Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2020

 

Ευάγγελος Βενιζέλος

 

«Οι Εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, οι Ελληνο-Τουρκικές Σχέσεις και οι Επιλογές της Ελλάδας»*

 

Κύριε δήμαρχε, αγαπητέ φίλε Πέτρο, ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση. Σε συγχαίρω για τις πρωτοβουλίες σου, όλη αυτή την ανάμνηση των 2500 ετών από τη μάχη των Θερμοπυλών, και πιο συγκεκριμένα για τη σημερινή πρωτοβουλία που δείχνει το φως στο πιο φλέγον και κρίσιμο ζήτημα που είναι οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο,  οι Ελληνο-Τουρκικές Σχέσεις και οι Επιλογές της Ελλάδας. Ένα θέμα που απασχολεί κάθε πολίτη, κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, κάθε πατριώτη, και πατριώτης είναι κατά τεκμήριο κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνας.

Κυρίες και κύριοι, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, έχω στενούς δεσμούς πιστεύω με την πόλη της Σπάρτης, και χαίρομαι πολύ κάθε φορά που βρίσκομαι εδώ και ξέρω το επίπεδο του τοπικού πολιτισμού και είναι πραγματικά συγκινητικό να συζητάς για τα θέματα αυτά στη σκιά του Μυστρά. Της καστροπολιτείας.

***

Αυτό που συνέβη τους τελευταίους μήνες στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και αφορά πρωτίστως την Ελλάδα είναι ότι ξαφνικά το ενδιαφέρον μας μετατοπίστηκε από τον σχετικά περιορισμένο ορίζοντα του Αιγαίου στα βαθιά νερά της Μεσογείου.

Από το 2002 έως περίπου το 2013, διεξήχθησαν αλλεπάλληλοι, περίπου 55, γύροι διερευνητικών επαφών Ελλάδας και Τουρκίας που είχαν ως βασικό αντικείμενο το Αιγαίο, την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο. Στην πραγματικότητα αντικείμενο της συζήτησης ήταν το εύρος των ελληνικών χωρικών υδάτων, παρότι η υφαλοκρηπίδα και η αποκλειστική οικονομική ζώνη δεν υπολογίζονται από το τέλος της ζώνης των χωρικών υδάτων, από τα 6, 8, 10 ή 12 μίλια όπως προβλέπει για το σύνολο των χωρών της παγκόσμιας κοινότητας το Διεθνές Δίκαιο της θάλασσας, αλλά από την ακτή, από τη φυσική ακτογραμμή ή από τις λεγόμενες γραμμές βάσης. Η σκέψη μας σε σχέση με τη Μεσόγειο εντοπιζόταν στο νησιωτικό συγκρότημα του Καστελόριζου κυρίως. Δεν αναφερόμασταν πάρα πολύ συχνά στη σημασία που έχει η Κρήτη ως μεγαλόνησος,  η Ρόδος ή μικρότερα νησιά όπως η Κάρπαθος και η Κάσος. Θεωρούσαμε ότι τα ζητήματα των θαλασσίων ζωνών για τέτοιου είδους ελληνικά νησιά είναι αυτονόητα και δεδομένα, όπως προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.

Η Τουρκία είχε καταστήσει εμφανή εδώ και πολύ καιρό την παρουσία της στη Συρία, άλλωστε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 της είχε αναγνωριστεί, από συριακής πλευράς, ένα ειδικό ενδιαφέρον για τη δική της, την τουρκική, εσωτερική ασφάλεια, δηλαδή  από την εποχή του πατέρα Assad και του Demirel. Η Τουρκία όμως τώρα δεν κινείται μόνο στο χώρο της Συρίας, αναπτύσσει ενεργό δραστηριότητα και στη Λιβύη. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν στα τέλη του Νοεμβρίου του περασμένου έτους καταληφθήκαμε εξαπίνης με το περιβόητο MOU, με τη συμφωνία οριοθέτησης μίας υποτιθέμενης θαλάσσιας ζώνης, αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και υφαλοκρηπίδας, μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης; Γνωρίζαμε ότι κάτι τέτοιο ήταν πιθανό; Προφανώς το γνωρίζαμε, άλλωστε η Λιβύη είχε προβάλει αντιρρήσεις και πρόσφατα, τον Αύγουστο του 2019, για τις δικές μας θαλάσσιες ζώνες και κυρίως για την οριοθέτηση των θαλασσίων οικοπέδων που η Ελλάδα έχει χαράξει εντός των απωτέρων ορίων της υφαλοκρηπίδας της και της αποκλειστικής οικονομικής της ζώνης νότια της Κρήτης. Ορισμένα από τα οικόπεδα αυτά τα έχει ήδη παραχωρήσει σε μεγάλες εταιρίες πού διεξάγουν έρευνες, ορισμένα άλλα δεν έχουν ακόμη παραχωρηθεί. Από δύο από αυτά διέρχεται αυτή η ζώνη που περιλαμβάνεται στη συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, η οποία προκειμένου να εμφανίσει τις δύο χώρες ως αντικείμενες και άρα ως δυνάμενες να οριοθετήσουν τις θαλάσσιες ζώνες παραγνωρίζει, προσβάλλοντας βάναυσα το Διεθνές Δίκαιο, τις θαλάσσιες ζώνες που δικαιούται να έχει κάθε νησί, πολύ περισσότερο ένα νησί του μεγέθους και του πληθυσμού της Κρήτης. Είχε βεβαίως προηγηθεί ένα πάρα πολύ κρίσιμο έγγραφο, το οποίο ίσως δε μνημονεύεται όσο συχνά πρέπει, η επιστολή του μόνιμου αντιπροσώπου της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, πρώην Γενικού Γραμματέα επί πολλά χρόνια του Υπουργείου Εξωτερικών και πρώην  υπηρεσιακού Υπουργού Εξωτερικών στις 13 Νοεμβρίου του 2019.

