Χανιά, 12 Ιουλίου 2013
 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ στα Χανιά

Ευχαριστώ όλες και όλους για την παρουσία σας εδώ που είναι πολύ τιμητική και για την Παράταξη και για εμένα. Χαίρομαι πάρα πολύ γιατί είμαι στα Χανιά στην Κρήτη, χαίρομαι γιατί είμαι σε ένα χώρο που ανθεί η περηφάνια και η λεβεντιά, αλλά πρέπει να σας πω ότι αυτές οι παραδοσιακές αξίες της κρητικής φιλοξενίας, έχουν αμφισβητηθεί τις τελευταίες μέρες και έχουν αμφισβητηθεί με ένα τρόπο προκλητικό και φασίζοντα

Γιατί αυτό που συνέβη από χτες που πήγα στο Ηράκλειο μέχρι σήμερα που πήγα στο Ρέθυμνο και τα Χανιά, είναι προκλητικό και υβριστικό για τους δημοκρατικούς θεσμούς και για την πολιτική δεοντολογία, για το επίπεδο του πολιτικού πολιτισμού

Είναι απαράδεκτο, η Αξιωματική Αντιπολίτευση μια κοινοβουλευτική πολιτική δύναμη όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, σε συνεργασία με διάφορες εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, να οργανώνει αντισυγκεντρώσεις, δηλαδή να υιοθετεί και να εφαρμόζει μια πρακτική φασιστική, ακροδεξιά, η οποία ήταν γνωστή στη χώρα μας στη δεκαετία του ’60.

Εάν πιστεύουν ότι έτσι θα παρεμποδίσουν τον πολιτικό μας λόγο, ή θα παρεμποδίσουν την πολιτική σκέψη ενός λαού, που ταλαιπωρείται, υφίσταται θυσίες και ταπεινώσεις, αλλά είναι σοφός και ώριμος, κάνουν πολύ μεγάλο λάθος.

Εάν νομίζουν ότι έτσι θα αντιμετωπίσουν το ανυπέρβλητο εσωτερικό τους διχασμό, ανάμεσα σε μια αντίληψη  η οποία είναι σε γενικές γραμμές ευρωπαϊκή και μια αντίληψη η οποία στην πραγματικότητα ταυτίζεται με την έξοδο από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, κάνουν επίσης λάθος.

Αν πιστεύουν ότι με τον τρόπο αυτό θα συγκαλύψουν ετερόκλητα σχήματα, τερατογενέσεις και αστειότητες που προτείνουν για το μέλλον της χώρας, όπως η Κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξαρτήτων Ελλήνων, ή θα κρύψουν την εξ αντικειμένου ταύτισή τους με ορισμένες πολιτικές θέσεις της Χρυσής Αυγής, με την οποία συμπαρατάσσονται στο ετερόκλητο αντιμνημονιακό – αντιπολιτευτικό μέτωπο, κάνουν επίσης λάθος.

Λυπάμαι πραγματικά πάρα πολύ. Και λυπάμαι πάρα πολύ, γιατί αν η χώρα διολισθήσει σε ένα στην πραγματικότητα κρυπτοεμφυλιακό, εμφυλιοπολεμικό κλίμα, δεν μας περιμένει η πραγματική έξοδος από την κρίση, αλλά μας περιμένει η είσοδος σε μια εσωτερική θεσμική, πολιτική και κοινωνική κρίση, η οποία δεν έχει να κάνει με τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης, αλλά έχει να κάνει με τη διαχείριση του δικού μας θεσμικού και πολιτικού πολιτισμού.

Υπάρχει πρόβλημα δημοκρατίας στην πραγματικότητα στη χώρα. Υπάρχει ζήτημα δημοκρατίας. Γιατί όταν δυνάμεις που εμφανίζονται ως ριζοσπαστικές, ως προοδευτικές στην πραγματικότητα αυτό που θέλουν είναι ο συντηρητισμός, η ακινησία, η αναπαραγωγή καταστάσεων που έχουν διαμορφωθεί και είναι αγκυλωμένες σήμερα, τότε πραγματικά δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε στον τόπο μας. Και αυτό είναι και το μεγάλο πρόβλημα που έχουμε.

Το μεγάλο πρόβλημα που έχουμε είναι η αδυναμία μας να συνεννοηθούμε, να οργανώσουμε ένα εθνικό διάλογο, να οργανώσουμε το πλαίσιο της ευρύτερης πολιτικής συναίνεσης μεταξύ των Κομμάτων, να οργανώσουμε το εθνικό μέτωπο, να διαπραγματευτούμε όλοι απέναντι στους εταίρους και πιστωτές μας που είναι πολλές φορές απαιτητικοί, σκληροί, ταπεινωτικοί γιατί είναι στην αντίληψή τους συντηρητικοί πολιτικά και νεοφιλελεύθεροι οικονομικά, και εμείς αντί να οργανώσουμε το εσωτερικό μέτωπο, το υπονομεύουμε και δεν έχουμε καμία διάθεση να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις της εθνικής ενότητας και της κοινωνικής συναίνεσης.

Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα της χώρας. Είναι η πιο κρίσιμη πτυχή του ελληνικού ζητήματος. Γιατί, φίλες και φίλοι, μπορούσε να πει κανείς πολλά πράγματα πριν από τις εμπειρίες του τελευταίου χρόνου. Αλλά ο τελευταίος χρόνος ανάδειξε αυτό που πάντα λέγαμε: δεν υπήρχε ποτέ και δεν υπάρχει ένα εναλλακτικό σχέδιο. Τα ευρωπαϊκά δεδομένα δεν επιτρέπουν να υπάρξει ένα σχέδιο Β, το περιβόητο σχέδιο Β. 

