Αθήνα, 3 Ιανουαρίου 2015

 Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ,

στους γραμματείς των νομαρχιακών και τομεακών  επιτροπών

Σας εύχομαι όλους και όλες από την καρδιά μου καλή χρονιά, χρόνια πολλά με υγεία. Η χρονιά αυτή έχει ξεκινήσει προεκλογικά κι είναι ίσως η πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της χώρας, στα χρόνια της μεταπολίτευσης, που έχουμε προεκλογική περίοδο εν μέσω Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς. Αυτό είναι μία πρόσθετη πρόκληση. Ελπίζω να περάσετε καλά με τις οικογένειές σας, να έχετε πάρει δυνάμεις, γιατί τώρα έχουμε μπροστά μας μια σύντομη, αλλά πάρα πολύ έντονη και κρίσιμη μάχη, την οποία το ΠΑΣΟΚ καλείται να τη δώσει με δύσκολους όρους

Γιατί δυστυχώς πέραν όλων των άλλων έχουμε και την απόφασή του κ. Παπανδρέου να συστήσει το ατομικό του κόμμα, κάτι το οποίο είχε δυστυχώς προαναγγελθεί κι ήταν μια ειλημμένη απόφαση εδώ και καιρό. Δεν ειχε  ανάγκη ούτε από προσχήματα, ούτε από πάρα πολλές συζητήσεις και διαβουλεύσεις. Έχω την αίσθηση πως ματαιοπονούσαμε με τις προτάσεις μας και την καλοπιστία μας και τον ενωτικό μας λόγο να μείνουμε όλοι στα ίδια ψηφοδέλτια, στην ίδια σημαία, κάτω από τον ήλιο του ΠΑΣΟΚ και το όνομα του ΠΑΣΟΚ και τις ιστορικές υποχρεώσεις βέβαια που φέρει ο χώρος αυτός. 

Δε θέλω να επαναλάβω τα όσα ειπώθηκαν χθες από το ΠΑΣΟΚ και περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση. Εμείς δεν πρόκειται να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στο θέμα αυτό, είναι εξαιρετικά λυπηρό, αλλά δεν πρέπει να περισπάσει την προσοχή μας. Για μας το μεγάλο θέμα είναι οι ανάγκες της χώρας, τα διλήμματα των πολιτών, τα μεγάλα ερωτήματα για την επόμενη μέρα και σε αυτά πρέπει να κληθούμε να δώσουμε απάντηση. Δεν πρόκειται να μετατρέψουμε αυτή την πρόσθετη πολιτική αντιπαράθεση με ένα ακόμη μόρφωμα, μέσα στα πολλά που υπάρχουν, σε μείζον θέμα ή σε εμφύλιο πόλεμο. 

 

Φυσικά με ευπρέπεια και με πολιτικά επιχειρήματα,  θα εξηγούμε τι είναι αυτό το οποίο ισχύει, τι συμβαίνει, ποια είναι η αλήθεια δηλαδή, στο όνομα της οποίας δίνουμε μια πολύ σκληρή μάχη, αλλά τίποτα πέραν αυτού.

Το στελεχικό δυναμικό του ΠΑΣΟΚ είναι εδώ, ο οργανωτικός του κορμός, οι οργανώσεις του, τα ψηφοδέλτιά του, τα εμβληματικά πρόσωπά του. Βεβαίως μιλάμε για το ΠΑΣΟΚ μετά την κρίση, για το ΠΑΣΟΚ μετά το 2010, που έχει ξαναγνωριστεί με την ελληνική κοινωνία, που δυστυχώς έχασε ένα πολύ μεγάλο μέρος της εκλογικής και της κοινωνικής του βάσης, το οποίο είχε διαπαιδαγωγηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες με έναν πολύ συγκεκριμένο πολιτικό τρόπο και λόγο. 

Δεν συγχώρεσε ποτέ μια μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας στο ΠΑΣΟΚ το γεγονός ότι ενώ αυτό είναι που έφτιαξε τη μεταπολίτευση, που διαμόρφωσε το μεγάλο κεκτημένο της μεταπολίτευσης, ιδίως το κεκτημένο των μεσαίων στρωμάτων, των μη προνομιούχων αλλά κυρίως των μεσαίων, είναι αυτό το ίδιο το ΠΑΣΟΚ που ανέλαβε να διαχειριστεί μόνο του την κρίση . Με δυσανάλογο βάρος, χωρίς να επιστρατεύσει όλες τις εθνικές δυνάμεις, χωρίς να επιδιώξει την δίκαιη και αναλογική κατανομή της ευθύνης, χωρίς να αναδείξει τις ευθύνες, τις τεράστιες ιστορικές ευθύνες της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας την περίοδο 2004-2009.

Χρεωθήκαμε, ως εκ τούτου, ευθύνες που δεν μας ανήκαν ,αλλά δυστυχώς από ένα σημείο και μετά μετακυλύστηκαν στο ΠΑΣΟΚ . Και βέβαια αυτό προκάλεσε μία δυσαρέσκεια, μια ηθική και συναισθηματική κρίση, αποκόπηκαν πάρα πολλές δυνάμεις οι οποίες ψάχνουν να βρουν στο ΣΥΡΙΖΑ κυρίως -όχι μόνο αλλά κυρίως- το χαμένο παράδεισο της μεταπολίτευσης, ελπίζουν κι επιδιώκουν ότι τα πράγματα θα ξαναγίνουν όπως ήταν. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, η απογοήτευση θα έρθει πάρα πολύ γρήγορα και θα είναι πάρα πολύ έντονη. 

