Θεσσαλονίκη, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στο Βελλίδειο Συνεδριακό Κέντρο


Χαίρομαι πραγματικά που βρισκόμαστε σήμερα, τελευταία μέρα της προεκλογικής περιόδου, εδώ στο Βελλίδειο, όλες και όλοι εσείς, όλοι εμείς φίλοι, συναγωνιστές, συμπολίτες. Χαίρομαι γιατί βλέπω εδώ την ψυχή της Δημοκρατικής Παράταξης του ΠΑΣΟΚ, της ΔΗΜΑΡ τώρα, των Κινήσεων των Πολιτών, χαίρομαι γιατί βρισκόμαστε εδώ μαζί με όλο το ψηφοδέλτιό μας της Α’ Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, αλλά και με τον Γιώργο Αρβανιτίδη τον βουλευτή μας στη Β’ Περιφέρεια Θεσσαλονίκης και όλους τους υποψηφίους μας στη Β’ επίσης Περιφέρεια της Θεσσαλονίκης.

Βρισκόμαστε εδώ με όλες και όλους εκείνους που δώσαμε μαζί και τον Ιανουάριο και δίνουμε και τώρα στην πρώτη γραμμή τη μάχη των εκλογών, τη μάχη της αλήθειας.

Σας καλωσορίζω την καθεμιά και τον καθένα από εσάς. Πρέπει όμως να κάνω ξεχωριστή μνεία στους φίλους που ήρθαν από αλλού, όπως είναι ο Πύρρος Δήμας που είναι σήμερα μαζί μας, ο Γιώργος Λιάνης, ο Γιώργος Βερνίκος. Ιδιαίτερα ευχαριστώ για την παρουσία τους τους εκπρόσωπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τους Δημάρχους μας, τα στελέχη μας που έχουν λαμπρύνει το Κοινοβούλιο και το ευρωκοινοβούλιο και βέβαια την ευρωβουλευτή μας, της Ελιάς, την Εύα Καϊλή.

Φίλες και φίλοι, «Τώρα που τελείωσαν τα ψέματα», λέει ο τίτλος της εκδήλωσής μας, «ήρθε η ώρα να ξαναβρεθούμε». Και πράγματι, μετά από όσα έζησε η χώρα τους τελευταίους οκτώ μήνες τα ψέματα τέλειωσαν με παταγώδη τρόπο. Είναι όμως περίεργο το γεγονός ότι παρ' ότι τέλειωσαν και παρ' ότι αυτό για μας είναι αυταπόδεικτο και προφανές, κάποιοι αγωνίζονται να κρατήσουν στη ζωή τα ψέματα αυτά μεταλλαγμένα.

Γιατί βεβαίως η αντιμνημονιακή δημαγωγία που ζήσαμε στο πετσί μας τα τελευταία πέντε πέτρινα χρόνια από το 2010 έως τις εκλογές του Ιανουαρίου, δεν οδήγησε πουθενά, παρά μόνο στο διχασμό της κοινωνίας και στην πλύση εγκεφάλου των πολιτών, αμφισβήτησε την πολιτική επιλογή μας αλλά και την ηθική επιλογή μας.

Κάποιοι έλεγαν και κάποιοι πίστευαν ότι υπήρχε πράγματι μια άλλη λύση, εύκολη, ανώδυνη, ένα σχέδιο Β εντός ευρώ, χωρίς κόστος, χωρίς κόπο, χωρίς θυσίες και κάποιοι άλλοι συμπλήρωναν ότι αν κι αυτό το σχέδιο δεν αποδώσει καρπούς υπάρχει ένα ακόμη καλύτερο και πιο ριζοσπαστικό σχέδιο, της εξόδου από το ευρώ. Το σχέδιο της δραχμής.

Δεν πίστευαν αυτό που λέγαμε, ότι έπρεπε να κάνουμε δύσκολες επιλογές, να θυσιάσουμε ένα μέρος του κεκτημένου μας, των εισοδημάτων, του επιπέδου ανάπτυξης της χώρας προκειμένου να διαφυλάξουμε το μεγαλύτερο μέρος, περίπου το 75% που θα είχε εκμηδενιστεί εάν κάναμε την επιλογή της ασύντακτης χρεοκοπίας και της απόλυτης καταστροφής της χώρας.

Πέντε χρόνια αργότερα το επιχείρημα αυτό το βάζει στο στόμα του ο κ. Τσίπρας και με αυτό το επιχείρημα καταγγέλλει τον κ. Λαφαζάνη, τους συντρόφους του, τους Υπουργούς του, την Πρόεδρο της Βουλής του. Τους λέει ότι «Τι θέλατε να κάνουμε; Να καταστραφούμε; Κάναμε μια υπεύθυνη επιλογή». Πότε; Μετά από πέντε χρόνια και μετά από οκτώ μήνες κυβερνητικών λαθών, αστοχιών που κόστισαν τραγικά πολύ στη χώρα.

Και θέλει να τον επαινέσουμε και να τον ξαναψηφίσουμε γιατί δεν ολοκλήρωσε την καταστροφή, αλλά σταμάτησε ένα βήμα πριν έχοντας όμως προκαλέσει ήδη τεράστια βλάβη, που δυστυχώς ακόμη δεν έχει γίνει αντιληπτή στο σύνολό της. Μια βλάβη, που θα διαρκέσει χρόνια και που πολύ απλά μας ξαναπήγε βαθιά μέσα στο Μνημόνιο για τουλάχιστον άλλα τρία χρόνια, όταν είχαμε διανύσει μια δύσκολη διαδρομή 4,5 ετών.

Αν αγωνιζόμασταν όλοι μαζί 4,5 χρόνια για να πετύχουμε το σημείο στο οποίο είχαμε φτάσει πριν τις εκλογές του Γενάρη, και τώρα χρειάζονται άλλα τρία, στην πραγματικότητα ο κ. Τσίπρας ακύρωσε μέσα σε λίγους μήνες τα 2/3 της διαδρομής του έθνους και πρέπει τώρα να τα ξανακάνουμε.