Εάν κάποιος είχε απορία «μήπως θα μπορούσαμε να κάνουμε μια άλλη επιλογή, πιο εύκολη, πιο φιλική, λιγότερο οδυνηρή για τους πολίτες, χωρίς θυσίες, χωρίς ύφεση, χωρίς ανεργία», πήρε την απάντηση βλέποντας αυτό που συνέβη στην Κύπρο. Πήρε την απάντηση βλέποντας πως μεγάλες χώρες, μεγάλες βιομηχανικές χώρες, χώρες που μετέχουν στις 8 μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, οδηγήθηκαν σε Μνημόνιο χωρίς δάνειο και αναγκάζονται να εφαρμόσουν προγράμματα λιτότητας, προγράμματα που προκαλούν δυστυχώς ύφεση και ανεργία, χώρες όπως είναι η Ιταλία, η Ισπανία, χώρες οι οποίες από μόνες τους διαμορφώνουν ένα κολοσσιαίο μέγεθος δημοσίου χρέους. 

Οι τρεις μεγαλύτερες χώρες της Ευρωζώνης έχουν συνολικά ένα δημόσιο χρέος που υπερβαίνει τα 7 τρις ευρώ και αυτό είναι ο αριθμός που αναδεικνύει το μεγάλο πρόβλημα της Ευρώπης, γιατί το μεγάλο πρόβλημα της Ευρώπης είναι η βαθιά δημοσιονομική της κρίση, η βαθιά δημογραφική της κρίση και η βαθιά βεβαίως κρίση του μοντέλου ανάπτυξής της, γιατί έχει συνολικά πρόβλημα ανταγωνιστικότητας και έχει συνολικά αυτή τη στιγμή πρόβλημα ύφεσης και πρόβλημα προοπτικής.

Και για να απαντήσω από την αρχή στο ερώτημα «Πως τοποθετούμαστε εμείς ως ΠΑΣΟΚ απέναντι στα μεγάλα αυτά προβλήματα», σας λέω ότι τώρα πια μπαίνουμε στην τελική ευθεία των ευρωπαϊκών εκλογών, του ερχόμενου Μαΐου και οι εκλογές αυτές οργανώνονται στη βάση της ιδεολογικής, αξιακής και πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δυο μεγάλες πολιτικές οικογένειες του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, που είναι το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα που εκφράζεται στην Ελλάδα από τη Νέα Δημοκρατία και το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα  που εκφράζεται στην Ελλάδα από το ΠΑΣΟΚ.

Μόνο αν προβάλλει κανείς τη σχέση των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και δει πως αντιστοιχούνται και τοποθετούνται τα ελληνικά πολιτικά Κόμματα, μπορεί να καταλάβει πόσο αληθινό είναι αυτό που λέμε ότι συνεργαζόμαστε, ναι, κατ’ ανάγκη για λόγους εθνικής ανάγκης, για να σταθεί η χώρα όρθια με την ελληνική Δεξιά με την ελληνική συντηρητική Παράταξη, με τον εκπρόσωπο στην Ελλάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, αλλά τώρα που αρχίζει η μάχη των ιδεών η μάχη των προγραμμάτων, η μάχη της ευρωπαϊκής προοπτικής, στην πραγματικότητα στους Ευρωπαίους πολίτες και στις 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τώρα μετά την ένταξη της Κροατίας, προβάλλονται δυο διαφορετικές αντιλήψεις δυο προγράμματα.

Φυσικά, η Ευρώπη κυβερνιέται δεκαετίες τώρα από ένα μεγάλο κυλιόμενο πολιτικό συνασπισμό. Οι μεγάλες πολιτικές οικογένειες συνυπάρχον στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, συνυπάρχουν στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνυπάρχουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι αυτό που σε εμάς φαίνεται ασυνήθιστο, σοκαριστικό πολλές φορές μια Κυβέρνηση συνεργασίας είναι το μοντέλο που επικρατεί στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες.

Υπάρχουν οι μεγάλες πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη όπως είναι η Γερμανία και η Ιταλία, χώρες με πολύ μεγάλη παράδοση και πολύ μεγάλη επιρροή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι που κυβερνούνται αυτή τη στιγμή από συνασπισμούς και στις επόμενες εκλογές θα έχουμε πάλι μεγάλες Κυβερνήσεις συνασπισμού. 

Το ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα το Δημοκρατικό Κόμμα όπως ονομάζεται τώρα, μετέχει σε μια Κυβέρνηση μαζί με την ιταλική Δεξιά του κ. Μπερλουσκόνι και μια πιθανή εξέλιξη στη Γερμανία, μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, είναι η συνύπαρξη του Χριστιανοδημοκρατικού και Χριστιανοκοινωνικού Κόμματος με το γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, με τους Γερμανούς συντρόφους μας και τους ομολόγους μας.

Εδώ δεν αποκλείεται να υπάρξουν σχήματα κυβερνητικά στα οποία συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, συνεργάζονται με τους Πράσινους, με τους οικολόγους χωρίς να έχουμε χώρες σε κρίση, χωρίς να έχουμε χώρες σε διλημματικές οριακές καταστάσεις, όπως η Ελλάδα.

