Ευάγγελος Βενιζέλος

 

Η σχέση Νικόλαου Δημητρακόπουλου και Ελευθέριου Βενιζέλου*

 

Είναι  πολύ τυχερός ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος γιατί έχει τόσους πολλούς και τόσο θερμούς θεματοφύλακες της μνήμης του. Καθένας μας, ίσως σκέπτεται τι θα συμβεί μετά τον θάνατό του, αν θα υπάρχουν κάποιοι που να τιμούν τη μνήμη του, να την προφυλάσσουν, να την καλλιεργούν, να τη διαδίδουν και νομίζω ότι από την άποψη αυτή, πρέπει να είναι πολύ ευτυχής στην αιώνια ζωή του ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος. Σίγουρα είναι πολύ υπερήφανη η Καρύταινα που τον νιώθει ως τέκνο της παρόν και τον τιμά συνεχώς, με συστηματικό τρόπο.  Ενεργεί ως κληρονόμος των όσων μας έχει αφήσει ως παρακαταθήκη ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος.

Είχα και στο παρελθόν την ευκαιρία να ασχοληθώ με τον Νικόλαο Δημητρακόπουλο [1]. Το εντυπωσιακό νομοθετικό του έργο αλλά και οι  κοινοβουλευτικές  του αγορεύσεις έχουν καταστεί αντικείμενο εξαιρετικών παρουσιάσεων και σημαντικών εκδόσεων. Νομίζω ότι μπορούμε τώρα εδώ, στον δημόσιο χώρο της γενέθλιας γης του, να θέσουμε  ένα ερώτημα που  απασχολεί όποιον μελετήσει συστηματικά και εις βάθος, χωρίς προκαταλήψεις, τη δημόσια παρουσία του Δημητρακόπουλου:  Ποια  είναι, εν τέλει και συνολικά, η σχέση του Νικόλαου  Δημητρακόπουλου με τον Ελευθέριο Βενιζέλο;

Ο Δημητρακόπουλος έχει καταγραφεί ως ο εξαίρετος υπουργός Δικαιοσύνης της πρώτης κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου, της διετίας 1910 – 1912, δηλαδή της διετίας μετά το Γουδή, της διετίας που περιλαμβάνει τη σύγκλιση των δυο διπλών Αναθεωρητικών Βουλών, που οδηγούν στο Αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1911. Αυτό βεβαίως έχει ανάγκη από εκτελεστικούς του Συντάγματος νόμους, άρα από ένα φιλόδοξο και  απαιτητικό νομοθετικό έργο, το οποίο αυτός, ως  αρμόδιος υπουργός,  εισηγείται εκ μέρους της Κυβέρνησης. Για αυτό έχει καταγραφεί εις τας δέλτους της Ιστορίας ως ο εξαιρετικός νομομαθής, ο Υπουργός Δικαιοσύνης του Ελευθερίου Βενιζέλου. Θα ήθελε όμως  να  έχει παραμείνει με τον χαρακτηρισμό αυτό εις τον αιώνα τον άπαντα ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος; Πέθανε ως οπαδός και συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου; Όχι. Υπήρξε μια τομή, μια καμπή.

Καταρχάς, τα δυο αυτά πρόσωπα έχουν μια σειρά από εντυπωσιακά κοινά στοιχεία. Έχουν γεννηθεί και οι δυο το 1864, δηλαδή στο μέσον του 19ου αιώνα, είναι και οι δυο νομικοί, έχουν ασκήσει ενεργό δικηγορία, προέρχονται από την αστική τάξη εν ευρεία εννοία, έχουν γονείς οι οποίοι είναι αστοί της εποχής, όχι με τη σημερινή έννοια του όρου, είναι δυο ισχυρές προσωπικότητες αναμφίβολα, χαρισματικές, ανεδείχθησαν και οι δύο στην κεντρική πολιτική σκηνή μετά το Κίνημα στο Γουδή  και την πτώση του παλαιού πολιτικού συστήματος, δηλαδή μετά το 1909. Ο ένας αναδείχθηκε με τον τρόπο που όλοι γνωρίζουν και έλαμψε με πολλές εχθρότητες βέβαια και πολλές διακυμάνσεις μέχρι το 1936. Άρα είχε τη βιολογική τύχη να ζήσει 15 κρίσιμα χρόνια μετά τον Δημητρακόπουλο, από το 1921 που πεθαίνει ο Δημητρακόπουλος μέχρι το 1936 που πεθαίνει ο Ελευθέριος Βενιζέλος.  Έχει την ατυχία ο Δημητρακόπουλος να πεθάνει σχετικά νέος, ακόμη και για τα δεδομένα της εποχής του. Είναι και οι δυο κεντρώοι, προοδευτικοί στις αντιλήψεις, φιλελεύθεροι, αλλά διαφορετικών κατηγοριών.

Ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος είναι ένας κλασσικός, συντηρητικός φιλελεύθερος, δεν θέλει κρατικό παρεμβατισμό. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είναι, για τα δεδομένα της εποχής, ένας «νέος φιλελεύθερος», έτσι χαρακτήριζε τους φορείς αυτών των απόψεων η τότε θεωρία[2]. Δεν είχε δογματικά προβλήματα. Μπορούσε να αποδεχθεί και τον κρατικό παρεμβατισμό, άρα θεωρούσε λογικό να θέτει υπό τον έλεγχο του κράτους την Εθνική Τράπεζα, ως εκδοτική τράπεζα - δεν υπήρχε ακόμη Τράπεζα της Ελλάδος, ήταν  διφυής η Εθνική Τράπεζα,   εμπορική και οιονεί κεντρική τράπεζα[3]. Όπως βεβαίως, δεν είχε κανένα πρόβλημα ο Ελευθέριος Βενιζέλος να μεγαλώνει το κράτος και να μεγαλώνει και τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Μάλιστα για να δώσει έμφαση στην εφαρμογή ενός ειδικού νομικού καθεστώτος, διόρισε Γενικό Διοικητή των νέων χωρών τον υπουργό του της Δικαιοσύνης, τον Κωνσταντίνο Ρακτιβάν, ο οποίος, θυμίζω, αντικατέστησε εν μια νυκτί τον Νικόλαο Δημητρακόπουλο στον θώκο του υπουργού Δικαιοσύνης, από Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, θέση στην οποία είχε διαδεχθεί τον Έσλιν, ο οποίος είχε εκλεγεί βουλευτής και εξελέγη και Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων στη πρώτη διπλή αναθεωρητική  Βουλή του 1910.

Άρα, είχαν αποκλίσεις  ιδεολογικές και κυρίως είχαν πολύ σοβαρές αποκλίσεις ως προς την αντίληψη περί θεσμών. Ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος ήταν κυρίως και πρωτίστως νομικός. Ήταν ένας πιστός θεματοφύλακας των θεσμών. Μερικές φορές ίσως  έδινε την εντύπωση  θεσμολάγνου. Δεν είναι τυχαίο ότι είχε ασκήσει πειθαρχικές διώξεις, ως υπουργός Δικαιοσύνης, κατά του συνόλου σχεδόν των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών και υπαλλήλων.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μπορούσε, όταν χρειαζόταν, να υποτάξει τη λειτουργία των θεσμών στην εξυπηρέτηση ενός στόχου, πολιτικού και ιδίως εθνικού[4]. Παραδόξως  σε αυτό συνέπραξε αρχικά ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος. Έτσι ξεκίνησαν  τη συνεργασία τους  αποδεχόμενοι και οι δυο και υπερασπιζόμενοι μια θεμελιώδη παραβίαση του Συντάγματος του 1864. Το Σύνταγμα του 1864 προέβλεπε στο άρθρο 107 ότι η διαπίστωση ( βεβαίωση ) της ανάγκης αναθεώρησης προσδιορισμένων  μη θεμελιωδών διατάξεων έπρεπε να γίνει από τη Βουλή σε δυο διαδοχικές περιόδους, δηλαδή από δυο διαδοχικές Βουλές, με αυξημένη πλειοψηφία των τριών τετάρτων του όλου αριθμού των βουλευτών σε κάθε μια από αυτές. Η δεύτερη Βουλή   που θα  διαπίστωνε  την ανάγκη  αναθεώρησης  διαλυόταν αμέσως, προκειμένου να  συγκληθεί  αναθεωρητική  Βουλή με διπλάσιο αριθμό εδρών για  να  συντελέσει την αναθεώρηση. Αλλά βεβαίως, υπό την πίεση των καταστάσεων και του Κινήματος στο Γουδή  το 1909, ο βασιλιάς συνήνεσε εκών άκων, να προχωρήσει η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος χωρίς να τηρηθεί η πρόβλεψη του Συντάγματος- δηλαδή το τότε άρθρο 107,  το σημερινό 110 - που  προσδίδει στο Σύνταγμα τον αυστηρό και τυπικό του χαρακτήρα, που κάνει το Σύνταγμα κατά κυριολεξία Σύνταγμα. Η διάταξη που  καθιστά  το Σύνταγμα κανόνα υπέρτερης νομικής  ισχύος σε σχέση με τον συνήθη, τον κοινό νόμο. Άρα, δεν διαπιστώθηκε η ανάγκη αναθεώρησης δυο διαδοχικά φορές, αλλά μόνο μια, επιχείρησε δε η Βουλή που διαπίστωσε την ανάγκη αναθεώρησης, η Βουλή του παλαιού συστήματος, να δεσμεύσει τη νέα Βουλή, τη διπλή αναθεωρητική, με αναλυτικές κατευθύνσεις της αναθεώρησης.

