Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην εκδήλωση «Δείκτης Ποιότητας Νομοθέτησης: Τι πρέπει να αλλάξει σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο;» που συνδιοργάνωσαν ο Κύκλος Ιδεών και το ΚΕΦίΜ 

 

Σας ευχαριστώ πολύ για την παρουσία σας. Θέλω να συγχαρώ το ΚΕΦίΜ για τις πρωτοβουλίες που παίρνει και ειδικά για τον «Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης». Άκουσα με πολύ μεγάλη χαρά τον κ. Καρκατσούλη που τον παρουσίασε συνοπτικά και συστηματικά, είναι βαθύς γνώστης. Η νομοθετική πολιτική είναι ένα αντικείμενο γνωστικό, εξαιρετικά πολύπλοκο και απαιτητικό. Θα κάνω λοιπόν μερικές παρατηρήσεις, λιγότερο θεωρητικές και περισσότερο πρακτικές, από τη μακρά εμπειρία μου στα ζητήματα αυτά.

Τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια, από τα τέλη του 2009 έως σήμερα, στην Ελλάδα ζούμε υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης. Για την ακρίβεια διαχειριζόμαστε τις επιπτώσεις μίας κρίσης που επωάστηκε τα προηγούμενα χρόνια, πριν το 2009, και εξερράγη μετά τις εκλογές του 2009. Αυτό επηρέασε και την ερμηνεία και την εφαρμογή του Συντάγματος, επέφερε αυτό που ονομάζουμε στη θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου, πολλές άτυπες συνταγματικές μεταβολές, μέσα από τη διαδικασία του ελέγχου της συνταγματικότητας, μέσα από την εφαρμογή του Ενωσιακού Δικαίου και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και μέσα από την κοινοβουλευτική πρακτική. Η εμπειρία της κρίσης στα ζητήματα της νομοθέτησης είναι πάρα πολύ ισχυρή, γιατί διαμορφώθηκαν πρακτικές οι οποίες βλέπω ότι λίγο-πολύ συνεχίζονται και μετά τις νέες εκλογές και δεν ξέρω εάν θα απαλλαγούμε ποτέ από αυτές, τώρα που αποκτήθηκε και αυτή η «τεχνογνωσία».

Οι εξελίξεις λοιπόν των τελευταίων δέκα ετών της κρίσης και λόγω της κρίσης, περιλαμβάνουν, πρώτη, την εντατική χρήση της διαδικασίας της κατεπείγουσας νομοθέτησης. Έχουμε πάρα πολύ συχνά προσφυγή στα κατεπείγοντα νομοσχέδια, στη χρονικά συντετμημένη διαδικασία συζήτησης και ψήφισης νομοσχεδίων, πολύ συχνά χωρίς διαβούλευση, πολύ συχνά χωρίς ακρόαση φορέων.

Η δεύτερη πρακτική είναι τα λεγόμενα πολυνομοσχέδια, νομοσχέδια που καλύπτουν οριζόντια την ύλη όλων των Υπουργείων, τα οποία δεν έχουν σαφή αρχή ή μάλλον έχουν ως αρχή την εξυπηρέτηση ενός μείζονος στόχου, όπως είναι η αντιμετώπιση της κρίσης. Άρα, όταν έχεις κάθε λίγο ένα πολυνομοσχέδιο που καλύπτει οριζόντια όλα τα θέματα, δεν υπάρχει άσχετη τροπολογία, δεν υπάρχει άσχετη ρύθμιση, υπάρχει ένα λεωφορείο, ένα omnibus στο οποίο μπορούν να μπουν όλα τα θέματα. Αυτό έχει συμπαρασύρει, για τους εξ ημών νομικούς, και τις συνταγματικές διατάξεις για την ειδικότητα των λεγόμενων συνταξιοδοτικών νόμων. Συνταξιοδοτικοί νόμοι, για να συνεννοούμεθα, είναι οι νόμοι που ρυθμίζουν τα σχετικά με τις συντάξεις του δημοσίου, πολιτικές και στρατιωτικές, όχι οι κοινωνικοασφαλιστικοί νόμοι. Άρα, ο συνταξιοδοτικός νόμος ο οποίος υπόκειται στην προϋπόθεση της γνωμοδότησης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί του σχεδίου του νόμου, είναι αυτός ο οποίος πρέπει να προτάσσεται. Τώρα έχει γίνει δεκτό ότι ο νόμος μπορεί να συμπαρασύρει και άλλες ρυθμίσεις, απολύτως άσχετες, αρκεί να προτάσσεται η συνταξιοδοτική ρύθμιση, παρότι βεβαίως τώρα η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποδεχόμενη τη συγκρότηση του ΕΦΚΑ, με τους πάντες μέσα –μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους, αγρότες και δημοσίους υπαλλήλους– κατέστησε μειωμένης σημασίας τις συνταγματικές διατάξεις περί των συνταξιοδοτικών νόμων.

