Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στη παρουσίαση του βιβλίου του Πέτρου Ι. Παραρά, «Οικονομική Ελευθερία», εκδόσεις Σάκκουλα

 

Χαίρομαι γιατί μιλάω τελευταίος και έτσι ο ρόλος μου είναι εύκολος καθώς προηγήθηκε μια στιβαρή παρουσίαση από τον Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας, τον κ. Ράντο, που συνέδεσε τους προβληματισμούς του βιβλίου με τους προβληματισμούς της νομολογίας. Ακολούθησε η διεπιστημονική θεώρηση του Γιάννη Μεταξά, η στέρεη δογματική προσέγγιση της οικονομικής ελευθερίας και η αναζήτηση της ακριβούς συνταγματικής θεμελίωσης της που έκανε ο αγαπητός μου Αντώνης Μανιτάκης με τον οποίον μας συνδέουν όλα αυτά που ακούσατε και ακόμα περισσότερα και βεβαίως, ο Μάκης Σαπουντζόγλου, μας υπενθύμισε το σύμπαν των οικονομικών θεωριών, μέσα στο οποίο τοποθετείται το βιβλίο του Πέτρου Παραρά. Μας υπενθύμισε επίσης με διακριτικότητα και έμμεσο τρόπο ότι στις κοινωνικές επιστήμες, συμπεριλαμβανομένης και της οικονομικής και της νομικής επιστήμης τα όρια μεταξύ επιστήμης και ιδεολογίας είναι δυσδιάκριτα.

Αυτό λοιπόν, το καθιστά θεμέλιο του βιβλίου του για την οικονομική ελευθερία και τον οικονομικό φιλελευθερισμό ο Πέτρος Παραράς. Το επιβλητικό του βιβλίο, αναφέρεται σε ένα αγαπημένο θέμα του συγγραφέα. Δεν είναι η πρώτη ενασχόληση με αυτό. Θα έλεγα ότι περισσότερο κωδικοποιεί και εμβαθύνει απόψεις που τις είχε κατά καιρούς διατυπώσει αλλά τώρα τις συναθροίζει και βεβαίως, τις αξιολογεί με έναν πιο συνθετικό τρόπο.

Όπως ακούσατε και προφανώς αυτό θέλαμε να δείξουμε, το βιβλίο κινείται σε δυο επίπεδα. Πρόκειται στην πραγματικότητα για δυο βιβλία. Το πρώτο επίπεδο είναι αυτό της κίνησης και της θεωρίας των πολιτικών ιδεών. Ο Πέτρος Παραράς θεωρεί ότι έχει φτάσει σε ένα τέτοιο επίπεδο ωριμότητας προσωπικής, αλλά θα μου επιτρέψετε να πω και ιδεολογικής και θέλει να αυτοσυστηθεί εξαγγέλλοντας την ιδεολογική του ταυτότητα, τώρα εν έτη 2019- θα δούμε ποια είναι αυτή. Το δεύτερο επίπεδο είναι το επίπεδο της συνταγματικής θεωρίας και της ερμηνείας του Συντάγματος περί το άρθρο 5 - θα δούμε τι ακριβώς. Αυτό είναι ένα πιο συμβατικό επίπεδο, το οποίο όμως θέλει προφανώς να το προσεγγίσουμε υπό το φως της ιδεολογικής του αυτοτοποθέτησης και βεβαίως πρέπει να αξιολογήσουμε τα δυο αυτά επίπεδα σε συνδυασμό.

