαγές; Ε όχι βέβαια. Διαρθρωτική αλλαγή δεν είναι ούτε η απορύθμιση ούτε η αποδιάρθρωση. Διαρθρωτική αλλαγή δεν είναι η ανασφάλεια του ασφαλισμένου, δεν είναι η εξόντωση του μικρομεσαίου, δεν είναι η εγκατάλειψη του αγρότη. Διαρθρωτική αλλαγή στη συνείδηση του πολίτη  είναι να έχει  καλύτερες να φθηνότερες υπηρεσίες, να έχει υποστήριξη στη δική του επιχειρηματική δράση, να έχει νέες αναπτυξιακές ευκαιρίες και κυρίως να έχει νέες θέσεις εργασίας.

Δεν είναι δυνατόν να ανεχόμαστε μια κοινωνία και ένα επικοινωνιακό σύστημα που αναγνωρίζει στο ΣΕΒ τη δυνατότητα να απαιτεί αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις και αλλαγές στο ασφαλιστικό. Aλλά κανείς δεν ρωτάει το ΣΕΒ, τι είναι η δική του αντιπαροχή, το δικό του αντίδωρο, η δική του συμμετοχή σε μια εθνική κοινωνική αναπτυξιακή συμφωνίαq Ποια είναι η δέσμευση τους για την αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, για νέες άμεσες επενδύσεις, για τον εκσυγχρονισμό του κεφαλαιοτικού εξοπλισμού, για την παραγωγικότητα του κεφαλαίου και όχι μόνο για την παραγωγικότητα της εργασίας, ποια είναι η δική τους συμμετοχή και η δική τους δέσμευση για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο;

Αν υπήρχαν αυτά, εμείς ως ΠΑΣΟΚ μπορούσαμε -καλύτερα από κάθε άλλον- και μπορούμε να εγγυηθούμε μια εθνική, κοινωνική, αναπτυξιακή συμφωνία. Όπου όμως θέλουμε την υπευθυνότητα, που δείχνει η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ, να τη δείξει και ο συντελεστής που λέγεται εργοδοσία και κεφάλαιο, για να δούμε το συμφωνημένο γενικό συμφέρον, για να συνάψουμε αυτήν την εθνική, κοινωνική αναπτυξιακή συμφωνία.

Έχουμε λοιπόν ιδεολογικό στίγμα που αποφάσισε το συνέδριο μας ομόφωνα αποδεχόμενο την νέα διακήρυξη μας. Το ΠΑΣΟΚ γνωρίζει πολύ καλά ότι ένα ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα, ένα κόμμα πατριωτικό, ένα κόμμα λαϊκό που εκφράζει τον εθνικό, κοινωνικό και πολιτικό ριζοσπαστισμό, ένα κόμμα πάντα των μη προνομιούχων, της σημερινής όμως εποχής, ένα κόμμα κατά της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού,  κατά των νέων και των παλιών ανισοτήτων, ένα κόμμα της περιφέρειας, της αποκέντρωσης, των κινημάτων της κοινωνίας των πολιτών, ένα κόμμα δημοκρατικό, η μεγάλη δημοκρατική προοδευτική παράταξη που εκφράζει και τις ευαισθησίες της αριστεράς και την συνέχεια του κέντρου, που στην Ελλάδα ήταν πάντα μια προοδευτική αντιδεξιά δύναμη και οι πολιτικές θέσεις μας για όλα τα θέματα είναι δεδομένες, είναι δημόσιες, είναι γνωστές και είναι άλλο πράγμα οι επίσημες και ενιαίες θέσεις του ΠΑΣΟΚ και άλλο ο προβληματισμός  ή ο στοχασμός του ενός ή του άλλου στελέχους.  Εάν τα στελέχη μας ήταν μέλη μιας κυβέρνησης, να είστε βέβαιοι ότι θα εφάρμοζαν το ενιαίο κυβερνητικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει και δεν πρέπει να έχει αμφιθυμία, επαμφοτερίζοντα λόγο, αμφιβολία, αμηχανία. Πρέπει να αποκτήσει την ιδεολογική και πολιτική αυτοπεποίθηση, που αξιώνουν οι πολίτες από μας.

Το κοινωνικό ΠΑΣΟΚ να είστε σίγουροι δεν έχει κανένα τέτοιο πρόβλημα και δεν πρέπει να έχει ούτε το οργανωμένο ΠΑΣΟΚ.

Εσείς ως περιφερειακό ΠΑΣΟΚ Θεσσαλίας πρέπει να εκφράζεται την αγωνία, την αυτοπεποίθηση, την αξιοπρέπεια, αλλά και την απαίτηση του μεγάλου ΠΑΣΟΚ, του όλου ΠΑΣΟΚ, του κοινωνικού ΠΑΣΟΚ  της Θεσσαλίας.

Γεια σας και καλή επιτυχία

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2005