Μία τρίτη πρακτική είναι οι νόμοι με παραρτήματα, να υπάρχουν κείμενα τα οποία επισυνάπτονται στο νόμο, μετά το τέλος του νόμου, δημοσιεύονται από κοινού με το νόμο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά πρόκειται για κείμενα τα οποία έχουν πάρα πολύ σημαντικό κανονιστικό περιεχόμενο.

Μία τέταρτη πρακτική είναι η εκ προοιμίου έγκριση σχεδίων συμβάσεων, διαφορετικού περιεχομένου - από τις συμβάσεις χρηματοοικονομικής διευκόλυνσης, μέχρι τις συμβάσεις που αφορούν το λεγόμενο conditionality, δηλαδή την αιρεσιμότητα των δανειακών συμβάσεων, για να ρυθμιστούν θέματα διαρθρωτικού χαρακτήρα, θεσμικού χαρακτήρα. Άρα, προεγκρινομένων των συμβάσεων, αλλάζει και η φύση των πραγμάτων νομικά, διότι, αντί να έχουμε μία κύρωση νομοθετική εκ των υστέρων, έχουμε μία προκαταρκτική έγκριση του σχεδίου που έχει υποχρέωση ο Υπουργός να το εκτελέσει, δηλαδή να το υπογράψει.

Επίσης είχαμε στη Βουλή, όλο αυτό το διάστημα, εντατική χρήση της διαδικασίας του πολιτικού ελέγχου της συνταγματικότητας. Προβλήθηκαν και προβάλλονται πολύ συχνά ενστάσεις αντισυνταγματικότητας στη Βουλή, που σημαίνει ότι η Βουλή κατά πλειοψηφία, με πολύ συνοπτική συζήτηση, καταφάσκει τη συνταγματικότητα και αυτό καταγράφεται στα πρακτικά, στις προπαρασκευαστικές εργασίες, γίνεται ένα στοιχείο της ιστορικής ερμηνείας του νόμου.

Επίσης είναι πολύ γνωστό σε όλους ότι έχει γίνει εντατική χρήση των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου, δηλαδή στην πραγματικότητα της δυνατότητας που έχει αυτοτελώς η εκτελεστική εξουσία να θεσπίζει πρωτογενώς κανόνες δικαίου που ισχύουν προσωρινά αφ’ εαυτών και πρέπει να υποβληθούν για κύρωση και να κυρωθούν, αλλιώς αποβάλλουν, αλλά από τότε, την ισχύ τους.

Επίσης, επί πάρα πολλά χρόνια, επί περίπου δεκαοκτώ χρόνια παρέμεινε σε αδράνεια, γιατί από τα δεκαοκτώ αυτά χρόνια τα δέκα είναι τα χρόνια της κρίσης, μία πολύ μεγάλη καινοτομία της αναθεώρησης του 2001, που επιτρέπει οι διαρκείς Κοινοβουλευτικές Επιτροπές, οι οποίες είναι έξι, όχι απλά και μόνο να επεξεργάζονται τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων, αλλά να ψηφίζουν τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων. Άρα, η συζήτηση επί της αρχής και κατά άρθρο, η επεξεργασία, οι τροπολογίες, η νομοτεχνική κατάστρωση να γίνεται σε ένα όργανο πολύ μικρότερο, σε μία ατμόσφαιρα με μικρότερη ένταση και να γίνεται μία άπαξ συζήτηση στην Ολομέλεια, ώστε να ψηφίζεται στο σύνολό του ο νόμος ο οποίος ψηφίζεται στην Επιτροπή. Παλαιότερα, πριν το 2001, υπήρχε δυνατότητα να συγκροτούνται τμήματα της Βουλής νομοθετικά. Τώρα υπάρχει μόνο το τμήμα διακοπής των εργασιών της Βουλής μεταξύ των δύο συνόδων, αλλά δεν είχαμε και διακοπές των συνόδων όλο αυτό το διάστημα, ήταν διαρκώς σε σύνοδο η Βουλή, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

