19 Ιανουαρίου 2023

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Τζίμα «Κρυφές πτυχές του Μακεδονικού» εκδ. Επίκεντρο 

 

Ίσως έχετε καταλάβει ότι εδώ υπάρχει μία πτέρυγα Θεσσαλονίκης την οποία ξεκινά  ο συγγραφέας, ο Σταύρος Τζίμας, παλιός φίλος, στέρεος, πιστός σε αυτό που κάνει, έγκυρος, με μεγάλη επαγγελματική πειθαρχία και ικανότητα, που ασχολείται συστηματικά με τα Βαλκάνια, που εξακολουθεί και σήμερα να ασχολείται με τα Βαλκάνια, σήμερα που αναρριπίζονται τα φαντάσματα των Βαλκανίων και μπορεί να έχουμε ανακύκλωση των μεγάλων διενέξεων και των μεγάλων προβλημάτων.  Χαίρομαι  γιατί αποφάσισε να συμπληρώσει και να επανεκδώσει αυτό το βιβλίο αναφοράς για το Μακεδονικό, για το ονοματολογικό, παρότι βεβαίως φθάσαμε στη Συνθήκη των Πρεσπών για την οποία αξίζει να πούμε δύο λόγια. Είναι η πιο έγκυρη υπογραφή και η πιο επίμονη υπογραφή ο Σταύρος. Τώρα εδώ συμβαίνει και το εξής ενδιαφέρον από πλευράς συμπαραδηλώσεων ,όπως λένε, έχουμε τον Σταύρο Τζίμα, έχουμε τον Παύλο Τσίμα και υπονοείται ο Ανδρέας Τζήμας ή Βασίλης Σαμαρινιώτης, ο οποίος είχε παίξει την περίοδο της κατοχής , της αντίστασης και του εμφυλίου  πολύ σημαντικό ρόλο στην περιοχή. Υπάρχει μία εμμονή ή μία σύμπτωση των ονομάτων, μία μουσική εάν θέλετε των ονομάτων.

Ο εκδότης των εκδόσεων «Επίκεντρο», ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος, είναι διδάκτωρ βαλκανικών σπουδών και έχει ασχοληθεί  πολύ με τα θέματα των Βαλκανίων διότι είναι και ερευνητής και «πραματευτής των Βαλκανίων» , όπως θα έλεγε ένας άλλος φίλος, ο Χρίστος Ζαφείρης, που είχε ονομάσει έτσι το βιβλίο του για τα Βαλκάνια.  Άρα  νομιμοποιείται να το εκδίδει και να το παρουσιάζει στο κοινό το βιβλίο αυτό. Εγώ βέβαια έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στη Θεσσαλονίκη έχοντας πατρική καταγωγή από την Εύβοια αλλά μητρική καταγωγή από ένα συνδυασμό νομού Πέλλης και Γευγελή και ως εκ τούτου είναι βίωμά μου όλα αυτά που συνδέονται με το ιδίωμα, με τους τοπικούς πληθυσμούς, με τις συμπεριφορές, τα έχω ζήσει από μικρό παιδί και δεν με φοβίζει ούτε με ξενίζει απολύτως τίποτα.

Είμαστε όμως, φαντάζομαι, σε άλλη φάση της ιστορίας, τώρα έχει επέλθει η τομή που είναι η υπογραφή και η θέση σε ισχύ της Συνθήκης των Πρεσπών της λεγόμενης, η οποία βεβαίως δεσμεύει την ελληνική δημοκρατία ως υποκείμενο του Διεθνούς Δικαίου, είναι ισχύουσα Σύμβαση κατά το Διεθνές Δίκαιο, διέπεται από τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών. Είναι ένα διεθνές κείμενο που έχει ήδη προκαλέσει τις βασικές έννομες συνέπειές του, δηλαδή έχει οδηγήσει στην ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, έχει οδηγήσει στην αποδοχή της με την προβλεπόμενη στην Συνθήκη των Πρεσπών ονομασία ως Βόρεια Μακεδονία στον ΟΗΕ, στο ΝΑΤΟ και σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς.