Πάντως η αλήθεια είναι ότι ξαφνικά αλλάξαμε πεδίο, φύγαμε από το περιορισμένο πεδίο του Αιγαίου και μετακινηθήκαμε σε αυτά τα βαθιά νερά, για τα οποία σας μίλησα, της Μεσογείου. Ευτυχώς ήδη από το 2013 είχαμε θέσει ευθέως στις συζητήσεις με την Τουρκία την ανάγκη η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών να αφορά όχι μόνο την υφαλοκρηπίδα αλλά και την αποκλειστική οικονομική ζώνη, να αφορά όχι μόνο το Αιγαίο, όπως αυτό οριοθετείται στενά, τυπικά, με βάση την τυπολογία των διεθνών οργανισμών, ιδίως του Διεθνούς Οργανισμού Ναυτιλίας, αλλά και τη Μεσόγειο και βέβαια την ανάγκη να συμφωνήσουμε στο ποια είναι η ισχύουσα ρύθμιση, ποιος είναι ο κανόνας αναφοράς. Πιο συγκεκριμένα το ερώτημα ήταν και είναι αν η Τουρκία, που δεν είναι κράτος μέρος της Συνθήκης για το Δίκαιο της Θάλασσας, αναγνωρίζει ως κανόνα αναφοράς το εθιμικό Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας που απηχείται στις διατάξεις της Συνθήκης.

Εδώ ανοίγω μία παρένθεση για να σας πω ότι και το Ισραήλ, που είναι μία χώρα με την οποία αναπτύσσουμε πολύ έντονη και συστηματική διμερή συνεργασία και τριμερή συνεργασία με την Κύπρο, δεν είναι κράτος μέρος της διεθνούς Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, αλλά αναγνωρίζει βεβαίως το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας ως εθιμικό Δίκαιο και ως εκ τούτου, κατ’ αποτέλεσμα, το περιεχόμενο της Διεθνούς Σύμβασης, της λεγόμενης του Μοντέγκο Μπέι, του 1982 που εισήγαγε και την πιο νεωτερική έννοια της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, σε σχέση με την παραδοσιακή έννοια της υφαλοκρηπίδας.

Την ίδια εποχή, δηλαδή λίγο πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, είχαμε αποσαφηνίσει –ήταν η περίοδος που έφευγα από το Υπουργείο Εξωτερικών– και τα πολύ κρίσιμα ζητήματα της δικαιοδοσίας των διεθνών δικαστηρίων, της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου του Δικαίου της Θάλασσας του Αμβούργου. Λειτουργούν πολλά δικαιοδοτικά όργανα στο πεδίο του Δικαίου της Θάλασσας και έχει πολύ μεγάλη σημασία να είναι αποσαφηνισμένες οι σχέσεις μας μαζί τους, δηλαδή να είναι αποσαφηνισμένα, όπως λέμε, τα ζητήματα δικαιοδοσίας, ώστε κανείς να μην μπορεί να πάει την Ελλάδα στο Δικαστήριο χωρίς η Ελλάδα να το θέλει, η Ελλάδα μπορεί να πάει μόνο  για τα θέματα που θέλει εν πλήρη συνειδήσει, τίποτα δεν μπορεί να γίνει τυχαία, χωρίς τη στρατηγική και  δεδηλωμένη βούληση της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Η Μεσόγειος βεβαίως μας ενδιέφερε πάντα γιατί είχαμε διαρκείς διαπραγματεύσεις με άλλες μεσογειακές χώρες για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών μας και με αυτές. Οι θαλάσσιες ζώνες, κυρίως η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ, δεν μας απασχολούν μόνον στο πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων. Μας απασχολούν σε σχέση με την Ιταλία, με την οποία έχουμε οριοθετήσει την υφαλοκρηπίδα μας με το παλιό Δίκαιο της Θάλασσας, ήδη από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1977, με έναν τρόπο πολύ ικανοποιητικό για την Ιταλία. Μας απασχολεί το ζήτημα σε σχέση με την Αλβανία, ίσως θα έχετε ακούσει ότι το 2009 επιτεύχθηκε η υπογραφή μίας συμφωνίας για την οριοθέτηση όλων των θαλασσίων ζωνών, αλλά αυτή δεν κυρώθηκε γιατί προέβαλε αντιρρήσεις το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας, με ισχυρισμούς λίγο-πολύ παρόμοιους με τις τουρκικές αντιλήψεις για την ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Άλλα, βεβαίως, προβλήματα είχαμε πάντα και με άλλες χώρες. Δεν είχαμε καταφέρει να ολοκληρώσουμε τη διαπραγμάτευση για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ με τη Λιβύη επί καθεστώτος Gaddafi, μέχρι την αλλαγή του καθεστώτος. Φυσικά αυτό κατέστη πολύ δυσκολότερο όταν άρχισε στη Λιβύη ο λεγόμενος παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος, ο εμφύλιος αυτός πόλεμος που είναι ένας proxy war επίσης, είναι ένας πόλεμος διά αντιπροσώπων που διεξάγεται μεταξύ πολύ σημαντικών δυνάμεων. Βέβαια αυτό αφορούσε και τη σχέση μας με την Αίγυπτο, με την οποία επίσης έχουμε πολύ έντονη διμερή συνεργασία και πολύ σημαντική τριμερή συνεργασία με τη συμμετοχή και της Κύπρου, γιατί και εκεί υπάρχουν προβλήματα. Τίποτα δεν είναι εύκολο στον κόσμο του Δικαίου της Θάλασσας και στην οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στη Μεσόγειο.