Αυτό είναι που μας οδήγησε στην επιλογή της ευθύνης. Αλλά εδώ ξεχνιόμαστε πάρα πολύ γρήγορα, η χώρα έχει μνήμη χρυσόψαρου! Εμείς κατεβήκαμε στις εκλογές του Μαΐου του 2012 σε εκλογές που δεν θέλαμε, σε εκλογές που τις θεωρήσαμε βλαπτικές για τη χώρα γιατί θέλαμε η χώρα να συνεχίσει με την κυβερνητική συνεργασίας του Λουκά Παπαδήμου και να εφαρμόσει το δεύτερο πρόγραμμα που θα μπορούσε να δώσει μια πνοή στην ελληνική οικονομία, κατεβήκαμε με αίτημα και πρόταση όχι την αυτοδυναμία, αλλά τη συνεργασία. Γιατί αυτό ήταν η ρεαλιστική λύση. Η συνεργασία όλων των υπεύθυνων φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων της χώρας.

Αλλά αυτό δεν έγινε δεκτό το Μάιο, γιατί σχεδόν όλα τα άλλα πολιτικά Κόμματα, προσδοκούσαν οφέλη από την επανάληψη των εκλογών και την πόλωση του Ιουνίου. Και η πόλωση του Ιουνίου οδήγησε σε μια αλλοίωση στην πραγματικότητα των εκλογικών επιλογών του ελληνικού λαού και οδήγησε σε μια Κυβέρνηση τριμερούς συνεργασίας, η οποία ανέπτυξε πολύ κρίσιμες εσωτερικές ανισότητες. 

Γιατί επί ένα σχεδόν χρόνο παρακολουθούσαμε τη Νέα Δημοκρατία να θεωρεί ότι έχει μια μονοκομματική Κυβέρνηση, τον τρίτο εταίρο τους φίλους μας της Δημοκρατικής Αριστεράς να είναι ο συμπαθής εταίρος, αυτός που δεν είχε κυβερνητικά  βάρη και που έδινε το προοδευτικό πρόσημο στην κυβερνητική συνεργασία και το ΠΑΣΟΚ να είναι ο αμνός, ο αίρων τις αμαρτίες του κόσμου που καλείται κάθε φορά να αναλάβει το βάρος να δώσει τη λύση, να κάνει τη σκληρή επιλογή. 

Όπως συνέβη το Νοέμβριο του 2012, που αναγκαστήκαμε να ψηφίσουμε τη συμφωνία με τους θεσμικούς μας εταίρους παρ' ότι είχαμε τελείως διαφορετική πρόταση για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να γίνει η διαπραγμάτευση, να τεθούν τα πολιτικά ζητήματα, να τεθεί το ζήτημα της επιμήκυνσης της περιόδου δημοσιονομικής προσαρμογής και μετά να μιλήσουμε για τα επιμέρους μέτρα τοποθετώντας τα επιμέρους μέτρα, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μακροοικονομικό, δημοσιονομικό και πολιτικό, που θα μας επέτρεπε να προστατεύσουμε την ελληνική οικονομία από την απειλή της ύφεσης και της ανεργίας.

Αλλά παρ' όλα αυτά έπρεπε η χώρα να κρατηθεί όρθια, έπρεπε να αποφύγουμε την επανάληψη της κρίσης, να σπάσουμε τα αρνητικά στερεότυπα, να πάψει να διεξάγεται ένας διεθνής διάλογος για το αν η Ελλάδα είναι μέσα ή έξω στην Ευρωζώνη, να ξεπεράσουμε την απειλή του Grexit, την οποία θυμάστε την περίοδο εκείνη και να περάσουμε σε μια άλλη φάση η οποία θα έδινε στην ελληνική πραγματική οικονομία, στις επιχειρήσεις, στους εργαζόμενους, στους επιχειρηματίες, στους αγρότες, στους φοιτητές, στους ερευνητές μας, μια που εδώ μας φιλοξενεί το MAICh, τη δυνατότητα να δημιουργήσουν να συμβάλλουν στην αναγέννηση ενός οράματος, που έχει χαθεί εδώ και χρόνια από το δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα.

Και έτσι φτάσαμε στην τελευταία πολιτική κρίση, με αφορμή τη δημόσια ραδιοτηλεόραση μέσα από μια σειρά εσφαλμένων πολιτικών και θεσμικών χειρισμών, για να φανεί σε όλη την ελληνική κοινωνία αυτό που πάντα λέγαμε, αλλά το αντιμετώπιζε ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης με μεγάλη δυσπιστία, ότι το ΠΑΣΟΚ είναι ο πραγματικός εγγυητής της σταθερότητας, το ΠΑΣΟΚ είναι ο εγγυητής της στρατηγικής προοπτικής της χώρας, της μόνης που υπάρχει, της μόνης που προσφέρει ασφαλή και οριστική έξοδο από την κρίση.

Γιατί δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αν θέλουμε να απαλλαγούμε από την ασφυκτική πίεση του Μνημονίου, από την ταπεινωτική συμπεριφορά των εταίρων μας που μας υπαγορεύουν λύσεις και είναι δύσπιστοι απέναντί μας και επαναλαμβάνουν κάθε λίγο και λιγάκι ένα σκηνικό ελέγχου και αμφισβήτησης των επιτευγμάτων της ελληνικής οικονομίας και του ελληνικού λαού, η μόνη λύση είναι αυτό να εφαρμοστεί πια οριστικά, ολοκληρωμένα, να φύγουμε από το Μνημόνιο να πάμε σε ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης, που είναι το δικό μας σχέδιο για την Ελλάδα. Και αυτό λέμε τώρα.