Επίσης, όπως αντιλαμβανόμαστε όλοι, επειδή οι κανόνες οικονομικής διακυβέρνησης σε εθνικό επίπεδο είναι αναποτελεσματικοί και τίθενται υπό τον έλεγχο του ευρωπαϊκού συστήματος, άρα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος οικονομικής διακυβέρνησης, έχουν χάσει πλήρως τη σημασία τους θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος, γενετικές, αφετηριακές, από τις οποίες ξεκίνησε η έννοια του Συντάγματος, δηλαδή οι διατάξεις για τον προϋπολογισμό και τον απολογισμό, τα άρθρα 78 και 79 του Συντάγματος. Τώρα συζητείται στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή ο προϋπολογισμός του 2020 εν μέσω γενικής αδιαφορίας, γιατί όλοι αντιλαμβάνονται ότι δεν έχει κανένα νόημα πια ο προϋπολογισμός, ούτε ο απολογισμός, διότι ο προϋπολογισμός τελεί υπό τον έλεγχο των ευρωπαϊκών οργάνων στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εξαμήνου. Σημασία έχει τι θα πει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σημασία έχει τι θα πει το Eurogroup, σημασία έχει τι θα πει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σημασία έχει εάν θα πάρουμε τα κέρδη από τα χαρτοφυλάκια ANFA και SMP που έχουν οι κεντρικές τράπεζες του ευρωσυστήματος, δεν έχει σημασία η ψήφιση του προϋπολογισμού.

Βεβαίως αυτά τα επέτρεψε και η δικαστική εξουσία, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απεδέχθη γνωμοδοτικά ότι μπορεί να γίνεται αυτό που σας περιέγραψα με τους συνταξιοδοτικούς νόμους. Στη δε επεξεργασία διαταγμάτων το αρμόδιο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε, βεβαίως, αντιληφθεί τις ανάγκες ταχείας νομοθετικής και κανονιστικής επέμβασης, παρότι η ποιότητα των κανονιστικών πράξεων σε επίπεδο προεδρικού διατάγματος, επειδή έχουμε την προηγούμενη επεξεργασία από το Συμβούλιο της Επικρατείας και έχουμε και την πρακτική του Προέδρου της Δημοκρατίας να μην υπογράφει σχέδια που αποκλίνουν από τις παρατηρήσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι κατά τεκμήριο καλύτερη από την ποιότητα των τυπικών νόμων, δηλαδή των νόμων που ψηφίζονται από τη Βουλή, έχει αντιστραφεί το ζήτημα αυτό.

Εκείνο που έχει ξεχαστεί πλήρως είναι η ΟΚΕ. Η ΟΚΕ η οποία είναι συνταγματικά προβλεπόμενο όργανο πλέον, με την αναθεώρηση του 2001, και της οποίας οι αρμοδιότητες και οι δυνατότητες συμμετοχής στην κοινωνική διαβούλευση δεν γίνονται σεβαστές σε ένα μεγάλο αριθμό νόμων. Βέβαια πρέπει να σας πω ότι το ίδιο συμβαίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό και με τις εκθέσεις της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, οι οποίες δεν ασκούν την επιρροή που θα περίμενε κανείς να ασκούν, χρησιμοποιούνται σποραδικά, μάλλον φευγαλέα, όταν τίθενται ζητήματα ένστασης αντισυνταγματικότητας κατά το άρθρο 100 του Κανονισμού της Βουλής.