Έχει  σημασία, πέραν της όποιας εκτίμησης έχουμε για τη διαπραγμάτευση και για τη συνθήκη καθ’ αυτήν, να ξεκινήσουμε με ένα θεμελιώδες βασικό συμπέρασμα  το οποίο σήμερα  έχει πολύ μεγάλη σημασία. Η Συνθήκη των Πρεσπών, ακολούθησε   τα βήματα και τη λογική της ενδιάμεσης συμφωνίας του 1995, με την οποία ζήσαμε 25 χρόνια και η οποία στην πραγματικότητα έθεσε τα θεμέλια της οριστικής λύσης του λεγομένου ονοματολογικού ζητήματος, διότι επέβαλλε τη σύνθετη ονομασία , με τη μορφή της προσωρινής ονομασίας της ΠΓΔΜ. Άρα  με τη Συνθήκη των Πρεσπών μετεξελιχθήκαμε στη Βόρεια Μακεδονία, αλλά η λογική του ονόματος είναι απολύτως η ίδια. Ακολουθώντας λοιπόν το νήμα της ενδιάμεσης συμφωνίας, η Συνθήκη των Πρεσπών διεκδικεί στο όνομα της κλασικής μονιστικής αντίληψης που οι  εξ ημών νομικοί θα θυμάστε από τις σπουδές σας, την υπεροχή του Διεθνούς Δικαίου έναντι του εθνικού Συντάγματος της γειτονικής μας χώρας. Η ενδιάμεση συμφωνία είχε οδηγήσει σε μία πρώτη  σημαντική αναθεώρηση του Συντάγματος της τότε λεγόμενης ΠΓΔΜ και η Συνθήκη των Πρεσπών οδήγησε σε μία πολύ πιο εκτεταμένη και πολύ πιο ουσιώδη αναθεώρηση του Συντάγματος της γειτονικής μας χώρας που κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να οδηγήσει σε παλινδρόμηση, διότι υπερισχύουν οι προβλέψεις της Συνθήκης.

Είχα την ευκαιρία, ανταποκρινόμενος σε μία πολύ ευγενική πρόσκληση ενός παλαιού συναδέλφου μου, Vladimir Scaric,  καθηγητή χρόνια του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο των Σκοπίων, να γράψω μία εκτενή μελέτη για το θέμα αυτό στον τιμητικό του τόμο που εκδίδεται στα Σκόπια. Ως εκ τούτου νομίζω ότι μπορούμε να συζητάμε για τα προβλήματα που θα μπορούσε να έχει επιλύσει επιπλέον η Συνθήκη των Πρεσπών, αυτά που ο Ζάεφ επικαλέσθηκε στο περίεργο, παράδοξο δημοψήφισμα που οργανώθηκε στη γειτονική μας χώρα μετά την υπογραφή της Συνθήκης. Αλλά  βεβαίως θα μπορούσαμε κατά τη γνώμη μου να έχουμε μία πληρέστερη λύση στα γνωστά θέματα, της γλώσσας, της ιθαγένειας και του τρόπου με τον οποίο θα κλιμακώνεται χρονικά η εσωτερική χρήση του ονόματος Βόρεια Μακεδονία που τώρα εναρμονίζεται και συγχρονίζεται με το άνοιγμα των κεφαλαίων διαπραγμάτευσης για την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πάντως το πλαίσιο είναι αυτό και έχουμε λύσει ένα θέμα,  ως εκ τούτου μπορούμε να αναπληρώσουμε ως παράγοντας περιφερειακής σταθερότητας, επιγενόμενες ελλείψεις που έχουμε στα Βαλκάνια, στα οποία βλέπω  ότι έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια και η οικονομική, η επενδυτική, αλλά και η πολιτική μας παρουσία λόγω των νέων συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί. Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία εάν παρακολουθεί κανείς τις ευρωπαϊκές στατιστικές για τη θέση της χώρας, ιδίως σε σχέση με άλλες χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως  η Ρουμανία κυρίως, η Βουλγαρία είναι πάντα πίσω από εμάς, αλλά  βεβαίως η Κροατία ή άλλες χώρες που έχουν προέλθει από τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όπως είναι το χαρακτηριστικότερο νομίζω παράδειγμα της Σλοβενίας.