Να τα ξανακάνουμε, για τρίτη φορά. Γιατί τα είχαμε κάνει μια, ανυποψίαστοι, αμέριμνοι, τα κάναμε δεύτερη φορά υπό τις δύσκολες συνθήκες του Μνημονίου και τώρα τα κάνουμε τρίτη φορά, γιατί έτσι θέλησε μια ομάδα ανθρώπων, ανιστόρητων, που μας γέμισαν με ψέματα και ψευδαισθήσεις υψηλού κόστους για την πατρίδα μας.

Αλλά για σκεφτείτε, φίλες και φίλοι, πριν από λίγους μόλις μήνες το Γενάρη που βρισκόμασταν ως τόπος και που βρισκόμαστε σήμερα. Έχω πει πολλές φορές ότι η κατάσταση της οικονομίας εάν δεν είχε μεσολαβήσει η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και η τερατογένεση της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, θα ήταν πολύ καλύτερη, ασύγκριτα καλύτερη.

Όμως η κοινωνική κατάσταση, ας μη γελιόμαστε και η πολιτική κατάσταση, θα ήταν πολύ χειρότερες. Δεν θα είχε εκτονωθεί όλη αυτή η προσδοκία πως υπήρχε δήθεν μια άλλη πολιτική, όλο αυτό το τεχνητό κατασκεύασμα της αντιμνημονιακής προσδοκίας και τώρα η χώρα θα ήταν κοινωνικά και πολιτικά σε κατάσταση έκρηξης.

Πληρώνουμε τεράστιο οικονομικό κόστος, αλλά μπορεί να έχουμε κοινωνικό και πολιτικό όφελος, μπορεί η κοινωνία να είναι τώρα ωριμότερη, ψυχραιμότερη, δικαιότερη. Να συνειδητοποιήσει την κατάσταση με μια εθνική και ιστορική προοπτική και βεβαίως τώρα μπορεί να διαμορφωθούν οι πολιτικές συναινέσεις, που ποτέ δεν μας έδωσε η αντιπολίτευση τα πέντε πέτρινα χρόνια που περάσαμε.

Εμείς, πάντα τραβώντας το κάρο της ευθύνης με τους άλλους αρχικά, όλους μαζί απέναντί μας και τη Νέα Δημοκρατία και την Αριστερά και την Ακροδεξιά. Και μετά είδαμε τις σταδιακές προσχωρήσεις στη δική μας στρατηγική, στη γραμμή της υπευθυνότητας.

Είδαμε και τη Νέα Δημοκρατία, αλλά και το Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό και τη ΔΗΜΑΡ με την παλιά της ηγεσία να προσχωρούν και μετά να παλινδρομούν και είδαμε βέβαια κάποιοι να ψάχνουν όχημα διαμαρτυρίας για να εκφράσουν άλλοι την αγωνία τους, άλλοι την δυσαρέσκειά τους, άλλοι την υστεροβουλία τους.

Και διάλεξαν ως όχημα ένα μικρό, ριζοσπαστικό Κόμμα της κομμουνιστικής Αριστεράς, τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ και τον έκαναν Κόμμα εξουσίας, για να τους πάει που; Στον παράδεισο της ΠΑΣΟΚικής μεταπολίτευσης, που καταγγέλλουν σε όλους τους τόνους ως τη χειρότερη περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Καταγγέλλουν, αυτό που ονειρεύονται και προσδοκούν και αυτή η αντίφαση είναι που μας έφερε εδώ που βρισκόμαστε τώρα.

Και δεν έφτανε η πολιτική αμφισβήτηση, δεν έφτανε η αλλαγή των κομματικών συσχετισμών, έπρεπε να υπάρξει και ηθική αμφισβήτηση. Να κατηγορηθούμε όχι για τις πολιτικές μας επιλογές, αλλά για τις προθέσεις μας, για την ηθική μας υπόσταση. Να κατηγορηθούν αυτοί, που έλαβαν τις δύσκολες αποφάσεις, ενώ μπορούσαν κι αυτοί να κρυφτούν πίσω από τη δημαγωγική ευκολία ως γερμανόδουλοι, ως δοσίλογοι, ως ενδοτικοί. Γιατί υπήρχε δήθεν η σκληρή διαπραγμάτευση, υπήρχαν όπλα πάνω στο τραπέζι, υπήρχε η θεωρία παιγνίων του κ. Τσίπρα και του κ. Βαρουφάκη, που ήταν θεωρία παιγνίων εν ου παικτοίς με τη μοίρα του τόπου, με το επίπεδο ζωής των Ελλήνων, με την αγωνία των άνεργων παιδιών μας.

Γιατί φυσικά ο μεγάλος κίνδυνος για τη χώρα, ο πραγματικός εφιάλτης για τον τόπο είναι η πολιτική αβεβαιότητα. Η πολιτική αβεβαιότητα, που δεν ξεπεράστηκε ούτε το Γενάρη με τις εκλογές, ούτε με το θριαμβευτικό ΟΧΙ  του δημοψηφίσματος. Η αβεβαιότητα που προκαλούσε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ και που είχε τη δυνατότητα πολύ εύκολα να την ακυρώσει, λέγοντας όταν κατέλαβε την εξουσία, ότι θα φερθεί διαφορετικά, αλλά δεν το έκανε αυτό, επέλεξε το παιχνίδι με τη φωτιά.

Και τώρα, προεκλογικά, ενώ έχουμε ζήσει όλα αυτά που ζήσαμε και θα έπρεπε  να είμαστε σοφότεροι ως έθνος, δεν δημιουργεί προϋποθέσεις σταθερότητας, αναπαράγει το σενάριο της αβεβαιότητας αρνούμενος το αυτονόητο: την ανάγκη συνεργασίας όλων των δημοκρατικών δυνάμεων που αποδέχονται, ή εν πάση περιπτώσει λένε ότι αποδέχονται το ευρωπαϊκό πλαίσιο για την πορεία του τόπου.

