Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Θεόδωρου Καρυώτη, «ΑΟΖ», εκδ. Παπαδόπουλος

 

Χαίρομαι πάρα πολύ που βρισκόμαστε εδώ. Χαίρομαι πάρα πολύ που άκουσα τον Άγγελο Συρίγο, ο οποίος πέρα από καθηγητής των Διεθνών Σχέσεων είναι και εν ενεργεία βουλευτής του πλειοψηφούντος κόμματος και κυρίως χαίρομαι που είμαι στην παρουσίαση ενός ακόμη βιβλίου του αγαπημένου φίλου μου, του Θόδωρου Καρυώτη, με τον οποίον με συνδέει πολύ στενή οικογενειακή φιλία πολλών ετών. Χαίρομαι πραγματικά γιατί το δικό του βιβλίο, στις εκδόσεις Παπαδόπουλος, αυτή τη σειρά την τόσο έγκυρη, που διευθύνει ο Μπάμπης Παπαδημητρίου, είναι μια περαιτέρω αναγνώριση της συμβολής του Θόδωρου Καρυώτη στην ανάδειξη του ζητήματος της ΑΟΖ.

Του οφείλουμε, πράγματι, πολλά του Θόδωρου γιατί από το 1982 περίπου ΄81-΄82, τα είπε προηγουμένως ο κύριος Συρίγος, έχει αφοσιωθεί στην υπόθεση της ΑΟΖ, μας έχει βοηθήσει να κατανοήσουμε, όχι μόνον οι ασχολούμενοι με το ζήτημα αυτό, αλλά η γενική κοινή γνώμη, το πόσο κρίσιμο είναι το θέμα της ΑΟΖ. Βεβαίως υπάρχουν πολλές παρεξηγήσεις και πολύ μεγάλες «ευκολίες» στη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται γύρω από τα ζητήματα αυτά.

Το να έχει αναδειχθεί η σημασία της ΑΟΖ είναι ένα έργο πολύ σημαντικό, αλλά από την άλλη μεριά, είναι πρόβλημα το να καλλιεργείται η αίσθηση ότι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, χωρίς εξαιρέσεις, ολιγωρούν ή αφήνουν αδρανή εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα και ανεκμετάλλευτους τεράστιους πόρους, οι οποίοι αν είχαν αξιοποιηθεί, θα μπορούσαν να έχουν λειτουργήσει ως αντίβαρο στην οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας και στα μέτρα λιτότητας. Αυτό είναι μια πολύ εύκολη και απλουστευτική προσέγγιση, την οποία δεν κάνει ο Θόδωρος Καρυώτης ο οποίος είναι ένας επιστήμονας, αφοσιωμένος στην έρευνα. Αλλά δυστυχώς, από ένα σημείο και μετά ,όταν γενικεύεται η συζήτηση τα σχήματα τα απλά, πολλές φορές, τα απλοϊκά κυριαρχούν, ερήμην των αρμοδίων και ερήμην των συγγραφέων, όπως είναι εν προκειμένω ο Θόδωρος Καρυώτης.

Δημιουργείται επίσης, μια πολύ εύκολη και προβληματική αντιδιαστολή μεταξύ Κύπρου και Ελλάδος. Έχουμε την Κυπριακή Δημοκρατία, τον αείμνηστο και φίλο μου προσωπικό, Τάσο Παπαδόπουλο ο οποίος ανακήρυξε την ΑΟΖ, προστάτευσε τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ οι ελληνικές κυβερνήσεις, παρότι η χώρα είναι πολύ μεγαλύτερη, πολύ ισχυρότερη, έχει στρατιωτική υπόσταση, δεν τόλμησαν να ανακηρύξουν την ΑΟΖ, δεν τόλμησαν να προχωρήσουν σε παράλληλες κινήσεις ή συγκρίσιμες κινήσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει όμως ως στήριγμά της στρατηγικό και στρατιωτικό την Ελλάδα και εν πάση περιπτώσει, πρέπει να δούμε πώς όλα αυτά, τα οποία έχουν συμβεί τα τελευταία πολλά χρόνια- ας πάρουμε ως αφετηρία το 1982 ή ας πάρουμε ως αφετηρία τη θέση σε ισχύ του νέου Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, της Σύμβασης του Montego Bay, δηλαδή το 1994 - μπορεί να τοποθετηθούν σε μια μεγάλη εικόνα .