 Αλλά τώρα που πράγματι μπορεί να αναζωπυρωθούν αυτά τα φαντάσματα ή εν πάση περιπτώσει οι διενέξεις της βαλκανικής, νομίζω ότι έχουμε την άνεση να παρεμβαίνουμε και να διατυπώνουμε μία περιφερειακή πολιτική χωρίς να είμαστε μέρη μίας διένεξης η οποία είχε αποκτήσει εμβληματικά και επίμονα χαρακτηριστικά επί 30 περίπου χρόνια. Παρότι εξακολουθούμε να έχουμε την εκκρεμότητα της αναγνώρισης του Κοσόβου, όχι μόνον εμείς αλλά και άλλες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ισπανία η οποία είχε προσφύγει πριν από μερικά χρόνια εναντίον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατ’ αναίρεση και τελικά κέρδισε και μία σχετική δίκη πριν από λίγες ημέρες σε σχέση με το χαρακτηρισμό του Κοσόβου, η Σλοβακία, η Κύπρος.

Το χειριζόμαστε όμως το ζήτημα αυτό νομίζω με μία ευελιξία και με μία αποτελεσματικότητα η οποία μας επιτρέπει να παρακολουθούμε πώς εξελίσσεται αυτή η δέσμη προβλημάτων που συνδέεται με την Αλβανία, το Κόσοβο, τη Σερβία, εν μέρει τη Βόρεια Μακεδονία κατά το τμήμα που έχει πληθυσμιακές πυκνώσεις αλβανικές. Από την άλλη μεριά βεβαίως μπορούμε να παρακολουθούμε με πιο μεγάλη ψυχραιμία την σοβούσα πάντα ένταση στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, πολλές φορές στο όνομα του Συμβουλίου της Ευρώπης και της ανάγκης να εκτελούνται οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είναι αρκετά παράδοξο ,όπως ξέρετε, αυτό, αλλά και εκεί πάλι το ζήτημα είναι η Σερβία.

 Το ζήτημα το οποίο μας ταλανίζει από την εποχή της βουλγαρικής εξαρχίας και έχει πλέον έρθει ξανά στην επιφάνεια, είναι το εκκλησιαστικό ζήτημα στα Βαλκάνια, το οποίο συνδέεται εμφανώς  γνωστό ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα της Αυτοκεφαλίας. Ένα  από τα προβλήματα  που έχουμε αυτή τη στιγμή στα Βαλκάνια, είναι βεβαίως το εκκλησιαστικό ζήτημα στη Βόρεια Μακεδονία, το εκκλησιαστικό ζήτημα στο Μαυροβούνιο και η στάση των σλαβικών εκκλησιών σε σχέση με το Ουκρανικό Αυτοκέφαλο, κάτι το οποίο είναι και αυτό  σημαντικό ζήτημα ιδίως σε ό,τι αφορά κυρίως τη στάση του Πατριαρχείου της Σερβίας. Άρα ο Σταύρος Τζίμας  είναι ξανά επίκαιρος όπως και εάν δούμε τα θέματα αυτά.

 Η αναζωπύρωση της μνήμης που προκαλεί με το πολύ σημαντικό και εξαιρετικά χρήσιμο βιβλίο του, πρέπει να μας οδηγήσει σε μία επανεξέταση επιλογών. Προσωπικά έχω παρακολουθήσει το ζήτημα αυτό από τις πρώτες συσκέψεις μετά την παραίτηση του Αντώνη Σαμαρά από το Υπουργείο Εξωτερικών, ως στενός σύμβουλος και συνεργάτης του Ανδρέα Παπανδρέου που μετείχε ως αρχηγός της αντιπολίτευσης στις συσκέψεις αυτές. Έχω τις ιδιόχειρες σημειώσεις του στο αρχείο μου από τις μεγάλες αυτές συσκέψεις στις οποίες διατυπώθηκε η « εθνική θέση» , η οποία βεβαίως νομίζω ότι διατυπώθηκε ολοκληρωμένα  στην πραγματικότητα δύο χρόνια αργότερα με το εμπάργκο και την ενδιάμεση συμφωνία. Έχουμε ζήσει με τον παριστάμενο Πρέσβη επί τιμή, Δημήτρη Καραϊτίδη, ο οποίος συνδύαζε την ιδιότητα του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στα Σκόπια και του Διπλωματικού Συμβούλου του Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και με τον Κώστα Μπίκα και με άλλους –ο Κώστας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών τότε, αλλά και άλλοι εδώ εκ των παρισταμένων στελεχών επί τιμή της Διπλωματικής Υπηρεσίας– το ζήτημα του εμπάργκο το 1994, που είχε ως σκοπό να καταλήξουμε στην ενδιάμεση συμφωνία το 1995, με την οποία πορευτήκαμε, όπως σας είπα, 25 ολόκληρα χρόνια και η οποία αναπαράγεται στην πραγματικότητα μέσα στη Συνθήκη των Πρεσπών, η οποία, όπως τη διαβάζω εγώ, έχει μία προσωρινή ενδιάμεση νέα συμφωνία και μία οριστική.

