Στρασβούργο, 15 Απριλίου 2014

Ενημέρωση από τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και ΥΠΕΞ Ευ. Βενιζέλο της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (AFET) σχετικά με τις εργασίες του πραγματοποιηθέντος Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ (14.04.2014) και απαντήσεις σε ερωτήσεις που ετέθησαν.


Ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε Πρόεδρε, για την τιμητική ευκαιρία που μου δίνετε να απευθυνθώ και πάλι στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Θα μου επιτρέψετε να επαναλάβω τις θερμές ευχαριστίες μου προς εσάς προσωπικά, γιατί αποδεχθήκατε την πρόσκληση της Ελληνικής Προεδρίας και μετείχατε στο Άτυπο Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών, το λεγόμενο Gymnich, την προηγούμενη εβδομάδα, στην Αθήνα. Και θέλω, επίσης, να ευχαριστήσω τα μέλη της Επιτροπής που πήραν μέρος στη Διακοινοβουλευτική Συνάντηση της Αθήνας, επίσης την παραμονή του Gymnich.

Πράγματι, όπως αναφέρατε, σήμερα, στο Λουξεμβούργο, συνεδρίασε το Συμβούλιο υπό τη σύνθεση των Εξωτερικών Υποθέσεων, υπό την προεδρία της Υπάτης Εκπροσώπου, της κας Ashton. Δεν έχω εξουσιοδότηση της Υπάτης Εκπροσώπου να ενημερώσω την AFET για τα θέματα αυτά, γιατί ήρθα ακριβώς για τα θέματα θαλάσσιας ασφάλειας και τα, ως τώρα, πεπραγμένα της Ελληνικής Προεδρίας, αλλά μπορώ, υπό την ιδιότητα του Έλληνα Υπουργού των Εξωτερικών, να σας ενημερώσω τελείως περιληπτικά -καθώς τα Συμπεράσματα ήδη αναρτήθηκαν στη σελίδα του Συμβουλίου στο διαδίκτυο- για το τι διημείφθη στο Συμβούλιο.

Τα θέματα που μας απασχόλησαν ήταν φυσικά η εξελισσόμενη κρίση στην Ουκρανία, οι εντάσεις στις ανατολικές περιοχές. Όλα αυτά, ενόψει της προγραμματισμένης για την Πέμπτη συνάντησης των Υπουργών Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Ουκρανίας μαζί με την Ύπατη Εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποδίδουμε πολύ μεγάλη σημασία στην τετραμερή αυτή συνάντηση.

Θέλουμε να διαφυλαχθεί αυτό το momentum, γιατί η ευρωπαϊκή θέση βασίζεται σε δύο πυλώνες: ο ένας πυλώνας είναι ο σεβασμός της διεθνούς έννομης τάξης, ο σεβασμός της εθνικής κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και των υφισταμένων συνόρων  της Ουκρανίας, όπως και κάθε άλλης χώρας, ο σεβασμός του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, άρα η απαγόρευση της χρήσης βίας ή της απειλής χρήσης βίας. Πυλώνας, όμως, δεύτερος της πολιτικής μας είναι η ανάγκη για αποκλιμάκωση, η ανάγκη να κρατηθούν ανοικτοί οι πολιτικοί και διπλωματικοί δίαυλοι και με τη Ρωσική Ομοσπονδία, προκειμένου να διαπραγματευτούμε, να επεξεργαστούμε μια κοινά αποδεκτή, εφαρμόσιμη λύση που σέβεται τις αρχές στις οποίες βασίζεται η εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Συμβούλιο αποφάσισε σήμερα να στείλει ένα πολύ καθαρό μήνυμα και πάλι προς τη ρωσική πλευρά, ώστε να καταδικαστούν όλα τα φαινόμενα βίας στις ανατολικές περιοχές της Ουκρανίας. Έστειλε, επίσης, ένα εξίσου καθαρό μήνυμα στις ουκρανικές αρχές για την ανάγκη να εφαρμοστούν οι αρχές της συμπεριληπτικότητας (inclusiveness) όλων των περιοχών, όλων των γλωσσικών και εθνοτικών ομάδων της χώρας. Όταν μιλάμε για σεβασμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εννοούμε σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων. Αποφασίσαμε να επεκτείνουμε τον κατάλογο των οντοτήτων, φυσικών και νομικών προσώπων που υπάγονται στις κυρώσεις που είχαμε λάβει σε προηγούμενες συνεδριάσεις και είχαν επικυρωθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Κάναμε ιδιαίτερη αναφορά στην εξελισσόμενη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική κρίση στην Ουκρανία. Δεν μπορεί αυτή να αντιμετωπιστεί μόνον μέσα από το stand-by agreement, το arrangement που γίνεται με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Χρειάζεται η συμμετοχή της διεθνούς κοινότητας. Επιβεβαιώσαμε την ετοιμότητα και τη διαθεσιμότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μετάσχει, αλλά τα ποσά που είναι άμεσα διαθέσιμα εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ μικρά, κινούνται στο επίπεδο του 1,6 δις ευρώ.

