Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Oμιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Προέδρου ΠΑΣΟΚ, στο συνέδριο του Economist

left-red-arrowΚυρίες και κύριοι, θα σας παρουσιάσω δέκα σημεία για την επανεκκίνηση της προσπάθειας εξόδου της Ελλάδας από την κρίση.

Το πρώτο σημείο είναι αυτή καθεαυτή η μετάβαση από την προεκλογική αφαίρεση και αδράνεια, στην μετεκλογική συγκεκριμενοποίηση και δράση.

Είναι απολύτως αναγκαίο μετά τις εκλογές να αλλάξει η ίδια η κοινωνική και εθνική νοοτροπία και αυτό βεβαίως αφορά την υποχρέωση όλων των πολιτικών δυνάμεων και αυτών που ανήκουν στην κυβερνητική πλειοψηφία και αυτών που ανήκουν στην αντιπολίτευση, να αντιληφθούν, να αντιληφθούμε, ότι τώρα πια, μετεκλογικά, πρέπει να αλλάξει ο τρόπος εκφοράς του πολιτικού λόγου, για να προσλαμβάνει η ελληνική κοινωνία, αλλά και η διεθνής κοινότητα τα σωστά, τα ακριβή μηνύματα.

Το ΠΑΣΟΚ, που σήκωσε το τεράστιο βάρος της διαχείρισης της κρίσης τα προηγούμενα 2,5 χρόνια, που κατέβαλε υψηλό, δυσανάλογα μεγάλο πολιτικό κόστος και που μετέχει στη νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δεν έχει κανένα πρόβλημα να διατυπώσει μετεκλογικά το λόγο του. Γιατί προεκλογικά τήρησε μια στάση υπεύθυνη, διατύπωσε λόγο συγκεκριμένο, τεκμηριωμένο και βεβαίως στοχευμένο στις ανάγκες της χώρας.

Αναπτύξαμε και προεκλογικά και αναπτύσσουμε και μετεκλογικά στο δικό μας επίπεδο όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες και δράσεις, άρα συνεχίζουμε αυτό που κάναμε μετεκλογικά. Αναφέρομαι ενδεικτικά στις συναντήσεις μου με τον Πρόεδρο Ολάντ, με τον Πρωθυπουργό Μάριο Μόντι, τις στενές επαφές μας με τους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές, τις επιστολές που έχω απευθύνει στον Πρόεδρο Μπαρόζο και στον Αντιπρόεδρο Ρεν για το αναπτυξιακό πακέτο που πρέπει επιτέλους να ενεργοποιηθεί σε σχέση με την Ελλάδα.

Το δεύτερο σημείο αφορά αυτή καθεαυτή τη συγκρότηση της νέας Κυβέρνησης, της Κυβέρνησης συνεργασίας, που αυτο-ονομάστηκε και ορθά «Κυβέρνηση Εθνικής Ευθύνης». Σας θυμίζω ότι η δική μας επίμονη προεκλογική πρόταση ήταν να σχηματιστεί μια Κυβέρνηση Εθνικής Συνευθύνης, με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων που δηλώνουν τον ευρωπαϊκό τους προσανατολισμό κι έπρεπε μετεκλογικά να αποδείξουν την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού τους.

Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, η δεύτερη σε εκλογική δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα, δεν μετέχει στην Κυβέρνηση αυτή, είναι αναμφίβολα ένα έλλειμμα. Αλλά αυτό μπορεί κάλλιστα να αναπληρωθεί από την πρότασή μας, η οποία έχει γίνει δεκτή και θεσμοποιείται, να συγκροτηθεί Εθνική Ομάδα Διαπραγμάτευσης, η οποία να λειτουργεί παράλληλα προς την Κυβέρνηση. Με τη συμμετοχή των Αρχηγών των κομμάτων, όχι μόνον των τριών κομμάτων που στηρίζουν την Κυβέρνηση, αλλά και των Αρχηγών των κομμάτων της Αντιπολίτευσης. Με τη συμμετοχή των συναρμοδίων Υπουργών, των θεσμικών εκπροσώπων της χώρας στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και σε διεθνείς οικονομικούς Οργανισμούς, στο Euro Working Group, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω της μόνιμης αντιπροσωπείας μας.