Τώρα, όλα αυτά πρέπει να τα συνδέσουμε με ένα ευρύτερο πρόβλημα που είναι τελείως αντίθετο από αυτό που συζητάμε, γιατί υποτίθεται ότι ζούμε σε μία εποχή απορρύθμισης, δηλαδή υποχώρησης της εμβέλειας του κρατικού νομοθέτη. Η απορρύθμιση βεβαίως αφήνει ένα πολύ μεγάλο περιθώριο σε αυτό που θα λέγαμε ιδιωτική νομοθέτηση σε διεθνές επίπεδο, διότι εδώ ασχολούμαστε με την ποιότητα των κρατικών νόμων και των κρατικών κανονιστικών πράξεων, αλλά υπάρχουν τεράστια πεδία αφημένα στην ιδιωτική νομοθέτηση. Όλα αυτά που συμβαίνουν στη χρηματοοικονομική σφαίρα, ομόλογα, αξιολογήσεις, CDS, καταστάσεις default, όλα αυτά ρυθμίζονται από μία νομοθέτηση η οποία είναι διεθνής και ιδιωτική, δεν έχει καμία υπόσταση, δεν πρόκειται για καμία διεθνή σύμβαση, ούτε για κανέναν εθνικό νόμο. Οι ρυθμίσεις του Facebook είναι αποφάσεις της εταιρίας που το διαχειρίζεται. Η επιρροή που ασκούν οι ρυθμίσεις αυτές στην ελευθερία του λόγου, στην ελευθερία της τέχνης, στην ελευθερία της έκφρασης, στις πολιτικές ελευθερίες, στη διαμόρφωση των αντιλήψεων του εκλογικού σώματος, στην κοινωνική νοοτροπία είναι τεράστιες. Αυτά δεν τα ελέγχει κανείς, αυτό είναι ένα άλλο πεδίο, το οποίο είναι εντυπωσιακά σημαντικό και πρέπει και ο πολιτικός και κοινωνικός φιλελευθερισμός να ασχοληθεί με τα ζητήματα αυτά της ιδιωτικής νομοθέτησης, τα οποία είναι πάρα πολύ σημαντικά.

Τώρα, για να μην καθυστερώ, το φαινόμενο του νομοθετικού πληθωρισμού είναι αυτό που θέτει προβλήματα ποιότητας, διότι εάν έχεις λίγους νόμους, μπορείς να τους επεξεργαστείς με άνεση και να ελέγξεις την ποιότητά τους με πολύ μεγάλη προσοχή, αλλιώς δεν μπορείς, δεν προλαβαίνεις. Το φαινόμενο του νομοθετικού πληθωρισμού έχει πολλά αίτια, προσπαθώ να τα συνοψίσω όσο μπορώ περισσότερο:

Η πρώτη αιτία είναι η αδράνεια και η κεκτημένη ταχύτητα. Η πολυνομία παράγει πολυνομία. Η δεύτερη αιτία είναι η αδυναμία υπεύθυνης δράσης της Διοίκησης. Η Διοίκηση αδυνατεί, φοβάται, φοβάται και τις ποινικές ευθύνες να αναλάβει ευθύνες και πρωτοβουλίες, θέλει νέο νόμο για να θεωρηθεί ότι έχει σαφή εντολή και ότι έχει και νομική κάλυψη.

Η τρίτη μεγάλη αιτία είναι η δυσχέρεια άσκησης κανονιστικής αρμοδιότητας της διοίκησης λόγω του προηγουμένου ελέγχου που ασκεί το Συμβούλιο της Επικρατείας στο επίπεδο των προεδρικών διαταγμάτων. Για αυτό και έχουμε μεγάλα προβλήματα με τη μεταφορά της εξουσιοδότησης από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε, όπως λέμε, υποδεέστερα όργανα της διοίκησης. Αυτή η διαφορά ειδικής και ειδικότερης εξουσιοδότησης ελέγχεται πολύ αυστηρά από το Συμβούλιο της Επικρατείας ακόμη και τώρα.

Η τέταρτη αιτία, η οποία είναι η πιο σημαντική είναι οι πιέσεις της κοινωνίας και της αγοράς, οι πιέσεις των παραγωγικών και κοινωνικών φορέων, που ζητούν, για λόγους δικής τους ασφάλειας δικαίου, νόμο τυπικό, ψηφισμένο από τη Βουλή και ει δυνατόν συμφωνημένο με ευρύτερη συναίνεση.