Κυρίως, βέβαια, το ενδιαφέρον μας σε σχέση με τη Μεσόγειο, έχει ένα όνομα που είναι για εμάς βαθιά χαραγμένο στην ψυχή μας και λέγεται Κύπρος. Για εμάς Μεσόγειος σημαίνει πρωτίστως Κυπριακό πρόβλημα, σημαίνει συνεχιζόμενη κατοχή ενός μεγάλου τμήματος του νησιού από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, σημαίνει εποικισμός, σημαίνει βάναυση προσβολή του Διεθνούς Δικαίου. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι στα μάτια και τις εκτιμήσεις πολλών Ελλαδιτών, η Κύπρος, που βρίσκεται στην Ανατολική Μεσόγειο και είναι ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι γεωγραφικά αρκετά μακριά, ακόμη και αν χρησιμοποιήσει κανείς το ταχύτερο μέσο μετακίνησης. Επίσης είναι αλήθεια ότι η περίοδος μέχρι τις εκλογές του 2015, ήταν μία περίοδος που είχε δαπανηθεί στο να προετοιμάσει τις διακοινοτικές συνομιλίες και τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην τελική αποτυχία του Κραν Μοντανά, ζήτημα για το οποίο τώρα δεν θα μιλήσω, αλλά αντιλαμβάνεστε ότι μας απασχολούσαν πάρα πολύ οι συνεχείς τουρκικές παρενοχλήσεις με ερευνητικά σκάφη στα οικόπεδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα ονοματισμένα οικόπεδα στην οριοθετημένη ΑΟΖ της Κύπρου. Γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία, σε αντίθεση με εμάς που καλούμαστε να οριοθετήσουμε τις θαλάσσιες ζώνες μας σε μία περιοχή με έντονη και συνεχή εμπλοκή της Τουρκίας, μπορούσε να οριοθετήσει και οριοθέτησε τις θαλάσσιες ζώνες της με τρεις χώρες που ήταν πρόθυμες να το κάνουν, γιατί εκεί δεν υπήρχε μία τουρκική διεκδίκηση η οποία να παρεμποδίζει αυτή τη συμφωνία και η πολιτική και διπλωματική συγκυρία ήταν τέτοια που, εκείνη την εποχή, επέτρεπε την επιτάχυνση παρόμοιων συμφωνιών και έγιναν αυτές οι τρεις πολύ γνωστές συμφωνίες της Κυπριακής Δημοκρατίας με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και το Λίβανο.

Τι άλλαξε λοιπόν τους τελευταίους μήνες; Δεν άλλαξε η γενική στρατηγική κατεύθυνση της κυβέρνησης του κ. Erdogan, δεν άλλαξαν οι γνωστές σε εμάς εδώ και χρόνια αναφορές του στην ανάγκη να αναθεωρηθεί η Συνθήκη της Λωζάνης. Τις έχουμε ακούσει και στο ελληνικό Προεδρικό Μέγαρο τις αναφορές του στη Συνθήκη της Λωζάνης, μόνο που για την Τουρκία αυτό δεν αφορά μόνον ή πρωτίστως την Ελλάδα, δεν αφορά πρωτίστως τα νησιά του Βορείου και Βορειανατολικού Αιγαίου, αφορά όλο το λεγόμενο ανατολικό ζήτημα, αφορά όλη την παρακμή και τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αφορά τη συγκρότηση της Κεμαλικής, της secular Τουρκικής Δημοκρατίας μέσα από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Άρα στη συνείδησή τους, στους συμβολισμούς τους, στην ιδεολογική χρήση της ιστορίας, η Συνθήκη της Λωζάνης αφορά τα σύνορα με τη Συρία, τα σύνορα με το Ιράκ, το καθεστώς του Σουδάν, ακόμη και την παραίτηση στην οποία αναγκάστηκε να προβεί η Τουρκία από τα δικαιώματά της επί της Λιβύης. Άρα έχει σημασία να καταλαβαίνουμε τι εννοούν αναφερόμενοι σε αυτό.

Δεν άλλαξε βεβαίως ούτε η στάση σε σχέση με το Κυπριακό, δεν έχουμε κάποια νέα τουρκική θέση σε σχέση με το Κυπριακό. Έχουμε αυτές τις εκκρεμότητες που είχαμε πάντα σε σχέση με την Τουρκία και επιπλέον αυτή την κίνηση που είναι η κίνηση μίας χώρας που διεκδικεί έναν περιφερειακό ρόλο ηγεμονικό, επικαλούμενη προβλήματα ασφάλειας, επικαλούμενη το δικαίωμά της να επεμβαίνει για την προστασία εθνοτικών ομάδων που έλκουν  την καταγωγή από τη δική της, ας το πούμε, εθνοτική μήτρα και με αυτά τα επιχειρήματα έχουμε μία Τουρκία η οποία είναι παρούσα στη Συρία, έχουμε μία Τουρκία η οποία είναι παρούσα στη Λιβύη, αλλά δεν είναι παρούσα ούτε μόνη της ούτε από μόνη της.

Πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι και στα δύο γήπεδα –και στο συριακό και στο λιβυκό– έχουμε την Τουρκία να συγκρούεται και να συμπράττει με τη Ρωσική Ομοσπονδία υπό την ανοχή ή την συναντίληψη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Αυτό είναι ένα σημείο που πρέπει να το λάβουμε υπόψη μας, γιατί συνδέεται με το γενικότερο πρόβλημα που έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση, που είναι πως δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι  το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας εδώ και έναν αιώνα, από την τελευταία φάση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν είναι ένα πρόβλημα αμιγώς Ευρωπαϊκό, είναι ένα πρόβλημα Ευρωατλαντικό, δηλαδή ένα πρόβλημα Ευρωαμερικανικό. Ποτέ η Ευρώπη μόνη της δεν μπόρεσε να διασφαλίσει ούτε την ειρήνη στο εσωτερικό της, ούτε την ασφάλειά της, η σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι καταλυτική. Αυτό φάνηκε καθαρά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, και τώρα βεβαίως που η πολιτική Trump είναι μία πολιτική στρατηγικής αβεβαιότητας, τώρα που κλονίζεται η ίδια η αντίληψη περί Δύσης, η Ευρώπη δεν μπορεί να διαχειριστεί όλα αυτά τα στοιχήματα και όλα αυτά τα διλήμματα που τίθενται ενώπιον της.

Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά στη Μεσόγειο –και φυσικά πολλά άλλα τα οποία παραλείπω, γιατί θέλω να εστιάσω στα ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος– εμείς από τη μία μεριά προωθούμε τη συνεργασία μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, και ορθά, υπογράφουμε μία νέα συμφωνία αμυντικής συνεργασίας που είχε διαπραγματευτεί η προηγούμενη κυβέρνηση και ολοκλήρωσε η σημερινή κυβέρνηση, διευρύνουμε την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα, τις βάσεις στην Ελλάδα και τη χρήση κρίσιμων λιμανιών όπως η Αλεξανδρούπολη.

 Από την άλλη μεριά ο Πρόεδρος Trump εμφανίζει το σχέδιό του για τη Μέση Ανατολή. Ένα σχέδιο για τη Μέση Ανατολή που γίνεται θερμά αποδεκτό, βεβαίως, από τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό, τον κ. Netanyahu, μάλιστα εν μέσω προεκλογικής περιόδου. Ένα σχέδιο το οποίο το αντιμετωπίζουν με προσοχή και ψυχραιμία αρκετές μετριοπαθείς Αραβικές χώρες, ένα σχέδιο που αφορά τον κορμό των Αραβικών χωρών, που είναι η Αίγυπτος, χωρίς την οποία δεν μπορεί να γίνει απολύτως τίποτα και η οποία εφάπτεται με το μεγάλο πρόβλημα της Γάζας, αλλά ένα σχέδιο το οποίο αντιμετωπίζει φυσικά αρνητικά η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελλάδα ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετέχει στο κεντρικό ρεύμα, στο mainstream της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ένα άλλο στοιχείο είναι η πανηγυρική στροφή μας προς τη Γαλλία, για όση σημασία έχει αυτό. Οι συναντήσεις με τον Πρόεδρο Macron και η διέλευση ενός γαλλικού αεροπλανοφόρου από την Ανατολική Μεσόγειο και βέβαια έχουμε και την επίσημη πια αυτονόμηση της βρετανικής πολιτικής μετά το Brexit. Ούτως ή άλλως η Βρετανία παίζει έναν παραδοσιακά σημαντικό και αυτόνομο ρόλο στην περιοχή, αρκεί να θυμηθούμε τις κυρίαρχες βρετανικές βάσεις στην Κύπρο. Το Ηνωμένο Βασίλειο  ισχυρίζεται ότι είναι μία μεσογειακή χώρα επειδή έχει το Γιβραλτάρ και τις δύο κυρίαρχες βρετανικές βάσεις στην Κύπρο.

Έρχομαι λοιπόν τώρα, για να μη μακρηγορώ, στο θεμελιώδες ερώτημα. Τα συζητάμε όλα αυτά τουλάχιστον από το 1974, τουλάχιστον μετά το πραξικόπημα της χούντας κατά του Μακαρίου, που κατέστη η αφορμή ή το πρόσχημα ή το όχημα για την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο. Τα συζητάμε όλα αυτά για περίπου μισό αιώνα. Για περίπου μισό αιώνα συζητάμε εστιάζοντας την προσοχή μας στο Αιγαίο με την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση ότι συζητάμε για μία περιοχή ενεργειακά κρίσιμη, και τώρα καταλαβαίνουμε, μετά από μισό αιώνα, ότι το Αιγαίο, στενά θεωρούμενο με τη γεωγραφική κατηγοριοποίηση που προανέφερα , δεν έχει κρίσιμο ενεργειακό ενδιαφέρον, αλλά μιλάμε και σε ένα τελείως νέο περιβάλλον. Διότι με την κλιματική αλλαγή και με τις αλλαγές που επιβάλλονται στην ενεργειακή πολιτική πλησιάζει το τέλος των ορυκτών καυσίμων, άρα έχουμε εισέλθει στη φάση του μεταβατικού καυσίμου που λέγεται φυσικό αέριο. Το πετρέλαιο ανήκει στην προϊστορία της ενεργειακής πολιτικής και το μεγάλο ζητούμενο είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Πρέπει να αναρωτηθεί κανείς η διάρκεια αυτής  της μεταβατικής περιόδου του φυσικού αερίου, πόση θα είναι, ώστε να έχει το περιθώριο να οργανώσει την έρευνα και την εκμετάλλευση, να διαμορφώσει τις υποδομές και όλα αυτά να έχουν εμπορική βιωσιμότητα, να μπορούν δηλαδή να αποσβεστούν. Αλλιώς μπορεί να φθάσουμε σε ένα φαινόμενο αντίστοιχο με την απολιγνιτοποίηση, να τελειώνουμε τώρα ένα εργοστάσιο λιγνίτη υπερσύγχρονο στην Πτολεμαΐδα, το οποίο κανονικά θα έπρεπε να ζήσει 50 χρόνια και να αποσβεστεί, και αυτό τώρα θα λειτουργήσει μόνον πέντε χρόνια.