Και βεβαίως, με τη συμμετοχή προσώπων που έχουν τη σχετική εμπειρία και ανεξαρτήτως ιδιοτήτων ή πολιτικών ταυτοτήτων, μπορούν να βοηθήσουν, ώστε πράγματι η διαπραγμάτευση να είναι εθνική, αξιόπιστη, αποτελεσματική και να διασφαλίζεται η συνέχεια του κράτους.

Το γεγονός ότι κάποιες πολιτικές δυνάμεις προτίμησαν την ασφάλεια της Αντιπολίτευσης και δεν μετέχουν στην εθνική προσπάθεια με κυβερνητικές ευθύνες, δεν σημαίνει ότι απαλλάσσονται από το βάρος να διατυπώσουν την άποψή τους και να εκφράσουν μαζί με μας την αναγκαία εθνική δέσμευση και συναίνεση, τώρα που πρέπει να διαμορφώσουμε ένα επικαιροποιημένο πλαίσιο σχέσεων με τους Ευρωπαίους εταίρους μας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Η χώρα πρέπει να είναι πειστική, αξιόπιστη, αποτελεσματική και να έχει συνέχεια. Και δεν υπάρχει καμία χώρα που είναι εντεταγμένη σε πρόγραμμα στήριξης, στην οποία να μην υπάρχει ευρυτάτη πολιτική συναίνεση, στην οποία καθοριστικό ρόλο να παίζει και η Αξιωματική Αντιπολίτευση. Αυτό διδάσκει η εμπειρία της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας με την υπεύθυνη στάση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, της Ιταλίας οι πολιτικές δυνάμεις της οποίας στηρίζουν σε επαρκή βαθμό την Κυβέρνηση Μόντι.

Το τρίτο σημείο είναι η σαφής επιλογή της πλειοψηφίας του ελληνικού εκλογικού σώματος. Ο ελληνικός λαός τάχθηκε κατά των μονομερών ενεργειών, υπέρ της συμφωνημένης αναθεώρησης των όρων της δανειακής σύμβασης, σε στενή συνεργασία με τους εταίρους και δανειστές μας.

Η αναθεώρηση της σύμβασης, που ήταν επίμονη πρόταση του ΠΑΣΟΚ και η οποία υιοθετήθηκε από τη νέα Κυβέρνηση, δε συνιστά αμφισβήτηση της βάσης του προγράμματος προσαρμογής, αλλά αξιοποίηση και ενεργοποίηση ρητής πρόβλεψης της ίδιας της σύμβασης.

Πρόκειται στην πραγματικότητα για τη δεύτερη φάση μιας διαπραγμάτευσης που είναι πάντα ανοιχτή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη είναι ένα ανοιχτό αναπεπταμένο πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης. Αλλά πρόκειται και για συγκεκριμένη πρόβλεψη και διαδικασία της σύμβασης, η οποία επικαιροποιείται ανά τρίμηνο το αργότερο.

Είναι συνεπώς απολύτως αναγκαίο η αναθεώρηση αυτή να ξεκινήσει από το αυτονόητο και ρητά προβλεπόμενο στη σύμβαση, που είναι ο έλεγχος και η επιβεβαίωση ή προσαρμογή των βασικών μακροοικονομικών προγνώσεων στις οποίες στηρίζεται το πρόγραμμα προσαρμογής. Και πρέπει να σας πω εδώ ότι από το 2010 και μετά δεν έχουμε μία ευτυχή ιστορία σε σχέση με τις μακροοικονομικές προγνώσεις και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που επηρεάζουν άμεσα το πρόγραμμα προσαρμογής.

Η ύφεση ήταν πάντα μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη, η ανεργία ήταν δυστυχώς πάντα μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη, ο πληθωρισμός μειωνόταν με μικρότερη ταχύτητα από την προβλεπόμενη και το ίδιο ισχύει και για το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που είναι και ο βασικός δείκτης των ιδιορρυθμιών και των παθογενειών της ελληνικής οικονομίας, της έλλειψης ανταγωνιστικότητας και των προβλημάτων που έχει το ίδιο το εθνικό παραγωγικό μοντέλο.

Άρα, ούτως ή άλλως, θα έπρεπε να επανεκτιμήσουμε τις μακροοικονομικές προγνώσεις και, ούτως ή άλλως, θα έπρεπε να προχωρήσουμε σε μία αναθεώρηση προβλέψεων των όρων της δανειακής σύμβασης που έχουν πολιτικό περιεχόμενο και συνδέονται με τη διακύμανση της οικονομικής συγκυρίας και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και διεθνώς.