Όλα αυτά τα χρόνια έχουν λοιπόν συμβεί πάρα πολλά πράγματα και πρέπει, όπως ορθά έκανε ο κύριος Συρίγος προηγουμένως, να τοποθετήσουμε το ζήτημα της ΑΟΖ και γενικότερα της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών μέσα στα ευρύτερα συμφραζόμενα των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της κατάστασης στην Ανατολική Μεσόγειο. Μας επηρεάζει επίσης η κατάσταση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη και η κατάσταση στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Βεβαίως πρέπει να συνδέσουμε, πρωτίστως, αυτά τα ζητήματα με την ανοιχτή πληγή του Κυπριακού. Με το γεγονός δηλαδή, ότι δεν έχουμε κάνει βήματα στο Κυπριακό, τα οποία να αλλάζουν το καταθλιπτικό δεδομένο της εισβολής, της κατοχής και της παρουσίας των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί.

Υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα, μια υφέρπουσα σύγκρουση μεταξύ, όπως σωστά λέει ο Θόδωρος στο βιβλίο του, των οπαδών της ΑΟΖ και των οπαδών της υφαλοκρηπίδας σαν να είναι οι δυο αυτές έννοιες, τα δυο αυτά νομικά καθεστώτα, αντίθετα μεταξύ τους, ενώ πρόκειται για νομικά καθεστώτα, απολύτως συμπληρωματικά και παράλληλα σύμφωνα με το ισχύον Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.

Θα ξεκινήσω από αυτό, για να θυμηθούμε μερικά πράγματα. Υπάρχει καταρχάς μια θεμελιώδης ομοιότητα. Οι δυο ζώνες έχουν την ίδια έκταση σε θάλασσες όπως η Μεσόγειος, ενώ ισχύουν ίδιοι κανόνες και ίδιες διαδικασίες για την οριοθέτησή τους. Βέβαια, υπάρχει η προστιθέμενη αξία κάθε ζώνης και θα μου επιτρέψετε εδώ να πω ότι και η υφαλοκρηπίδα έχει μια προστιθέμενη αξία η οποία δεν εκμηδενίζεται καθόλου από το γεγονός ότι έχει θεσπιστεί από τη νέα συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν καταργήθηκε η υφαλοκρηπίδα ως έννοια. Η προστιθέμενη αξία συνίσταται στο ότι η υφαλοκρηπίδα ισχύει ipso jure και ab initio, δεν χρειάζεται νομική πράξη, υπάρχει αφ’ εαυτού της, ιδίω δικαίω και εξαρχής. Άρα δεν χρειάζεται ανακήρυξη, αλλά χρειάζεται οριοθέτηση.

Αυτό είναι ένα ζήτημα το οποίο μας απασχολεί πάντα. Και βεβαίως έχει μειονεκτήματα γιατί σε αντίθεση με την ΑΟΖ που καλύπτει τα πάντα, βυθό, υπέδαφος, οργανικές, ανόργανες ουσίες, πλαγκτόν, ωστική ενέργεια των κυμάτων, αιολική ενέργεια, τεχνητά νησιά, η υφαλοκρηπίδα αφορά μόνον έδαφος και υπέδαφος του βυθού με μη οργανικές ουσίες ή οργανικές καθιστικές, όπως λέγονται, ουσίες.

Άρα η ΑΟΖ έχει τα δικά της πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα, αν και το ζήτημα των φυσικών πόρων, το ζήτημα των υδρογονανθράκων αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο από τις δυο ζώνες. Η ΑΟΖ έχει σημασία για άλλα θέματα, όπως σωστά λέει ο Θόδωρος Καρυώτης στο βιβλίο του, η αλιεία είναι ένα τεράστιας σημασίας ζήτημα, μπορεί τεράστιας σημασίας ζήτημα να αναδειχθεί στο μέλλον και το ζήτημα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, των τεχνητών νησιών, των μεγάλων αιολικών πάρκων off shore κ.ο.κ.

Και υπάρχει και ένα άλλο πλεονέκτημα, θα μου επιτρέψετε να πω, ότι η ΑΟΖ ακυρώνει πλήρως τα παλιά «ιστορικά» και «γεωλογικά» επιχειρήματα της τουρκικής πλευράς. Ότι η υφαλοκρηπίδα των ελληνικών νησιών επικάθεται δήθεν στην υφαλοκρηπίδα της ακτής της Ανατολίας διότι η ΑΟΖ δεν έχει τέτοιου είδους γεωλογικές συμπαραδηλώσεις. Δεν συζητάμε για μια νομική έννοια και μια γεωλογική έννοια της υφαλοκρηπίδας παράλληλα, στην ΑΟΖ μιλάμε μόνο για μια νομική έννοια.