Γιατί αν έπρεπε να συνοψίσω σε δυο φράσεις την εθνική στρατηγική στη φάση στην οποία βρισκόμαστε, αυτές οι δυο φράσεις είναι: όχι σε πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα που περιορίζουν τα εισοδήματα, κόβουν μισθούς και συντάξεις, επιβαρύνουν τις οικογένειες, επιβαρύνουν επιχειρηματίες και εργαζόμενους, όχι λοιπόν σε πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα. Ναι, στις διαρθρωτικές αλλαγές, ναι στις μεταρρυθμίσεις, ναι στις ριζοσπαστικές τομές, που οδηγούν σε ένα άλλο κράτος σε ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος, στην πραγματικότητα οδηγούν σε μια άλλη Δημόσια Διοίκηση, σε μια Αυτοδιοίκηση άξια του ονόματός της και των δυνατοτήτων της, οδηγούν σε μια άλλη σχέση κράτους και οικονομίας, σε ένα άλλο τρόπο λειτουργίας της πραγματικής οικονομίας και της αγοράς με όρους ίσου και ελεύθερου ανταγωνισμού, χωρίς αγκυλώσεις, χωρίς προνόμια, χωρίς αδιαφανείς διαδικασίες.

Αυτό μπορούμε τώρα να το τεκμηριώσουμε. Και μπορούμε να το τεκμηριώσουμε γιατί η  Ελλάδα έχει καταφέρει χάρις στις θυσίες των πολιτών της, χάρις σε σκληρά μέτρα λιτότητας που επιβλήθηκαν επειδή στην Ευρώπη κυριαρχεί μια συντηρητική πολιτικά και νεοφιλελεύθερη οικονομικά αντίληψη, αλλά αυτή την αντίληψη την εκφράζουν δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, δημοκρατικά εκλεγμένα Κοινοβούλια. Την εκφράζουν λαοί που ψηφίζουν αυτές τις κυβερνήσεις και αυτά τα Κοινοβούλια και αυτό είναι το μεγάλο ιδεολογικό και πολιτικό ζήτημα της δεξιάς Ευρώπης, η οποία έχει διαμορφωθεί τα τελευταία 20 χρόνια, από το Μάαστριχτ και μετά. 

Εάν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα αυτό πρέπει να τους πούμε ότι ναι, μας επιβάλλατε τις πολιτικές αυτές, δεν θέλατε να επεκτείνετε τη βοήθεια και άρα τη χρονική διάρκεια του προγράμματος, κινηθήκαμε με μεγάλη ταχύτητα και αυτό είχε δραματικές επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία αλλά η άλλη λύση θα ήταν η απόλυτη καταστροφή. 

Θα ήταν η μετατροπή της ελληνικής οικονομίας σε μια κατάσταση ζούγκλας με την πλήρη απώλεια των περιουσιών των Ελλήνων και όχι μόνο του τρέχοντος εισοδήματός τους, με την πλήρη απαξίωση και κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, με τον ανθελληνισμό των επιχειρήσεων, με την ακύρωση των καταθέσεων, με την εκμηδένιση της αξίας των ακίνητων περιουσιών. Η άλλη κατάσταση θα ήταν αυτή. 

Μας επιβάλλατε, φίλοι της Ευρώπης αυτή την πολιτική της λιτότητας και της γρήγορης, βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής, την εφαρμόσαμε με σκληρά και σε μεγάλο βαθμό άδικα μέτρα αλλά τώρα σας μιλάει μια Ελλάδα, η οποία αυτή τη στιγμή έχει τα καλύτερα δημοσιονομικά αποτελέσματα στην Ευρωζώνη. 

Σας μιλάει μια Ελλάδα η οποία αυτή τη στιγμή με κριτήριο το λεγόμενο διαρθρωτικό έλλειμμα, δηλαδή το λεγόμενο κυκλικά προσαρμοσμένο έλλειμμα, πρακτικά το έλλειμμα όπως πρέπει να υπολογίζεται λαμβανομένης υπόψη της σωρευτικής ύφεσης που αλλοιώνει τα μεγέθη της οικονομίας, δεν έχει πλέον έλλειμμα, έχει διαρθρωτικό πλεόνασμα και έχει τις καλύτερες επιδόσεις. 

Δεν έχει νόημα να πιέζουμε για μέτρα τα οποία στοχεύουν στη μείωση του ελλείμματος, γιατί το έλλειμμα έχει πραγματικά εκμηδενιστεί και έχουμε επίσης ανακτήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της χαμένης ανταγωνιστικότητάς μας στο βαθμό που η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από το κόστος εργασίας, από το μοναδιαίο κόστος εργασίας, από το συντελεστή εργασία και τώρα πια η μεγάλη ευθύνη πέφτει στο χώρο των επιχειρήσεων, στο συντελεστή κεφάλαιο, που πρέπει να βοηθήσει να αναπτυχθεί ένα μοντέλο ανταγωνιστικό, βασισμένο σε ενδογενείς πόρους, που μπορεί να δώσει πνοή και προοπτική στη νέα γενιά, στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας.