Στο μεταξύ όμως εμείς δίνουμε μία μάχη, έχοντας στερηθεί  την επαφή μας με αυτά τα κοινωνικά στρώματα, που σε πολύ μεγάλο βαθμό εκφράζουν το κράτος και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα -αλλά όχι μόνο, κυρίως το κράτος και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα -με τα οποία έχουμε πολύ στενούς ιστορικούς δεσμούς, αλλά σε μία βάση δυστυχώς ανταλλακτική και ωφελιμιστική, η οποία διερράγη με την είσοδο στην κρίση και με την ανάγκη να ληφθούν δύσκολα και δύσπεπτα μέτρα, τα οποία κόστισαν πάρα πολύ στους Έλληνες. 

Λέω πολλές φορές ότι είναι δύσκολο από τη μια να έχεις το βίωμα των τελευταίων πέντε ετών, τις θυσίες, τις περικοπές, τις διαψεύσεις, τις μειώσεις μισθών και συντάξεων, την ανεργία, την κρίση στο χώρο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και των μεγαλύτερων επιχειρήσεων. Και από την άλλη να έχεις το επιχείρημα ότι «κοίταξε, αυτό ήταν το μικρότερο κακό γιατί γλίτωσες από την ασύντακτη χρεοκοπία, από την απόλυτη καταστροφή, από την αδυναμία να υπάρχεις ως οικονομία, από τον ευτελισμό τον εθνικό, που θα συμπαρέσυρε όχι μόνο την οικονομία, αλλά και άλλες πολύ κρίσιμες παραμέτρους εθνικής ισχύος». 

Ο κόσμος δε θέλει να το καταλάβει αυτό, ούτε όταν βλέπει το παράδειγμα της Κύπρου, που περίμενε να βρει το Σχέδιο Β και βρήκε ένα σχέδιο πολύ χειρότερο και πολύ πιο βίαιο από το Σχέδιο Α . Ούτε μπορεί ο κόσμος να καταλάβει εύκολα ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, πώς είναι δυνατόν χώρες οι οποίες μπήκαν στο πρόγραμμα λίγο-πολύ την ίδια εποχή και υπό τις ίδιες συνθήκες, τώρα να έχουν τέτοιες διαφορές. 

Το πενταετές ομόλογο το πορτογαλικό έχει αποδόσεις 1,4% και το ελληνικό είχε χθες 11,5%. Τα στοιχεία της ελληνικής οικονομίας είναι πολύ καλύτερα από τα στοιχεία της πορτογαλικής οικονομίας, έχουμε πολύ καλύτερο πρωτογενές πλεόνασμα, έχουμε δημοσιονομικό πλεόνασμα σε λίγο, έχουμε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, έχουμε καλύτερο τραπεζικό σύστημα. Βλέπετε τι πρόβλημα δημιουργήθηκε πριν από μερικούς μήνες στην Πορτογαλία με την Banco Espírito Santo. Και αντίστοιχα είναι τα φαινόμενα και στην Ιρλανδία. Ποια είναι η διαφορά; Κι εκεί υπάρχει μια σκληρή αντιπολίτευση, με προβλήματα βέβαια γιατί οι σοσιαλιστές έχουν τώρα τελευταία πολύ μεγάλα προβλήματα και ηθικά προβλήματα, λόγω του Socrates αλλά και λόγω μιας εσωτερικής διαμάχης πάρα πολύ έντονης ανάμεσα στον Costa και τον Seguro και οι δυο φίλοι και σύντροφοι.

Όμως υπάρχει μια χώρα η οποία βαδίζει συντεταγμένα, συμφωνεί σε ένα πλαίσιο, δεν έχει αβεβαιότητες πολιτικές, δεν υπάρχει ένα μεγάλο κόμμα που να καταγγέλλει τη συνέχεια του κράτους, που να λέει ότι εγώ δεν αναγνωρίζω δεσμεύσεις, δεν αναγνωρίζω συμφωνίες, δεν αναγνωρίζω υπογραφές. 

Όλο το μυστικό αυτό είναι, η Ευρώπη βασίζεται στην διαρκή εναλλαγή κυβερνήσεων, διαρκώς έχουμε εκλογές, ούτε που παίρνεις είδηση τι συμβαίνει στις άλλες χώρες. Αλλάζουν πρωθυπουργοί, υπουργοί, είναι αυτό μια συνεχής ροή δημοκρατική. Αλλά υπάρχει μία συνέχεια κρατική, μία συνέχεια εθνικών στρατηγικών, υπάρχει ένας σεβασμός των νομικών δεσμεύσεων της χώρας. Αυτό το παρακολουθούν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, το παρακολουθούν τα κράτη, το παρακολουθούν οι αγορές. 

Εμείς, λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας, βρεθήκαμε σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση και τώρα δεν έχουμε καταλάβει ότι πηγαίνουμε σε εκλογές, με όλες τις εκκρεμότητες ανοιχτές. Ποιες εκκρεμότητες; Η χώρα έχει καταφέρει τεράστια πράγματα, γιατί είναι εύθραυστη; Γιατί ενώ έχουμε τέτοιες επιτυχίες κι είμαστε οι πρώτοι στις μεταρρυθμίσεις, οι πρώτοι στα δημοσιονομικά αποτελέσματα, είμαστε εύθραυστοι;

Είμαστε εύθραυστοι γιατί οι αγορές έχουν πάντα στο στόχαστρο την Ευρωζώνη, θεωρούν ότι είναι ένα τεχνητό φαινόμενο η Ευρωζώνη, αντιλαμβάνονται ότι η Ευρώπη είναι γηρασμένη, είναι σε κρίση αναπτυξιακή, σε κρίση του κοινωνικού μοντέλου, σε κρίση παραγωγική, άρα είναι μια οικονομία η οποία είναι πανίσχυρη αλλά αβέβαιη και μπορούν πάρα πολύ εύκολα να της επιτεθούν. 