Άρα η προσωπική μου άποψη είναι ότι πρέπει να κινηθούμε προς την κατεύθυνση μιας Διεθνούς Διάσκεψης, στην οποία θα μετάσχει όλη η διεθνής κοινότητα, για να αντιμετωπιστεί η οικονομική πτυχή της κρίσης, η οποία επηρεάζει πάρα πολύ την αντοχή της κοινωνίας και τη νομιμοποίηση των μεταβατικών αρχών στην Ουκρανία. Επηρεάζει, επίσης, την προεκλογική περίοδο προς τις προεδρικές εκλογές της 25ης Μαΐου. Αντίστοιχη είναι, όπως ξέρετε, η πρόταση που διατύπωσαν οι τρεις Υπουργοί Εξωτερικών των χωρών του Τριγώνου της Βαϊμάρης, πριν από λίγες μέρες. Θα μου επιτρέψετε να πω ότι το είχα διατυπώσει κι εγώ ως πρότασή μου αυτό, εδώ και ενάμιση μήνα, στη Βουδαπέστη, σε μια συνάντηση που είχαμε για θέματα ενέργειας της Κεντρικής Ευρώπης.
Επίσης, πρέπει να αναφέρω ότι αποφασίστηκε να δοθεί εκ μέρους της Επιτροπής απάντηση στο όνομα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όσων κρατών μελών της Ένωσης έλαβαν την πρόσφατη επιστολή του Προέδρου Putin για τα ενεργειακά κυρίως θέματα. Ο Επίτροπος Oettinger ενημέρωσε το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων για τις διαβουλεύσεις που είχε με τους Υπουργούς Ενέργειας, οι οποίοι αύριο θα συνέλθουν σε τηλεφωνική διάσκεψη υπό την Ελληνική Προεδρία, προκειμένου να αποφασίσουν τις δικές τους πρωτοβουλίες, αλλά η πολιτική απόφαση ελήφθη σήμερα από το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων.

Καταλήξαμε σε συμπεράσματα, επίσης, για τη Συρία, δίνοντας πολύ μεγάλη έμφαση στην ανθρωπιστική κρίση και στην ανάγκη εφαρμογής, άμεσης εφαρμογής του σχετικού Ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας, της σχετικής Απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας. Μας απασχόλησε πάρα πολύ η επίπτωση της κρίσης στην Ουκρανία και στις ευρω-ρωσικές σχέσεις.

Αποδίδουμε πολύ μεγάλη σημασία στην έγκαιρη ολοκλήρωση της επιχείρησης καταστροφής του χημικού οπλοστασίου της Συρίας. Θα μου επιτρέψετε να πω εδώ υπό την εθνική μου ιδιότητα ότι για πολλοστή φορά ενημέρωσα το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων πως η Ελλάδα θεωρεί πως η Μεσόγειος δεν είναι κατάλληλη θαλάσσια περιοχή για να πραγματοποιηθεί η υδρόλυση εν πλω. Αυτό πρέπει να γίνει κατά προτίμηση σε ανοικτή θάλασσα, σε ωκεανό. Και υπήρχε σχετική προσφορά εκ μέρους της Πορτογαλίας για το λιμάνι των Αζόρων. Δεν αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποφασίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Εάν αποφασιστεί αυτό να γίνει στη Μεσόγειο πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες μας οι ευαισθησίες, ιδίως οι ελληνικές. Και η Μάλτα εξεδήλωσε ευαισθησίες και άλλα μεσογειακά κράτη προφανώς έχουν, σε επίπεδο κοινωνίας, γιατί θέλουμε να είμαστε βέβαιοι ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος ατυχήματος. Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά ότι η Σύμβαση για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων απαγορεύει να ριφθεί στη θάλασσα οτιδήποτε, υλικό ή κατάλοιπο. Οι χώρες που μετέχουν στη διαδικασία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γερμανία, η Δανία, η Φινλανδία, από τις χώρες μέλη της Ένωσης, η Νορβηγία, εκτός των χωρών μελών της Ένωσης, μας διαβεβαίωσαν και σήμερα ότι νιώθουν ασφαλείς, αλλά η ανησυχία μας είναι δεδομένη και την επαναλάβαμε.