Η πέμπτη αιτία είναι οι πιέσεις που ασκεί η νομολογία. Η νομολογία κάνει στροφές, επιμένει, αναγκάζει πολλές φορές το νομοθέτη να επέμβει, μερικές φορές και τον αναθεωρητικό νομοθέτη. Ένα τεράστιο ποσοστό ανασφάλειας δικαίου πηγάζει από την ασάφεια και την αντιφατικότητα της νομολογίας και όχι από την πολυπλοκότητα και τον πληθωρισμό της νομοθεσίας.

Η έκτη αιτία είναι οι πολλές Ενωσιακές μας υποχρεώσεις. Έχουμε υποχρέωση συμμόρφωσης, έχουμε υποχρέωση εφαρμογής των κανονισμών –εδώ δεν χρειάζεται και τίποτα– υποχρέωση μεταφοράς των οδηγιών. Υπάρχει ένας νομοθετικός πληθωρισμός σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος μεταφέρεται. Δεν πρέπει να μετράς μόνον τις κυρώσεις, τους κυρωτικούς νόμους, πρέπει να μετράς και τους νόμους που ψηφίζονται και εκδίδονται σε εκτέλεση Ενωσιακών υποχρεώσεων. Υπάρχουν, έβδομον, διεθνείς υποχρεώσεις επίσης, υποχρεώσεις έναντι του Διεθνούς Δικαίου, αρχής γενομένης από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά υπάρχουν άπειρες υποχρεώσεις από συμβάσεις, συμβάσεις για τη διαφάνεια για παράδειγμα, οι οποίες σε αναγκάζουν να τροποποιείς ποινικούς και διοικητικούς νόμους συνεχώς.

Όγδοη αιτία είναι η κάθετη οργάνωση της κυβέρνησης σε Υπουργεία. Είναι δύσκολη η συνεργασία των Υπουργείων. Αυτά οδηγούν στο φαινόμενο της κρίσης και έκπτωσης του νόμου, που σημαίνει ότι ανάγεσαι πια κατευθείαν στο Σύνταγμα, κατευθείαν στο Ενωσιακό Δίκαιο και κατευθείαν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

Παλιότερα με τον κ. Καρκατσούλη είχαμε κάνει μία συζήτηση, με πρωτοβουλία του ΣΕΒ, πριν από 15 χρόνια, όταν ήταν νωπό το σχέδιο της Επιτροπής Βροντάκη και οι οδηγίες του ΟΟΣΑ. Το 2012 εισηγηθήκαμε το νόμο 4048/2012 εν μέσω κρίσης. Ο νόμος αυτός φέρει τρεις υπογραφές Υπουργών όλες κι όλες, τη δική μου ως Αντιπροέδρου και Υπουργού Οικονομικών, του Δημήτρη Ρέππα ως Υπουργού Δημόσιας Διοίκησης και του Μιλτιάδη Παπαϊωάννου ως Υπουργού Δικαιοσύνης. Αυτός ο νόμος καταργήθηκε συλλήβδην με τον πρόσφατο νόμο για το επιτελικό κράτος, ο οποίος παρουσιάζει μία παραλλαγή του νόμου αυτού στα άρθρα 50 και επόμενα, 50 έως 67. Τότε λοιπόν, στη συζήτηση αυτή είχα παρουσιάσει 15 κριτήρια ποιοτικού ελέγχου της νομοθεσίας, τώρα παρουσίασε ο κ. Καρκατσούλης 72 κριτήρια. Εγώ αντιθέτως τα μειώνω τα κριτήρια, νομίζω ότι αντί για 15 μπορώ να σας πω 10, για να είμαστε πιο οικονομημένοι και συνοπτικοί.

Το πρώτο κριτήριο είναι ο έλεγχος της συνταγματικότητας, διότι εάν ο νόμος είναι αντισυνταγματικός θα παραμεριστεί και δημιουργεί τεράστια προβλήματα ανασφάλειας δικαίου, αναδρομικοτήτων, δικών.