Τέταρτο σημείο, η Ελλάδα έχει συνείδηση των ευρωπαϊκών της υποχρεώσεων και των συμβατικών της δεσμεύσεων και τιμά και θα τιμά την ιδιότητά της ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. Δεν μπορεί όμως η Ελλάδα, εκπροσωπούμενη από οποιαδήποτε Κυβέρνηση, να μένει αδιάφορη μπροστά σε μια βαθιά σωρευτική ύφεση, που ήδη συμπληρώνει τον 5ο της χρόνο και πλησιάζει αθροιστικά το 20% του ΑΕΠ. Δεν μπορεί καμία Κυβέρνηση και καμία κοινωνία να μείνει αδιάφορη απέναντι σε μια ανεργία που ξεπερνά το 22% και στις νέες ηλικίες το 55%.

Αυτό δεν είναι μια τωρινή μου διαπίστωση. Είναι μια διαρκής, δύσκολη συζήτηση με τους θεσμικούς μας εταίρους, με την Τρόικα, στην πρώτη φάση της διαπραγμάτευσης. Αυτά που λέω τώρα δημόσια, τα έχω πει πάρα πολλές φορές σε όλες τις κρίσιμες συναντήσεις με τους ομολόγους μου όταν ήμουν Υπουργός Οικονομικών. Τα έχω πει πάρα πολλές φορές με τους εκπρόσωπους των τριών Οργανισμών που συγκροτούν την Τρόικα και δεν εκπροσωπούν μόνο τους Οργανισμούς τους, αλλά πολιτικά και τις Κυβερνήσεις των κρατών - μελών που μετέχουν στην Ευρωζώνη.

Η συνήθης απάντηση ήταν η παραδοχή του προβλήματος και η πρόταση αυτό να αντιμετωπιστεί μέσω ειδικών αναπτυξιακών πρωτοβουλιών σε σχέση με την Ελλάδα. Και αυτό προβλέπεται κατά τρόπο στερεότυπο σε όλα τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου από τον Ιούλιο του 2011 και μετά.

Υπάρχει όμως τεράστια απόσταση ανάμεσα στις πολιτικές δεσμεύσεις των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και την πραγματικότητα. Και δεν αναφέρομαι στην ελληνική διοικητική και γραφειοκρατική πραγματικότητα, αλλά και στην πραγματικότητα των Βρυξελλών. Όπου η έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της γραφειοκρατίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Και στην πραγματικότητα του Λουξεμβούργου, για να μνημονεύσω μόνο τις πρακτικές της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Το πρόβλημα βρίσκεται στον πυρήνα του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Στο γεγονός ότι αυτό εξ αρχής έθεσε εξαιρετικά φιλόδοξους στόχους και επεδίωξε να τους ικανοποιήσει σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Είναι εντυπωσιακό το δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Έχουμε καταφέρει σε όρους πρωτογενούς ελλείμματος μια προσαρμογή, που υπερβαίνει τα 20 δις, τις 10 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε λιγότερο από δυόμιση χρόνια.

Αλλά τώρα έχουμε την υποχρέωση, όλοι, να κινηθούμε στο πλαίσιο των νέων αντιλήψεων και των νέων εννοιών, που έχει εισαγάγει στην ευρωπαϊκή δημόσια συζήτηση το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τις τελευταίες του αποφάσεις, στις οποίες γίνεται ρητά λόγος με ιδιαίτερη έμφαση, για μια «φιλική προς την ανάπτυξη δημοσιονομική προσαρμογή». Άρα το πρόβλημα βρίσκεται μέσα στο σχεδιασμό της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Είμαστε συνεπώς έτοιμοι να εφαρμόσουμε το συμφωνημένο πλαίσιο. Αυτό όμως πρέπει να εναρμονιστεί με τα μακροοικονομικά δεδομένα και τις αντοχές της ελληνικής οικονομίας. Τα επιχειρήματα αυτά δεν θα κουραστώ ποτέ να τα επαναλαμβάνω. Έχουμε το ηθικό δικαίωμα να τα διατυπώνουμε, γιατί τα είχαμε διατυπώσει με σαφήνεια στην πρώτη φάση της διαπραγμάτευσης και τώρα μπορούμε να ενισχύσουμε τα επιχειρήματά μας, αναφερόμενοι στις τελευταίες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 28ης-29ης Ιουνίου. Γιατί οι πολιτικές παραδοχές του Συμβουλίου, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η επανάληψη των δικών μας επίμονων επιχειρημάτων.