Άρα πρέπει να δούμε τη διάσταση  του χρόνου πολύ πιο πολυπαραμετρικά από ό,τι τη βλέπαμε ως τώρα. Η αντίληψη που λέει, δεν πειράζει, ο χρόνος λειτουργεί υπέρ μας, η αντίληψη που λέει αφήστε το status quo, το status quo είναι καλό, μπορεί να γίνει καλύτερο, μπορεί να επηρεάζεται από μία υπολανθάνουσα, αλλά πολύ σημαντική παρατήρηση, ότι στην Κύπρο, παρότι ο Ελληνισμός υπέστη μία στρατιωτική ήττα συντριπτική το 1974, από το 1974 έως το 2020 έχει καταφέρει μία εντυπωσιακή διπλωματική επιτυχία. Έχει διατηρήσει αλώβητη τη διεθνή νομική προσωπικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως μόνο αναγνωρισμένο κράτος μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, έχει καταστήσει την Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς τη συμμετοχή της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, γιατί αυτή έχει αποχωρήσει από το 1963, όχι από το 1974, μέλος της  Ευρωπαϊκής Ένωσης και  της Ζώνης του Ευρώ. Έχει οριοθετήσει την ΑΟΖ με τις όμορες χώρες –το Ισραήλ, την Αίγυπτο και το Λίβανο– και ενεργεί  σοβαρά για την προώθηση των παραχωρήσεων που έχει κάνει στις σοβαρότερες ενεργειακές εταιρίες του κόσμου. Το ερώτημα είναι αν αυτό είναι κάτι το οποίο από μόνο του προσφέρει ασφάλεια και προοπτική για την Κύπρο και για την Ελλάδα, μια που αναμφίβολα είναι κοινή η μοίρα και κοινό το μέλλον.

Από την άλλη μεριά έχουμε μία Τουρκία η οποία έχει τη γνωστή εσωτερική πολιτική, κοινωνική, εθνοτική και θρησκευτική κατάσταση. Μία χώρα η οποία ήταν πάντα ένας αμφίθυμος εταίρος της Δύσης και πιο συγκεκριμένα του ΝΑΤΟ, μία χώρα που έχει μεγαλώσει εντυπωσιακά, μία χώρα που είχε πληθυσμό 33.000.000 όταν η Ελλάδα είχε 10.000.000 κατά τη διάρκεια της εισβολής του 1974, αλλά τώρα βαδίζει προς τα 85.000.000 ίσως και 90.000.000, και η Ελλάδα είναι πληθυσμιακά στάσιμη. Μία χώρα που έχει αναμφίβολα προβλήματα ασφάλειας γιατί έχει διαφορετική γεωγραφική θέση σε σχέση με την Ελλάδα. Μία χώρα που μπήκε στο ΝΑΤΟ το 1952, στην πρώτη διεύρυνση, από κοινού και ταυτοχρόνως με την Ελλάδα, γιατί η τότε στρατηγική θεώρηση της Δύσης ήταν ότι οι δύο χώρες λειτουργούν συμπληρωματικά και όχι αντιθετικά. Βεβαίως το ερώτημα είναι εμείς τι θέλουμε; Θέλουμε να υποκατασταθούμε στη θέση της Τουρκίας; Να καλύψουμε τα κενά που αφήνει σε σχέση με τη Δύση η δική της αμφιθυμία ή το δικό της πολιτικοδιπλωματικό παίγνιο;

Εμείς δεν έχουμε ούτε τα γεωγραφικά, ούτε τα εθνοτικά, ούτε τα θρησκευτικά, ούτε τα κοινωνικά προβλήματα της Τουρκίας, ούτε τα προβλήματα συνοχής και ασφάλειας που έχει η Τουρκία, ούτε τις ιστορικές αναγωγές που έχει η Τουρκία. Έχουμε τη φυσιογνωμία μας και τις προτεραιότητές μας. Είμαστε μία χώρα ευρωπαϊκή, μία χώρα μέλος του ΝΑΤΟ, χωρίς να το αμφισβητούμε αυτό, μία χώρα δυτική, μία χώρα που συμμετέχει στην εταιρική της σχέση με τις ΗΠΑ με έναν τρόπο ο οποίος είναι σαφής και καθαρός, μία χώρα που θέλει να έχει, παρά τις δυσκολίες, φιλικές σχέσεις με τη Ρωσία. Μία χώρα που δίνει πολύ μεγάλη έμφαση στις εταιρικές της σχέσεις με το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Αλλά φυσικά δεν ξεχνάμε όλη την καμπύλη που έχουν διαμορφώσει οι σχέσεις Ισραήλ-Τουρκίας και οι σχέσεις Αιγύπτου-Τουρκίας, γιατί αυτές οι σχέσεις δεν ήταν πάντα κακές. Υπήρχαν και περίοδοι μέχρι πολύ πρόσφατα, μέχρι το 2010-2011 που ήταν οι σχέσεις αυτές εξαιρετικά στενές σε όλα τα πεδία.