Έχουμε τώρα αριθμητικά στοιχεία που μας επιτρέπουν να τεκμηριώσουμε τη βασική πολιτική μας θέση, που είναι η θέση όχι απλά και μόνο του ΠΑΣΟΚ ή της κυβέρνησης αλλά είναι η θέση της ελληνικής κοινωνίας ομόθυμα ότι δεν πρέπει, δεν χρειάζεται, δεν μπορούμε να πάρουμε πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, δεν τα αντέχει η οικονομία, δεν τα αντέχει η κοινωνία, δεν τα αντέχει το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Γιατί αυτή τη στιγμή η Ελλάδα έχει πλέον διαρθρωτικό πλεόνασμα και γιατί έχει περιορίσει τις δημόσιες δαπάνες τόσο πολύ και τόσο εντυπωσιακά ώστε να είναι από πλευράς μεγέθους δημοσίων δαπανών σε σχέση με το ΑΕΠ, η Ελλάδα μέσα στις 3 χώρες που έχουν το μικρότερο κράτος στην Ευρώπη. 

Αλλά δεν αρκεί να έχεις ένα μικρότερο κράτος δημοσιονομικά, πρέπει να έχεις ένα κράτος που είναι λειτουργικό, αποτελεσματικό, παραγωγικό, στην υπηρεσία του δημοσίου συμφέροντος, της κοινωνίας, των επενδύσεων, της ανάπτυξης, των καθημερινών αναγκών του πολίτη.

Γι΄ αυτό ενώ λέμε όχι στην εσφαλμένη επιλογή των πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων, λέμε ναι στην επιλογή των διαρθρωτικών αλλαγών που τη θέλει η κοινωνία και που κακώς θεωρούμε ότι μας την υπαγορεύει το μνημόνιο και η τρόικα. 

Υπάρχει όμως δυσπιστία των θεσμικών μας εταίρων, δεν αποδέχονται ότι έχουμε τη βούληση των διαρθρωτικών αλλαγών. Δηλαδή στην πραγματικότητα λένε στο ελληνικό πολιτικό σύστημα ότι κοιτάξτε, ενώ η κοινωνία σας θέλει διαρθρωτικές αλλαγές, ενώ το μεγάλο στοίχημα της ανάπτυξης κρίνεται στον ιδιωτικό τομέα, στην επιχειρηματικότητα, στην καινοτομία, στην εκπαίδευση, στις καλές ιδέες, οι οποίες μπορεί να δώσουν χρήμα, κέρδος, πλούτο εθνικό ενώ το στοίχημα της ανάπτυξης κρίνεται στον πρωτογενή τομέα, στην αγροτική παραγωγή, στην κτηνοτροφία, στη βιομηχανία τροφίμων, ενώ η ανάπτυξη κρίνεται στα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία, τα ερευνητικά μας κέντρα, στο διανοητικό πλούτο που έχει η χώρα, εσείς δεν ασχολείστε με αυτό αλλά ασχολείστε, μας λένε, με την προστασία κεκτημένων στο χώρο της δημόσιας διοίκησης και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Και άρα πρέπει να μας αποδείξετε ότι έχετε τη βούληση να σπάσετε αγκυλώσεις και στερεότυπα και να προβείτε σε ριζοσπαστικές τομές στο κράτος. Αυτό θέλει η κοινωνία. Και εμείς τώρα πρέπει να καλύψουμε χαμένο χρόνο δυστυχώς, να πείσουμε ότι το θέλουμε και το μπορούμε και επειδή αυτό δυστυχώς στην πρώτη φάση, στη φάση του Ιουλίου και εν μέρει του Σεπτεμβρίου γίνεται εκ των ενόντων, με επιλογές οι οποίες είναι επιλογές ανάγκης, επιλογές βιαστικές, εμπεριέχει λάθη και κενά, τα οποία είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε και να διορθώσουμε καθ’ οδόν με όλες τις νομοθετικές εγγυήσεις που πρέπει να υπάρχουν, πρέπει να ξεκινήσουμε βάζοντας τα θεμέλια μιας συνολικής μεταρρυθμιστικής παρέμβασης στο χώρο του κράτους.

Που σημαίνει ότι πρέπει να οργανώσουμε με επιστημονικό τρόπο, με διαφάνεια, με τις εγγυήσεις του ΑΣΕΠ, με τις εγγυήσεις της δικαιοσύνης τη συνολική αξιολόγηση των δομών του κράτους και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, των φορέων, των υπηρεσιών και ταυτόχρονα την αξιοκρατική θεσμικά εγγυημένη και ασφαλή αξιολόγηση του προσωπικού. 

Κανείς, το είπα κατ’ επανάληψη αυτές τις ημέρες στην Κρήτη, κανείς κανονικός, φυσιολογικός, μέσος εργαζόμενος στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν έχει να φοβηθεί τίποτε. Κανένας άνθρωπος που τιμά το ψωμί που τρώει από τον φορολογούμενο Έλληνα πολίτη, κανένας άνθρωπος ο οποίος έχει κληθεί να υπηρετήσει τη δημόσια διοίκηση, τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, το δημόσιο συμφέρον δεν έχει τίποτε να φοβηθεί, διότι η αξιολόγηση αυτή είναι μια αξιολόγηση, η οποία πρέπει να γίνεται συνεχώς με έναν τρόπο διεθνώς καθιερωμένο, γιατί αυτό μας επιτρέπει να οργανώσουμε τις δυνάμεις μας στο κράτος, να δώσουμε έμφαση στις προτεραιότητές μας τις αναπτυξιακές τις κοινωνικές, γιατί χωρίς να έχεις καθαρές προτεραιότητες σε σχέση με την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή, δεν πείθεις την κοινωνία ότι κάτι αλλάζει. 