Αυτό το ζήτημα, μέσα από τις περίεργες διαδρομές της Ιστορίας, ετέθη επί τάπητος το 2018. Το 2018 λοιπόν, άρχισε η Βουλή, ενόψει της αναθεώρησης που ολοκληρώθηκε το 2019, να συζητά για το αν οι κατευθύνσεις που θα δώσει διαπιστώνοντας   την ανάγκη αναθεώρησης κατά το άρθρο 110 παρ. 2, η Βουλή του Σεπτεμβρίου 2015  που διελύθη το 2019, η Βουλή της πλειοψηφίας που στήριζε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, θα δεσμεύουν τη Βουλή του Ιουλίου του 2019, δηλαδή τη δεύτερη Βουλή, αυτή που συνετέλεσε την αναθεώρηση του 2019. Το ερώτημα ήταν κρίσιμο γιατί  υπήρχαν ανοικτά  ζητήματα και κυρίως το ζήτημα της μείωσης της πλειοψηφίας που είναι αναγκαία για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Βεβαίως στη συνέχεια αυτή η έντονη συζήτηση ξεχάστηκε με εντυπωσιακή πολιτική ευκολία, επειδή στο πρόσωπο της σημερινής Προέδρου της Δημοκρατίας, η αντιπολίτευση υπερψήφισε την πρόταση της κυβέρνησης και έτσι εγκαταλείφθηκε το επιχείρημα όσων επέμεναν στη νομική και δικαστικά ελεγχόμενη δέσμευση της αναθεωρητικής ( δεύτερης ) Βουλής από τις αναθεωρητικές κατευθύνσεις που διατύπωσε η πρώτη.

Προβλήθηκε το επιχείρημα αυτό το 2018-19  και σε σχέση με τον εκλογικό νόμο: Ότι  δεσμεύει η κατεύθυνση της προηγούμενης Βουλής, η οποία ήταν υπέρ της λεγόμενης  απλής αναλογικής, ενώ η επιλογή  της  πλειοψηφίας της νέας Βουλής ( της και αναθεωρητικής ) ήταν σαφώς υπέρ ενός συστήματος «ενισχυμένης»  αναλογικής. Διεξήχθη τότε ένας πολιτικός και επιστημονικός διάλογος έντονος. Είχα την ευκαιρία, πριν τις τοποθετήσεις μου στη Βουλή το 2018, να δημοσιεύσω σχετική επιστημονική μελέτη[5], υποστηρίζοντας ότι η πρώτη Βουλή καθορίζει απλώς τον κατάλογο των υπό αναθεώρηση διατάξεων, αλλά όχι την κατεύθυνση, παρότι έχουμε ψήγματα στη νομολογία  του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αποδέχονται την ιδέα να δεσμεύει η κατεύθυνση, αρκεί να υπάρχει κατεύθυνση που να την έχει διατυπώσει η Ολομέλεια. Μια τέτοια κατεύθυνση ως προς το ζήτημα της εκλογής του ΠτΔ  δεν υπήρξε, με έναν δε χειρισμό, τον οποίον περιέργως είχε αποδεχθεί η απελθούσα πλειοψηφία το 2018, υπερψηφίστηκε από την τότε αντιπολίτευση η πρόταση της τότε πλειοψηφίας να διαπιστωθεί η ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 32 που ρυθμίζει τα σχετικά με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και συνεπώς αρκούσαν πλέον  μόνον 151 βουλευτές προκειμένου να διαμορφωθεί η νέα διάταξη στη δεύτερη Βουλή, αυτή του 2019 και να μειωθεί η αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών που απαιτούσε το Σύνταγμα για την εκλογή ΠτΔ στην τρίτη ψηφοφορία προκειμένου να αποφευχθεί η αυτόματη διάλυση της Βουλής, σε πλειοψηφία σχετική. Αυτό συνέβη διότι η τότε αντιπολίτευση ( Νέα Δημοκρατία ) ψήφισε στην πρώτη Βουλή την πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας ( ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ)  και συγκεντρώθηκαν υπέρ της ανάγκης αναθεώρησης της σχετικής διάταξης πολύ περισσότεροι των 180 ψήφων. Τόνιζα  τότε την ανάγκη να μη αφεθεί καμία διάταξη να υπερψηφιστεί με παραπάνω από 180 ψήφους, προκειμένου  να διατηρείται το πλεονέκτημα της αυξημένης πλειοψηφίας στη δεύτερη Βουλή, την κρίσιμη, την αναθεωρητική, αυτή που ασκεί πραγματικά τη συντακτική εξουσία[6]. Αλλά, όταν τα κόμματα θυσιάζουν στη συγκυρία τη θεσμική ευαισθησία, μετά πρέπει να κάνουν και τις αναγκαίες υποχωρήσεις.

Τον αντιλαμβάνομαι λοιπόν πολύ καλά, σχεδόν τον νιώθω τον Δημητρακόπουλο. Πρώτον,  διότι είναι και το δικό μου όνομα γραμμένο στον κατάλογο των υπουργών Δικαιοσύνης, που είναι μακρύς, ήμουν  ο 139ος υπουργός Δικαιοσύνης του Ελληνικού Κράτους από  συστάσεως του, όταν ανέλαβα τα καθήκοντα του  υπουργού Δικαιοσύνης το 1996. Φανταστείτε πόσο συχνές είναι οι μεταβολές στους υπουργούς Δικαιοσύνης. Δεύτερον, διότι έχω διατελέσει Γενικός Εισηγητής της Αναθεώρησης του Συντάγματος  του  2001, μόνο που  αναθεώρηση  του 2001 σεβάστηκε στο έπακρο τις συνταγματικές προδιαγραφές και ήταν  βαθιά συναινετική, όχι συγκρουσιακή[7].