Το πέμπτο σημείο, το πιο κομβικό, είναι η ανάγκη, όπως έχω προτείνει από τις 20 Μαρτίου, πολύ πριν τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη των πρώτων εκλογών της 6ης Μαΐου, για παράταση του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής κατά τρία χρόνια αν αυτό είναι δυνατό. Δηλαδή μέχρι το τέλος του 2017. Τουλάχιστον κατά δυο χρόνια, ώστε να μπορούμε να καταρτίσουμε ένα νέο πρόγραμμα Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής, που να αρχίζει από το 2ο εξάμηνο του 2012. Γιατί προβληματικό είναι και το 2ο εξάμηνο του τρέχοντος οικονομικού έτους. Και να φτάνουμε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2016. Αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι για να γίνει αυτό, που είναι η μήτρα της όποιας λύσης, πρέπει να συντρέχουν δυο θεμελιώδεις προϋποθέσεις:

Η πρώτη προϋπόθεση είναι να διαμορφωθεί το αναγκαίο χρηματοδοτικό σχήμα. Γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι να επιτευχθεί ένα νέο χρηματοδοτικό σχήμα, που προϋποθέτει νέο δάνειο και άρα νέο κύκλο εγκρίσεων από τα Κοινοβούλια των κρατών - μελών.

Έχουμε ζήσει την εμπειρία της διαπραγμάτευσης όχι με μεγάλες χώρες, ιθύνουσες στην Ευρωζώνη όπως η Γερμανία και η Γαλλία, αλλά με χώρες μεσαίες και μικρές όπως η Φιλανδία, η Ολλανδία, η Σλοβακία, η Σλοβενία.

Υπάρχει όμως η ειλημμένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, για χρηματοδότηση με 8,2 δις ευρώ που καλύπτει την περίοδο 2015 έως και το 1ο τρίμηνο του 2016, άρα μια περίοδος πέρα των ορίων του σημερινού προγράμματος.

Έχουμε μεγαλύτερη της αναμενόμενης και σχεδιασμένης επιτυχία του PSI κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες κατά 97%, άρα έχουμε μια μικρή περίσσια κεφαλαίων. Μπορούμε να οργανώσουμε την ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ενδεχομένως χωρίς να χρειαστούμε το σύνολο των διαθέσιμων 50 δις. Μπορούμε να έχουμε ένα πιο φιλόδοξο ταμειακά πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων μέχρι το 2017 που να υπερβαίνει τον ταμειακό στόχο των 19 δις, στα οποία προσγειώθηκε ρεαλιστικά ο αρχικά φιλόδοξος στόχος των 50 δις.

Και βέβαια στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αλλά και του Eurogroup, έχουμε τη ρητή πολιτική δέσμευση ότι οι εταίροι μας θα στηρίξουν την Ελλάδα και μετά το πρόγραμμα έως την επάνοδό της στις αγορές. Άρα υπάρχει μια ισχυρή πολιτική βάση, για την παράταση του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής.

Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους. Γιατί είναι γνωστό ότι όλη η συζήτηση επικεντρώνεται στην ανάγκη το δημόσιο χρέος, προβαλλόμενο το 2020, να κινείται σε ένα επίπεδο κοντά στο 120% του ΑΕΠ, όπως αυτό θα υπάρχει τότε.

Εδώ παρεμβαίνει η σημαντικότερη ίσως απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου: Δηλαδή η δυνατότητα του EFSF, που θα υποκατασταθεί από το ESM, για απ' ευθείας ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών των κρατών - μελών.