Πώς επιτίθεσαι σε μια οικονομία του μεγέθους της Ευρωζώνης; Διαλέγοντας τους αδύνατους κρίκους. Γιατί η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι αδύνατος κρίκος; Γιατί έχει ένα χρέος που δεν ανήκει στην αγορά αλλά ανήκει στα κράτη και στους θεσμούς, ένα 10% μόνο ανήκει στην αγορά, αλλά μπορείς και με λίγες εκατοντάδες εκατομμύρια να οργανώνεις ένα κερδοσκοπικό, σπεκουλαδόρικο παιχνίδι το οποίο αδικεί τη χώρα, αλλά δημιουργεί κι έναν πανικό στην Ευρωζώνη.

Η Ελλάδα έχει στις αγορές 35 δισ. ευρώ, πίσω από αυτά τα 35 δισ. ευρώ που τα παίζουν λοταρία με 200-300 εκατομμύρια, κρύβεται ο όγκος των 15 τρισεκατομμυρίων του χρέους της Ευρωζώνης. Αυτό όμως για μας σημαίνει ότι τα κράτη που μας δανείζουν, τα ευρωπαϊκά κράτη, ο μηχανισμός σταθερότητας, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δεν έχουν διάθεση να μας στηρίξουν στην επόμενη φάση χωρίς να υπάρχουν κάποιοι όροι, κάποιες διασφαλίσεις μυωπικές, συντηρητικές, σκληρές ναι, αλλά αυτές είναι, δεν υπάρχει τίποτα άλλο. 

Αυτή τη στιγμή έχουμε να παίρνουμε δόσεις 11 δισ. ευρώ, που έχουν καθυστερήσει, αλλά το κρισιμότερο από όλα είναι ότι αν δε διαμορφώσουμε το πλαίσιο το καινούριο, το οποίο θα είναι πάρα πολύ άνετο σε σχέση με το παλιό, δεν έχει το νομικό δικαίωμα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ,όσο κι αν φαίνεται περίεργο, να συνεχίσει να στηρίζει το ελληνικό χρηματοοικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα. 

Έχω πει πολλές φορές ότι την περίοδο 2010-2011-2012 υπήρχαν μέρες που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μας στήριζε με 150 δισεκατομμύρια την ημέρα. Το δάνειο για όλα αυτά τα χρόνια είναι 250, αλλά 150 την ημέρα έπρεπε να είναι διαθέσιμα για να λειτουργεί το σύστημα, γιατί η Ελλάδα των 11 εκατομμυρίων κατοίκων ήταν πριν την κρίση η 29η οικονομία στον κόσμο και τώρα λόγω της πτώσης του ΑΕΠ άντε να είναι η 32η-33η. Αντιλαμβάνεστε πόσο μεγάλο μέγεθος είναι για τα παγκόσμια οικονομικά δεδομένα. 

Άρα, το παιχνίδι είναι πάρα πολύ δύσκολο και γιατί είναι δύσκολο; Γιατί αν δεν είχαμε κάνει τις θυσίες αυτές, εάν δεν είχαμε υποστεί το κόστος, εάν δεν είχαν μειωθεί οι μισθοί, οι συντάξεις, εάν δεν είχαμε πάει την ανεργία τόσο ψηλά λόγω της κρίσης του παραγωγικού μοντέλου και ήμασταν στο 2009, θα μπορούσες να πεις «εντάξει ας ακολουθήσουμε τον άλλο δρόμο, το δρόμο της ασύντακτης χρεοκοπίας, της εξόδου από το ευρώ, του εκβιασμού, των μονομερών ενεργειών».

Τώρα όμως κινδυνεύεις να έχεις πάθει όλα αυτά έχοντας κάνει την ασφαλή επιλογή και να σου έρθει και η άλλη επιλογή καπάκι και δίπλα στην εσωτερική υποτίμηση όλων αυτών των ετών να σου έρθει και η ονομαστική υποτίμηση του νομίσματός σου. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν γιατί υπάρχει αυτή η κρισιμότητα.

Και ταυτόχρονα η χώρα έχει κι άλλα προβλήματα, έχει μια ακροδεξιά η οποία είναι από τις προκλητικότερες και ισχυρότερες στην Ευρώπη. Η κα Λεπέν χαιρέτισε τη διάλυση της Βουλής και την αδυναμία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας και δεν είδα να γίνεται κανένα σοβαρό σχόλιο στην Ελλάδα για το γεγονός αυτό. 

Το Κυπριακό είναι σε πλήρη εξέλιξη, με πολύ σκληρές συνθήκες γιατί έχουμε την πρόκληση στην υφαλοκρηπίδα και την αποκλειστική οικονομική ζώνη με το Μπαρμπαρός. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι πάντα ένα μεγάλο θέμα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, παρότι διατηρούμε ανοιχτούς τους διαύλους και ανταλλάσουμε επισκέψεις και κάναμε και το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας.