Αλλά για σκεφτείτε πόσο μεγάλη, πόσο εντυπωσιακή είναι η αλλαγή σε οκτώ μόλις μήνες. Πού είναι η ευφορία του Ιανουαρίου; Τα εύκολα λόγια, οι υποσχέσεις, η προσδοκία, η αισιοδοξία, η αλαζονεία; Πού είναι το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης με τις παροχές, με τα 14 δις που θα πήγαιναν στον λαό πίσω, ως αντίδωρο;

Οι Έλληνες κουβαλάνε μια ιστορική εμπειρία ως λαός. Πίστευαν το Γενάρη ότι η χώρα είχε φτάσει σε ένα σημείο που θα μπορούσε να δοκιμάσει και άλλες λύσεις, με ασφάλεια. Πίστευαν πολλοί ότι είχαμε κάνει τη δύσκολη δουλειά και ότι πάνω στις πλάτες μας, στον κόπο μας, στο πολιτικό μας κόστος μπορούσαν να πατήσουν και άλλες πολιτικές προτάσεις και ο κ. Τσίπρας με τον κ. Καμμένο, για να φέρουν στη χώρα κάτι όμως.

Φαντάζομαι λίγοι, υπερβολικά καλόπιστοι, θα είχαν την εντύπωση το Γενάρη ότι θα πραγματοποιηθεί ένα μεγάλο μέρος από τις προεκλογικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Κάποιοι έκαναν ίσως την πρακτική σκέψη ότι ένα ποσοστό των υποσχέσεων έστω μικρό, θα πραγματοποιηθεί, ότι αν μη τι άλλο οι Ευρωπαίοι εταίροι για να διευκολύνουν την ενσωμάτωση μιας νέας Κυβέρνησης ριζοσπαστικής, θα δώσουν κάτι.

Κανείς δεν πίστευε ότι αντί να πραγματοποιηθεί έστω ένα μικρό μέρος των προεκλογικών υποσχέσεων, θα πραγματοποιηθεί ένα τεράστιο μέρος των ακριβώς αντίθετων μέτρων και πολιτικών. Αυτό έγινε.

Γιατί δεν είχαν καταλάβει –λέει- τους συσχετισμούς, δεν είχαν αντιληφθεί πως λειτουργούν οι αγορές, είχαν κάνει λάθος εκτίμηση για τη δύναμη του χρήματος και των αντιπάλων. Δεν μπόρεσαν να διαπραγματευτούν με τους όρους που ήθελαν, λες και ο δανειζόμενος είναι αυτός που διαπραγματεύεται με τους δικούς του όρους.

Για να φτάσουμε στη διαπραγμάτευση των 17 ωρών, γιατί πράγματι μετά το δημοψήφισμα με την πλάτη στριμωγμένη στον τοίχο η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα διαπραγματεύτηκε για πρώτη φορά από τις 10 Ιουλίου και μετά. Η διαπραγμάτευση έγινε όπως – όπως, άρον – άρον και το αποτέλεσμα ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να φέρει μια ομάδα διαπραγματευτών, που δεν είχε αίσθηση του πλαισίου μέσα στο οποίο κινείται.

Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλα αυτά έχουν κι ένα τεράστιο θεσμικό κόστος: ευτέλισαν τη λαϊκή κυριαρχία, προδόθηκε η λαϊκή κυριαρχία όπως εκφράστηκε στις εκλογές του Ιανουαρίου. Ναι, υπήρξε ένα 36% που μαζί με το ποσοστό του κ. Καμμένου έφτασε το 41% περίπου. Θεωρούν ότι τότε άρχισε να λειτουργεί η δημοκρατία, ότι τότε εκφράστηκε για πρώτη φορά ο ελληνικός λαός. Έχουν ξεχάσει ότι ο ελληνικός λαός ψήφισε και στις εκλογές του 2012 και έδωσε πλειοψηφία 48% υπέρ αυτών των απόψεων, της υπευθυνότητας, της δουλειάς, της προσαρμογής σε δύσκολες ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες.

Αλλά ας είναι. Κάναμε και το επόμενο βήμα, την κορύφωση της παραπλάνησης και ταυτόχρονα την ακύρωση της δημοκρατίας γιατί ένα 62% ΝΑΙ στο εξ’ υφαρπαγής δημοψήφισμα που την επόμενη μέρα γίνεται ΝΑΙ σε κάτι χειρότερο από αυτό που καταψηφίστηκε, δεν είναι μια πολιτική μεταστροφή, δεν είναι ρεαλισμός. Είναι η εξουδετέρωση της λαϊκής κυριαρχίας. Η δημοκρατία του κ. Τσίπρα και του κ. Καμμένου είναι δημοκρατία εξ υφαρπαγής, δημοκρατία που παράγει κρίση νομιμοποίησης και δεν απαντά στην κρίση νομιμοποίησης που έχουν συχνά – πυκνά οι Κυβερνήσεις στην Ευρώπη.

Το κόστος όμως το πληρώνει ο ελληνικός λαός και δυστυχώς καλείται να το ξαναπληρώσει τώρα, αν οι επιλογές του δεν βασίζονται στην εμπειρία που έχει αποκτηθεί όλα αυτά τα χρόνια και όλους αυτούς τους μήνες.

Γι' αυτό μιλάω για τα ψέματα που τέλειωσαν, αλλά για τα ψέματα που μεταλλάσσονται και που αγωνίζονται να παρουσιαστούν με νέα μορφή.

Το Μνημόνιο Τσίπρα δεν είναι Μνημόνιο. "Είναι μια αναγκαστική επιλογή, είναι Αριστερό, είναι καλό. Δεν είναι Μνημόνιο, αλλά είναι το αναγκαίο βήμα για την έξοδο από τα Μνημόνια". Ποιο; Το Μνημόνιο που ούτε αναγκαίο, ούτε μοιραίο, ούτε αναπόφευκτο ήταν, αλλά κατέστη αναγκαίο και αναπόφευκτο, από τα λάθη, τις ψευδαισθήσεις, τις εσφαλμένες εκτιμήσεις των οκτώ κυβερνητικών μηνών του κ. Τσίπρα.

Το Μνημόνιο στο οποίο υπετάγη η χώρα, ενώ είχε καταφέρει με κόπους και βάσανα να αποκτήσει μετά από επτά χρόνια θετικό ρυθμό ανάπτυξης και πρωτογενή πλεονάσματα, μετά από επτά χρόνια πρωτογενών ελλειμμάτων, μια πρωτοφανή κατάσταση για χώρα σε ειρηνική περίοδο.