Άρα πρώτη προτεραιότητά μας, αναμφίβολα, είναι το Κυπριακό και η εθνική μας ασφάλεια, και βέβαια η προστασία των συμφερόντων μας σε σχέση με τις θαλάσσιες ζώνες και τους θαλάσσιους πόρους και υπό αυτό, το σαφές και καθαρό πρίσμα πρέπει να δούμε όλα τα μεγάλα ζητήματα. Σας έθεσα τρία προκαταρκτικά ζητήματα που λέγονται χρόνος, κλιματική αλλαγή-ορυκτά καύσιμα και βεβαίως τα ζητήματα που αφορούν τον πραγματικό ορισμό των πεδίων, δηλαδή τι σημαίνει για εμάς Αιγαίο και τι σημαίνει για εμάς Μεσόγειος.

Έχει επίσης πολύ μεγάλη σημασία να θυμηθούμε ότι υπάρχουν οι γνωστές μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις, η τουρκική παραβατικότητα που κινείται σε πεδία πολύ πέραν της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών, γιατί μακάρι το ζήτημα να ήταν η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, θα ακολουθούσαμε by the book τις προβλέψεις του Δικαίου της Θάλασσας και θα λέγαμε ότι πρέπει να κάνουμε αυτό που λέει η Σύμβαση. Πρέπει να προτείνουμε ανταλλαγή απόψεων, διαπραγματεύσεις και μετά να πάμε στα μέσα, τα λεγόμενα μέσα του κεφαλαίου 15 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας. Εκεί θα δούμε ότι όλα αυτά καταλήγουν, εάν δεν υπάρξει τίποτα καλύτερο, σε μία διεθνή δικαστική κρίση.

Αλλά ταυτόχρονα έχουμε μία ένταση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ένταση που έχει θέσει επί ποδών προ πολλού όλα τα moratoria που έχει συνάψει η Ελλάδα με την Τουρκία. Γιατί πρέπει να θυμηθούμε, επίσης, ότι η Ελλάδα τα έχει δοκιμάσει όλα. Μετά την πρώτη μεγάλη κρίση μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1976, στην κρίση του Χόρα, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή χρησιμοποίησε όλα τα μέσα. Προσέφυγε ταυτοχρόνως στο Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίο ζήτησε από τα εμπλεκόμενα μέρη να απέχουν από ενέργειες οι οποίες πολλαπλασιάζουν την ένταση και δημιουργούν κίνδυνο πολέμου, προσέφυγε με ασφαλιστικά μέτρα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και με κύρια προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, λέγοντας ότι η Τουρκία έχει αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία με μία σειρά συλλογισμών που παραπέμπουν στην Κοινωνία των Εθνών σε προγενέστερες δεκαετίες, αλλά το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν έχει δικαιοδοσία. Τότε είχε προσφύγει για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας της ανατολικής πλευράς των ανατολικών νήσων του Αιγαίου, ούτε καν για το Αιγαίο ολόκληρο, πολύ περισσότερο αυτά δεν είχαν καμία σχέση με την αναπεπταμένη θάλασσα της Μεσογείου.

Βέβαια τότε υπογράψαμε το Πρωτόκολλο της Βέρνης, που ήταν ένα moratorium ενεργειών στο Αιγαίο σε σχέση με την υφαλοκρηπίδα, και ένα αντίστοιχο moratorium για τις αεροναυτικές δραστηριότητες, πάλι στο Αιγαίο, είναι το περιβόητο μνημόνιο Παπούλια-Yilmaz. Αλλά τώρα βλέποντας τις παραβάσεις, τις παραβιάσεις, τις υπερπτήσεις, τις αμφισβητήσεις για την κυριαρχία ελληνικών νήσων, τις λεγόμενες γκρίζες ζώνες μετά την ιστορία των Ιμίων το 1996, βλέπουμε έναν μεγάλο κατάλογο μονομερών τουρκικών διεκδικήσεων που δεν έχουν καμία σχέση, ή έχουν έμμεση σχέση, με την οριοθέτηση και με την τυπική διαδικασία οριοθέτησης που προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Είναι προφανές ότι αυτά που προανέφερα εγώ αφορούν την οριοθέτηση υπό τη στενή και νομική έννοια του όρου. Εκεί δεν έχεις άλλες δυνατότητες παρά τις δυνατότητες που προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο, εφόσον επικαλείσαι ως χώρα το Διεθνές Δίκαιο, εφόσον έχεις κορωνίδα της εξωτερικής σου πολιτικής το σεβασμό της διεθνούς νομιμότητας και εφόσον θέλεις να εκθέσεις την άλλη πλευρά ως παραβατική, σε σχέση με το Διεθνές Δίκαιο.