Καταλήξαμε, επίσης, σε συμπεράσματα σχετικά με τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, λαμβάνοντας υπόψη τη συνταγματική πολυπλοκότητα της χώρας αυτής, η οποία είπαμε να αξιολογηθεί από τις νομικές υπηρεσίες του Συμβουλίου και της Επιτροπής από την πλευρά της συμβατότητάς της με το ευρωπαϊκό κοινοτικό κεκτημένο. Για εμάς, έχει πολύ μεγάλη σημασία να δοθούν απαντήσεις στις αγωνίες των πολιτών της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης και ιδίως της νέας γενιάς. Αγωνίες οικονομικές, κοινωνικές, αγωνίες σε σχέση με την απασχόληση και την ανάπτυξη. Και αυτό είναι τώρα το μεγάλο ζητούμενο, να αντιμετωπιστεί η Βοσνία και η Ερζεγοβίνη ως μια χώρα που δεν έχει απλώς εθνοτικά ή συνταγματικά προβλήματα, αλλά προβλήματα κοινωνικά, αναπτυξιακά, όπως κάθε χώρα, κάθε κοινωνία, στα Δυτικά Βαλκάνια και στις Γειτονίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτά ως προς τη σημερινή συνεδρίαση».

Απάντηση Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και ΥΠΕΞ Ευ. Βενιζέλου σε ερωτήσεις μελών της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (AFET) σχετικά με θέματα που απασχόλησαν τις εργασίες του πραγματοποιηθέντος, στο Λουξεμβούργο, Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ.

«Αναφορικά με τη δέσμη των παρατηρήσεων που αφορούν την Ουκρανία και τα συναφή θέματα. Συναφή θέματα θεωρώ και αυτά που ετέθησαν σε σχέση με τη διεθνή έννομη τάξη, άρα με άλλες μεγάλες κρίσεις, όπως είναι η κρίση στη Συρία και η κρίση στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.

Εκτίμησή μου είναι ότι σε όλες τις κρίσεις δοκιμάζεται η οντότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πολιτικής, ας το πούμε έτσι, παραμέτρου σε διεθνές επίπεδο. Όταν διαμορφώσαμε την πολιτική Ανατολικής Γειτονίας, λίγο πριν τη Σύνοδο Κορυφής του Βίλνιους και λίγο μετά τη Σύνοδο Κορυφής του Βίλνιους, η αλήθεια είναι ότι συζητούσαμε για την ανάγκη υπογραφής της Συμφωνίας Σύνδεσης από τον τότε Πρόεδρο Yanukovich, αλλά, προφανώς, δεν είχε ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο να έχουμε μια τέτοια εξέλιξη στην Κριμαία, μια τέτοια κρίση στην Ουκρανία, μια τέτοια κρίση στις σχέσεις της Ρωσίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και στις σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση συνολικά και μια τέτοια εμπλοκή στο Συμβούλιο Ασφαλείας, όταν ένα από τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας είναι το ίδιο εμπλεκόμενο μέρος σε μία διεθνή κρίση.

Άρα, υπάρχει ένα πρόβλημα ευρωπαϊκής στρατηγικής, ευρωπαϊκής διορατικότητας και ευρωπαϊκής αποτελεσματικότητας. Οι κυρώσεις, οι οποίες έχουν αποφασισθεί, έως τώρα, και από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι κυρώσεις που αφορούν πρόσωπα, φυσικά πρόσωπα, ή, έστω, κάποια νομικά πρόσωπα. Δεν έχουμε εμπορικές και οικονομικές κυρώσεις, υπάρχει μια πολύ σημαντική διαφορά. Οι εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές Ε.Ε. - Ρωσίας, οι ενεργειακές συναλλαγές Ε.Ε. - Ρωσίας είναι τελείως διαφορετικές από τις αντίστοιχες συναλλαγές μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Άρα εμείς, οι ευρωπαϊκές χώρες, καλούμαστε να λάβουμε υπόψη μας πολλά και διάφορα στοιχεία, τα οποία αφορούν τη σχέση μας με τη Ρωσική Ομοσπονδία.
Βεβαίως, η ευρωπαϊκή πολιτική είναι μία πολιτική αρχών. Βασίζεται στον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, της εθνικής κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας, του απαραβίαστου των συνόρων, στις αρχές του Ελσίνκι, στις αρχές στις οποίες βασίζεται ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Από την άλλη μεριά, βρισκόμαστε μπροστά σε μία παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου, αλλά μπροστά και στην ανάγκη να διατηρήσουμε ανοικτούς τους πολιτικούς και διπλωματικούς διαύλους.