Δημοσιεύτηκαν προχθές τα στοιχεία του ΟΟΣΑ που τόσο εκτιμά ο κ. Τσίπρας, καθώς είναι πιο φιλικός ο Γενικός του Γραμματέας ο κ. Γκουρία, σε σχέση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ή τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και μας επισημαίνει ότι από το 2007 έως το 2013 είχαμε μείωση του βιοτικού επιπέδου 27%, αλλά είχαμε 4,5%  άνοδο για πρώτη φορά το 2014.

Η χώρα είχε μπει σε άλλη τροχιά και όποιος ζει την πραγματική οικονομία, την αγορά, έχει αίσθηση της πραγματικότητας, αυτό το αντιλαμβάνεται και το συνομολογεί ανεξαρτήτως των κομματικών του πεποιθήσεων.

Και αναγκαστήκαμε ταπεινωμένοι να πάμε πίσω στο Μνημόνιο, στα ελλείμματα, στην ύφεση, να ξανακάνουμε το δρόμο του Σίσυφου, να κουβαλήσουμε ξανά το βράχο που δεν τον έριξαν πίσω οι θεοί αλλά τον έριξε πίσω μια συγκεκριμένη Κυβέρνηση που έχει ευθύνη γι’ αυτό και ταυτόχρονα αναγκαστήκαμε να φορτωθούμε ένα δάνειο 86 δισεκατομμυρίων που δεν είναι όλο καθαρός δανεισμός  λέει ο κ. Τσίπρας. Όντως, δεν είναι όλο. Και υπό άλλες συνθήκες θα δανειζόμασταν. Ίσως θα είχαμε βγει δειλά-δειλά στις αγορές. Αλλά, φίλες και φίλοι,  μόνο για τις ανάγκες των Τραπεζών παίρνουμε δάνειο 25 δισεκατομμύρια και χάνουμε το χαρτοφυλάκιο με τις μετοχές που είχαμε, άλλα 25 δισεκατομμύρια.

Γιατί δυστυχώς εκμηδενίστηκε τις τελευταίες εβδομάδες μετά τα capital controls, 50 δισεκατομμύρια είναι η επιβάρυνση για να σώσουμε τις καταθέσεις. Όχι τους τραπεζίτες, το τραπεζικό σύστημα ως κινητήρια δύναμη της πραγματικής οικονομίας, για να υπάρχει δυνατότητα επενδύσεων, ανάπτυξης, δημιουργίας θέσεων απασχόλησης.

Κι αν η σωρευτική ύφεση το 2015 και το 2016 είναι περίπου 8% κι ας ελπίσουμε κάπου εκεί να είναι, πρέπει να υπολογίζουμε με βάση τη δυναμική της οικονομίας άλλα 20 δισεκατομμύρια απώλεια απ’ αυτό.

Για να μη σας κουράζω με αριθμούς, ποια θα ήταν λοιπόν σήμερα η φυσιολογική εξέλιξη; Να πουν συγνώμη. Να προσχωρήσουν στη λογική της εθνικής ενότητας, να παραδεχθούν την αλήθεια. Όχι. Επιμένουν. «Διαπραγματευτήκαμε σκληρά», ναι, «υπογράψαμε το Μνημόνιο αλλά τώρα θα παρουσιάσουμε ένα παράλληλο πρόγραμμα», κλείνουν το μάτι στην αντιμνημονιακή πολιτική, λένε ότι είναι έτοιμοι να συνεργαστούν μόνο με αντιμνημονιακές δυνάμεις, ακόμη και με τον κ. Λαφαζάνη.

Αυτός το απορρίπτει. Το παράλληλο πρόγραμμα δεν είναι τίποτε άλλο από την απειλή του παράλληλου νομίσματος που ζήσαμε τους προηγούμενους μήνες. Ζητούν την περιβόητη δεύτερη ευκαιρία ή ακόμη καλύτερα, τη συνέχεια της πρώτης τους ευκαιρίας. Και δεν καταλαβαίνουν ότι μόνο ένας δικαιούται να έχει δεύτερη ευκαιρία στον τόπο αυτό: Η ίδια η πατρίδα, κανείς άλλος!

Και αντί ν’ αντιληφθούν την ανάγκη των συσπειρώσεων, της συναίνεσης, της ενότητας, της κινητοποίησης των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας, φλερτάρουν με την ιδέα της αυτοδυναμίας όπως και η Νέα Δημοκρατία το 2012, όταν πήρε 18% διεκδικώντας την αυτοδυναμία.

Γιατί λένε, τους λείπουν 2 έδρες. Ακόμη και αν το ποσοστό τους είναι ένα μικρό, ένα μεσαίο ποσοστό, δε θα τους πείραζε καθόλου να έχουν αυτοδυναμία σε έδρες. Νομίζουν ότι έτσι κυβερνιούνται κοινωνίες και διευθύνονται οικονομίες όπως η ελληνική. Θεωρούν «παρά φύσιν» τη συνεργασία με τις άλλες δυνάμεις του ευρωπαϊκού τόξου, με τη Νέα Δημοκρατία, ακόμη και με το ΠΑΣΟΚ. Αλλά θεωρούν «κατά φύσιν» συνεργασία με την πιο σκληρή εθνικολαϊκιστική και συνωμοσιολογική Δεξιά με τους Ανεξάρτητους Έλληνες.

Και, όταν αρχίζουν τα δειλά και πονηρά ανοίγματα προς το ΠΑΣΟΚ, θέλουν ένα ΠΑΣΟΚ χωρίς βαρίδια. Δηλαδή ένα ΠΑΣΟΚ χωρίς πολιτική ταυτότητα, χωρίς πολιτικό κεκτημένο, χωρίς τη δικαίωση της πολιτικής του και του αγώνα του. Ένα ΠΑΣΟΚ, που δε σέβονται. Που δε σέβονται τον αγώνα όχι το δικό μου, αλλά τον αγώνα όλων των στελεχών μας που έδωσαν αυτή τη σκληρή μάχη ως Υπουργοί, ως Βουλευτές, κυρίως όμως ως πολίτες.  Γιατί εσείς δώσατε αυτή τη  μάχη και εμείς τη δώσαμε στ’ όνομά σας και με τη δική σας αντοχή και με τη δική σας στήριξη.