Είναι γνωστό, το έχω πει κατ’ επανάληψη μιλώντας στη Βουλή των Ελλήνων, ότι η απ' ευθείας ανακεφαλαιοποίηση και των ελληνικών Τραπεζών από το EFSF ήταν επίμονη πρότασή μας. Μια πρόταση, για την οποία αγωνίστηκα. Αλλά όπως γνωρίζετε, το EFSF και το ίδιο ισχύει τώρα και για το μόνιμο μηχανισμό στήριξης το ESM, είναι μια ανώνυμη εταιρεία του λουξεμβουργιανού Δικαίου με μετόχους και εγγυητές τα κράτη - μέλη, που πρέπει να τηρεί ορισμένους κανόνες χρηματοδότησης και να έχει ρεαλιστικές προοπτικές σε σχέση με την ανάκτηση των κεφαλαίων του, όταν τα χαρτοφυλάκια των τραπεζικών Ιδρυμάτων θα διατεθούν ελεύθερα στην αγορά μετά την εξυγίανση του κάθε εθνικού τραπεζικού συστήματος.

Πιστεύουμε ότι οι κανόνες που διαμορφώθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα στη Σύνοδο Κορυφής και ισχύουν προφανώς για την Ισπανία, ρητά για την Ιρλανδία το πρόβλημα της οποίας ήταν κατ' εξοχήν χρηματοπιστωτικό, θέλω να ελπίζω ότι θα ισχύσουν για την Κύπρο, θα ισχύσουν και για την Πορτογαλία και για την Ελλάδα.

Χωρίς καμία αμφιβολία, το EFSF λόγω του χρηματοοικονομικού του όγκου, μπορεί ν’ αποφασίσει διακράτηση του χαρτοφυλακίου των Τραπεζών που ενισχύει και ανακεφαλαιοποιεί για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό που προβλέπεται στο ελληνικό πρόγραμμα προσαρμογής για το Ελληνικό Δημόσιο και το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Αυτό θα μας διευκολύνει στη μείωση  του ονομαστικού δημοσίου χρέους μας κατά 25 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

Πρέπει επίσης να σας θυμίσω εδώ ότι ένα άλλο βασικό και επίμονο αίτημα  της διαπραγμάτευσής μας κατά την πρώτη φάση, ήταν η πλήρης συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δηλαδή του χαρτοφυλακίου των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου παλαιού Δικαίου, ελληνικού Δικαίου, που έχει παραμείνει στην κατοχή της, στο PSI.  Αυτό θα προσέφερε μείωση του  ελληνικού δημοσίου κατά άλλα 27 δις ευρώ.

Η δε πρότασή μου προς τις Διοικήσεις των ελληνικών Ασφαλιστικών Ταμείων να χρησιμοποιήσουν τα ομόλογα -ισοδύναμα ρευστού του EFSF που έχουν αποκτήσει λόγω της συμμετοχής τους στο PSI  προκειμένου ν’ αγοράσουν στη δευτερογενή αγορά νέα ελληνικά ομόλογα αγγλικού δικαίου, θα μπορούσε να οδηγήσει συμψηφιστικά, σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης, σε περαιτέρω μείωση του δημοσίου χρέος με σημερινούς όρους του ΑΕΠ  κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες.

Οι προτάσεις μου αυτές είναι μια άλλη εκδοχή πολιτικού λόγου σε σχέση με αυτά που ακούσατε χτες. Χτες ακούσατε από τον Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ τον κ. Τσίπρα, να τάσσεται κατά της παράτασης του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής που είναι το θεμέλιο της στρατηγικής της χώρας. Της στρατηγικής που ενέκρινε με σαφή πλειοψηφία το ελληνικό εκλογικό σώμα. Το θεμέλιο της κυβερνητικής συνεργασίας και της πορείας της χώρας το επόμενο διάστημα έως την οριστική έξοδο από την κρίση.

Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η παράταση του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής απαιτεί νέο δανεισμό. Πράγματι, απαιτεί νέο χρηματοδοτικό σχήμα στο πλαίσιο που ανέφερα προηγουμένως. Αλλά δεν είναι η παράταση του χρόνου προσαρμογής αυτή καθαυτή που οδηγεί στην ανάγκη πρόσθετης χρηματοδότησης, αλλά η ύπαρξη ελλειμμάτων  η οποία παρατείνεται έως ότου φτάσουμε στο μηδενικό δημοσιονομικό έλλειμμα και σε επαρκές και ικανοποιητικό πρωτογενές πλεόνασμα που μαζί μ’ έναν  σταθερά θετικό ρυθμό ανάπτυξης μπορεί να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα του χρέους. Τη βιωσιμότητα της χώρας. Την επάνοδό της σε καθεστώς ουσιαστικής αυτοδυναμίας και ουσιαστικής θεσμικής ισοτιμίας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη.