Όμως, εδώ και αρκετά χρόνια, δεκαετίες μπορώ να πω, όταν γίνονται οριοθετήσεις διεθνώς, οι οριοθετήσεις γίνονταν με συμβάσεις πολλαπλής χρήσης τις περισσότερες φορές. Δηλαδή γίνονταν οριοθετήσεις που αφορούν και την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα και εμείς έχουμε συμμετάσχει ως χώρα πολύ πρόσφατα σε μια τέτοια σύμβαση οριοθέτησης πολλαπλών χρήσεων που αφορά και χωρικά ύδατα και ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα που είναι η ελληνοαλβανική συμφωνία για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, στην πλευρά του Ιονίου και της Αδριατικής, η οποία βεβαίως, δεν είχε την κατάληξη που θα θέλαμε να έχει.

Τώρα, για να κατανοήσουμε λίγο το πρόβλημα, πρέπει να θέσουμε δυο ρητορικά ερωτήματα, τα οποία τα υπενόησε και ο Άγγελος Συρίγος προηγουμένως. Μπορεί μήπως να προχωρήσει ακώλυτα, χωρίς προβλήματα, χωρίς προσκόμματα, όχι μόνο η έρευνα αλλά και η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς λύση του Κυπριακού, ή έστω χωρίς ισχυρή διασφάλιση των δικαιωμάτων της τουρκοκυπριακής κοινότητας; Ας το σκεφτούμε αυτό για να δούμε πώς εξελίσσονται τα τελευταία χρόνια παράλληλα οι δυο διαδικασίες. Η έρευνα στην Κυπριακή ΑΟΖ και η παραχώρηση δικαιωμάτων εξόρυξης από τη μια μεριά και οι διακοινοτικές συνομιλίες και τα διάφορα σχήματα - διακοινοτικές συνομιλίες , τριμερής, πενταμερής-, είτε με τη συμμετοχή είτε χωρίς τη συμμετοχή αλλά απλώς την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών.

Και επίσης πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι τα εταιρικά σχήματα, τα κοινοπρακτικά σχήματα τα οποία υπάρχουν εκεί, δεν είναι τόσο απλά στην προσέγγιση τους, δεν είναι μόνο μεγάλα δυτικά συμφέροντα τα οποία μετέχουν, μπορεί να μετέχουν και συμφέροντα άλλων χωρών, από άλλες περιοχές οι οποίες έχουν τις δικές τους, ας το πούμε έτσι, εκλεκτικές συγγένειες.

Δεύτερο ερώτημα, συναφές. Μπορεί μήπως να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της ΑΟΖ της Ελλάδος ανεξάρτητα από το συνολικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων; Είδατε ότι και ο Άγγελος Συρίγος προηγουμένως τοποθέτησε το ζήτημα στο συνολικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αλλά το συνολικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων επηρεάζεται καταγωγικά από το Κυπριακό.

Δεν ξέρω πώς στο μυαλό μας όλα εστιάζονται στο Αιγαίο και επεκτείνονται στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά η αλήθεια είναι ότι η μεγάλη κρίση, η ιστορική κρίση, δηλαδή η τουρκική εισβολή μετά το πραξικόπημα στην Κύπρο έγινε στην Ανατολική Μεσόγειο. Άρα στη μήτρα των προβλημάτων αυτών, της τελευταίας 45ετίας, δεν είναι το Αιγαίο, είναι η Ανατολική Μεσόγειος. Είναι αυτά που έγιναν στην Κύπρο. Εμείς είχαμε εγκλωβιστεί σε μία συζήτηση περί Αιγαίου, γιατί ακόμη και τώρα δεν είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε πια είναι ακριβώς η διαφορά μεταξύ Αιγαίου και Ανατολικής Μεσογείου.