Είναι δικό μου θέμα η συμμετοχή σε Κυβερνήσεις με τον κ. Τσίπρα ή με τον κ. Μεϊμαράκη ή με τον οποιονδήποτε μετά από αυτή τη διαδρομή και αυτά που έχουμε να εμφανίσουμε ως κεφάλαιο της ιστορίας του έθνους; Αλλά δεν ήμουν ποτέ μόνος. Εφαρμόζαμε συλλογικές, δύσκολες αποφάσεις και αυτό αφορά και τη Φώφη και τον Αντρέα και τον Κώστα και το Μιχάλη και το Βασίλη και το Λεωνίδα και τον Οδυσσέα και το Γιάννη και όλους εκείνους που δώσαμε μαζί αυτή τη μάχη.

Και τους ανθρώπους εδώ μέσα όπως ο Θανάσης Τσαυτάρης, ο Βαγγέλης Λιβιεράτος που τους στρατεύσαμε σε αυτό τον αγώνα. Τώρα θα δούμε τον κ. Θεοδωράκη να μας προτείνει τον κατάλογο των σημαντικών προσωπικοτήτων. Ευπρόσδεκτες και αξιοσέβαστες, αλλά εμείς έχουμε κατάλογο σημαντικών προσωπικοτήτων της επιστήμης και της κοινωνίας που μπήκαν μπροστά, που έδωσαν μάχη και που απέδειξαν ότι μπορούν να κάνουν τη δουλειά αυτή.

Φίλες και φίλοι, ο μόνος δρόμος που έχει η χώρα σήμερα είναι ο δρόμος της εθνικής αλήθειας. Μόνον ο δρόμος αυτός μας επιτρέπει να κερδίσουμε το χαμένο χρόνο και το χαμένο χώρο. Απεδείχθη ότι υπήρχε και υπάρχει μία και μόνη στρατηγική, εφικτή και ασφαλής: Η στρατηγική του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ διαμόρφωσε, υπηρέτησε και εν τέλει επέβαλλε την πολιτική αυτή.

Το ΠΑΣΟΚ ούτε ήταν, ούτε έγινε, ούτε θα γίνει  ουρά και δεκανίκι κανενός. Συνιστά βαριά προσβολή στον αγώνα το διαχρονικό του ΠΑΣΟΚ  και ιδίως στον αγώνα των τελευταίων 5 πέτρινων χρόνων, να χαρακτηρίζει κανείς το γεγονός ότι διαμορφώσαμε και υπηρετήσαμε την εθνική αυτή στρατηγική, ουρά ή δεκανίκι.

Η Νέα Δημοκρατία προσχώρησε στην πολιτική μας. Καταϊδρωμένη, δεύτερη, αφού βοήθησε να συγκροτηθεί το ετερόκλητο  αντιμνημονιακό μέτωπο την κρίσιμη περίοδο 2010-2011. Και τώρα το ΠΑΣΟΚ εξ ορισμού έχει το βαρύ επιχείρημα ότι η Κυβέρνηση που θα προκύψει, που πρέπει να είναι Κυβέρνηση ευρύτατης συνεργασίας όλων των δημοκρατικών ευρωπαϊκών δυνάμεων, στην πραγματικότητα συνεχίζει αυτή την εθνική στρατηγική.

Ναι, ποτέ δεν ήταν ιδεώδης. Ναι, υπήρξαν αμφιθυμίες, αμφιταλαντεύσεις, λάθη. Υπήρξαν πολλοί άνθρωποι που δυσκολεύτηκαν να προσχωρήσουν σε κρίσιμες επιλογές. Να γίνουν δυσάρεστοι με τον ελληνικό λαό. Κανείς δεν περνάει εύκολα από τη σφαίρα της δημοφιλίας και της συμπάθειας στη σφαίρα της αυστηρής κριτικής που δέχεται.

Όμως, όταν ανοίγει ο πόλεμος της γενιάς σου, όταν οι επιλογές είναι επιλογές ιστορικές δεν έχεις περιθώρια για πολυτέλειες και αμφιβολίες. Τώρα λοιπόν, είναι αναγκασμένοι όλοι τους, με πρώτο και καλύτερο τον κ. Τσίπρα, να προσχωρήσουν στη λογική αυτή. Το έχουν ήδη κάνει. Δεν έχουν τη γενναιότητα να το παραδεχτούν.

Και αν αυτά που λέω δεν τ’ αντιληφθεί πλήρως και η Νέα Δημοκρατία, βεβαίως δε θα έχει  ολοκληρώσει και αυτή τη στροφή που ξεκίνησε να κάνει από το Νοέμβριο του 2011. Αλλά αν η χώρα ήταν έτοιμη να βγει το Δεκέμβριο του 2014 από τη μέγγενη του Μνημονίου και να περάσει στην προληπτική πιστωτική γραμμή, αν η κατάσταση ήταν μια κατάσταση ασύγκριτα καλύτερη και ασφαλέστερη για τη χώρα, αυτό οφείλεται πρωτίστως στο ΠΑΣΟΚ. Και κανείς δεν έχει δικαίωμα να το αγνοήσει ή να το χαρίσει αυτό το κεκτημένο, που είναι δικό σας κεκτημένο.

Είναι το κεκτημένο της δικής σας αγωνίας και του δικού σας αγώνα, της δικής σας προσωπικής, πρώτα απ’ όλα και πολιτικής στη συνέχεια, αξιοπρέπειας.

Δεν υπήρχε ούτε σχέδιο Β’ ούτε λύση δραχμής. Και τώρα, είναι ψέμα να λέει ο κ. Τσίπρας ότι το μεγάλο θέμα της χώρας είναι το χρέος. Το χρέος το έκανε μεγάλο θέμα δήθεν το Γενάρη, όταν μας μιλούσε για το επονείδιστο και παράνομο χρέος που θα το διαγράψει, που θα το αντιμετωπίσει με μονομερείς ενέργειες, με διεθνή διάσκεψη, με αναστολή εξυπηρέτησης, με παύση πληρωμών και τελικά έκανε εσωτερική στάση πληρωμών και συγκέντρωσε τα ταμειακά διαθέσιμα των Ασφαλιστικών Ταμείων, των Δήμων και των άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου.