Το δεύτερο κριτήριο είναι ο έλεγχος συμβατότητας με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Το τρίτο κριτήριο είναι η νομοτεχνική επάρκεια, η σαφήνεια, η κωδικοποίηση και η νομοτεχνική διαφάνεια. Πρέπει να σας πω ότι αυτά προβλέπονται στο Σύνταγμά μας. Στο άρθρο 74 παράγραφος 4, προβλέπεται ρητά ότι όταν τροποποιείς ισχύουσα διάταξη, πρέπει στην αιτιολογική έκθεση να παρατίθεται το σύνολο της τροποποιούμενης διάταξης και στο κείμενο της ρύθμισης, η νέα διάταξη όπως διαμορφώνεται, αλλά αυτό δεν τηρείται στην πράξη. Υπάρχει όμως, είναι το άρθρο 74 παράγραφος 4. Το δε άρθρο 76 στις παραγράφους 6 και 7, προβλέπει δύο μεγάλες μορφές κωδικοποίησης, τους δικαστικούς και διοικητικούς κώδικες και την κωδικοποίηση ισχυουσών διατάξεων που είναι άλλο από τη διοικητική κωδικοποίηση. Υπάρχει και τρίτη δυνατότητα, η διοικητική κωδικοποίηση με προεδρικό διάταγμα.

Τέταρτο κριτήριο είναι η δημοσιονομική κάλυψη αλλά και η πιθανή φορολογική επιβάρυνση. Αυτό προβλέπεται επίσης, δεν χρειάζεται οι εκθέσεις του Γενικού Λογιστηρίου να είναι τυπικές, γραφειοκρατικές και ανούσιες, ούτε οι ειδικές εκθέσεις του άρθρου 75 παράγραφος 3, που έχουν το ίδιο περιεχόμενο με τη μισή έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου, απλώς ολόκληρη την έκθεση την υπογράφει ο Γενικός Διευθυντής του Γενικού Λογιστηρίου και τη μισή έκθεση, που αφορά τις δαπάνες του δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου την υπογράφει ο αρμόδιος Υπουργός. Μπορεί αυτό να αλλάξει ριζικά, δεν θέλει τίποτα, άλλη πρακτική απλώς.

Το πέμπτο κριτήριο είναι η αναπτυξιακή συμβολή, δηλαδή η έκθεση για την επίδραση στο ΑΕΠ, τα πιθανά στοιχεία σε σχέση με τη νέα οικονομία, με την 4η Βιομηχανική Επανάσταση, με την τεχνητή νοημοσύνη, με το 5G, με ό,τι είναι τώρα στην πρώτη γραμμή του πυρός.

Το έκτο κριτήριο είναι οι επιπτώσεις στην απασχόληση, το οποίο θα ήταν εξαιρετικά επωφελές να υπάρχει, να είναι στοιχείο της έκθεσης της συνοδευτικής του νομοσχεδίου.

Το έβδομο, ο σεβασμός και η ενεργός προώθησης της ισότητας των φύλων, της απαγόρευσης των διακρίσεων από κάθε άποψη, άρα αυτό περιλαμβάνει και την αξιοπρεπή μεταχείριση των ατόμων με αναπηρία, την LGBT κοινότητα, κάθε είδους μειονότητες και ούτω καθεξής.

Το όγδοο κριτήριο είναι οι περιβαλλοντικές και χωροταξικές επιπτώσεις, οι οποίες ούτως ή άλλως ελέγχονται σε διάφορες φάσεις, πρέπει να είναι στοιχείο της έκθεσης επιπτώσεων του κάθε νομοσχεδίου. Εδώ εντάσσεται, η ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη και η μέριμνα για τις νησιωτικές και ορεινές περιοχές, που επίσης προβλέπονται και από το Σύνταγμα και από το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο.

Το ένατο κριτήριο είναι οι διαδικασίες διαβούλευσης, τα πάντα, προνομοθετική και κοινοβουλευτική διαβούλευση, οι κοινωνικοί εταίροι, η ΟΚΕ, οι σχέση με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, με το άρθρο 22 παράγραφος 2 του Συντάγματος.