Μας λέει λοιπόν, ο Πέτρος Παραράς, αφού έζησε πολλές καταστάσεις, λειτούργησε ως δικαστής, ως ακαδημαϊκός δάσκαλος, είναι πάντα ένας πολίτης, ένας ενεργός δικηγόρος, πως τώρα πιστεύει στον «Κοινωνικό Φιλελευθερισμό» και ότι αυτός ο «Κοινωνικός Φιλελευθερισμός» που είναι το credo του το προσωπικό συμβαίνει να είναι και συνταγματικός καταναγκασμός, δηλαδή ότι και η συνταγματική επιταγή είναι να έχουμε στην Ελλάδα ένα σύστημα «Κοινωνικού Φιλελευθερισμού». Και για να μην έχουμε προβλήματα ιδεολογικής και πολιτικής γεωγραφίας, μας λέει επίσης ανοιχτά, ότι αυτός ο «Κοινωνικός Φιλελευθερισμός» όπως τον εννοεί, δεν απέχει καθόλου από τον «Φιλελεύθερο Σοσιαλισμό». Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για να παρακολουθήσουμε τη συνέχεια. Αλλά, όπως ακούσαμε μόλις προηγουμένως, αυτό δεν μας λύνει κανένα πρόβλημα, διότι πάντα το πρόβλημα είναι εάν θα ξεκινάμε τη συζήτησή μας από το ζήτημα της αναδιανομής και της κοινωνικής δικαιοσύνης, εάν θα αναζητούμε διάφορες εκδοχές της θεωρίας της δικαιοσύνης που τις τελευταίες δεκαετίες έχουν συγκροτήσει έναν πολύ μεγάλο βιβλιογραφικό πλούτο της λεγόμενης «ακαδημαϊκής σοσιαλδημοκρατίας» διεθνώς, συμπεριλαμβανομένων και πολλών αμερικανικών, φιλελεύθερων απόψεων ( με την έννοια των liberals ) οι οποίες είναι προοδευτικές και είναι τουλάχιστον σοσιαλδημοκρατικές, για να μη πω και ριζοσπαστικά σοσιαλιστικές σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Αλλά το ερώτημα είναι πώς μπορεί να μιλάει κανείς για θεωρίες της Δικαιοσύνης και της αναδιανομής εάν δεν έχει λύσει πριν βασικά προβλήματα παραγωγής, εθνικού πλούτου, ανταγωνιστικότητας. Άρα όλα αυτά τα ζητήματα είναι πιο απαιτητικά από ότι φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού.

Άλλωστε αυτό το οποίο υφέρπει στην ανάλυση του Πέτρου Παραρά -πάντως έτσι διαβάζω το βιβλίο και τις υποσημειώσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο Γιάννης Μεταξάς προηγουμένως- είναι ότι στη διεθνή οικονομία δεν κυριαρχούν θεωρίες, ούτε ιδεολογικές αυτοτοποθετήσεις, ούτε δογματικές αναζητήσεις για την οικονομική ελευθερία. Κυριαρχεί ο πραγματισμός. Μπορώ να ρωτήσω πολύ απλά, τι σημαίνει σε οικουμενικό επίπεδο, η οικονομική ελευθερία σήμερα στην Κίνα, τη Ρωσία ή την Βραζιλία; Για ποια οικονομική ελευθερία μπορούμε να μιλήσουμε όταν υπάρχουν σοβαρά προβλήματα πολιτικών ελευθεριών, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κράτους δικαίου; Άρα συμβαίνουν πράγματα τα οποία πρέπει να τα δούμε με έναν πιο καχύποπτο και πολύπλοκο τρόπο.

Για να το πω διαφορετικά, πώς συνδυάζεται η οικονομική ελευθερία στις μέρες μας με διάφορες μορφές dumbing που κάνουν πολλές χώρες, δημοκρατικό, δικαιοκρατικό, περιβαλλοντικό, εργασιακό, ασφαλιστικό και βεβαίως δημοσιονομικό και φορολογικό; Αν σκεφτούμε με παγκόσμιους όρους τα ζητήματα της οικονομικής ελευθερίας, δεν υπακούει η κατάσταση σε καμία θεωρία και καμία προδιαγραφή. Αν, βεβαίως θέλουμε να προσγειωθούμε στον δικό μας χώρο, στο Σύνταγμά μας, υπό το φως του Διεθνούς Δικαίου, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, του Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου, των κανόνων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, υπό το φως του Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου που είναι αναγκαστική παράμετρος ερμηνείας του Συντάγματος - πρέπει το Σύνταγμά μας να ερμηνεύεται σύμφωνα με το Ενωσιακό Δίκαιο- τότε, βεβαίως έχουμε να προσθέσουμε και πολλά άλλα πέραν του άρθρου 5 του Συντάγματος στη συζήτηση.