Αλλά εδώ πρέπει να κάνουμε μία διάκριση, η οποία είναι θεμελιώδης. Στις μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις τίθενται ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, όπως είναι πρωτίστως οι  λεγόμενες γκρίζες ζώνες. Ακόμη και η αποστρατικοποίηση, που είναι ένα παλιό ζήτημα ερμηνείας συνθηκών που το θυμάται μερικές φορές το χρόνο η τουρκική πλευρά, και αυτό είναι ένα ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Ακόμη και η ελληνική ιδιορρυθμία να έχουμε εναέριο χώρο 10 ναυτικών μιλίων με χωρικά ύδατα 6 ναυτικών μιλίων είναι ένα ζήτημα κυριαρχίας. Φυσικά η έκταση των χωρικών μας υδάτων μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια είναι ένα ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Όμως τα ζητήματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ δεν είναι ζητήματα κυριαρχίας, πλήρους και απόλυτης κυριαρχίας, είναι ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων. Στις ζώνες αυτές δεν έχουμε επικράτεια, έχουμε δικαιοδοσίες που μας απονέμει το Διεθνές Δίκαιο, συγκεκριμένες και προσδιορισμένες, τις οποίες δεν μπορείς να τις υπερασπιστείς με τον ίδιο τρόπο που υπερασπίζεσαι την επικράτειά σου. Και, βέβαια, τρίτη κατηγορία είναι οι απλές αρμοδιότητες, που αναγνωρίζονται σε μία χώρα από διεθνείς συμβάσεις ή από διεθνείς Οργανισμούς. Το FIR Αθηνών και ο έλεγχός του από την ελληνική Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας ή η αρμοδιότητα για την έρευνα και διάσωση όταν έχεις ναυτικά ή αεροπορικά ατυχήματα, δεν είναι ούτε κυριαρχία ούτε κυριαρχικό δικαίωμα, είναι μία αρμοδιότητα που έχεις να ρυθμίζεις θέματα κυκλοφορίας ή θέματα διαχείρισης ατυχημάτων.

Ακούω λοιπόν μία εκδοχή που λέει –και κλείνω– τη διάβασα και σήμερα στο άρθρο ενός πάρα πολύ έγκριτου αναλυτή, ότι «είναι δυνατόν να θέλει να πάει κανείς στη Χάγη για να μοιραστεί αυτά που έχει;» Αναρωτιέμαι, τι είναι αυτό που έχουμε, σε σχέση με τις θαλάσσιες ζώνες; Είναι δυνατόν να το έχουμε και να μην το ασκούμε; Είμαστε τόσο ανίκανοι και τόσο κατώτεροι της πατρίδας; Έχουμε κάτι και δεν το έχουμε εκμεταλλευθεί επί μισό αιώνα; Πώς ακριβώς το έχουμε αυτό; Αγωνίστηκα πολύ να παραμείνει ανοικτός και σε λειτουργία ο Πρίνος, να μη διακοπεί το 1999 η μοναδική πραγματική εκμετάλλευση ορυκτών καυσίμων στο Αιγαίο, εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, 6 ναυτικών μιλίων, και παρά την αποχώρηση των Καναδών παραχωρησιούχων, παραχώρησα την εκμετάλλευση στο Συνεταιρισμό των Εργαζομένων του Πρίνου. Αυτοί με τη σειρά τους προσέλαβαν μία εταιρία διαχείρισης, των μηχανικών του έργου, που εξελίχθηκε σε μία σημερινή διεθνή εταιρία μεγάλης κλάσης όπως είναι η Energean Oil, που έχει ερευνητική παρουσία σε όλη τη Μεσόγειο και σε πολλές άλλες περιοχές του κόσμου. Αλλά αυτή είναι η μόνη εκμετάλλευση που έχουμε τα τελευταία 50 χρόνια εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, των 6 ναυτικών μιλίων. Έχουμε πλήρως κατοχυρώσει τα δικαιώματά μας; Μα δεν κατοχυρώνεις πλήρως τα δικαιώματά σου επί των θαλασσίων ζωνών χωρίς οριοθέτηση.

Για την υφαλοκρηπίδα δεν χρειάζεται να κάνεις ανακήρυξη, ισχύει από μόνη της, αφ’ εαυτού της, ιδίω ονόματι. Για την ΑΟΖ χρειάζεται να κάνεις μία τυπική ανακήρυξη που είναι μία πολύ απλή νομική πράξη αλλά μπορεί να την κάνεις και ασφαλέστερα μετά την οριοθέτηση, όπως είχε κάνει και η Κύπρος την πρώτη φορά, επί Τάσου Παπαδόπουλου. Αλλά και για τα δύο, που το ένα προσθέτει στο άλλο και έχει την αξία του, πρέπει να προβείς στη διαδικασία της οριοθέτησης με συμφωνία, ει δυνατόν, αλλιώς με συνδιαλλαγή, αλλιώς με δικαστική κρίση.

Η Λιβύη του Gaddafi είναι αυτή που πήγε πρώτη δύο φορές, στη Μεσόγειο, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για να οριοθετήσει με δικαστική απόφαση την υφαλοκρηπίδα της. Πήγε μία φορά για την οριοθέτηση με την Τυνησία και μία φορά για την οριοθέτηση με τη Μάλτα. Τώρα η Λιβύη απευθύνεται στο Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, η ασύντακτη Λιβύη, η Λιβύη με τις δύο συγκρουόμενες πλευρές, η Λιβύη σε καθεστώς ανοικτού εμφυλίου πολέμου, με τον Haftar να είναι προ των θυρών της Τρίπολης ή μέσα στα προάστια της Τρίπολης, και λέει, αν η Ελλάδα έχει αμφιβολίες για το κύρος της συμφωνίας που έχουμε συνάψει με την Τουρκία, ας προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο. Άρα, είναι άλλο πράγμα η διαδικασία οριοθέτησης, όπως προβλέπει η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας και άλλο ζήτημα η συνολική εικόνα των μονομερών τουρκικών διεκδικήσεων.