Βεβαίως, στη συνέχεια, έχω ζήσει περίπου όλες τις περιπέτειες στις οποίες αναφέρεται ο Σταύρος, από διάφορες θέσεις, αρκεί να σας πω ότι υποδέχθηκα στην Ελληνική Προεδρία του 1994 του πρώτου εξαμήνου, τον Πινέιρο, ως αρμόδιο για θέματα πολιτισμού και οπτικοακουστικών μέσων, ήταν ο ομόλογός μου –ήμουν Υπουργός Τύπου στο Συμβούλιο το αντίστοιχο– και έχω ακούσει από πρώτο χέρι την αντίληψή του και την περιγραφή του για το τι σήμαινε το «πακέτο» Πινέιρο. Έχω ζήσει όλη την ιστορία της διαπραγμάτευσης την περίοδο Λιούπτσο Γκεοργκιέβσκι ως Υπουργός Ανάπτυξης, τότε ο Υπουργός Ανάπτυξης ήταν και Υπουργός Ενέργειας, με τον αγωγό Θεσσαλονίκης-Σκοπίων, με το διυλιστήριο της ΟΚΤΑ, με όλες τις προσπάθειες που έγιναν επί των κυβερνήσεων Κώστα Σημίτη προκειμένου να βρεθεί μία λύση. Υπάρχουν εδώ άνθρωποι που υπηρετούσαν στα Σκόπια την περίοδο εκείνη.

Κάνω μία μεγάλη υπέρβαση για να θυμηθώ την τελευταία επίσκεψη που είχα κάνει ως Προεδρεύων του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2014 στα Σκόπια, τις συναντήσεις που γίνονταν σε άλλο κλίμα τότε με τον Γκρουέφσκι και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Ιβάνοφ. Ο Ζάεφ νέος  τότε νέος αρχηγός της αντιπολίτευσης, χωρίς να έχει την υποψία ότι θα γίνει τόσο γρήγορα πρωθυπουργός και θα είναι αυτός ο οποίος στην πραγματικότητα θα διαπραγματευτεί με την ελληνική κυβέρνηση την Συνθήκη των Πρεσπών.

Θα  κλείσω λέγοντας ότι πράγματι, παρότι είχαμε μία κατάληξη η οποία είναι θετική εντέλει  και εξ αποτελέσματος και είναι ένα κεκτημένο που έχει η ελληνική εξωτερική πολιτική, παρά την κριτική που μπορεί να ασκηθεί στη Συνθήκη, η αλήθεια είναι ότι επιβεβαιώθηκε και στο ζήτημα αυτό, που ήταν το έλασσον ζήτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε σχέση με τα Ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, ότι μας διέπει το σύνδρομο, όπως το ονομάζω, Ζυρίχης-Λονδίνου, δηλαδή ο φόβος του Κωνσταντίνου Καραμανλή ότι όποιος ασχοληθεί με την εξωτερική πολιτική και καταλήξει κάπου και αναλάβει την ευθύνη μίας κατάληξης, κινδυνεύει να κατηγορηθεί ως προδότης. Ότι γενικώς το δόγμα είναι «του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ» και όταν μπορείς να αποφύγεις ένα πρόβλημα και να το μεταθέσεις στον επόμενο, αυτό είναι κάτι το οποίο προτείνεται ως λύση.

Αυτό όμως κατά τη γνώμη μου δεν οδηγεί πουθενά, εκτός και εάν έχεις μία πολύ σοβαρή εκτίμηση για το momentum και τη διαχείρισή του και πιστεύεις ότι θα διαμορφωθούν πράγματι ευνοϊκότεροι συσχετισμοί και άρα οι επιλογές σου  διέπονται από αίσθημα πατριωτισμού και ευθύνης και όχι από την ανάγκη να αποφύγεις το πολιτικό κόστος και να αυτοπροστατευτείς. Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου άλλωστε και ο ορισμός του λαϊκισμού, δηλαδή λαϊκιστής είναι αυτός που δεν έχει διάθεση να αναλάβει πολιτικό κόστος για τίποτα.