 

Εγώ ανήκω στη σχολή σκέψης στην οποία παρουσίασε ο Αντώνης Μανιτάκης προηγουμένως, πιστεύω κι εγώ ότι η ελευθερία της κίνησης είναι αυτή από την οποία γεννιέται η έννοια της αγοράς, του εμπορίου, της πρωτογενούς συσσώρευσης και στη συνέχεια της βιομηχανίας, σε συνδυασμό, βέβαια, με ένα ιστορικό περιβάλλον. Το περιβάλλον της πρώτης Βιομηχανικής Επανάστασης, το περιβάλλον των πόλεων και του «ζητήματος των πόλεων». Η θεμελίωση της οικονομικής ελευθερίας στην παράγραφο 1 ή στην παράγραφο 3 του άρθρου 5, δεν είναι «αθώα» υπόθεση. Ούτε ο Πέτρος Παραράς μας λέει κάτι το οποίο είναι μακριά από την κρατούσα αντίληψη, που αναφέρεται στον συνδυασμό των δυο παραγράφων. Οι επιμέρους επιλογές δεν είναι «αθώες», διότι εξαρτάται από αυτές το ποιοι περιορισμοί στην οικονομική ελευθερία γίνονται ανεκτοί. Αν γίνεται ανεκτός ο περιορισμός στο όνομα του γενικού συμφέροντος δια του νόμου, όπως ανέλυσε προηγουμένως ο Αντώνης Μανιτάκης ή αν δημιουργείται ένας υφέρπων πολλαπλασιασμός των περιορισμών επειδή υπάρχει η περιβόητη τριάδα των περιορισμών στο άρθρο 5 παράγραφος 1 που δεν υπάρχει στην παράγραφο 3. Δεν μπορεί η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και η συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή να προσβάλει το Σύνταγμα, τα δικαιώματα των άλλων και τα χρηστά ήθη.

Άρα εντασσόμαστε σε μια ενδοσυνταγματική, ας το πούμε έτσι, συστηματική ερμηνεία, αλλά, βεβαίως πρέπει να μιλήσουμε και για την προστασία της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, για τα όρια του κρατικού παρεμβατισμού, για τα κοινωνικά δικαιώματα, να κάνουμε σταθμίσεις οι οποίες είναι πολύπλοκες προκειμένου να μπορέσουμε να απαντήσουμε σε ορισμένες βασικές ερωτήσεις.

Η πρώτη ερώτηση είναι, υπάρχει δημοκρατία και κράτος δικαίου χωρίς οικονομική ελευθερία; Χωρίς ελευθερία της αγοράς; Χωρίς ελεύθερη κίνηση προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων; Προφανώς δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει πολιτικός φιλελευθερισμός χωρίς οικονομικό και αντιστρόφως. Αλλά δεν υπάρχει και κοινωνικά ανθεκτικός φιλελευθερισμός χωρίς κοινωνική συνοχή, χωρίς κοινωνικό κράτος. Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε τα θέματα αυτά με τον πραγματισμό και την ειλικρίνεια που απαιτείται.

Για σκεφτείτε εάν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά το πρώτο εξάμηνο του 2015. Για σκεφτείτε να είχε συντελεστεί το Grexit. Θα υπήρχε κίνδυνος για τη δημοκρατία και το κράτος Δικαίου, εκ μόνο του γεγονότος αυτού; Ναι. Με πλήρη συνταγματική κατοχύρωση της οικονομικής ελευθερίας και με την Ελλάδα τυπικά να είναι ακόμη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλάζοντας νομισματική ζώνη και γυρίζοντας στο εθνικό νόμισμα, θα διατηρούσαμε τις εγγυήσεις της δημοκρατίας και του κράτους Δικαίου; Κατά τη γνώμη μου όχι. Θα είχε καταλυθεί και η δημοκρατική τάξη και το δικαιοκρατικό σύστημα. Τα capital controls με τα οποία ζήσαμε τόσα χρόνια, τι είναι; Αυτός ο τόσο βάναυσος περιορισμός της ελευθερίας της κίνησης κεφαλαίων. Τον βιώσαμε και είχε επιπτώσεις στην ανάπτυξη της χώρας, στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία να συνδέσουμε την οικονομική ελευθερία με τη θεμελιώδη προϋπόθεσή της που είναι η ευστάθεια της εθνικής οικονομίας εντός του ευρωπαϊκού και διεθνούς περιβάλλοντός της. Γιατί αν δεν υπάρχει ευστάθεια, όχι μόνον του χρηματοπιστωτικού συστήματος, για το οποίο και χρησιμοποιούμε συνήθως τον όρο αυτό, αλλά ευστάθεια συνολικά της εθνικής οικονομίας, δεν υπάρχει οικονομική ελευθερία. Διότι με ποιες νομισματικές, χρηματοπιστωτικές και αγοραίες προϋποθέσεις θα διασφαλίσεις την οικονομική ελευθερία;