Ακόμη υπάρχουν τα λεφτά αυτά συγκεντρωμένα στον κοινό λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος. Ακόμη υπάρχουν 13,5 δισεκατομμύρια που έχουν γίνει ρέπος και έντοκα γραμμάτια και πρέπει κάποια στιγμή να εξηγήσει ο κ. Τσίπρας πότε και πώς θα επιστραφούν αυτά στα Ασφαλιστικά Ταμεία, στους Δήμους, πότε θα τα πάρουν πίσω τα Πανεπιστήμια, τα άλλα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.

Το χρέος αντιμετωπίστηκε ριζικά το 2012 όταν το μειώσαμε ονομαστικά κατά 126 δισεκατομμύρια και σε καθαρή παρούσα αξία, περίπου 200 δισεκατομμύρια. Όταν πήραμε τη δέσμευση του Eurogroup ότι τώρα που θα βγαίναμε από το Μνημόνιο αλλά μπαίνουμε δυστυχώς στο 3ο, τώρα που μπαίνουμε εν πάση περιπτώσει σ’ αυτή την τρίτη φάση, θα έρθουν τα συμπληρωματικά μέτρα, οι παραμετρικές αλλαγές, η επιμήκυνση της περιόδου χάριτος, η παράταση της περιόδου αποπληρωμής και αυτό συνιστά  μείωση σε καθαρή παρούσα αξία.

Αλλά αυτά τα λέγαμε εμείς. Τώρα δεν τα λέει ο κ. Τσίπρας, καταγγέλλει την παρέμβαση του 2012, αλλά την προσυπογράφει και την προσκυνά, ως Πρωθυπουργός, με τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου. Πώς αντέχει ο ελληνικός λαός τέτοια ωμά ψέματα, τέτοιες κραυγαλέες αντιφάσεις;

Εμφανίζεται συνεχώς αυτές τις μέρες και καταγγέλλει  αυτό που έγινε το 2012. Και έχει βάλει την ένδοξη υπογραφή του και αυτός και ο κ. Τσακαλώτος κάτω από μια συμφωνία που λέει ότι δεν πρόκειται  να γίνει ονομαστικό κούρεμα, ότι θα τιμήσει όλες τις υποχρεώσεις του από το χρέος και ότι οι μειώσεις θα είναι σε παρούσα αξία με παραμετρικές αλλαγές στην περίοδο χάριτος και στη διάρκεια αποπληρωμής.

Γιατί ο ελληνικός λαός δεν εξανίσταται και δεν αντιδρά όταν προσβάλλεται στη νοημοσύνη του κατ’ αυτό τον τρόπο;

Και αυτό είναι έργο δικό μας. Όσο και αν το υπερασπίζεται η Νέα Δημοκρατία, όσο αν το θεωρούν αυτονόητο οι άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι εκ των υστέρων και συμπληρωματικά ευρωπαϊκές, αυτό είναι έργο του ΠΑΣΟΚ, έργο της Δημοκρατικής Παράταξης, έργο συγκεκριμένων προσώπων, έργο δικό σας!  Γιατί από σας προερχόμαστε και σ’ εσάς λογοδοτούμε.

Φίλες και φίλοι, όποια κι αν είναι η Κυβέρνηση, στις 21 Σεπτεμβρίου, σε δυο μέρες, αρκεί να υπάρχει Κυβέρνηση και σταθερότητα, η λύση για το χρέος θα προχωρήσει γιατί είναι διαμορφωμένη προ πολλού. Και θα προχωρήσει με ικανοποιητικό τρόπο, αλλά θ’ απέχει πολύ από αυτό που έγινε το 2012. Θα είναι ένα συμπλήρωμα αυτού που έγινε το 2012.

Το μεγάλο πρόβλημα της χώρας είναι η πραγματική οικονομία. Η χώρα δε λύνει τα προβλήματά της εάν πάρουμε, που θα πάρουμε και πρέπει να πάρουμε, ακόμη μεγαλύτερη μείωση του χρέους σε πραγματική αξία. Το ζήτημα είναι η ανταγωνιστικότητα, το μοντέλο παραγωγής, οι διαρθρωτικές αλλαγές, η ανάπτυξη.

Μόνον η ανάπτυξη δίνει απάντηση στους ανέργους, μόνο η ανάπτυξη θα φέρει πίσω το χαμένο εισόδημα, μόνο η ανάπτυξη είναι αυτή που θα μας κάνει ισότιμους, ανταγωνιστικούς μέσα στην Ευρώπη. Κύριους του εαυτού μας. Η ανάπτυξη αποκαθιστά τη λαϊκή κυριαρχία. Όλα τ’ άλλα είναι λόγια. Είπα προχθές μια λέξη που δεν τη συνηθίζω: Είναι μπαρμπούτσαλα όλα τ’ άλλα.

Η ανάπτυξη αποκαθιστά την κυριαρχία  και την αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού. Και αυτό βεβαίως προϋποθέτει δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά πρωτίστως προϋποθέτει κινητοποίηση των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας.  Προϋποθέτει ότι έχουμε ένα κράτος, μια Διοίκηση, μια Δικαιοσύνη που λειτουργούν φιλοεπενδυτικά και φιλοαναπτυξιακά.

Αλλά έχουμε και μια κοινωνία και μια Τοπική Αυτοδιοίκηση που λειτουργεί επίσης φιλοεπενδυτικά και φιλοαναπτυξιακά. Γιατί αλλιώς δεν κρατάμε τα παιδιά μας, με όσα προσόντα κι αν έχουν, στον τόπο μας. Δε μειώνουμε την ανεργία που είχε αρχίσει να μειώνεται μέχρι τα capital controls και άρχισε να  ξανααυξάνεται με τα capital controls, που είναι το σύμβολο της τραγικής αποτυχίας της προηγούμενης Κυβέρνησης.