Και την κοινωνία την πείθεις ότι κάτι αλλάζει όταν ενδιαφέρεσαι πρωτίστως για το 1.500.000 ανέργων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων είναι τα παιδιά μας, οι νέοι ηλικίας μέχρι 24 ετών που νιώθουν ξένοι στη χώρα τους και δεν πιστεύουν ότι έχουν μια θέση κάτω από τον ελληνικό ήλιο. Δίνεις απάντηση στις αγωνίες της κοινωνίας όταν μπορείς να μιλήσεις για τις προτεραιότητες εκείνων των ανθρώπων, που είναι έτοιμοι να πάρουν ρίσκο για να βοηθήσουν τον τόπο τους, για να βοηθήσουν την περιοχή τους, για να βοηθήσουν τη χώρα τους.

Και βεβαίως αυτό σημαίνει και έναν ριζικό αναπροσανατολισμό των προτεραιοτήτων της δημοκρατικής παράταξης, η οποία πρέπει να είναι πάντα η παράταξη και είναι της εθνικής ευθύνης, των τομών, των ριζοσπαστικών αλλαγών αλλά και η παράταξη που εκφράζει τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου. 

Γιατί θα ήταν πολύ εύκολο να πεις ότι «εγώ είμαι μια Παράταξη των δημοσίων υπαλλήλων, ή μια Παράταξη των αγροτών, ή μια Παράταξη του αστικού επιχειρηματικού κόσμου». Όχι, δεν είναι έτσι πια η λειτουργία των κοινωνιών και των οικονομιών. 

Θέλεις να βρεις και πρέπει να βρεις και να εκφράσεις όλες τις δημιουργικές προοδευτικές δυνάμεις του τόπου σε όλα τα στρώματα, σε όλα τα επίπεδα σε όλους τους τομείς της παραγωγής. Θέλουμε να εκφράζουμε τον επιχειρηματία, τον εργαζόμενο, τον μισθωτό, τον ελεύθερο επαγγελματία, τον φοιτητή, τον διανοούμενο, τον αγρότη, θέλουμε να εκφράζουμε τον άνεργο που θέλει να δημιουργήσει και νιώθει ότι του φράζουμε το δρόμο προς τη δημιουργία και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας.

Όλη αυτή η εθνική δύναμη, όλος αυτός ο μεγάλος κοινωνικός συνασπισμός της προόδου, της μεταρρύθμισης, της αλλαγής που μπορεί να δώσει πνοή στη χώρα, θέλουμε να εκφραστεί πολιτικά μέσα από τις πρωτοβουλίες μας. Και βεβαίως ξέρουμε ότι έχουμε δυσαρεστήσει ένα μεγάλο μέρος της παραδοσιακής εκλογικής και κοινωνικής μας βάσης. Ένα μέρος πολύ μεγάλο που μας εγκατέλειψε στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου του 2012, γιατί δεν μπορούμε να προσφέρουμε τις υποσχέσεις, τις εγγυήσεις, τις παροχές που είχαμε συνηθίσει τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας.

Ναι, και λένε ψέματα απροκάλυπτα ψέματα, κάνουν λαθρεμπόριο ελπίδας όλοι εκείνοι που ισχυρίζονται πως αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε εμείς, θα το κάνουν αυτοί και νομίζουν ότι μπορούν να υποκαταστήσουν το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’70 ή το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 δηλαδή να ξαναγράψουν την ιστορία ως καρικατούρα, ως φάρσα. Ενώ τώρα πια το ζήτημα κρίνεται με τελείως διαφορετικούς όρους.

Θα ξανασυναντηθούμε με τους ανθρώπους αυτούς, με την κοινωνική μας βάση που είναι δυσαρεστημένη και ψάχνει έναν θώρακα προστασίας των υφισταμένων καταστάσεων στην αντιπολίτευση, στην αντιμνημονιακή δημαγωγία, στο εμπόριο των φρούδων ελπίδων, με αυτούς τους ανθρώπους θα ξαναβρεθούμε. Μόλις γίνει αντιληπτό ότι αυτό που κάνουμε εμείς είναι το αληθινό, το ειλικρινές, το υπεύθυνο, το μόνο πρακτικό. 

Γι' αυτό το μήνυμα που στέλνω είναι πως το παιχνίδι, το πραγματικό παιχνίδι το πολιτικό, το κοινωνικό, το στρατηγικό παίζεται στο εσωτερικό της Κυβέρνησης συνεργασίας, όπου τώρα πια υπάρχουν δύο καθαροί πόλοι: ένας πολιτικά συντηρητικός και εμείς ως δημοκρατική Παράταξη πρέπει να συνεργαζόμαστε, πρέπει να υπηρετούμε μια κοινή εθνική στρατηγική. Αλλά έχουμε διαφωνίες, έχουμε διαφορετική ιστορική διαδρομή διαφορετικές αξιακές αναφορές, έχουμε διαφορετικές ευρωπαϊκές αναφορές και πρέπει να συμβιβαζόμαστε, πρέπει να δίνουμε λύσεις, αλλά πρέπει ταυτόχρονα να διαφοροποιούμε την ταυτότητά μας να προβάλλουμε τον προοδευτικό μας λόγο, να δίνουμε πρακτικές λύσεις εμείς τώρα που έχουμε την ευθύνη πολύ σημαντικών τομέων της Κυβέρνησης και της Δημόσιας Διοίκησης. Γιατί δεν μπορείς να ζητάς από τον άλλον να είναι άψογος, αποτελεσματικός, υποδειγματικός και όταν εσύ καλείσαι να χειριστείς την ευθύνη μεγάλων τομέων της Δημόσιας Διοίκησης, να μην μπορείς να ανταποκριθείς στο ίδιο επίπεδο με αυτό που ζητάς από τον άλλον.