Δεν είχαμε δεχθεί τριμερή συνάντηση και τριμερή διαπραγμάτευση Ε.Ε. – Ουκρανίας - Ρωσίας, πριν το Βίλνιους ή μετά το Βίλνιους, ενόψει της υπογραφής της Συμφωνίας Σύνδεσης. Τώρα, πάμε σε μία τετραμερή συνάντηση, με τη συμμετοχή και των Ηνωμένων Πολιτειών, και ελπίζουμε αυτή η συνάντηση της Πέμπτης να γίνει και να οδηγήσει σε ένα συμφωνημένο και εφαρμόσιμο αποτέλεσμα στο όνομα της ειρήνης και της σταθερότητας, της περιφερειακής και της παγκόσμιας. Πάμε σε αυτήν τη συνάντηση των τεσσάρων. Υπάρχει το memorandum της Βουδαπέστης και υπάρχουν οι εγγυήτριες δυνάμεις της Συμφωνίας του 1994, που στην πραγματικότητα είναι η εφαρμογή της Συμφωνίας για τη μη διασπορά, για το non proliferation, των πυρηνικών όπλων, γιατί η Ουκρανία τελεί υπό εγγύηση των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, ως χώρα η οποία, έχει πολεμικά αποπυρηνικοποιηθεί.

Αυτά όλα είναι ζητήματα που πρέπει να τα λάβουμε υπόψη. Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι το οικονομικό πρόβλημα της Ουκρανίας επηρεάζει την πολιτική κατάσταση και τη συνοχή της χώρας. Και τη νομιμοποίηση ακόμη και του νέου Προέδρου, που θέλουμε να εκλεγεί στις 25 Μαΐου, επηρεάζει γιατί, βεβαίως, αν μειωθεί το εισόδημα, αν αυξηθεί η τιμή του φυσικού αερίου, επιβληθεί το conditionality, όπως λέγεται, η αιρεσιμότητα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, οι πολιτικές επιπτώσεις μπορεί να είναι πάρα πολύ σοβαρές.

Άρα δεν μπορεί ο μόνος παράγοντας που θα αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση της Ουκρανίας να είναι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Σας μιλάω και εξ ιδίας εμπειρίας, ως τέως Υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας, στην πολύ σκληρή φάση της κρίσης και των διαπραγματεύσεων με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπόσχεται να μοχλεύσει έντεκα δισεκατομμύρια για την Ουκρανία, επίσης δεν αρκεί. Γιατί η ταμειακή βοήθεια είναι πολύ μικρή. Είναι του επιπέδου του 1,6 δις, άρα χρειάζεται η διεθνής κοινότητα να μετάσχει στο θέμα αυτό.
Σήμερα ο Επίτροπος Οettinger, σε συνεργασία με την Ελληνική Προεδρία, διαβουλεύθηκε με τους Υπουργούς Ενέργειας και αύριο έχουμε, με τηλεδιάσκεψη, έκτακτο Συμβούλιο Ενέργειας. Τα χρέη της Ουκρανίας προς τη Ρωσία κατηγοριοποιήθηκαν από τον Επίτροπο Oettinger σε τρεις κατηγορίες: Δυόμιση δισεκατομμύρια αποδεκτά τρέχοντα, τα οποία είναι οφειλές, έντεκα δισεκατομμύρια μη αναγνωριζόμενες οφειλές, που προκύπτουν από αναδρομική αύξηση τιμών, δεκαοκτώ δισεκατομμύρια, τα οποία είναι αμφισβητούμενα από την εφαρμογή της ρήτρας take or pay, τα οποία θεωρούνται διεκδικήσιμα στο διαιτητικό δικαστήριο. Αυτό όλο είναι ένα μεγάλο θέμα, από μόνο του, τεραστίων διαστάσεων.