Μαζί με τον Ελ. Βενιζέλο λοιπόν, ο Ν.  Δημητρακόπουλος υποστηρίζει στις Βουλές του 1910 -1912, τις εξής δυο απόψεις:

Πρώτον, ότι δεν πειράζει που δεν τηρήθηκε το άρθρο 107 του Συντάγματος του 1864. Η διπλή Αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από τις κατευθύνσεις της προηγούμενης Βουλής του παλαιού συστήματος, ούτε καν από τον κατάλογο των υπό αναθεώρηση διατάξεων, αλλά μπορεί να παρέμβει σε όλες τις διατάξεις πλην των θεμελιωδών. Ποιες είναι οι θεμελιώδεις; Ουσιαστικά η διατήρηση του βασιλικού θεσμού, αυτό ήταν που απασχολούσε το παλάτι και σε αυτό είχε επέλθει η συμφωνία για τον σχηματισμό των κυβερνήσεων μετά το Γουδή . Αυτό είχε συμφωνήσει ο βασιλέας Γεώργιος με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Έτσι έγινε η μετάβαση από το παλαιό στο νέο πολιτικό σύστημα. Γι’ αυτό ο Ελευθέριος Βενιζέλος έταμε τη συζήτηση όταν ο λαός των Αθηνών φώναζε «συντακτική, συντακτική» και είπε «αναθεωρητική» . Ανέλαβε  ο Δημητρακόπουλος να εξηγήσει στην πρώτη διπλή Αναθεωρητική Βουλή το 1910, ότι η Βουλή είναι αναθεωρητική βεβαίως και όχι συντακτική, αλλά ευρείας αναθεωρητικής αρμοδιότητος,  μπορούσε συνεπώς να θίξει όλες τις διατάξεις χωρίς να δεσμεύεται, πλην των θεμελιωδών, δηλαδή στην πραγματικότητα, πλην της μορφής του πολιτεύματος ως Βασιλευόμενης Δημοκρατίας.

Δεύτερον, ο Ελευθέριος Βενιζέλος διαπίστωσε στη συνέχεια ότι στην (πρώτη) διπλή  Αναθεωρητική Βουλή υπήρχαν συσχετισμοί που  δεν του επέτρεπαν να διαχειρίζεται μια ενιαία και συμπαγή πλειοψηφία. Ένας δε παράγοντας που εμπόδιζε τον συμπαγή χαρακτήρα της πλειοψηφίας, ήταν ο ίδιος ο Ν. Δημητρακόπουλος με τους 21 βουλευτές που διέθετε  ως αρχηγός κόμματος, γιατί δεν ήταν ένας απλός υπουργός Δικαιοσύνης, ήταν εταίρος της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου. Γι’ αυτό και διαλύεται η Βουλή και υποστηρίζει ο Δημητρακόπουλος, ως υπουργός Δικαιοσύνης, ότι παρόλο που διαλύεται η αναθεωρητική Βουλή και με τη διάλυση ο αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή ο βασιλιάς,   παρεμβαίνει  στην  αναθεωρητική λειτουργία  στην οποία δεν μετέχει ο ίδιος, η αναθεωρητική αρμοδιότητα  μετατίθεται  και   κληροδοτείται στην επόμενη Βουλή που συγκαλείται επίσης ως διπλή αναθεωρητική. Αυτό επαναλήφθηκε δεκαετίες αργότερα, όταν μεσολάβησαν τρείς Βουλές προκειμένου να ψηφιστεί το Σύνταγμα του 1952 και η καθεμία μεταβίβαζε την αναθεωρητική αρμοδιότητα στην επόμενη. Κατά τον τρόπο αυτό έγινε η μετάβαση από τη Βουλή του 1946 ( της αποχής  του ΚΚΕ) , στη Βουλή του 1950 και μετά στη Βουλή του 1951  που εντέλει ψήφισε  το Αναθεωρημένο Σύνταγμα της 1.1.1952. 

Αυτά έως ότου τεθεί ζήτημα με την εισδοχή των Κρητών βουλευτών που θεωρείται στην ιστοριογραφία η αιτία ή έστω η αφορμή της ρήξης. Όμως στην πραγματικότητα δεν υπήρξε κάποια αγεφύρωτη σύγκρουση μεταξύ των δυο πολιτικών ανδρών. Άλλωστε ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήξερε καλύτερα από κάθε άλλον ότι χωρίς τη συναίνεση των Μεγάλων Δυνάμεων και χωρίς διεθνή συμφωνία θα ήταν πρόκληση άνευ λόγου να εμφανιστούν οι Κρήτες βουλευτές και να ενεργήσουν ως μέλη της Βουλής των Ελλήνων. Θέση με την οποία συμφωνούσε ουσιαστικά ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος.