Αλλά για να το πετύχουμε αυτό ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας. Δε μπορεί να παίζουμε με αμφιθυμία γύρω από το Μνημόνιο. Το Μνημόνιο το έφερε όπως το έφερε ο κ. Τσίπρας με τους χειρότερους δυνατούς όρους, με καθυστέρηση και με μεγάλη βλάβη της οικονομίας. Όμως το έχει υπογράψει η χώρα, το έχει ψηφίσει η Βουλή.

Και το ψήφισε η Βουλή με την αναγκαστική συμμετοχή και της αντιπολίτευσης, το ψήφισαν 5 Κόμματα, γιατί είχε διαλυθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, είχαν φύγει οι Βουλευτές του, δεν υπήρχε στην πραγματικότητα Κυβέρνηση, δεν υπήρχε στην πραγματικότητα δεδηλωμένη.

Δεν πρέπει να βελτιωθεί το Μνημόνιο; Βεβαίως. Δεν υπάρχουν ρυθμίσεις που μπορεί να εντείνουν την ύφεση; Βεβαίως. Δεν υπάρχουν άλλες λύσεις οι οποίες ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη; Βεβαίως. Ο μόνος δρόμος όμως που επιτρέπει την τροποποίηση και τη βελτίωση του Μνημονίου  σε συνεννόηση με τους εταίρους, είναι η εφαρμογή του.

Γιατί μόνον η αποτελεσματική εφαρμογή σε εξοπλίζει με επιχειρήματα και σου επιτρέπει να βελτιώνεις συνεχώς τα επιμέρους  μέτρα και την ισορροπία τους, στο πλαίσιο ενός Εθνικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης. Το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης είναι αυτό που εμπεριέχει και υπερβαίνει το Μνημόνιο.

Γιατί δε σου λέει κανένα Μνημόνιο και κανένα Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και κανένα Eurogroup πώς πρέπει να είναι το Πανεπιστήμιό σου, το σχολείο σου, ποια πρέπει να είναι η έμφαση που θα δώσεις στην πρωτογενή παραγωγή, τι θα κάνεις με τη βιομηχανία τροφίμων, τι θα κάνεις με τους επιστήμονές σου, με τα ερευνητικά σου κέντρα, τι θα κάνεις στην πραγματικότητα με τον εθνικό σου πλούτο τον ορυκτό, με το φυσικό αέριο, με αυτό που έχεις ως πυρήνα της κυριαρχίας σου.

Δε θα μιλήσω σήμερα για το γεγονός πως ο κ. Τσίπρας απεδέχθη αυτό που ποτέ δεν είχαμε δεχθεί, το μεγάλο Εγγυητικό Ταμείο των 50 δισεκατομμυρίων που δεσμεύει τη χώρα. Αλλά και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία εάν θα το χρησιμοποιήσεις τελικά εντεταγμένο σε μια αναπτυξιακή προοπτική.

Άρα χρειάζεσαι ένα Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης που σου επιτρέπει να δώσεις απαντήσεις σε όλα αυτά. Αλλά για να το πετύχεις αυτό  πρέπει να έχεις προϋποθέσεις πολιτικές, κοινωνικές και θεσμικές. Και η πρώτη πολιτική προϋπόθεση είναι να μην έχεις αβεβαιότητα, να μην έχεις οριακές πλειοψηφίες που κινδυνεύουν από επόμενες διασπάσεις κομμάτων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί εμπεριέχοντα τα σπέρματα της επόμενης διάσπασης στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ.

Ούτε μπορείς ν’ απαλλάξεις τη Νέα Δημοκρατία από την ευθύνη αυτών των δύσκολων χειρισμών σε περίπτωση νίκης του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε μπορείς ν’ απαλλάξεις τον κ. Τσίπρα και την ομάδα του από την ευθύνη για την εφαρμογή  αυτού που οι ίδιοι έφεραν σε περίπτωση νίκης της Νέας Δημοκρατίας και του κ. Μεϊμαράκη. Δεν υπάρχει περιθώριο για αλαζονείες, αποκλεισμούς και  αυτοαποκλεισμούς.

Η πρότασή μας ήταν αυτή το 2012, ήταν αυτή τον Ιανουάριο του 2015 και τώρα ελπίζω ότι αυτό  είναι η κοινή πεποίθηση του ελληνικού λαού. Ακούω πραγματικά με έκπληξη να λένε ότι «δεν είναι δυνατό να συμπράξουμε όταν διαφωνούμε. Πώς είναι δυνατόν όταν έχουμε τέτοιες αξιακές διαφορές Δεξιάς – Αριστεράς να σχηματίζουμε ενιαία Κυβέρνηση;».

Ήταν αυτό δυνατό το 1989; Ήταν δυνατό το 1990; Ήταν αυτό δυνατό στη Γερμανία όταν έγινε το γερμανικό θαύμα με τους μεγάλους συνασπισμούς και απλή αναλογική; Ήταν αυτό δυνατό πριν από λίγες εβδομάδες, όλο τον Ιούλιο κι όλο τον Αύγουστο, όταν ο κ. Τσίπρας με τον κ. Καμμένο καμάρωναν ως Κυβέρνηση και εμείς ψηφίζαμε ως πλειοψηφία στη Βουλή, επειδή δεν είχαν άλλους Βουλευτές για να ψηφίσουν;

Δεν καταλαβαίνω αυτό που έγινε στην αφετηρία της προσπάθειας, γιατί δεν πρέπει να συνεχιστεί τώρα που μπαίνουμε στην τελική ευθεία.

Και βέβαια, δίπλα στις πολιτικές απαιτούνται και κοινωνικές. Μια κοινωνία που βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με την αλήθεια. Μια κοινωνία που ενώνεται, που υπερβαίνει τον τεχνητό διχασμό μεταξύ Μνημονίου και αντιμνημονίου. Μια κοινωνία που δεν αποδέχεται τα φληναφήματα περί ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς.

Ηθικό πλεονέκτημα δεν είναι η ηθικολογία, ο ηθικισμός. Οι μεγάλες αμαρτίες κρύβονται πίσω από μεγάλες μετάνοιες, από μεγάλα λόγια, από μεγάλους Σταυρούς. Η πίστη, η πεποίθηση φαίνεται όταν πράττεις. Άρα η ηθική του καθενός είναι η προσωπικότητά του, το έργο του, η διαδρομή του και η απάντησή του στα μεγάλα διλήμματα όταν αυτά τον υπερβαίνουν.