Εάν δεν υπάρξει παράταση του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής και αν δεν υπάρξει επαρκής χρηματοδοτική στήριξη, η λύση ποια είναι; Η άμεση και ακαριαία ισοσκέλιση της πρωτογενούς διαχείρισης και η αναδοχή πιστωτικού γεγονότος σε σχέση με την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους; Ανακυκλώνουμε ξανά μια στείρα προεκλογική συζήτηση επί της οποίας τοποθετήθηκε ήδη ο ελληνικός λαός; Ή βλέπουμε μπροστά, απευθύνοντας ένα μήνυμα ασφάλειας και σταθερότητας προς τα έξω, αισιοδοξίας και προοπτικής προς τα μέσα;   

Η απάντηση που ακούσατε χθες είναι ότι πρέπει να επέλθει μείωση του δημοσίου χρέους με διαγραφή μέρους του θεσμικού και διακρατικού χρέους. Δεν ακούσατε όμως πώς. Ακούσατε σήμερα από εμένα πώς η δυναμική του PSI και  σχέση μας με τους θεσμικούς μας εταίρους, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρωτίστως, μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους.

Με την απευθείας ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών Τραπεζών από το EFSF, με τη συμμετοχή του χαρτοφυλακίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με τον τρόπο που σας είπα και με την επαναγορά ομολόγων νέας έκδοσης  αγγλικού δικαίου, από τα ελληνικά Ασφαλιστικά Ταμεία λόγω της συμψηφιστικής λειτουργίας της γενικής κυβέρνησης.

Έρχομαι τώρα στο επόμενο σημείο, το έκτο, που είναι βεβαίως οι διαρθρωτικές αλλαγές. Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά  ότι καταλύτης της αξιοπιστίας της χώρας και δευτερευόντως της κυβέρνησης, είναι η δέσμευσή μας ότι τουλάχιστον στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων δηλαδή, θα κινηθούμε με ταχύτητα, αποφασιστικότητα, σταθερότητα, επινοητικότητα, ώστε να έχουμε αποτελέσματα που συνδέονται με το νέο εθνικό παραγωγικό μοντέλο και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

Κάναμε πολλά, αλλά ήμασταν  μόνοι. Δεν είχαμε ούτε την αναγκαία πολιτική, ούτε την αναγκαία κοινωνική στήριξη. Δεν είχαμε καν την αναγκαία επικοινωνιακή στήριξη. Ακόμη και η στάση της πραγματικής οικονομίας, ακόμη και η στάση της αγοράς, είναι αβέβαιη και επαμφοτερίζουσα σε πάρα πολλά τέτοια θέματα. Αναφέρομαι στο άνοιγμα των επαγγελμάτων, στην εκλογίκευση του κράτους και του δημόσιου τομέα,  στον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης.

Είδα να μένει αναπάντητη στην προηγούμενη συζήτηση η ερώτηση για το αν πρέπει να μειωθεί ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων. Με έναν βάρβαρο και επιθετικό τρόπο, δηλαδή για λόγους παιδαγωγικούς μείωση κατά 15.000 του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων. (Όχι των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα), είναι προφανές ότι δε χρειάζεται να γίνει. Αλλά πρέπει να είμαστε  έτοιμοι να κάνουμε μία επιστημονικά και διαδικαστικά έντιμη αξιολόγηση των υπηρεσιών, των δομών και του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Να κάνουμε τις αναγκαίες μετατάξεις και μετακινήσεις. Να καταργήσουμε κλάδους και στεγανά και ν’ αξιοποιήσουμε το υπάρχον δυναμικό. Αυτό  μπορεί να οδηγήσει σε δημοσιονομικά αποτελέσματα πολύ σοβαρότερα από τα σχεδόν μηδενικά αποτελέσματα που έχει η μείωση κατά 15.000 του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων για λόγους συμβολικούς.