Όμως επήλθε η σύγκρουση και παραιτήθηκε ο Δημητρακόπουλος. Ίσως και να  «ανακουφίστηκε»  ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ίσως  ήθελε να αποδεσμευτεί  από την υπερβολική προσκόλληση στη νομιμότητα και τους θεσμούς. Γιατί είχε μπροστά του ένα πολεμικό σχέδιο. Το πολεμικό σχέδιο λοιπόν του Α΄ και του Β΄ Βαλκανικού πολέμου εφαρμόστηκε  χωρίς να είναι ο Δημητρακόπουλος αλλά  ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν, ο μετέπειτα πρώτος πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ,  υπουργός Δικαιοσύνης. Ο Δημητρακόπουλος ήταν βεβαίως  βουλευτής, αλλά σε μια Βουλή που δεν λειτουργούσε κανονικά  εξαιτίας  του πολέμου. Είναι συνεπώς  λογικό να εκφράζει το παράπονο ότι η τότε Βουλή ήταν «άβουλη». Διότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν πανίσχυρος,  δημοφιλής,  κατελάμβανε εδάφη, μεγάλωνε την Ελλάδα και συγκρουόταν με τον διάδοχο χωρίς να έχει ως πρώτη ή βασική μέριμνα τη διαρκή ενημέρωση της Βουλής ή πολύ περισσότερο την κοινοβουλευτική έγκριση των αποφάσεων που έπρεπε να λαμβάνει με πολεμικούς ρυθμούς .

Όταν  εισάγεται προς κύρωση στη Βουλή των Ελλήνων η Συνθήκη των Αθηνών, του Νοεμβρίου του 1913, που διαδέχεται τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, η Ελλάδα είναι πλέον  η Ελλάδα με τις νέες χώρες, με τη Θεσσαλονίκη, με τα Γιάννενα, με την Κρήτη ενσωματωμένη. Βεβαίως ακόμη και τώρα εκφράζονται παράπονα και διατυπώνονται κριτικές γιατί εγκαταλείφθηκε η Βόρειος Ήπειρος ή γιατί δεν λύθηκε από τότε το ζήτημα της Κύπρου ή το ζήτημα των Δωδεκανήσων. Αλλά, ο Ελευθέριος Βενιζέλος αυτό έφερε ως αποτέλεσμα στη Βουλή των Ελλήνων. Τότε πράγματι, η Δυτική Θράκη, ήταν μια βουλγαρική λωρίδα και δεν υπήρχαν απευθείας σύνορα μεταξύ Ελλάδος και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και εκεί εμφανίζεται η αμφιθυμία  του Δημητρακόπουλου, ο οποίος ως  έντιμος, λόγιος πολιτικός , πιστός στους θεσμούς, καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να καταψηφιστεί η Συνθήκη των Αθηνών που διπλασιάζει την Ελλάδα. Αλλά, επιφυλάσσεται να ασκήσει και εν μέρει ασκεί οξεία κριτική στον Ελευθέριο Βενιζέλο, γιατί αγνόησε τη Βουλή κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων  και γιατί  δεν έφερε ενώπιον της  καλύτερο αποτέλεσμα. Γιατί δεν έφερε μια Ελλάδα μεγαλύτερη απ’  αυτήν που έφερε ενώπιον της Βουλής.[8]

Είναι λογικό, να αναρωτηθεί κανείς, αφού το ήθελε αυτό ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος, εφόσον ήθελε μια Ελλάδα ακόμα πιο μεγάλη από την Ελλάδα του Ελευθερίου Βενιζέλου, ποια ήταν  η στάση του στον Εθνικό Διχασμό; Τι έκανε ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος την περίοδο που άρχισε να κυοφορείται και ιδίως όταν εξερράγη ο διχασμός;

Παραιτήθηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, σχηματίστηκαν οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις της εποχής, κυρίως οι κυβερνήσεις Ζαΐμη και Σκουλούδη, ανθρώπων ικανών για τις περιστάσεις και επιτήδειων,  διελύθη τελικά η δεύτερη Βουλή του 1915 και άρχισε να καθίσταται προφανές και ισχυρό το ενδεχόμενο ενός εθνικού διχασμού. Έλεγε τότε ο Δημητρακόπουλος, ότι δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τις αξιώσεις των Συμμάχων, της Αντάντ δηλαδή, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τις αξιώσεις  που πρωτίστως η Γαλλία προέβαλε  εκ μέρους των Συμμάχων. Η δε βασική νομική του επιχειρηματολογία  ήταν, ότι η πρόσκληση που απηύθυνε ως Πρωθυπουργός ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στα συμμαχικά στρατεύματα να αποβιβαστούν στην Ελλάδα, ήταν  παράνομη, διότι δεν είχε την έγκριση της Βουλής. Και όντως, με τα συνταγματικά δεδομένα της εποχής ( άρθρο 99 ) απαιτείτο νόμος,  μάλιστα με τα σημερινά συνταγματικά δεδομένα (άρθρο 27 παρ. 2 ), για να εισέλθει ξένη στρατιωτική δύναμη στη χώρα απαιτείται νόμος  αυξημένης πλειοψηφίας, ψηφισμένος από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Πίστευε μάλιστα ο Δημητρακόπουλος ότι αν η κυβέρνηση το εξηγούσε αυτό στους Συμμάχους, οι Σύμμαχοι θα το αντιλαμβάνονταν και θα σέβονταν το γεγονός ότι δεν είχαν τηρηθεί οι ελληνικές συνταγματικές προδιαγραφές[9]. Θα έλεγα ότι ήταν υπερβολικά καλόπιστη και φορμαλιστική η προσέγγιση αυτή . Πάντως καθόλου ρεαλιστική . Η στάση αυτή  δείχνει ,αναμφίβολα , μια σχεδόν  θρησκευτική προσήλωση στον τύπο του Συντάγματος, στη συνταγματική   νομιμότητα, αλλά βέβαια το πολιτικό και ιστορικό παίγνιο  είχε προσλάβει  άλλες διαστάσεις.

Όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος μεταβαίνει με την τριανδρία στη Θεσσαλονίκη και αφήνει ως προεδρεύοντα του κόμματος των Φιλελευθέρων στην Αθήνα, στο κράτος των Αθηνών, τον Κωνσταντίνο Ρακτιβάν, ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος παραμένει φυσικά στο κράτος των Αθηνών, δεν πηγαίνει στο κράτος Θεσσαλονίκης. Και όταν αρχίζουν πια τα τελεσίγραφα των Συμμάχων, μετέχει στα Συμβούλια  του Στέμματος, με το παλιό πολιτικό προσωπικό, με τον Πρωθυπουργό Λάμπρου, δηλαδή αυτόν που φέρει τεράστια ευθύνη για την καταστροφή του 1897, για την οποία ο Δημητρακόπουλος έγραψε τα θαυμάσια στρατιωτικά απομνημονεύματά του και καταλόγισε ευθύνες στον διάδοχο Κωνσταντίνο. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος, μετά τη  δολοφονία του Γεωργίου Α΄, είναι πλέον ο βασιλιάς που προεδρεύει του Συμβουλίου του Στέμματος. Ο Δημητρακόπουλος βρίσκεται λοιπόν εν τω μέσω όλου του παλαιού προσωπικού. Είναι μαζί με τον Ζαΐμη, τον Σκουλούδη, τον Γούναρη, τον Ράλλη, τον Καλογερόπουλο, παρών  στα συμβούλια αυτά[10]. Προσπαθούν όλοι μαζί  να αντιμετωπίσουν τις καταιγιστικές εξελίξεις, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Μάλιστα όταν αρχίζουν οι ασφυκτικές γαλλικές πιέσεις, πράγματι απορρίπτει την πρόταση του Κωνσταντίνου να σχηματίσει αυτός  κυβέρνηση. Όπως την απορρίπτει και ο Νικόλαος Καλογερόπουλος, αλλά κατά βάθος, ο Κωνσταντίνος ήθελε να οδηγηθεί ξανά σε μια κυβέρνηση Ζαΐμη, που θεωρούσε ότι είναι ο ικανός να χειριστεί την περίσταση. Δεν μίλησε ποτέ για το θέμα αυτό αναλυτικά ο ίδιος ο Δημητρακόπουλος, αλλά οι δημοσιογράφοι της εποχής θεωρούν ότι στην πραγματικότητα δεν θα δεχόταν ποτέ ένας άνθρωπος, όπως αυτός ,  τη μη τήρηση των συνταγματικών τύπων[11].

Όταν διεξήχθη το δραματικό Συμβούλιο  του Στέμματος, προκειμένου να εξεταστεί τι θα κάνει ο Κωνσταντίνος προ του τελεσιγράφου της Γαλλίας εκ μέρους της Αντάντ, ο Δημητρακόπουλος πρότεινε να προβληθεί η θέση ότι το τελεσίγραφο είναι παράνομο, ότι παραβιάζει την ελληνική συνταγματική τάξη. Ο Σκουλούδης, ο οποίος δεν είχε τους δισταγμούς και την εμμονή στην έννομη τάξη του Δημητρακόπουλου, φέρεται να είπε, «Μεγαλειότατε, να φύγετε αλλά να μην παραιτηθείτε»[12]. Ο Κωνσταντίνος έφυγε και, ως γνωστόν,  βασιλιάς κατέστη ο Αλέξανδρος. Ο  Ελευθέριος Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα ως Πρωθυπουργός . Το κράτος της Θεσσαλονίκης «κατέλαβε»  το κράτος των Αθηνών και αναστήθηκε η Βουλή του Δεκεμβρίου του 1915, στην οποία μετείχε ο Δημητρακόπουλος με το κόμμα του, αλλά δεν μετέσχε όταν η  Βουλή αυτή  επανασυγκλήθηκε ως «Βουλή των Λαζάρων» και στήριξε την κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου μέχρι τον Νοέμβριο του 1920. Τον δε  Νοέμβριο του 1920, δεν μετείχε στις εκλογές , οι επιπτώσεις της ασθένειας του  ήταν  πια  μεγάλες και εμφανείς, όμως οι βουλευτές  και οι συνεργάτες του μετείχαν στην «Ηνωμένη  αντιπολίτευση» υπό τον Δημήτριο Γούναρη[13]. Μετείχαν και αυτοί στη συγκρότηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας  των λεγόμενων μετα-νοεμβριανών κυβερνήσεων, δηλαδή των κυβερνήσεων που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή και οδηγήθηκαν στη Δίκη των Έξι .