Η κατάσταση στα Δυτικά Βαλκάνια είναι μια κατάσταση πάντα δύσκολη, η Ελλάδα έχει χάσει την ισχύ που είχε πριν από 10 χρόνια, πριν από 7 χρόνια, γιατί η ισχύς της ήταν πρωτίστως οικονομική, τραπεζική, επενδυτική. 

Έχουμε αυτή τη στιγμή σοβαρά προβλήματα αναπροσανατολισμού της τουριστικής μας βιομηχανίας λόγω της κρίσης στα ανατολικά, λόγω της κρίσης στη Ρωσία και την Ουκρανία που δεν είναι κρίση λόγω κυρώσεων, αλλά είναι κρίση λόγω πτώσης της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, δεν είναι κρίση που προκλήθηκε από τις κυρώσεις που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Έχουμε πολύ σοβαρά προβλήματα σε όλη τη γειτονία σε απόσταση 1,5 ώρας πτήσης, πιο κοντά από τη Λευκωσία είναι το Τελ Αβίβ, το Κάιρο, η Λιβύη. Δεν τα καταλαβαίνουμε αυτά, δεν ασχολούμαστε με τα θέματα αυτά, τα οποία όμως είναι ΤΑ θέματα, είναι η εθνική υπόσταση. 

Έχουμε να δώσουμε λοιπόν αυτή τη μάχη των εκλογών, με ερώτημα ποιο; Ποιο είναι το ερώτημα των εκλογών; Καλά, δεν ασχολούμαι με το ερώτημα τι θα κάνει το μόρφωμα του κ. Παπανδρέου σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ, τη Δημοκρατική Παράταξη. Αλλά ποιο είναι το ερώτημα που κυριαρχεί; Θα είναι πρώτη η Νέα Δημοκρατία ή πρώτος ο ΣΥΡΙΖΑ; Εάν θα κλείσει η ψαλίδα, εάν μπορεί να ανατραπεί η διαφορά. 

Σε ποιο ερώτημα πραγματικό δίνει απάντηση; Το ερώτημα αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο υπάρχει, λόγω του εκλογικού συστήματος, λόγω του μπόνους, λόγω της αδράνειας να διατηρήσουμε ένα εκλογικό σύστημα της παλαιάς εποχής, της εποχής πριν την κρίση. 

Η Ιταλία είχε το θάρρος να το αλλάξει αυτό, ο κ. Ρέντσι εισηγήθηκε στη Βουλή και η Βουλή απεδέχθη στην Ιταλία ότι ένα κόμμα παίρνει το μπόνους αν έχει φτάσει στο 42%. Ναι, αν εχει  φτάσει στο 42% είναι λογικό να βοηθηθεί να σχηματίσει μια αυτοδύναμη Κυβέρνηση, εδώ τι θα γίνει; 

Θα υπάρξει η επανάληψη του φαινομένου του 2012, δεν υπάρχει αυτοδυναμία. Δεν υπάρχει αυτοδυναμία, δεν υπάρχουν όμως και δεύτερες εκλογές, γιατί τρώμε το Γενάρη στις πρώτες εκλογές, εάν φάμε και το Φλεβάρη στις δεύτερες δεν υπάρχει διαπραγμάτευση. 

Θα μπορούσαμε να έχουμε δεχθεί παράταση του μνημονίου τεχνική, αλλά τι τεχνική όταν μιλάμε για έξι μήνες; Έξι μηνών. Δηλαδή θα μπορούσαμε να έχουμε παρακαλέσει να μείνουμε στο μνημόνιο, ενώ μας λένε να βγούμε από το μνημόνιο. 

Αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση, από τους δύο ή τους έξι μήνες, για έναν πάρα πολύ απλό λόγο: Γιατί υπάρχουν χώρες που δεν έχουν Βουλή λόγω εκλογών και δεν μπορούν να εγκρίνουν την παράταση αυτή πέραν των δύο μηνών. Χρειάζονται μετά τουλάχιστον έξι, άρα θα είχαμε αφήσει τη χώρα μία χρονιά στην πραγματικότητα στο μνημόνιο έτσι επειδή εμείς θέλουμε να κάνουμε εκλογές. 

Είχαμε την πρόνοια να ζητήσουμε παράταση τριών μηνών, ώστε να διευκολύνουμε τον ελληνικό λαό, τις αποφάσεις του. Αυτό δεν ήταν εφικτό όμως, λόγω της διάλυσης του Φιλανδικού Κοινοβουλίου και άλλων επικείμενων εκλογών. Άρα ή δύο ή δεν υπάρχει τώρα τίποτα άλλο. Και θα μου πείτε θα μας αφήσουν να κρεμαστούμε στα μανταλάκια; 

Πάντως οι αγορές θα το εκλάβουν αυτό ως μία πρόκληση, ως μία αναστάτωση, ως μία επισφάλεια. Και επίσης η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δε θα μπορεί να εφαρμόσει τους κανονισμούς της και να συνεχίσει την ακώλυτη στήριξη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. 

Άρα δεν υπάρχει αυτοδυναμία, δεν υπάρχουν δεύτερες εκλογές, δεν υπάρχει ακυβερνησία γιατί η χώρα πρέπει να αποκτήσει Κυβέρνηση και ομάδα διαπραγμάτευσης το ταχύτερο δυνατό. Και τι ομάδα διαπραγμάτευσης; εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης. 