Και για να το πω διαφορετικά, εγώ συμφωνώ ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία και η ανακήρυξη. Αλλά ανακήρυξη χωρίς οριοθέτηση, δεν θα σήμαινε τίποτα. Άρα το ζήτημα είναι η οριοθέτηση. Στην οριοθέτηση υπάρχουν πολύ αυστηροί κανόνες. Πώς θα γίνει η οριοθέτηση; Η οριοθέτηση γίνεται ή με διμερή συμφωνία, ή με προσφυγή στη διαιτησία, ή με προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Δεν υπάρχουν άλλες λύσεις.

Εμείς μάλιστα για χρόνια τελούσαμε υπό κάποια σύγχυση γιατί θεωρούσαμε ρητορικά, πολιτικά, ότι αρμόδιο όργανο είναι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, αλλά στις σχετικές δηλώσεις κατά το διεθνές δίκαιο που είχαμε προβεί ως συνέχεια της κύρωσης και της επικύρωσης της νεάς Συνθήκης για το Δίκαιο της Θάλασσας, είχαμε αναγορεύσει ως αρμόδιο δικαστήριο το Διεθνές Δικαστήριο του Δικαίου της Θάλασσας, του Αμβούργου. Είχα την ευκαιρία λίγες μέρες πριν αποχωρήσω από το υπουργείο Εξωτερικών, μετά από μακρά και επίπονη προεργασία, να εναρμονίσω τα ζητήματα των δικαιοδοσιών και να προβώ σε νέες δηλώσεις για τη δικαιοδοσία των δύο δικαστηρίων. Τουλάχιστον για να ξέρουμε τι μας γίνεται. Για να μην έχουμε έλλειψη επίγνωσης. Για να μην οδηγηθούμε κάποια στιγμή ανεπίγνωστα σε μία δικαιοδοτική διαδικασία. Τουλάχιστον να έχουμε τον ιστορικό και πολιτικό έλεγχο των εξελίξεων και να ξέρουμε τι κάνουμε.

Άρα το επόμενο ερώτημα που πρέπει να έχουμε κατά νου είναι αν εμείς ως Έθνος, ως κοινωνία των πολιτών, ως ακαδημαϊκή κοινότητα, ως σύστημα ενημέρωσης και βέβαια ως πολιτικό σύστημα, είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε το αποτέλεσμα μιας διεθνούς δικαιοδοτικής κρίσης; Δηλαδή εννοούμε αυτό που λέμε; Ότι αναγνωρίζουμε μια και μόνη ελληνοτουρκική διαφορά, την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο; - λέγαμε. Και ας το πούμε σωστά αυτό. Αναγνωρίζουμε μια και μόνη διαφορά, την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο; Αυτή είναι η σωστή διατύπωση.

Αν λοιπόν κάνουμε τη σωστή διατύπωση, το εννοούμε αυτό; Δηλαδή είμαστε έτοιμοι να συνυπογράψουμε το συνυποσχετικό και να οδηγηθούμε σε διεθνή δικαιοδοτική κρίση και να αποδεχθούμε το αποτέλεσμα της απόφασης; Το δεδικασμένο;

Αυτό είναι το ερώτημα της εθνικής στρατηγικής. Αν έχουμε κενό στην εθνική στρατηγική, έχουμε κενό γιατί δεν μπορούμε να δώσουμε καθαρά αυτή την απάντηση.

Όπως έχουμε κενό και στη στρατηγική μας σε σχέση με το Κυπριακό, γιατί πρέπει να επιβεβαιώσουμε ότι πράγματι πιστεύουμε στο πλαίσιο των συμφωνιών υψηλού επιπέδου του 1977 και του 1979 για μια δικοινοτική διζωνική λύση στο πλαίσιο των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Δεν είναι τόσο απλό όσο λέγεται αυτό. Γιατί σημαίνει μια σειρά από πράγματα που αφορούν ένα σχήμα λύσης, το οποίο στις γενικές του γραμμές ακόμη και αν είναι τέλειο στις λεπτομέρειες του, θα είναι αυτό που ξέρουμε. Ενός ομοσπονδιακού κράτους με δύο τουλάχιστον ομόσπονδες οντότητες οι οποίες αντιστοιχούν στις δύο κοινότητες.

Αλλά πρέπει να δούμε γιατί δυσκολευόμαστε και στην οριοθέτηση με άλλες χώρες. Γιατί δεν είναι μόνο η Τουρκία. Υπάρχουν εγγενή και βαθιά προβλήματα στα ζητήματα αυτά που ξεπερνούν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τους συσχετισμούς αυτούς τους οποίους συνήθως αναλύουμε.