Ηθικό πλεονέκτημα έχει αυτός που αναλαμβάνει ευθύνη και κόστος. Όλοι οι άλλοι παίζουν με τη μοίρα του τόπου.

Και βέβαια υπάρχουν και θεσμικές προϋποθέσεις, γιατί εάν οι εκλογές αυτές γινόντουσαν χωρίς το bonus των 50 εδρών για το πρώτο Κόμμα, η χώρα θα ήταν ευτυχέστερη και το μέλλον της πολύ πιο αισιόδοξο, γιατί τα δυο Κόμματα θα ήταν υποχρεωμένα να συνεργαστούν και μεταξύ τους και με τα μικρότερα ευρωπαϊκά Κόμματα και δεν θα υπήρχε αυτή η τυχαία δημοκρατία, όπου με διαφορά μιας ψήφου μπορείς να πάρεις 50 έδρες παραπάνω. Αυτό αν υπάκουε σε μια λογική προγενέστερη, πριν την κρίση, όταν είχαμε ένα δικομματισμό του 40%. Τώρα ακόμη και αν είχες τέτοιες πλειοψηφίες δεν αντιμετώπιζες κρίσεις ιστορικές τέτοιου βάθους χωρίς μεγάλες συνεργασίες.

Φίλες και φίλοι, ο ελληνικός λαός είναι κύριος της μοίρας του και σε τελευταία ανάλυση κανείς δεν σώζεται παρά τη βούλησή του.

Η δική μας μοίρα είναι παρακολούθημα της μοίρας του λαού, που αποφασίζει σε λίγες ώρες την Κυριακή. Μπορεί να επιβάλει λύση μειώνοντας την αθροιστική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Δημοκρατίας, της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ, δίνοντάς τους το μικρότερο δυνατό αθροιστικό ποσοστό και ενισχύοντας το μεσαίο χώρο, το χώρο του πολιτικού και κοινωνικού κέντρου, τη Δημοκρατική Συμπαράταξη, το ΠΑΣΟΚ, τη ΔΗΜΑΡ.

Και για μας, για το ΠΑΣΟΚ η συγκυρία είναι ασύγκριτα καλύτερη σε σχέση με τον Ιανουάριο. Δεν έχουμε την ενεργό διάσπαση, το ΚΙΔΗΣΟ δεν μετέχει στις εκλογές. Κατέρρευσαν τα ψέματα και οι ψευδαισθήσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Κατέβηκε από το κύμα της αντιμνημονιακής δημαγωγίας, ακυρώθηκε η τομή Μνημόνιο - αντιμνημόνιο που λειτουργούσε ως ένας μοχλός πίεσης, ως ένα φίμωτρο στην πραγματικότητα για το ΠΑΣΟΚ και τα στελέχη του. Ξαναπιάνουμε το νήμα των ευρωεκλογών με την ωραία προσπάθεια της Ελιάς, με το 8% των ευρωεκλογών που μας έδινε το εφαλτήριο για τις βουλευτικές εκλογές να είμαστε τρίτη δύναμη.

Και χαίρομαι γιατί και η Φώφη ως νέα Πρόεδρος, σύμφωνα με τις ομόφωνες αποφάσεις του πρόσφατου Συνεδρίου μας, συνεχίζει τη γραμμή αυτή. Ξαναπιάνουμε το νήμα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, της ενότητας των δυνάμεων του προοδευτικού κέντρου και της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας.

Τώρα που τελείωσαν τα ψέματα, μπορούμε πράγματι να ξαναβρεθούμε ως πλατιά Δημοκρατική Παράταξη. Μπορούμε να ξαναβρεθούμε ως Παράταξη, να ξαναβρεθούμε ως κοινωνία. Να ξαναβρεθούμε ως έθνος με ταυτότητα και συνείδηση κοινού πεπρωμένου.

Τώρα που τελειώσανε τα ψέματα ,φίλες και φίλοι, μπορούμε να ξαναβρεθούμε όμως πριν απ’ όλα τα άλλα, με την κοινή λογική. Να ξαναδούμε τη σχέση μας με την πραγματικότητα και την αλήθεια.

Μόνο με τον τρόπο αυτό μπορούμε να δώσουμε μέλλον στον τόπο μας, απάντηση στην αγωνία των παιδιών μας και εμείς έχουμε την υποχρέωση τώρα λέγοντας πάντα την αλήθεια με τις σημαίες μας ψηλά, να εγγυηθούμε και να επιβάλουμε την εθνικά υπεύθυνη και επωφελή λύση που είναι η ευρύτατη συνεργασία των δημοκρατικών, ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Αλλά για να γίνει αυτό, ο λαός πρέπει να μας ξαναδεί στα μάτια, να ξανακούσει τη φωνή μας που είναι η φωνή της λογικής, να μας δώσει τη μεγαλύτερη δυνατή δύναμη, να μας κάνει τρίτη δύναμη, εγγυητή και οδοδείκτη για το μέλλον του τόπου.

Και η Θεσσαλονίκη, η αδικημένη η Θεσσαλονίκη του ιδιωτικού τομέα και όχι του κράτους και του κρατισμού, η Θεσσαλονίκη, η πόλη που έχει ιδέες, νέους ανθρώπους, Πανεπιστήμια, δυναμικό, που έχει μια Τοπική Αυτοδιοίκηση με σθένος και ιδέες, η δική μας Θεσσαλονίκη, μπορεί να είναι ο πρωτοπόρος αυτής της προσπάθειας για να αξιοποιήσουμε όλες τις δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας και του έθνους. Γεια σας. Με τη νίκη.

Η Δημοκρατική Συμπαράταξη, το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ, οι Κινήσεις Πολιτών τρίτη δύναμη, εγγυητής για τις εξελίξεις που ακολουθούν. Έχουμε μέλλον αρκεί να το  αδράξουμε και την Κυριακή ο λαός έχει τη δυνατότητα να το πετύχει αυτό με την ψήφο του.

Γεια σας και με τη νίκη.