Υπάρχουν όμως και άλλα προβλήματα, τα οποία νομίζω ότι ξεκλειδώνει ο συγγραφέας και πρέπει να τα δούμε στη συνέχεια, στο «μετά το βιβλίο». Οι ρυθμιστικές δυνατότητες της αγοράς. Η αγορά η ίδια σε διεθνές επίπεδο είναι πιο παρεμβατική και πιο κανονιστική πολλές φορές και από τα κράτη. Εδώ έχουν δημιουργηθεί συστήματα ιδιωτικής νομοθέτησης που δεν είναι soft law -υπάρχει καταναγκασμός- τα οποία τα επιβάλει η αγορά.

Θυμάστε την αγωνία μας πριν λίγα χρόνια εάν θα πάμε σε selective default και αν θα ενεργοποιηθούν τα CDS; Τα CDS ( credit default swap ) είναι ασφάλιστρα κινδύνου που ρυθμίζει μια πλατφόρμα, αμιγώς ιδιωτική. Μια ένωση προσώπων στην οποία μετέχουν τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες, η ISDA, η οποία έχει κανόνες, έχει πάνελ επίλυσης διαφόρων και επιβάλει κυρώσεις, ενεργοποιεί τα ασφάλιστρα κινδύνου. Τα ασφάλιστρα κινδύνου ενεργοποιούνται εν ριπή οφθαλμού και εάν σε καταστρέψουν σε κατέστρεψαν. Εάν διέλθεις αβρόχοις ποσί πολύ ωραία, το πέτυχες εσύ όπως το πέτυχε και ο Μωυσής. Όπως το πετύχαμε εμείς, γιατί έγιναν όλα αυτά. Ενεργοποιήθηκαν τα CDS, υπαχθήκαμε στους κανόνες αυτούς που είναι απειλητικοί, αλλά δεν έπαθε η χώρα τίποτα γιατί κατεβλήθη μια προσπάθεια για να επιτευχθεί αυτό. Αυτό είναι οικονομική ελευθερία. Δεν είμαστε απλώς σε έναν χώρο ελευθερίας των συμβάσεων και ιδιωτικής αυτονομίας. Είμαστε σε έναν υπέρ -ρυθμισμένο χώρο παγκοσμίως, επειδή η αγορά, όχι το κράτος, τα ρυθμίζει όλα αυτά.

Και βέβαια, όπως είπε και ο Αντώνης Μανιτάκης προηγουμένως, τι σημαίνει οικονομική ελευθερία εντός των συμφραζομένων της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης; Λέει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση ισχύει η «κοινωνική οικονομία της αγοράς». Η κοινωνική οικονομία της αγοράς είναι έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από συντάγματα, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα οποία είχαν κάποια μικρή ή μεγάλη σοσιαλδημοκρατική χροιά, το ιταλικό Σύνταγμα του 1948, ακόμη και ο θεμελιώδης νόμος της Βόννης, αλλά στο πνεύμα της εποχής, ως αντίσταση στις επαγγελίες του σοβιετικού καθεστώτος υπό συνθήκες ψυχρού πολέμου. Αλλά αυτά είναι τα λόγια. Η πραγματικότητα είναι οι κλειδωμένες ανισότητες μεταξύ των κρατών – μελών. Άλλο να είσαι δανειστής, άλλο δανειζόμενος, άλλο δημοσιονομικά ενάρετος, άλλο δημοσιονομικά αμαρτωλός, άλλο εντός και άλλο εκτός προγράμματος στήριξης. Και η νομισματική πολιτική από ποιόν ρυθμίζεται; Από τον κύριο Ντράγκι βέβαια, τώρα από την κυρία Λαγκάρντ στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η χρηματοπιστωτική πολιτική από τον SSM. Η φορολογική πολιτική από τους δημοσιονομικούς καταναγκασμούς για την επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος. Η ασφαλιστική πολιτική από την ανάγκη να είναι βιώσιμο το ασφαλιστικό σύστημα και να μην υπάρχει μακροπρόθεσμη αναλογιστική απειλή για το δημόσιο χρέος. Τι περιθώριο ελευθερίας έχεις; Ποιες επιλογές θα κάνεις; Διότι τώρα πια ζήσαμε τι σημαίνει να έχεις ένα σύστημα για ομαλές συνθήκες θερμοκρασίας και πιέσεως, τι σημαίνει να έχεις μια Ευρωπαϊκή Ένωση και μια Ευρωζώνη χωρίς μηχανισμούς πρόβλεψης και ανακοπής των κρίσεων, διότι έχεις μια Συνθήκη που δεν σου επέτρεπε να κάνεις bail out και να οργανώσεις προγράμματα στήριξης, δεν σου επιτρέπει να κάνεις νομισματική χρηματοδότηση, ενώ η Fed και η Τράπεζα της Αγγλίας μπορεί να κάνουν.