Έχουμε δυσκολία να μετατρέψουμε τη σύμβαση του 1977 Ελλάδος – Ιταλίας, με βάση το παλιό Δίκαιο της Θάλασσας της Συνθήκης της Γενεύης, που είναι μία σύμβαση οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας σε μια σύμβαση οριοθέτησης της ΑΟΖ. Δεν είναι τόσο απλό. Έχω προσπαθήσει πολύ, και όλοι οι διάδοχοί μου στο υπουργείο Εξωτερικών, ο κ. Κοτζιάς και ο κ. Κατούγκαλος και τώρα ο κ. Δένδιας, συνεχίζουν την προσπάθεια, να μετατρέψουμε την υφιστάμενη οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας σε σύμβαση που αφορά και την ΑΟΖ. Παρότι η σύμβαση του 1977 δεν είναι μια καθόλου ιδεώδης σύμβαση, αλλά δεν θέλω να μιλήσω τώρα για τα προβλήματα που έχει η σύμβαση αυτή με βάση τα δεδομένα του 1977.

Δεν έχουμε μπορέσει να κυρώσουμε τη συμφωνία οριοθέτησης με την Αλβανία. Άρα πρέπει να δούμε γιατί συμβαίνει αυτό - γιατί το Αλβανικό Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε αρνητική απόφαση, γιατί μπορεί να ασκήθηκε τουρκική επιρροή ..Ναι! Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Και η δική μας γραμμή που ήταν ότι πρέπει να βελτιώσουμε το προοίμιο, με το οποίο να λύσουμε μια σειρά από άλλα θέματα, να διατηρήσουμε το νομικό μέρος της σύμβασης και να αποδεχθούμε μια τεχνική επανακαταμέτρηση, είναι μια γραμμή η οποία δεν συνεχίστηκε να προβάλλεται με την ίδια ζέση, και εν πάση περιπτώσει δεν έχουμε αποτέλεσμα στην οριοθέτηση αυτή.

Σημειωτέον ότι στην οριοθέτηση με την Ιταλία έχουμε προβεί το 1977, με την Ιταλία να έχει 12 μίλια χωρικά ύδατα και εμείς 6, την μη κυρωθείσα συμφωνία με την Αλβανία την υπογράψαμε το 2009 με την Αλβανία να έχει 12 μίλια χωρικά ύδατα και εμάς να έχουμε 6. Με την Τουρκία ως αντικείμενο χώρα εμείς έχουμε 6 ναυτικά μίλια χωρικά ύδατα και η Τουρκία έχει επίσης 6 ναυτικά μίλια χωρικά ύδατα μέχρι τον κόλπο της Αττάλειας. Δηλαδή στο Αιγαίο και σε ένα μέρος της Ανατολικής Μεσογείου. Πέραν αυτού και στη Μαύρη Θάλασσα έχει χωρικά ύδατα 12 ναυτικών μιλίων.

Και επίσης πρέπει να αντιληφθούμε γιατί είναι πάντα πολύ λεπτά τα ζητήματα, τη σχέση μας με την Αίγυπτο, όπως ίσως θυμάστε, κατέβαλα και προσωπικά πολύ μεγάλες προσπάθειες να συγκροτηθεί το τριμερές σχήμα, μετά την αλλαγή που οδήγησε στον Πρόεδρο Σίσι, με αλλεπάλληλες επισκέψεις. Γιατί είναι καθοριστική η Αίγυπτος. Αλλά δεν θα λύσει η Αίγυπτος τα ζητήματα που δεν μπορούμε να λύσουμε 45 χρόνια με την Τουρκία. Έτσι δεν είναι; Ούτε το Κυπριακό θα λύσει η Αίγυπτος ούτε τις εντάσεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων η Αίγυπτος από μόνη της.