Το δέκατο κριτήριο, ο περιοδικός έλεγχος της ισχύουσας νομοθεσίας. Δηλαδή η περιοδική εκκαθάριση του νομοθετικού αποθέματος, γιατί μπορεί να ανακαλύπτεις κάθε λίγο και λιγάκι ότι έχεις πολλούς ξεχασμένους, ανεφάρμοστους και περιττούς νόμους, και πάντως δεν σημαίνει τίποτα η ποιότητα της νομοθεσίας εάν δεν συνδυαστεί, όχι μόνο με την ποιότητα της κανονιστικής δράσης της διοίκησης, αλλά και με την ποιότητα της νομολογίας, διότι μπορεί να παιδεύεσαι νομολογιακά και να μην μπορείς να βρεις λύση και να παράγεις ανασφάλεια δικαίου.

Κλείνω λέγοντας δύο παραδείγματα που είπα αυτή την εβδομάδα σε δύο διαφορετικές εκδηλώσεις. Το ένα το είπα χθες, μιλούσαμε για το Κράτος Δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τώρα καταδικάστηκε η Ελλάδα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δηλαδή του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη, επειδή παρατηρείται επίμονη σύγκρουση μεταξύ τμημάτων του Συμβουλίου της Επικρατείας ή της Ολομέλειας και τμήματος, για ένα θέμα και δεν ξέρει ο πολίτης τι ισχύει στη νομολογία. Τη Δευτέρα είχα παρέμβει σε μία εκδήλωση για τις δημόσιες συμβάσεις και την Αρχή Ελέγχου Προδικαστικών Προσφυγών, δεν υπάρχει καμία ασφάλεια δικαίου για το ποιος δικαιούται να προσφύγει, ποιος έχει έννομο συμφέρον. Εάν ο μη οριστικώς αποκλεισθείς διαγωνιζόμενος έχει ή δεν έχει έννομο συμφέρον. Κυμαίνεται η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυμαίνεται η νομολογία των Επιτροπών Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας; Τώρα η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας απέστειλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό θα έπρεπε να το έχει λύσει η Ευρωπαϊκή Ένωση με μία σαφώς διατυπωμένη οδηγία, την οποία μεταφέρει και εφαρμόζει η εθνική νομοθεσία.

 

Άρα, βλέπετε ότι στην πράξη οι πηγές της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας είναι πάρα πολλές, είναι δε φενάκη να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να φθάσουμε ποτέ σε κάποιο σημείο όπου θα έχουμε μία ποιότητα νομοθεσίας που θα επιτρέπει στον πολίτη να ξέρει τι κάνει. Αποκλείεται. Η νομοθεσία γίνεται ολοένα και περισσότερο τεχνική, λεπτομερής. Θα ξέρει τι κάνει ο ενδιαφερόμενος, μόνον εάν έχει καλούς νομικούς συμβούλους, εάν υπάρχει νομολογιακή επεξεργασία, η οποία είναι σταθερή και σαφής, εάν υπάρχει ασφάλεια δικαίου, αλλιώς δεν μπορεί να κάνει τίποτα το οποίο είναι κρίσιμο, στοιχειωδώς κρίσιμο. Για τη σύνταξή του, για την ανέγερση μίας οικοδομής, για την προώθηση μίας επένδυσης.

Μην έχουμε ψευδαισθήσεις ότι θα φθάσουμε σε ένα σημείο όπου θα υπάρχει αυτοματισμός και εύκολη πρόσβαση πάντων σε ένα απλό και σαφή κανόνα. Αυτό για να έχουμε μία αίσθηση των ορίων του πράγματος. Μέχρι ενός σημείου μπορεί να λύσει προβλήματα τέτοια ο ποιοτικός έλεγχος της νομοθετικής διαδικασίας και των ίδιων των νομοθετικών κειμένων.

 

* Αναλυτικά για την εκδήλωση, δείτε εδώ: https://ekyklos.gr/ev/689-28-11-2019-athina-deiktis-poiotitas-nomothetisis-ti-prepei-na-allaksei-se-ethniko-kai-evropaiko-epipedo.html 

 

28.11.2019, «Δείκτης Ποιότητας Νομοθέτησης: Τι πρέπει να αλλάξει σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο;» from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

 

Tags: Βουλή | Κυβέρνηση | ΠτΔΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019