Άρα όλα αυτά πρέπει να τα λάβουμε υπόψη. Και πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι κάθε φορά οι κυρώσεις δεν αφορούν μόνον αυτόν εναντίον του οποίου εφαρμόζονται αλλά και αυτούς που λαμβάνουν τις κυρώσεις. Γιατί έχουμε και μια ανισότητα, ως κράτη-μέλη, στη σχέση μας με τη Ρωσία, ενεργειακά. Δηλαδή όταν, πριν από λίγες εβδομάδες, είπα στον κ. Oettinger ότι είναι καλό να γίνεται ενιαία διαπραγμάτευση όλων των ευρωπαϊκών κρατών μελών μέσω της Επιτροπής με την Gazprom, ώστε να έχουμε την καλύτερη δυνατή τιμή σε όλες τις χώρες, μου είπε όχι, δεν γίνεται αυτό, γιατί έχουμε διαφορετικές αγορές, διαφορετικούς αγωγούς, διαφορετικές συμβάσεις.

Τώρα μέσα από την κρίση στην Ουκρανία είμαστε έτοιμοι για ενιαία διαπραγμάτευση. Το θεωρώ αυτό πάρα πολύ σημαντικό, αλλά δεν έχουμε μιλήσει ποτέ στην AFET, ίσως είναι μια ωραία ιδέα για την επόμενη Σύνοδο του Κοινοβουλίου, για την επόμενη περίοδο του Κοινοβουλίου, να δούμε τώρα, γεωπολιτικά, η ιστορία του Northstream σε σχέση με την ιστορία του Southstream, τώρα με την Κριμαία, με τις θαλάσσιες ζώνες στη Μαύρη Θάλασσα, πώς δημιουργεί ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας σε σχέση με την ενεργειακή πολιτική.

Άρα, λοιπόν, όλα αυτά είναι θέματα, τα οποία καλούμαστε να τα αντιμετωπίσουμε. Αλλά, για να απαντήσω και στον κ. Τούσσα, δεν είναι υποχρεωμένη η διεθνής κοινότητα να πει ότι κάποιοι έχουν δίκιο και κάποιοι άδικο αντίστροφα από ό,τι λένε κάποιοι άλλοι. Η διεθνής κοινότητα μπορεί να ζητάει από τη Ρωσία κάποια πράγματα και από τις ουκρανικές αρχές κάποια άλλα πράγματα σε σχέση με τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, την inclusiveness, τη συμπεριληπτικότητα, το σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των Ουκρανών πολιτών, όλων των εθνοτήτων, όλων των γλωσσών.
Στη Συρία έχει ευθύνες το καθεστώς της Δαμασκού, έχουν ευθύνες και οι τρομοκρατικές οργανώσεις που κρύβονται πίσω από την αντιπολίτευση. Φυσικά έχουν ευθύνες αυτοί, οι οποίοι τροφοδοτούν, χρηματοδοτούν κι ενθαρρύνουν τις τρομοκρατικές ομάδες ή στέλνουν και ευρωπαίους πολίτες να μετάσχουν σε τέτοιες τρομοκρατικές ομάδες. Η ευρωπαϊκή θέση πρέπει να είναι πάντα μια θέση αρχών.

Σε σχέση με την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, πρέπει να σας πω ότι, το λιγότερο που έχουμε να κάνουμε, είναι να βοηθήσουμε στην εκπαίδευση της αποστολής. Δεν πάει κανείς Έλληνας στρατιώτης εκεί, αλλά η κατάσταση στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία πώς θα εξελιχθεί, αν δεν πάει μια αποστολή Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας εκεί; Τι θα γίνει; Πώς θα προστατευθεί ο τοπικός πληθυσμός; Μπορούμε να παρακολουθούμε αδιάφοροι πράξεις βίας και σφαγές; Κάποτε η διεθνής κοινότητα παρακολούθησε μια μεγάλη γενοκτονία, μια δεύτερη μεγάλη γενοκτονία. Πριν από λίγο, πριν από μια εβδομάδα, στις Βρυξέλλες, το Βελγικό Υπουργείο Εξωτερικών οργάνωσε Διεθνή Διάσκεψη για τις γενοκτονίες με αφορμή τα 20 χρόνια από τη γενοκτονία της Ρουάντα. Μα είκοσι χρόνια μόνο πέρασαν από τη γενοκτονία της Ρουάντα. Αυτό δεν συνιστά μια ευθύνη για εμάς τους Ευρωπαίους πολίτες;
Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε». 

Tags: Ελληνική ΠροεδρίαΠολιτικές Ομιλίες, 2014