Και βεβαίως υπάρχει το μεγάλο θέμα που λέγεται Λιβύη. Διότι δεν έχουμε οριοθέτηση πριν τον πόλεμο με τη Λιβύη. Τώρα έχουμε μια χώρα ασύντακτη και ενδεχομένως μια χώρα η οποία είναι προσβάσιμη για την Τουρκία, η οποία σας θυμίζω ότι με τη Συνθήκη της Λωζάνης, παραιτήθηκε των δικαιωμάτων της επί της Λιβύης. Αλλά η Συνθήκη της Λωζάνης είναι αυτή που καθορίζει και τα σύνορα με τη Συρία και τα σύνορα με το Ιράκ.   Γιαυτό η εμμονή του κ. Ερντογάν στη Συνθήκη της Λωζάνης. Τροποποιήθηκε τώρα, de facto, η Συνθήκη της Λωζάνης. Με επίκληση και αναγνώριση της Συμφωνίας των Αδάνων, την οποία ο Πρόεδρος Πούτιν απεδέχθη. Είναι μια συμφωνία που έχει κάνει ο Ντεμιρέλ με τον πατέρα Άσαντ το 1998. Και του μηχανισμού της Αστάνα, λέει η κοινή δήλωση Πούτιν - Ερντογκαν . Που σημαίνει ότι όλα αυτά κυοφορούνται χρόνια. Η Αστάνα είναι το 2017, δεν είναι κεραυνοί εν αιθρία αυτά που συμβαίνουν στην περιοχή.

Και μην ξεχνάτε ότι έχουμε και όλα τα άλλα τα οποία δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε. Τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, τις αβλαβείς διελεύσεις, τους πλόες διέλευσης, συγκρούσεις για θέματα έρευνας και διάσωσης. Τα Ίμια είναι μία σύγκρουση που ξεκινά από τους κανόνες έρευνας και διάσωσης και την οριοθέτηση περιοχών έρευνας και διάσωσης. Τα ζητήματα του εναέριου χώρου, το FIR Αθηνών. Σημειωτέον ότι πριν λίγο εξελέγημεν στο συμβούλιο του ICAO για πρώτη φορά μετά τη σύσταση του οργανισμού. Τα ζητήματα των λεγόμενων γκρίζων ζωνών, τις αμφισβητήσεις κυριαρχίας δηλαδή, την αποστρατικοποίηση των νησιών , τον αποκλεισμό της Λήμνου από τις νατοϊκές ασκήσεις – τα ανέφερε ο Άγγελος Συρίγος προηγουμένως.

Υπάρχουν όμως πολλές άλλες σημαντικές και υποδόριες κινήσεις. Για παράδειγμα, ναι μεν εξακολουθούν να υπάρχουν τα λεγόμενα Luns Rulings, οι κανόνες του Luns στο Αιγαίο για τις ασκήσεις, αλλά όχι για τον πραγματικό πόλεμο. Όταν λοιπόν έγινε πραγματικός πόλεμος στη Λιβύη , με πραγματική εμπλοκή του ΝΑΤΟ, η Λήμνος μετείχε γιατί ο αποκλεισμός αφορά τις ασκήσεις δεν αφορά το πραγματικό γεγονός του πολέμου. Επίσης η Λήμνος έχει δηλωθεί και δεν εξαιρείται από το στρατιωτικό σχεδιασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτές είναι κινήσεις που τις ξέρω, τις έχω ζήσει, τις έχω βιώσει, είναι πολύ σημαντικές όπως η ίδια η μεταβολή της δομή διοίκησης και της δομής δυνάμεων του ΝΑΤΟ και η κατάργηση του CAOC του Εσκί Σεχίρ, παράλληλα βέβαια με την αλλαγή της χρήσης του CAOC της Λάρισας. Υπάρχει λοιπόν το συνολικό πρόβλημα της εθνικής στρατηγικής για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το κυπριακό.

Αυτό που είπε ο κ. Συρίγος το έχω πει πολλές φορές δημόσια και στη Βουλή και στα μέσα ενημέρωσης. Η Ελλάδα τελεί υπό την εντύπωση ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της, ότι το status quo διατηρείται και ενισχύεται ,ενώ ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ μας. Οι μόνες δύο δεκαετίες που δεν είχαμε μεγάλο θερμό επεισόδιο με υποβάθμιση του επιπέδου προστασίας της κυριαρχίας μας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων είναι οι δύο τελευταίες δεκαετίες, είναι η περίοδος Ερντογάν στην Τουρκία. Μεγάλο θερμό επεισόδιο που να οδηγεί σε νέες διεκδικήσεις και σε αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν είχαμε τη δεκαετία του 2000 και του 2010, αυτή που λήγει τώρα.