Ο Δημητρακόπουλος είχε ζήσει τη Συνθήκη των Σεβρών, δηλαδή τον απόλυτο θρίαμβο του Ελευθερίου Βενιζέλου, την Ελλάδα των δυο Ηπείρων και των πέντε Θαλασσών, αλλά είχε πεθάνει όταν συνήφθη η Συνθήκη της Λωζάνης και όταν διεξήχθη η Δίκη των Έξι και συνετελέσθη η εκτέλεση στο Γουδή.  Από το Γουδή του 1909 στο Γουδή του 1922.

Μπορούμε, νομίζω, να πούμε ότι είναι ατύχημα για την ελληνική Ιστορία και για τη χώρα, ότι διερράγη η σχέση των δυο αυτών αντρών και για χρόνια, από το 1912 μέχρι το 1921,  ήταν μια σχέση κακή, όπως προκύπτει από τα ιστορικά τεκμήρια .Θα ήταν διαφορετική ίσως η μοίρα της Ελλάδας, των θεσμών, της έννομης τάξης, εάν η συνεργασία αυτή είχε συνεχιστεί. Αν ο Δημητρακόπουλος παρέμενε ο ισχυρός νομικός βραχίονας του Βενιζέλου και του «βενιζελισμού» και αν ήταν υπουργός Δικαιοσύνης και στις επόμενες κυβερνήσεις, παρότι πολύ σημαντικές προσωπικότητες πλαισίωναν μετά το 1912 τον Βενιζέλο, όπως ο Ρακτιβάν. Θα μπορούσε ενδεχομένως  ο Δημητρακόπουλος να συνεισφέρει στο να αποφύγουμε τη Μικρασιατική Καταστροφή και πριν από αυτή τον Διχασμό, ο οποίος ακόμη δεν έχει ξεπεραστεί στην πραγματικότητα. Ίσως είναι πιο ισχυρός κατά βάθος  ακόμη και  από τις μνήμες του Εμφυλίου, όπως διαπιστώνει  όποιος προσπαθεί να αναγνώσει τις βαθύτερες, τις αταβιστικές διαιρέσεις που διαπερνούν  το  σώμα της ελληνικής κοινωνίας μέχρι σήμερα.

Ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος, που ξεκίνησε από την Καρύταινα και διέγραψε αυτή την διαδρομή  έχει μείνει με λαμπρό τρόπο στη μνήμη ημών των νομικών κυρίως και των συμπατριωτών του  αλλά όχι της ευρείας κοινής γνώμης, όπως συμβαίνει με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Δημητρακόπουλος ήταν μια εξαιρετική προσωπικότητα, ένα υπόδειγμα προσήλωσης στη νομιμότητα και τους θεσμούς, ένας φιλελεύθερος στην κυριολεξία, ένας δημοκράτης, ένας ευπατρίδης. Αλλά, ο Ελευθέριος Βενιζέλος  ήταν ένα αστέρι που έλαμψε και που σχημάτισε την σύγχρονη Ελλάδα. Και εν τέλει, ίσως είναι μια κατ’ οικονομία εύνοια της Ιστορίας και μια αποκατάσταση  της λογικής σειράς των πραγμάτων, το γεγονός ότι έχουν ξεχαστεί όλα αυτά που ανέφερα. Έχει ξεχαστεί η περίοδος από το 1912 έως το 1921 που πέθανε ο Δημητρακόπουλος. Και έχει μείνει υπό τον προβολέα της ιστορικής μνήμης, η διετία του υπουργείου Δικαιοσύνης, η διετία  της συνεργασίας  Δημητρακόπουλου – Βενιζέλου. Όταν έγινε αυτό το εντυπωσιακό νομοθετικό και παιδαγωγικό, σε πολύ μεγάλο βαθμό,  έργο για τη συγκρότηση ενός σύγχρονου, φιλελεύθερου, αστικού κράτους.

Είναι ίσως  η μέριμνα της Κλειούς, της μούσας της Ιστορίας, η οποία αποσιωπά κάποια πράγματα και υπογραμμίζει κάποια άλλα,  γιατί θέλει να μας πει ότι έτσι θα έπρεπε να ήταν τα πράγματα. Θα έπρεπε να είχε  συνεχιστεί αυτή η συνεργασία. Άρα, ας κρατήσουμε στη μνήμη μας τη συνεργασία αυτή και το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα που έχει προσφέρει στο σώμα της ελληνικής νομοθεσίας, της έννομης τάξης και ας είμαστε ευγνώμονες  στον τόπο που γέννησε και ανέδειξε αυτόν τον μεγάλο νομομαθή, τον Νικόλαο Δημητρακόπουλο.-

 