Επίσης δεν υπάρχουν άλλοθι, γιατί ο καθένας μπορεί να λέει ότι θέλει, αλλά δεν μπορεί να λέει ότι  ´´τα λέω αυτά σε περίπτωση αυτοδυναμίας ´´ , γιατί ξέρει ότι δεν υπάρχει αυτοδυναμία.

Εμείς πάντα λέγαμε ότι η σωστή Κυβέρνηση, αυτή που είναι στο ύψος των περιστάσεων, είναι μία Κυβέρνηση εθνικής ενότητας όλων των δυνάμεων του δημοκρατικού τόξου, που πρέπει να αναλάβουν μέρος της ευθύνης, εφόσον πιστεύουν στη στρατηγική της Ευρώπης.

Αλλιώς όποιοι θέλουν και αρκούν και πρέπει και το πρόσημο να είναι προοδευτικό πάντως εθνικό καθαρό. Προοδευτικό είναι το ασφαλές, προοδευτικό είναι το σταθερό, προοδευτικό είναι αυτό που σου επιτρέπει να αναδιανείμεις το πλεόνασμα, αλλά για να έχεις πλεόνασμα να αναδιανείμεις πρέπει να έχεις εφαρμόσει πολιτικές που το φέρνουν. Αν δεν έχεις πίτα, πού θα μοιράσεις την πίτα; 

Δεν προσχωρήσαμε στη στρατηγική κανενός άλλου ποτέ, οι άλλοι προσχώρησαν στη δική μας στρατηγική. Η Νέα Δημοκρατία άλλα έλεγε μέχρι το Νοέμβριο του 2011, θεωρούσε ότι θα έχει αυτοδυναμία στις εκλογές του 2012. Είδε τα δεδομένα, 18% πήρε πριν τον τεχνητό εκβιασμό. Ακόμη και ο κ. Καρατζαφέρης την εποχή εκείνη που ως εκ του περισσού είχε μπει στην Κυβέρνηση Παπαδήμου.

Και μετά σαφώς είπαμε ότι θέλουμε και τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ήθελε το Μάιο, που θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει Κυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία και τη ΔΗΜΑΡ με άλλο συσχετισμό δυνάμεων, με μας στο 13,5% και τη Νέα Δημοκρατία στο 18% και με τη ΔΗΜΑΡ ακόμη και τη θέση του Πρωθυπουργού να κατέχει.

Τα πάντα έχουμε προσφέρει. Τη θέση του Πρωθυπουργού, τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, υψηλά επίπεδα, δε μιλούσαμε για μια θέση στο Επικρατείας. Κρατήστε αυτό, έχει μεγάλη σημασία «η παλιά ΔΗΜΑΡ», γιατί είναι το μέτρο κρίσης της νέας ΔΗΜΑΡ, κρατήστε το, είναι ένα το κρατούμενο. 

Και βεβαίως αναγκαστήκαμε να πάμε στην Κυβέρνηση την τριμερή και μετά να μείνουμε στη διμερή εξ ανάγκης, αλλά με ποια εθνική στρατηγική; Την εθνική στρατηγική που εμείς είχαμε διαμορφώσει και τη διαμορφώσαμε με έναν τρόπο το Μάιο του 2010 και τη βελτιώσαμε ριζικά μέχρι το Νοέμβριο του 2011, γιατί αυτή είναι η καταλυτική διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου προγράμματος. 

Με αντιξοότητες, με μεγάλη αντίθεση μέσα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, με διαγραφές ή αποχωρήσεις Βουλευτών και ξέρετε τον κατάλογο των Βουλευτών που απεχώρησαν ή διεγράφησαν ή παραιτήθηκαν από το αξίωμά τους από το Μάιο του 2010 έως το Φεβρουάριο του 2012 κι όλοι γνωριζόμαστε και ξέρετε που ανήκει ο καθένας σε σχέση με τις εσωκομματικές του προτιμήσεις, δε χρειάζεται να λέμε πολλά, γιατί όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους. 

Και τώρα λοιπόν το μεγάλο ερώτημα της χώρας είναι αυτό, το ΠΑΣΟΚ με προγραμματικά κριτήρια θα κρίνει, είναι εκ των πραγμάτων ο θεματοφύλακας της εθνικής στρατηγικής. Και είναι ψωνισμένο με την εξουσία; Κάθε άλλο και στις κυβερνήσεις συνεργασίας πήγαμε ενώ είχαμε ακόμη την αυτοδύναμη πλειοψηφία το 2011 και στην Κυβέρνηση της τριμερούς συνεργασίας το 2013 δεν μπήκαμε με πολιτικά στελέχη. 

Δεν είπαμε ότι θέλουμε τα πολιτικά μας στελέχη να μείνουν Υπουργοί, αν θέλετε τους είπαμε ότι μάλλον δε θέλει ο κόσμος να είναι Υπουργοί τα στελέχη μας, ας αναδείξουμε τεχνοκράτες προοδευτικούς και ικανούς. Αλλά το 2013 φάνηκε ότι χωρίς πολιτικά στελέχη στην πρώτη γραμμή, δεν μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου. Και πάλι μπορούν να βρεθούν λύσεις, το θέμα είναι να υπάρχει εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης.