Μειώθηκε άλλωστε ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων κατά 103.000, όπως αποδείχθηκε την προηγούμενη εβδομάδα μέσα από μια αντιδεοντολογική συζήτηση που τροφοδοτήθηκε από ανεπίσημο έγγραφο εκπροσώπου ενός Οργανισμού της τρόικας σε σχέση με τα επιτεύγματά μας ως προς τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων.  Απεδείχθη ότι όλοι οι υπολογισμοί ήταν εσφαλμένοι. Και ότι το πραγματικό αποτέλεσμα είναι μείωση κατά 103.000.

Ούτως ή άλλως η εφαρμογή του κανόνα 1 προς 5 σε σχέση με τις αποχωρήσεις, ακόμη και αν δεν πάμε ξανά στον κανόνα 1 προς 10 λόγω των δυσκολιών που έχουμε σε ορισμένους κλάδους όπως η υγεία, θα μας επιτρέψει να πετύχουμε το στόχο μας που είναι  η μείωση λόγω φυσιολογικών αποχωρήσεων κατά 150.000 περαιτέρω μέχρι το τέλος του προγράμματος.

Διαρθρωτικές αλλαγές όμως είναι και οι αλλαγές στη Δικαιοσύνη. Οι αλλαγές που έχουν σχέση με την ίδια τη λειτουργία της αγοράς, με τον έλεγχο των τιμών, με την πραγματική ενεργοποίηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Με την εφαρμογή  μέτρων διαφάνειας και περιορισμού της  σπατάλης, ιδίως στον τομέα της υγείας.

Κυρίως όμως αυτό θα επιτευχθεί μέσα από το νέο Εθνικό Φορολογικό Σύστημα, τις αλλαγές που έχουμε προωθήσει στη φορολογική διοίκηση, την επίμονη μάχη κατά της φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής και παραοικονομίας, η οποία διεξήχθη τα προηγούμενα δυόμισι χρόνια υπό εξαιρετικά δυσμενείς όρους. Υπό συνθήκες ύφεσης, αυξανόμενης ανεργίας και ως εκ τούτου ήταν πραγματικά τιτάνιο έργο να προωθείς αύξηση των φορολογικό  εσόδων και ανάσχεση της ύφεσης.

Υπάρχουν όμως πολύ σημαντικά προγεφυρώματα, με κορυφαίο προγεφύρωμα την άρση του τραπεζικού απορρήτου, που είναι η μήτρα όλων των ηλεκτρονικών διασταυρώσεων.

Το έβδομο σημείο είναι η ιδιωτικοποιήσεις, στις οποίες φαντάζομαι θ’ αναφερθεί ο κ. Μητρόπουλος στην επόμενη  συζήτηση. Αυτό που έχουμε να κάνουμε σε σχέση με τις ιδιωτικοποιήσεις πριν από οτιδήποτε άλλο, πριν από το να ισχυριστούμε ότι είναι εφικτή μια επιτάχυνση των διαδικασιών, η οποία δεν είναι εφικτή εάν δε συμπράξει η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (γιατί πρέπει να σεβόμαστε το πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου), είναι να πούμε πολύ απλά ότι μετά από μια, κατά τη γνώμη μου εσφαλμένη, αδρανοποίηση των διαδικασιών επί 4 προεκλογικούς μήνες, τώρα θα επανέλθουμε στον κανονικό ρυθμό όλων των διαδικασιών. Και εκκρεμούν πολλές και σημαντικές διαδικασίες.

Αλλά εκτός από εμάς, πρέπει να υπάρχουν και αγορές διαθέσιμες. Πρέπει να μειωθεί ο κίνδυνος της χώρας. Και για να μειωθεί ο κίνδυνος της χώρας, πρέπει να λειτουργήσουν εγγυητικοί μηχανισμοί  με τη συμμετοχή των εταίρων μας, που να καθιστούν εφικτή τη μεταμόρφωση κάθε διαδικασίας ιδιωτικοποίησης σε μια διαδικασία προσέλκυσης ξένων, άμεσων επενδύσεων στην Ελλάδα. 

Το όγδοο σημείο είναι το περιβόητο αναπτυξιακό πακέτο για την Ελλάδα, στα πρότυπα πλέον των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου. Όλο το πακέτο που αποφασίστηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι επαρκές ούτε καν μόνο για την Ελλάδα.