*Αφιερώνω στη μνήμη του Προέδρου Γεώργιου Παναγιωτόπουλου τη μικρή αυτή μελέτη που προέκυψε από ομιλία σε εκδήλωση στην Καρύταινα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2021, με αφορμή την συμπλήρωση 100 χρόνων από τον θάνατό του Ν. Δημητρακόπουλου (1921). Η εκδήλωση διοργανώθηκε από τον Δήμο Μεγαλόπολης και τους τοπικούς συλλόγους «Θ. Κολοκοτρώνης» και «Κοινόν Καρυτινών» με τη στήριξη της Βουλής των Ελλήνων. Στο κείμενο προστέθηκαν ελάχιστες ενδεικτικές υποσημειώσεις. Είχα την ευκαιρία να διασταυρώνω τις διαπιστώσεις μου με τον έγκυρο μελετητή της κρίσιμης περιόδου 1910-1920 Σωτήρη Ριζά προς τον οποίο εκφράζω τις ευχαριστίες μου για την άμεση ανταπόκρισή του. Είμαι βέβαιος ότι η σχέση Ν. Δημητρακόπουλου - Ελ. Βενιζέλου θα ενδιέφερε τον Γιώργο Παναγιωτόπουλο καθώς βρίσκεται στο υπόβαθρο της ίδρυσης του ΣτΕ που αυτός υπηρέτησε με απόλυτη αφοσίωση. 

 


Το κείμενο δημοσιεύεται:  

Ευ. Βενιζέλος, Η σχέση Νικόλαου Δημητρακόπουλου και Ελευθέριου Βενιζέλου, στο: «Συ και δικαστής άριστος» Σύμμεικτα εις μνήμην Γεωργίου Χ. Παναγιωτόπουλου, εκδ Σάκκουλα, 2022, σελ 65-76


[1] Αποσπάσματα της ομιλίας μου του 2007 δημοσιεύονται στο: Γιάννης Αντωνόπουλος, Νικόλαος Δημητρακόπουλος. Ο μέγας νομοδιδάσκαλος του Έθνους, (Δεσμός, 2006), 108 – 114.

[2] Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, «Ο «νέος φιλελευθερισμός» και η οικονομική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου» σε: Νικόλαος Παπαδάκη (επιμ.), Ελευθέριος Βενιζέλος. Η διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του. Ιδεολογικές αφετηρίες και επιρροές, ( Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2014), σελ. 171.

[3] Κώστας Κωστής, Ιστορία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας 1914 – 1940, (Ιστορικό Αρχείο της ΕΤΕ, 2003).

[4] Βλ. αντί πολλών τη νηφάλια και ισορροπημένη αποτίμηση του Ευάνθη Χατζηβασιλείου, «Ο φιλελευθερισμός του Βενιζέλου:  στοχοθεσία και πολιτική πράξη, 1910-1936» σε: Σπύρος Βλαχόπουλος &  Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Διλήμματα της ελληνικής Συνταγματικής Ιστορίας, 20ος αιώνας, (Πατάκη, 2018).

[5] Ευάγγελος Βενιζέλος, «Δεσμεύεται η δεύτερη Βουλή από τις κατευθύνσεις της πρώτης στη διαδικασία αναθεώρησης της Συντάγματος;» ΤοΣ 3 (2019), 567 - 580 = constitutionalism.gr, 28.11.2018.

[6] Ευάγγελος Βενιζέλος, Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας. Προσδοκίες και κίνδυνοι από την αναθεώρηση του Συντάγματος, (Πατάκη, 2018), σελ. 189 επ.

[7] Ευάγγελος Βενιζέλος, Το αναθεωρητικό κεκτημένο. Το συνταγματικό φαινόμενο στον 21ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης (Αντ. Ν. Σάκουλας, 2002)

[8] Νικ. Π. Δημητρακοπούλου, Πολιτικά, Εκδίδονται υπό Γεωργίου Σπηλιοπούλου, Τόμος  Πρώτος, Τυπογραφικό καταστήματα «Νέου Άστεως», 1915, σελ. 13 επ. (αγόρευση στη συνεδρίαση της 9.11.1913).

[9] Το πλαίσιο της εποχής παρουσιάζουν από διπλωματικής πλευράς ο George B. Leon, Greece and the Great Powers 1924 – 1917, (Institute for Balkan Studies, 1974) και από πλευράς εσωτερικών εξελίξεων ο Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821 – 1936, Τόμος Β΄, (Μ.Ι.Ε.Τ., 2004), ιδίως σελ. 886 επ.

[10] Κατά τη μαρτυρία του απόλυτα φιλοβενιζελικού Γεωργίου Βεντήρη, Η Ελλάς του 1910-1920 : Ιστορική μελέτη, τόμος  δεύτερος, (Πυρσός, 1931), σελ. 243.

[11] Εμπρός, 6 Σεπτεμβρίου 1916.

[12] Γεώργιος Βεντήρης, ο.π. (υποσ. 10), σελ. 350.

[13] Gunnar Herring, ο.π. (υποσ. 9), σελ. 919.

 

 

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2022