Το ερώτημα είναι, ποια είναι η στρατηγική μας, πώς βλέπουμε τη χώρα στην περιοχή και στον κόσμο, τι θέλουμε να κάνουμε σε σχέση με την Τουρκία και ποια είναι η απάντησή μας στο ερώτημα περί χρόνου. Ένα περαιτέρω ερώτημα είναι εάν αυτά όλα μπορούν να γίνουν χωρίς κινήσεις σε σχέση με το Κυπριακό, χωρίς να είμαστε καθαροί απέναντι στη διεθνή Κοινότητα ότι θέλουμε σε κάθε περίπτωση μία λύση για το Κυπριακό εντός του διεθνούς πλαισίου. Βεβαίως, το περαιτέρω και τελικό ερώτημα είναι εάν κάποιες εξελίξεις στο Κυπριακό και μία διαδικασία σε σχέση με την οριοθέτηση, μπορεί να αποσυμφορήσει την κατάσταση και να μας επιτρέψει να προστατεύσουμε αποτελεσματικά την εθνική μας κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα σε σχέση με την Τουρκία και σε σχέση με οποιονδήποτε άλλον, γιατί δεν υπάρχει μόνον η Τουρκία, και εάν αυτό, εν τέλει, θα μας επιτρέψει να αξιοποιήσουμε κάτι οικονομικά, γιατί ώς τώρα έχουμε αξιοποιήσει οικονομικά μόνον αυτό που σας είπα. Σας ευχαριστώ πολύ.

Π. Δούκας: Μία σύντομη ερώτηση να σου κάνω. Τα επόμενα έξι χρόνια, μπορεί να προβλέψει κανείς ότι θα συνεχίζεται αυτή η κατάσταση προστριβών χωρίς καμία εξέλιξη; Οι Τούρκοι θα παραβιάζουν, θα ζητούν, θα κάνουν, εμείς θα λέμε όχι, και θα συνεχιστεί ένα είδους limbo, ή κάτι θα γίνει, το οποίο θα οδηγήσει τα πράγματα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση;

Ευ. Βενιζέλος: Εάν, αγαπητέ μου φίλε Πέτρο, μου έκανες την ερώτηση αυτή το 1974, μπορεί να σου έδινα την απάντηση ότι, ναι, τα επόμενα έξι χρόνια θα μπορούσαμε να αναζητούμε ένα καλύτερο momentum, έναν καλύτερο συσχετισμό και περιμένοντας τα επόμενα έξι χρόνια, φθάσαμε στα επόμενα 50 χρόνια. Φθάσαμε στο να διαιωνίζεται μία κατάσταση με τα πράγματα τοποθετημένα στη σκακιέρα της Μεσογείου, έτσι όπως λίγο-πολύ σας περιέγραψα.

Στο μεταξύ τα έξι χρόνια είναι περίπου το ένα τρίτο της εκτιμώμενης περιόδου χρήσης του μεταβατικού καυσίμου, του φυσικού αερίου. Δηλαδή μπορεί να απομένουν περίπου άλλα 12 χρόνια για το φυσικό αέριο μετά εγώ σας λέω ότι θα μένουν άλλα 20 ή άλλα 25, ανάλογα με το ποια θα είναι η συνείδηση της διεθνούς Κοινότητας για τον κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής, για το πώς θα λιώνουν οι πάγοι στην Ανταρκτική, για το πώς θα ανάβουν οι φωτιές στην Αυστραλία, για το τι θα γίνεται με τις πανδημίες και τους κορωνοϊούς, και όλα τα άλλα τα οποία διαμορφώνουν το διεθνές κλίμα και τη διεθνή συγκυρία.

Πιστεύω λοιπόν ότι δεν μπορούμε να παίξουμε ξανά με το χρόνο, δεν μπορούμε να κυλήσουμε τα «σκουπίδια κάτω από το χαλί», δεν μπορούμε να πετάξουμε το μπαλάκι στους επόμενους. Υπάρχει ένα ζήτημα ιστορικής ευθύνης και επίσης πρέπει να μιλήσουμε καθαρά και με ειλικρίνεια μεταξύ μας. Τα προβλήματα είναι προβλήματα στρατηγικής που διαμορφώνεται εντός ελληνικού εδάφους, είναι ζήτημα δικής μας στρατηγικής αυτοσυνειδησίας και ζήτημα εθνικής συναίνεσης γύρω από τα θέματα αυτά. Εάν καλλιεργείται ένα κλίμα εθνικολαϊκιστικό, ένα κλίμα δημαγωγίας, υπεραπλούστευσης και ψευδαίσθησης, δεν μπορείς να πεις την αλήθεια ούτε στον εαυτό σου, ούτε στους άλλους.

Π. Δούκας: Ευχαριστώ πολύ.

 

*Κεντρική ομιλία στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο Δήμος Σπάρτης στις 21.2.2020, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 2500 Χρόνια από τη Μάχη των Θερμοπυλών, στο Mystras Grand Palace Resort. Στην εκδήλωση συμμετείχαν επίσης:

Κώστας Γκιουλέκας, Πρόεδρος της Επιτροπής Άμυνας & Εξωτερικών της Βουλής των Ελλήνων, πρ. Υπουργός, Θανάσης Δαβάκης, Πρόεδρος της Επιτροπής Εξοπλισμών της Βουλής των Ελλήνων, πρ. Υπουργός, Γεώργιος Κύρτσος, Ευρωβουλευτής, Πέτρος Ευθυμίου, πρ. Υπουργός, Σταύρος Λυγερός, Πολιτικός Σχολιαστής, Απόστολος Πιερρής, Φιλόσοφος & Ερευνητής και ο Πρέσβυς του Ισραήλ, Yossi Amrani.

 

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2020