Δε θέλω να κάνω παραλληλισμούς, γιατί η ιστορία μόνον ως καρικατούρα επαναλαμβάνεται, αλλά το 1920 όταν κατεψήφισαν το Κόμμα των Φιλελευθέρων οι Έλληνες μεσούσης της μικρασιατικής εκστρατείας, της εντολής δηλαδή που είχε δώσει η Κοινωνία των Εθνών στην Ελλάδα, έγιναν αυτά που έγιναν και πήγαμε στη Μικρασιατική Καταστροφή. Και μετά με μία κυβέρνηση αντιβενιζελική επιστρατεύθηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος δεν ήταν καν βουλευτής, να διαπραγματευθεί τη Συνθήκη της Λοζάνης, τη Συνθήκη που διαφύλαξε την αξιοπρέπεια της χώρας, του έθνους. 

Δεν υπάρχουν συγκρίσεις, αλλά στο οικονομικό επίπεδο η διαπραγμάτευση που κάναμε για το δεύτερο πρόγραμμα και για την παραμονή της χώρας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, είναι μία διαπραγμάτευση η οποία είναι εξαιρετικά σκληρή, πάρα πολύ σκληρή και υπαρξιακή, υπαρξιακού χαρακτήρα. 

Άρα εμείς πηγαίνουμε στις εκλογές με μια πάρα πολύ καθαρή γραμμή, σε σχέση με τα μεγάλα ερωτήματα του τόπου, που είναι ποια Κυβέρνηση ,πώς ,ποιοί ,προς τι. Και λέμε την αλήθεια βεβαίως και κρατάμε ψηλά την ευθύνη. Κρατάμε ψηλά την ευθύνη σημαίνει κρατάμε ψηλά την υπευθυνότητα, την ειλικρίνεια, την αλήθεια, την πατρίδα, το μέλλον και τη μνήμη την οποία κάποιοι την έχουν χάσει με τρόπο προκλητικό.

Και απευθυνόμαστε σε μια κοινωνία η οποία βεβαίως είναι μια κοινωνία η οποία φαινομενικά ,με βάση τις δημοσκοπήσεις ,είναι διχασμένη άνισα, 35% περίπου είναι οι δυνάμεις εκείνες οι κοινωνικές που λένε ότι  ´´καταλαβαίνω τη λογική του προγράμματος προσαρμογής και όλης αυτής της προσπάθειας ´´ και 65% ´´ είμαι εναντίον για διάφορους λόγους ´´.

Έτσι ήταν και πριν τις εκλογές του 2012 και τελικά οι δυνάμεις οι οποίες υποστηρίζουν αυτή την εθνική στρατηγική -  τότε η ΔΗΜΑΡ ήταν  συνεπής  σε αυτά που έλεγε, έλεγε «εντολή για λύση» - προεκλογικά, έλαβαν συνολικά 47,5% μια από τις μεγαλύτερες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. 

Αυτή είναι η εντολή που έχει δοθεί στις προηγούμενες εκλογές, στις δεύτερες, τις εκβιαστικές του Ιουνίου. 47,5% υπέρ της στρατηγικής της ευθύνης. Γι΄ αυτό δεν έχει κριθεί το αποτέλεσμα των εκλογών τώρα, θα κριθεί σε 22 μέρες, κάθε μια από τις οποίες είναι χρόνος, είναι βαριές ημέρες, πολύ πυκνές.

Και βέβαια απευθυνόμαστε σε ένα ακροατήριο το οποίο είναι εχθρικό απέναντί μας και απαξιωτικό πολλές φορές και άδικο. Είπα σε μια συνέντευξή μου σήμερα το πρωί στον κ. Χαριτάτο στον Alpha ότι ανήκω σε εκείνη την κατηγορία στελεχών του ΠΑΣΟΚ και έχουμε πολλούς ανθρώπους τέτοιους εδώ μαζί μας -τη Φώφη (Γεννηματά), τον Ανδρέα (Λοβέρδο), τον Μιχάλη (Χρυσοχοΐδη), τον Κώστα (Σκανδαλίδη)- που βλέπαμε τις δημοφιλίες μας να είναι στο 70%. Το ΠΑΣΟΚ είχε τα πιο δημοφιλή στελέχη. 

Όλοι έχουμε έρθει σε μεγάλα διλήμματα, κρατήθηκε η παράταξη ενωμένη το 2007, κρατήθηκε ενωμένη το 2011, με κόστος παραταξιακό ,προσωπικό τεράστιο. Πολλοί διέσπασαν τα κόμματά τους στην Ελλάδα και επανήλθαν σε αυτά. Δεν ανήκω σε αυτούς, έχω πολύ βαθειά συνείδηση του τι σημαίνει παράταξη δημοκρατική και ΠΑΣΟΚ, αλλά χάσαμε την επαφή μας με τον κόσμο, ο κόσμος είναι εχθρικός. 

Γι' αυτό είπα «πάταξον μεν, άκουσον δε». Εντάξει, βρίστε, φωνάξτε, φτύστε, χυδαιολογήστε, όμως ακούστε αυτό που λέμε, γιατί ξέρουμε, γιατί ζήσαμε τις καταστάσεις, γιατί έχουμε εμπειρία και γιατί έχουμε φτάσει σε ένα σημείο πολύ κρίσιμο, ένα βήμα πριν. Και γιατί είναι το ΠΑΣΟΚ ,Το ΠΑΣΟΚ το ακρωτηριασμένο, το λαβωμένο, ο μόνος που μπορεί να λειτουργήσει ως εγγυητής και λέει θέλω να είμαι ο τρίτος πόλος, η τρίτη εντολή; Πρέπει να είμαι ο καταλύτης των εξελίξεων και ο ρυθμιστής των εξελίξεων. 