Αντιλαμβάνεστε ότι μία αύξηση των κεφαλαίων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων κατά 10 δισεκατομμύρια που θα μοχλεύσει 60, μία πολύ δειλή παρουσία του European Investment Fund, μία πιλοτική απλώς εφαρμογή των ομολόγων έργου, δεν θα έφτανε ούτε για την Ελλάδα.

Άρα χρειαζόμαστε έναν ριζικό επαναπροσανατολισμό των υφιστάμενων πόρων των διαρθρωτικών ταμείων, μία νέα πολύ σοβαρή συζήτηση για την ΚΑΠ όπως θα διαμορφωθεί και πολύ σοβαρές διμερείς πρωτοβουλίες, με τις μεγάλες κυρίως ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες καλούνται να αποδείξουν την ρητορεία τους στα θέματα αυτά.

Το ένατο και προτελευταίο σημείο είναι το κοινωνικό πακέτο, για τη στήριξη του οποίου πρέπει να μεταφερθούν τουλάχιστον 2,5 δισεκατομμύρια πόρων από το αναπτυξιακό πακέτο και τα διαρθρωτικά ταμεία στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο: για την ανεργία των νέων, για την επέκταση του χρόνου καταβολής επιδόματος ανεργίας και για την καταβολή επιδόματος ανεργίας στους αυτοαπασχολούμενους.

Και το δέκατο και τελευταίο σημείο είναι η έξοδος της ίδιας της Ευρωζώνης από την περιδίνησή της. Γιατί έχει αποδειχθεί, φαντάζομαι, σε όλους ότι το πρόβλημα δεν είναι η Ελλάδα ή κυρίως η Ελλάδα, αλλά η Ευρωζώνη συνολικά.

Το επείγον πολιτικά και ιστορικά κρίσιμο ζήτημα είναι να συμπληρωθεί το μετέωρο βήμα της νομισματικής ένωσης. Δεν αρκεί να συζητούμε μόνον για την τραπεζική ένωση και για τους νέους ρόλους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην εποπτεία των τραπεζών και στη λειτουργία της ως εκπροσώπου του ΕSM στην αγορά ομολόγων. Πρέπει να μιλήσουμε για τον πολιτικό πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Δεν αρκεί να μιλάμε για ταμείο «άφεσης» χρέους ή για φόρο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Πρέπει να μιλήσουμε για την ουσία των πραγμάτων και πρέπει να μιλήσουμε ρεαλιστικά και όχι επιπόλαια. Η συζήτηση για τα ευρωομόλογα στην Ελλάδα είναι χαρακτηριστική. Μας γοητεύει μία συζήτηση για τα ευρωομόλογα, όταν καμία από τις προτεινόμενες εκδοχές ευρωομολόγου δεν μας δίνει τόσο μικρό κόστος δανεισμού όσο η ίδια η δανειακή σύμβαση, η οποία στη φάση αυτή έχει ένα κόστος δανεισμού γύρω στο 2%.

Άρα πρέπει να βλέπουμε την ουσία των θεμάτων και όχι την επιπόλαια επικοινωνιακή όψη τους. Αυτό θα δώσει νόημα σε σχέση με τα δικά μας ενδιαφέροντα και τις δικές μας ανάγκες, σε μία συζήτηση που φέρνει σε αντίθεση το δημοσιονομικό σύμφωνο με το σύμφωνο ανάπτυξης και απασχόλησης, ενώ αυτό ήδη σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έχει γεφυρωθεί μέσα από την έννοια που ήδη ανέφερα της «φιλικής προς την ανάπτυξη δημοσιονομικής προσαρμογής».

Αυτά τα δέκα σημεία, κυρίες και κύριοι, που αποτελούν ή για να το πω ακριβέστερα θα αποτελέσουν κατά ανάγκην και εξ αποτελέσματος την κοινή προγραμματική βάση της νέας Κυβέρνησης, πιστεύω ότι συνιστούν ένα υπεύθυνο πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθεί η χώρα. Εφόσον οι εταίροι μας και δανειστές μας κατανοήσουν ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να λειτουργήσει ως ένα εργαστήριο για την αποτυχία της Ευρωζώνης, αλλά ως ένα εργαστήριο για την προετοιμασία της δικής της συλλογικής επιτυχίας και της δικής της συλλογικής εξόδου από την κρίση.

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΜοντέλο ΑνάπτυξηςΧρηματοοικονομική ΣφαίραΠολιτικές Ομιλίες, 2012