Άρα έχουμε επωμιστεί ένα πολύ μεγάλο βάρος, έχουμε επωμιστεί ένα βάρος απέναντι στην Παράταξη, απέναντι στην ιστορία του τόπου, ένα πολύ μεγάλο βάρος απέναντι στην ελληνική κοινωνία. 

Γιατί όταν απευθύνονται οι παραγωγικοί φορείς της χώρας στο ΠΑΣΟΚ, σε εμένα ως Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και δευτερευόντως ως Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης, καταλαβαίνει κανείς ότι ζητούν από εμάς να δώσουμε λύσεις, εκεί που δεν μπόρεσαν άλλοι να δώσουν λύσεις.

Και γίνεται αντιληπτό ότι μέσα από τη διαχείριση αυτών των συσσωρευμένων χρόνιων προβλημάτων που αναπαράγονται, διογκώνονται μπορούμε να πείσουμε ότι κάτι αλλάζει και ο κοινός παρανομαστής αυτού που αλλάζει, είναι η διαρθρωτική αλλαγή και κυρίως η διαρθρωτική αλλαγή στο κράτος.

Αυτό είναι το δίπολο που στην πραγματικότητα συγκροτεί την εθνική μας στρατηγική. Όχι στις πολιτικές λιτότητας, όχι στα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, ναι, στις διαρθρωτικές αλλαγές όχι επειδή είναι μνημονιακή υποχρέωση, όχι γιατί τελούμε υπό εκβιασμό, όχι γιατί είμαστε οι φτωχοί συγγενείς μέσα στην ευρωπαϊκή οικογένεια, όχι γιατί μας το υπαγορεύουν οι δανειστές ως πολιτικό όρο για την καταβολή των δόσεων, αλλά γιατί είναι ζωτική ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας.

Και αυτό φάνηκε σε όλες τις συσκέψεις που είχα με τους παραγωγικούς φορείς της Κρήτης και στο Ηράκλειο και στο Ρέθυμνο και τώρα στα Χανιά. Γιατί οι παραγωγικοί φορείς και λυπάμαι που δεν είχαμε και εκπρόσωπους των εργαζομένων, και εκπρόσωπους των ανέργων, και εκπρόσωπους των σπουδαστών και φοιτητών, οι φορείς λοιπόν που είναι μέσα στην αγορά μέσα στην κοινωνία μέσα στην οικονομία, καταλαβαίνουν ότι μόνο με τον τρόπο αυτό μπορείς να λύσεις προβλήματα και να αλλάξεις καταστάσεις.

Δεν είναι δυνατό στη χώρα μας φίλες και φίλοι προοδευτικός να είναι αυτός που είναι απόλυτα συντηρητικός, αυτός που δεν θέλει καμία αλλαγή πουθενά. Ούτε στο κράτος, ούτε στους θεσμούς, ούτε στην οικονομία, ούτε στο μοντέλο παραγωγής. Πουθενά. Η απόλυτη ακινησία, η διατήρηση των κεκτημένων, οι αγκυλώσεις, δηλαδή η μάχη οπισθοφυλακών εμφανίζεται ως αριστερός, προοδευτικός λόγος, ριζοσπαστικός και ανατρεπτικός.

Και ο λόγος ο οποίος είναι πραγματικά μεταρρυθμιστικός, πραγματικά καινοτομικός, που δίνει προοπτική στον τόπο και σε κάθε άνθρωπο ιδίως νέο, εμφανίζεται ως ύποπτος για συντηρητισμό, ή για δεξιά απόκλιση. Μα αυτό είναι η πλήρης αντιστροφή της πραγματικότητας, της αλήθειας και της κοινής λογικής.

Αυτό είναι το μήνυμα που θέλω να σας στείλω. Και πρέπει να σας πω ότι παρ' ότι έχω ενοχληθεί από την έλλειψη πολιτικού πολιτισμού, από την ροπή στην πολιτική και κοινωνική βία που την καλλιεργούν στο όνομα δήθεν της  προόδου και της Αριστεράς, εντούτοις είμαι κατά βάθος πάρα πολύ ευχαριστημένος γιατί η επαφή μου με τους παραγωγικούς φορείς σε όλη την Κρήτη, ανατολική και δυτική, αναδεικνύει το πρόσωπο της νέας Ελλάδας, την πραγματική προοπτική.

Έχουμε ελπίδα. Έχουμε ελπίδα ως τόπος, γιατί έχουμε ενδογενείς πόρους ανάπτυξης, γιατί έχουμε υποστεί πολλά και έχουμε γίνει σοφότεροι και θέλω να πω σε όλους αυτούς που νομίζουν ότι μπορεί να υποδυθούν τη μετενσάρκωση του Ανδρέα Παπανδρέου, ή να υποδυθούν το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 το ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής και των μη προνομιούχων, ότι την τεχνογνωσία του εύκολου δημαγωγικού λόγου, μπορούσαμε πολύ γρήγορα και με πολύ απλό τρόπο να τη χρησιμοποιήσουμε κι εμείς. 