Δεν μπορεί να παίξει το ρόλο αυτό οποιοσδήποτε άλλος που κινείται στον λεγόμενο- ας το πούμε έτσι- μεσαίο χώρο, στο χώρο που λίγο-πολύ προσδιορίζεται ως κέντρο, κεντροαριστερά; Όχι δεν μπορεί. Δεν μπορεί γιατί δεν έχει τη γνώση, δεν έχει τα στελέχη, δεν έχει την εμπειρία, δεν έχει τη συνέχεια, δεν έχει τη συνέπεια. Εκτός αν θέλει ο ελληνικός λαός να δώσει την εντολή στον κ. Μιχαλολιάκο, μπορεί να το κάνει. 

Εμείς έχουμε υποχρέωση να παραδώσουμε τη χώρα ακέραιη την ημέρα των εκλογών και θα το κάνουμε αυτό. Την ημέρα των εκλογών θα υπάρχουν όλα, η εθνική κυριαρχία, θα λειτουργεί το τραπεζικό σύστημα, θα υπάρχει ασφαλές πλαίσιο. Για την επομένη των εκλογών την ευθύνη τη φέρει ο ελληνικός λαός, ο οποίος είναι κυρίαρχος της μοίρας του. Έχουμε να αντιπαλέψουμε με περισπασμούς που διεκδικούν το χώρο μας; 

Ναι και το 2012 είχαμε. Η ΔΗΜΑΡ τότε ήταν κάτι το οποίο ήταν πολύ συμπαθητικό και εθεωρείτο και αξιόπιστο, αλλά βλέπετε την καμπύλη; Τις αμφιθυμίες; Τις αντιφάσεις; Τις υστεροβουλίες; Τις σκοπιμότητες; Τη συμπεριφορά των άλλων, η οποία κι αυτή έχει διδαχτική σημασία; Και μπορεί να έχει και ένα έρεισμα ηθικό, δεν ξέρω.

Αυτή η παλιά ΔΗΜΑΡ, την οποία στήριξαν πίσω από το παραβάν στελέχη μας στις ευρωεκλογές πήρε 1%. Λιγότερο από ό,τι πήρε ο φίλος Γιώργος Χατζημαρκάκης. Λοιπόν; Δεν είναι αυτό ένα δίδαγμα για το τι σημαίνει η νέα ΔΗΜΑΡ; Ή μήπως το παλιό πολιτικό σύστημα είναι τα παλιά Κόμματα και δεν είναι άλλοι παλιοί θεσμοί, άλλα παλιά συστήματα ενημέρωσης και επικοινωνίας; Είναι οι ίδιες νοοτροπίες και τα ίδια πρόσωπα λίγο πολύ. Και βέβαια δεν θέλω να σχολιάσω ούτε τώρα μια κλειστή ομάδα ανθρώπων η οποία χωρίς καμία δημοκρατική διαδικασία, πήρε τις πιο κρίσιμες και καταλυτικές αποφάσεις την περίοδο 2009-2010 και είναι μαζί, αυτή η ομάδα, πάντα. Δεν είναι όμως το ΠΑΣΟΚ. 

Δεν υπάρχουν δύο ΠΑΣΟΚ, δεν υπάρχει το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου και εμείς είμαστε με τον Παπανδρέου. Υπάρχει ένα ΠΑΣΟΚ θεσμικό, με στελέχη που έχουν φιλοδοξίες, που θέλουν να παίξουν σημαντικότερο ρόλο, με γενιές οι οποίες θέλουν να διαδεχτούν τις παλαιότερες γενιές. 

Δεν είναι το ΠΑΣΟΚ ένα κόμμα ιδιόκτητο, προσωπικό του εκάστοτε αρχηγού του και νομίζω ότι αυτό είναι και η δύναμή του, αυτό φάνηκε και επί Κώστα Σημίτη, φαίνεται και επί των ημερών των δικών μου. Έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτό. 

Και αυτό είναι η δύναμή μας. Η δύναμη η δική μας εξειδικεύεται και πραγματώνεται σε ένα τοπικό επίπεδο και σε ένα κλαδικό επίπεδο, με εσάς που είστε οι Γραμματείς των Οργανώσεων του ΠΑΣΟΚ, περιφερειακών, νομαρχιακών, τομεακών. 

Και όταν λέμε ΠΑΣΟΚ εννοούμε και Δημοκρατική Παράταξη βεβαίως πάντα αυτό εννοούσαμε, αυτό ήταν. Ένα ενιαίο πράγμα, ένας χώρος οργανωμένος, στον οποίο ο Ανδρέας Παπανδρέου τον έφερε στο προσκήνιο της πολιτικής, αλλά είπε και μια κουβέντα η οποία δεν έχει γίνει κατανοητή ότι «ούτε κληρονομείται, ούτε τεμαχίζεται».

Δεν είναι μονοκύτταρος οργανισμός το ΠΑΣΟΚ για να πολλαπλασιάζεται με την αμοιβαδοποίησή του, είναι πολυσύνθετος οργανισμός με μνήμη, με διανοητικό κεφάλαιο, με δυνάμεις κοινωνικές, πολιτικές, με στελέχη, με παράδοση, με αγώνες. Πολύ βαρύ πράγμα ακόμη και στα χαμηλά εκλογικά ποσοστά.