Και τι μένει από όλα αυτά; Μένει κάτι που λείπει από το Σύνταγμα, που είναι η δημοσιονομική επίγνωση και το οποίο όχι μόνο λείπει, αλλά δεν προστίθεται και με την υπό εξέλιξη αναθεώρηση του Συντάγματος, παρότι αυτό επιβάλλεται από τη Συνθήκη για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό, και τη Διακυβέρνηση, από το νέο Fiscal Pact. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δεις το μεγάλο ερώτημα, αν υπάρχει οικονομική ελευθερία χωρίς οικονομική κυριαρχία ή με περιορισμένη οικονομική κυριαρχία. Όπως πρέπει να δεις και το ζήτημα της ανάπτυξης, το όραμα της ανάπτυξης- η ελευθερία της ανάπτυξης λέει ο Πέτρος Παραράς. Τι σημαίνει αυτό, με τις δημογραφικές προβολές και με τους δημοσιονομικούς καταναγκασμούς που έχουμε σε σχέση με τον λεγόμενο δημοσιονομικό χώρο; Πώς το οργανώνεις αυτό; Αν δεν επιτευχθεί το 2,8% του ΑΕΠ ρυθμός ανάπτυξης ως βασική προϋπόθεση του προϋπολογισμού του 2020, η αλυσίδα των επιπτώσεων θα είναι σοβαρή. Αν το 2,8% αποδειχθεί 2,5% υπάρχει μια αλληλουχία υποθέσεων που πρέπει να επαναξιολογηθεί.

 

Και όλα αυτά, νομίζω μας επιτρέπουν να συζητήσουμε ψυχραιμότερα το θέμα που θίγει στο βιβλίο ο Πέτρος Παραράς και με το οποίο κορυφώνει την ανάλυσή του, που είναι η αμφισβήτηση της μνημονιακής νομολογίας, κυρίως η αμφισβήτηση των βασικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο αποδέχθηκε την συνταγματικότητα του πρώτου μνημονίου, αποδέχθηκε την συνταγματικότητα της παρέμβασης στο δημόσιο χρέος και μέχρι το 2012 αποδέχθηκε τη συνταγματικότητα των δημοσιονομικών μέτρων. Μεταβλήθηκε η νομολογία από το δεύτερο μνημόνιο και μετά, το Δικαστήριο κήρυξε ουσιαστικά τη λήξη των μνημονίων, ενώ η χώρα ζούσε στο δεύτερο μνημόνιο και όδευε στο τρίτο. Και διαψεύστηκε βεβαίως. Γιατί απεδείχθη ότι έπρεπε να πάμε και στο δεύτερο και στο τρίτο και στο «μετά μνημόνιο» με δημοσιονομικούς περιορισμούς, οι οποίοι ακόμη είναι υπό διαπραγμάτευση. Και αναγκάστηκε να κάνει πίσω η νομολογία και να επανεξετάσει τα πορίσματά της και να εκδώσει ξανά αποφάσεις αποδοχής της συνταγματικότητας των μέτρων τώρα για τα επιδόματα διακοπών και εορτών και για τον «νόμο Κατρούγκαλου» που προκάλεσε την τελευταία δέσμη των αποφάσεων με εκκρεμότητες (τι θα γίνει με τα αναδρομικά). Δηλαδή με συνείδηση των δημοσιονομικών επιπτώσεων, γιατί κάποια στιγμή χαλάρωσε ο δικαστής, νομίζοντας ότι ξεφύγαμε από την κρίση και μετά κατάλαβε ότι δεν ξεφύγαμε.