Έχουμε κάνει πολλά λάθη στο παρελθόν και έχουμε αναγνωρίσει τις ευθύνες μας και ασκούμε πάρα πολύ σκληρή αυτοκριτική. Αλλά, όπως έχω πει, μπάστα! Φτάνει! Γιατί δεν είναι δυνατό μόνο το ΠΑΣΟΚ, μόνο η δημοκρατική Παράταξη να μιλάει δημόσια, εξομολογητικά, αυτοκριτικά και κανείς άλλος να μην αναγνωρίζει καμία ευθύνη στον εαυτό του, καμία ευθύνη για τίποτε. Όχι. Είναι κι αυτό μια πολύ μεγάλη ιστορική και πολιτική αδικία.

Η Κρήτη μας δίνει το μοντέλο της ενδογενούς ανάπτυξης γιατί η ενδογενής ανάπτυξη έχει δυο πόρους: τη γη και τους ανθρώπους. Και στην Κρήτη βλέπουμε τους ανθρώπους, με τις ικανότητές τους, με το μυαλό τους, τα χέρια τους, την παράδοσή τους, την πίστη τους, τη λεβεντιά τους, σε όλους τους τομείς της παραγωγής από την αγροτική παραγωγή μέχρι τα υψηλού επιπέδου ερευνητικά Κέντρα, το Πανεπιστήμιο, το Πολυτεχνείο και τη γη σε όλες της τις εκδοχές, τη γη ως πεδίο αγροτικής παραγωγή, τη γη ως κιβωτό του πολιτισμού, των αρχαιοτήτων, των μνημείων, τη γη που σημαίνει και τη θάλασσα, τη γη που σημαίνει τον τουρισμό, τη γη η οποία επιτρέπει τη σύγχρονη τουριστική και οικιστική ανάπτυξη.

Αυτά είναι που θα μας δώσουν την προοπτική: οι ενδογενείς πόροι. Και φυσικά όλοι οι θεσμοί του χρηματοπιστωτικού τομέα και του κράτους, οι οποίοι πρέπει βαθιά να αλλάξουν, να εκσυγχρονιστούν, να μεταρρυθμιστούν.

Είναι τόσο απλό και ταυτόχρονα εξαιρετικά πολύπλοκο. Γιατί δεν αρκεί να έχεις πολιτική βούληση, πρέπει να έχεις διοικητική υποστήριξη. Πρέπει οι ενδιάμεσες και κατώτερες βαθμίδες να καταλαβαίνουν αυτό που λες πολιτικά και γιατί χρειάζεται κοινωνική συναίνεση, εθνική ενότητα και γιατί χρειάζεται να στηρίξεις αυτούς που έχουν γλιστρήσει μέσα στη χοάνη της κρίσης και νιώθουν ότι είναι έτοιμοι να εξαφανιστούν και πρέπει να τους κρατήσεις μέσα από νέους θεσμούς κοινωνικού κράτους, με τη βοήθεια της Αυτοδιοίκησης, με τη βοήθεια της Εκκλησίας, να τους κρατήσεις όρθιους, για να διαφυλάξεις την κοινωνική συνοχή, τον ιστό της κοινωνίας.

Αυτό αγωνιζόμαστε να κάνουμε. Υπάρχει ένα βουνό, ένα τεράστιο βουνό προβλημάτων. Εάν δει κανείς τα προβλήματα αυτά ως ένα άθροισμα άλυτων θεμάτων επί 10ετίες, μπορεί να σηκώσει τα χέρια ψηλά. Γιατί λες δεν είναι δυνατόν τόσο απλά πράγματα να μη λύνονται και επί χρόνια τώρα να επαναλαμβάνουμε μια συζήτηση. 

Εάν το δει κανείς το ζήτημα αυτό συνολικά, στρατηγικά και κάνει μια τομή που μοιάζει με τον γόρδιο δεσμό που πρέπει να σπάσει, θα δει ότι υπάρχει η σπίθα της προοπτικής και της προόδου και εμείς αυτό πρέπει να εκφράσουμε πολιτικά.

Αυτή είναι η ιστορική υποχρέωση της δημοκρατικής παράταξης. Γιατί η δημοκρατική παράταξη που καλύπτει όλο το χώρο από τη δεξιά έως την κομμουνιστική αριστερά και αυτό κανείς δεν μπορεί να μας το στερήσει ως στοιχείο της ιστορικής και ιδεολογικής μας ταυτότητας, η δημοκρατική παράταξη, η παράταξη που γεννήθηκε εδώ από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, είναι η παράταξη της ευθύνης των τομών, των συγκρούσεων, της προόδου, του ρίσκου τις κρίσιμες στιγμές.

Είναι η παράταξη που μεγάλωσε την Ελλάδα, που δεν μίκρυνε ποτέ την Ελλάδα. Είναι η παράταξη που η ίδια εκλογικά μίκρυνε αρκετές φορές αλλά ξαναμεγάλωσε μέσα από την ευθύνη της και μέσα από το θάρρος του λόγου της. Και κυρίως μέσα από το θάρρος των αποφάσεών της. 

Αυτή είναι η δική μας γραμμή, με αυτή πορευόμαστε και έχουμε τώρα μια νέα ευκαιρία, μια νέα ευκαιρία ευθύνης να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα και να εφαρμόσουμε στην πράξη αυτά που λέμε στο όνομα του ελληνικού λαού και στο όνομα της ιστορίας και της προοπτικής της παράταξης. 

Σας ευχαριστώ.

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΜοντέλο ΑνάπτυξηςΕκφασισμός | ΝεοναζισμόςΠΑ.ΣΟ.ΚΠολιτικές Ομιλίες, 2013