Το 1974-1981 είχαμε τη μεγάλη κρίση που οδήγησε στο πρωτόκολλο της Βέρνης. Το πρωτόκολλο της Βέρνης είναι το moratorium μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας στο Αιγαίο. Αυτό εισάγει το ζήτημα του Αιγαίου και αυτό εισάγει το moratorium. Τη δεκαετία του 1980 είχαμε τη σύγκρουση στη θέση Μπάμπουρα και το Davos και το mea culpa. Τη δεκαετία του 1990 είχαμε την κρίση στα Ίμια και όλα όσα ακολούθησαν μέχρι βεβαίως το Ελσίνκι και την ευρωπαϊκή στρατηγική, η οποία έχει δυστυχώς χάσει τη σημασία της . Η Ευρώπη είναι επιπλέον απούσα από όλα τα μεγάλα θέματα. Είδαμε την ηχηρή απουσία της στη Συρία.

Άρα το θέμα είναι ότι πρέπει να αναπληρώσουμε αυτά τα οποία λείπουν, τα οποία είναι θεμελιώδη. Έτυχε να έχω συμμετοχή προσωπική στο να κυρωθεί η διεθνής σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας το 1994. Έτυχε να έχω ζήσει την υπόθεση της συνέχισης της λειτουργίας του Πρίνου γιατί θα μπορούσαμε να έχουμε εγκαταλείψει τώρα τη μοναδική ενεργό εκμετάλλευση στο Αιγαίο. Έχω ζήσει τη σημασία που έχουν οι εξοπλισμοί για την Ανατολική Μεσόγειο, με κορυφαίο το θέμα των υποβρυχίων για όσους παρακολουθείτε τι γίνεται με τα τουρκικά υποβρύχια την περίοδο αυτή- τι σημαίνει να έχεις οκτώ σύγχρονα υποβρύχια για να παρακολουθείς τους τομείς στην Ανατολική Μεσόγειο. Έχω ζήσει την αλλαγή στη δομή διοίκησης του ΝΑΤΟ. Έχουμε κινήσει με τον Γιάννη Μανιάτη την ιστορία του νόμου 4001 του 2011 που εισάγει την έννοια των απωτέρων ορίων της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ προ της οριοθέτησης και όλη την προσπάθεια για τις προκηρύξεις και τα οικόπεδα, στο Ιόνιο, νότια της Κρήτης, τους διαγωνισμούς, τις παραχωρήσεις. Πρέπει συνεπώς να σας πω ότι γίνονται βήματα και δεν είναι όλες οι περίοδοι ίδιες. 

Ο Θόδωρος Καρυώτης γνωρίζει και φαντάζομαι ότι θα το περιλάβει σε μία δεύτερη έκδοση του βιβλίου του που θα εξαντληθεί πολύ σύντομα προς όφελος του εκδοτικού οίκου, ο οποίο έχει κάνει μια πολύ ωραία επιλογή, ότι όπως έχω πει δημόσια από το Νοέμβριο του 2015 σε ένα μεγάλο συνέδριο που είχε οργανώσει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου, οι οδηγίες μου της περιόδου 2013-2015 υπό την ιδιότητα μου του υπουργού των εξωτερικών προς την ομάδα διαπραγμάτευσης στους γύρους των διερευνητικών επαφών ήταν έγγραφες, επίσημες, δηλαδή υπάρχουν στο αρχείο του υπουργείο των Εξωτερικών και στη μνήμη της ιστορίας του υπουργείου Εξωτερικών, ότι πρέπει να θέσουμε στο τραπέζι των επαφών και το κάναμε το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Και επίσης να θέσουμε το ζήτημα του κανόνα αναφοράς- ποιος είναι ο κανόνας αναφοράς. Υπάρχουν απαντήσεις τις οποίες δεν θα ήθελα τώρα να αναπτύξω δημόσια. Δεν αποκλείεται τίποτα από όλα αυτά. Δυστυχώς όμως έχουν σταματήσει οι επαφές αυτές στην πραγματικότητα από το 2015. Πρέπει να δούμε το σχήμα όπως είναι, γεμάτο, με τα χρώματά του και με τις αποχρώσεις του.

Παρόλα αυτά οφείλουμε στον Θόδωρο Καρυώτη αυτήν την επιμονή και αυτή την συνεχή και ακατάβλητη προσπάθεια να μας επισημαίνει τη σημασία που έχει η ΑΟΖ για την εθνική μας στρατηγική και για την εθνική μας οικονομία και τον ευχαριστούμε πάρα πολύ.

                    

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019