Και βέβαια είμαστε ένα βήμα και πριν από το να ξαναγνωριστούμε όλοι στην Ελλάδα, διότι τώρα έφτασε η ώρα της αλήθειας. Τώρα ό,τι λες πρέπει να το αποδείξεις. Και εκεί θα ξαναγνωριστούμε υπό την έννοια ότι θα γίνει και νέος αναδασμός.

Ή μήπως υπάρχει το εξής καταπληκτικό φαινόμενο: το νέο πολιτικό σύστημα είναι νέο μόνο εις βάρος του ΠΑΣΟΚ, αλλά σε όλους τους άλλους χώρους είναι το παλαιότερο δυνατό. Είναι δηλαδή τρισχειρότερο από το πολιτικό σύστημα πριν από την κρίση. Αυτό το βρίσκω πάρα πολύ αντιφατικό και άνισο για να είναι αληθινό.

Πάμε στις εκλογές με μια γραμμή η οποία είναι πολύ κατά τη γνώμη μου καθαρή, αλλά αληθινή και έχει τα μειονεκτήματα της αλήθειας. Γιατί ο κόσμος θέλει αλήθεια και το έχουμε πει, αλλά όταν του την λες δυσαρεστείται και δυσανασχετεί γιατί η αλήθεια είναι δύσκολη. Όμως δεν υπάρχει άλλος δρόμος και θα τα εξειδικεύσουμε όλα αυτά, το άλλο Σάββατο στη Συνδιάσκεψη την προεκλογική που κάνουμε την προγραμματική, όπου θα παρουσιάσουμε συνοπτικά το πρόγραμμά μας.

Η μάχη μας τις επόμενες μέρες μέχρι την Πέμπτη είναι η μάχη των ψηφοδελτίων, ώστε να έχουμε τα καλύτερα δυνατά ψηφοδέλτια, τα πιο αντιπροσωπευτικά σε σχέση με τις τοπικές κοινωνίες και σε σχέση με το στελεχικό δυναμικό της Παράταξης. Αρχίζουμε σήμερα τις περιοδείες, θα πάω στη Σπάρτη, αύριο στην Τρίπολη και την Καλαμάτα, τη Δευτέρα αρχίζουμε τις εκδηλώσεις στο λεκανοπέδιο με την Καλλιθέα, έχουμε ένα πρόγραμμα εκδηλώσεων πυκνό ,αλλά δεν φτάνω εγώ να πάω παντού, δεν γίνεται. 

Πρέπει να πάνε τα στελέχη μας παντού με μια παρουσία έντονη και στο διαδίκτυο και στα Μέσα Ενημέρωσης, με ένα ήθος συγκεκριμένο και με ένα πολιτικό λόγο που τον έχουμε προσδιορίσει, αλλά θέλει την επαφή πόρτα–πόρτα, σπίτι–σπίτι, έστω κι αν αυτό είναι ηλεκτρονικό τώρα, είναι ηλεκτρονική και τηλεφωνική πόρτα–πόρτα.

Βεβαίως, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να μιλήσουμε με όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους να τους εξηγήσουμε αυτά τα πράγματα τα οποία βεβαίως είναι πολύπλοκα, αλλά και απλά στον πυρήνα τους, γιατί δεν υπάρχει τίποτε άλλο.

Φοβούνται όλοι. Φοβάται η Νέα Δημοκρατία μη χάσει την εξουσία, φοβάται ο ΣΥΡΙΖΑ και τα δύο και τη διάψευση των δημοσκοπήσεων αλλά και την επαλήθευση γιατί μετά τι θα κάνουνε. Και ο ελληνικός λαός προβληματίζεται –δεν ξέρω αν φοβάται, προβληματίζεται. Εμείς δεν πιστεύουμε στη στρατηγική του φόβου και του εκφοβισμού, αλλά πιστεύουμε στη στρατηγική της αλήθειας.

Ο καθένας πρέπει να είναι αντιμέτωπος με τα πραγματικά ερωτήματα και τα πραγματικά δεδομένα, χωρίς εξωραϊσμούς και συγκαλύψεις και αυτό πρέπει να κάνουμε το επόμενο διάστημα αποφασισμένοι, αποφασιστικοί, ενωμένοι, αξιοπρεπείς, μαχητικοί. 

Δεν τους αρέσει να τους λες ότι «ξέρετε, χωρίς εμάς δεν γίνεται» είναι η αλήθεια και βρίσκουν πάντα παραπολιτικά ερωτήματα, τα οποία έρχονται να παρεμποδίσουν την επαφή με τα πολιτικά ερωτήματα, να τη συσκοτίσουν. Εμείς πρέπει να αποφεύγουμε αυτά τα παραπολιτικά δήθεν ερωτήματα και να μένουμε εστιασμένοι στα μεγάλα πολιτικά ζητήματα.

Με αυτές τις σκέψεις θέλω να σας καλέσω να εντείνετε την προσπάθειά σας. Εσείς έχετε πλήρη συνείδηση όλων των θεμάτων, είστε οι εκφραστές της Παράταξης στο χώρο σας, το κάνετε ούτως ή άλλως και σας ευχαριστώ θερμά γι' αυτή σας τη συνέπεια και την προσφορά και την αγωνία και τον αγώνα και θα το κάνουμε τώρα με ακόμη πιο έντονο τρόπο, για να έχουμε το αποτέλεσμα που θέλουμε.

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΠΑ.ΣΟ.ΚΠολιτικές Ομιλίες, 2015