Ο φόβος, η διαχείριση του φόβου είναι το μεγάλο στοίχημα της πολιτικής, της οικονομίας, της Ιστορίας. Άρα, φανταστείτε να επικρατούσε η αντίληψη ότι δεν πρέπει να λάβουμε υπόψη το δημοσιονομικό συμφέρον. Αλλά τι είναι το δημοσιονομικό συμφέρον; Δεν είναι το εθνικό συμφέρον της υπόστασης του τόπου; Της πατρίδας. Φανταστείτε να είχαμε πάει στην ασύντακτη χρεοκοπία με νομολογιακή πρωτοβουλία και αυτό να μη μας επέτρεπε να μιλάμε σήμερα για όλα αυτά.

Βέβαια, ο Πέτρος Παραράς είναι υποδειγματικός ερευνητής, είναι ένας θεράπων της δεοντολογίας, συζητά με τους συναδέλφους του, με όλη τη θεωρία, στις υποσημειώσεις, σέβεται την αντίθετη άποψη, είναι υπόδειγμα και τους νεότερους επιστήμονες και καλεί στο πάνελ συναδέλφους του από το χώρο του Συνταγματικού Δικαίου με τους οποίους έχει εγνωσμένες δογματικές διαφορές. Διότι και ο Αντώνης Μανιτάκης και εγώ έχουμε άλλη προσέγγιση και για το άρθρο 5 παράγραφος 3 και για το άρθρο 25 παράγραφος 1, για την αρχή της αναλογικότητας. Γιαυτό λέω ότι είμαστε σε έναν διαρκή διάλογο.

Το ερώτημα με το οποίο κλείνω και το οποίο το βάζω ως ιδέα στον Πέτρο Παραρά ο οποίος είναι χαλκέντερος και πραγματικά αξιοθαύμαστος γιατί δουλεύει με νεανική ορμή και κόπο, όχι πνευματικό απλώς, αλλά και σωματικό, γιατί αυτά δεν είναι εύκολα πράγματα, είναι το εξής: τι γίνεται με την οικονομική ελευθερία υπό συνθήκες τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης, τεχνητής νοημοσύνης, κλιματικής αλλαγής, δηλαδή υπό συνθήκες ριζικής αλλαγής του φαινομένου της εργασίας που σημαίνει και των εργασιακών και των κοινωνικών σχέσεων, αλλά και της φύσης του κεφαλαίου. Διότι το να μιλάει κανείς για τον συντελεστή κεφάλαιο με την παραδοσιακή έννοια, την αμιγώς οικονομική είναι, κατά τη γνώμη μου, πεπερασμένο διότι τώρα πια υπάρχουν άλλα στοιχεία, διανοητικά, άυλα, έμμεσα τα οποία αποτιμώνται οικονομικά αλλά δεν είναι από τη φύση τους οικονομικά με την κλασική έννοια του όρου. Και βεβαίως αυτό οδηγεί σε μια συζήτηση για τον οικονομικό ρόλο του κράτους. Διότι αυτό που βλέπουμε, τη μείωση του ρόλου του εθνικού κράτους δεν σημαίνει από μόνη της και αυτομάτως μείωση του ρόλου του κράτους γενικά, γιατί ό,τι χάνει το κράτος μέλος σε παρεμβατισμό και σε θεμελίωση εθνικών τειχών που προστατεύουν δασμολογικά ή με άλλους έμμεσους τρόπους την εθνική αγορά, μεταφέρεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση που υψώνει τα δικά της τείχη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, την εποχή του Προέδρου Τράμπ, βλέπουν την Ευρώπη όχι ως ιστορικό σύμμαχο αλλά ως αντίπαλο σε έναν εμπορικό πόλεμο, όπως βλέπουν και τον Καναδά. Αυτό σημαίνει νέα πράγματα για την γεωοικονομική θεώρηση των θεμάτων και αυτά επηρεάζουν, βεβαίως, το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί ή δεν λειτουργεί η οικονομική ελευθερία, η ελευθερία της αγοράς, η πολιτική ελευθερία, η δυτική δημοκρατία.

Υπάρχουν τέτοια πολύ σοβαρά ζητήματα στα οποία μας εισάγει ο Πέτρος Παραράς με αυτό το πολύ σημαντικό σύγγραμά του, για το οποίο θέλω να τον συγχαρώ και να τον ευχαριστήσω και να του ευχηθώ και εις άλλα με υγεία.

 

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019Παρουσιάσεις Βιβλίων