Ως εκ τούτου νομίζω ότι κάτι έχουμε μάθει από την υπόθεση αυτή. Μάθαμε επίσης ότι δεν ζητείται ποτέ και δεν διαμορφώνεται συναίνεση για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής ενώ το εν ευρεία εννοία συστημικό πολιτικό φάσμα στην Ελλάδα συμφωνεί σε όλες τις θεμελιώδεις στρατηγικές επιλογές, είναι δηλαδή δυτικό, ευρωπαϊκό, φιλοαμερικανικό και ως εκ τούτου θα υπήρχαν μεγάλα περιθώρια να διαμορφωθούν συναινέσεις οι οποίες όμως θυσιάζονται στο βωμό άλλων πραγμάτων. Για παράδειγμα η συναίνεση η οποία θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί στο ζήτημα της Συνθήκης των Πρεσπών, θυσιάστηκε στο βωμό της σκευωρίας Novartis, αρκεί να θυμηθείτε ότι η συζήτηση την ημέρα που κατέστη επίκαιρη η πρόταση για τη λεγόμενη Δημοκρατία του Ίλιντεν, που  ευτυχώς απεφεύχθη ως λύση, διεξήχθη στη Βουλή στο πλαίσιο της συζήτησης για την υπόθεση Novartis.

Παρόλα αυτά με πολύ μεγάλη ψυχραιμία και υπευθυνότητα υπήρξαν άνθρωποι που ανέλαβαν μεγάλο προσωπικό βάρος για το ζήτημα αυτό, ένας εκ των οποίων είναι ένας άλλος συμπολίτης μας, ο Νικόλαος Μέρτζος, τον οποίο θα ήθελα να μνημονεύσω. Όπως θα ήθελα να μνημονεύσω επί τη ευκαιρία αυτή, νιώθοντάς το ως υποχρέωση λόγω της μεγάλης τριβής και αφού ακούστηκε το όνομα του Βαγγέλη Κουφού,  και τον Ντίμη Βασιλάκη, ο οποίος πολλά χρόνια μετείχε σε αυτήν τη διατήρηση της ανοικτής διαδικασίας. Αυτό είναι κάτι από μόνο του πάρα πολύ σημαντικό, ακόμα και εάν ξέρεις ότι θα γίνουν κύκλοι επί κύκλων επαφών και συζητήσεων για να διατηρηθεί η διαδικασία ζωντανή. Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ιδίως εάν λάβουμε υπόψη το πώς εξελίχθηκε ενώπιον της διεθνούς δικαιοσύνης με την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης του 2011  η διαχείριση του θέματος στο Βουκουρέστι το 2008. Και αυτό πρέπει να το λάβουμε υπόψη, κάποια στιγμή να εκτιμήσουμε τα τελευταία 50 χρόνια της μεταπολίτευσης, ποια ήταν η σχέση μας με το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και με τη νομολογία του, γιατί και αυτό νομίζω θα μας φανεί χρήσιμο για διάφορα θέματα, εφόσον αποφασίσουμε κάποια στιγμή να συζητάμε με ευθύτητα και ειλικρίνεια τα θέματα αυτά και όχι με το γνωστό τρόπο, τον γεμάτο στερεότυπα και υπεκφυγές, ο οποίος δεν νομίζω ότι μπορεί να επιβιώσει για άλλα 50 χρόνια. Νομίζω ότι 50 χρόνια, τα οποία κλείνουμε το 2024, είναι επαρκή για την άσκηση αυτή και μπορούμε να περάσουμε σε μία άλλη άσκηση , να δούμε μήπως έχουμε και καλύτερα αποτελέσματα.

Τούτων λεχθέντων, όπως θα έλεγε ένας άλλος συμπολίτης μας, μπορώ να συγχαρώ και εγώ τον Σταύρο Τζίμα και τον εκδότη του και να ευχηθώ και στα άλλα με υγεία και να είναι πάντα επίμονος, ερευνητικός και δύσπιστος όπως είναι κάθε καλός ρεπόρτερ.-

 

*Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στην ΕΣΗΕΑ στις 19.1.2023. Στην εκδήλωση συμμετείχαν επίσης, ο συγγραφέας Σταύρος Τζίμας, ο Αλέξης Παπαχελάς και ο Παύλος Τσίμας. Τη συζήτηση συντόνισε ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος

 

Video: https://www.youtube.com/watch?v=uQj64BtmKvQ

 

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2023Παρουσιάσεις Βιβλίων