Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Θανάση Διαμαντόπουλου, «Ο Δικαστής», εκδ. Μεταίχμιο, στο Public

 

Χαίρομαι πολύ είμαι εδώ μαζί σας και παρουσιάζουμε το βιβλίο του Θανάση Διαμαντόπουλου. Ήταν σωστό, τελικά που προηγήθηκε ο Βασίλης Μαρκής, πρώτον διότι είπε πολύ γενναιόδωρα λόγια για μένα και τον ευχαριστώ θερμά, δεύτερον διότι συνέβη ενώπιον μας το γνωστό φαινόμενο της «ετερογονίας των σκοπών». Τελικά, ενώ ήρθαμε εδώ προκειμένου να παρουσιάσουμε ένα μυθιστόρημα που όπως θα επιδιώξω να επιχειματολογήσω είναι ερωτικό και όχι ιστορικό, με τη μαρτυρία του Βασίλη Μαρκή ανεδείχθη ένα πολύ μεγάλο ιστορικό ζήτημα που είναι η αλήθεια για το βρώμικο ΄89.

Είμαι λοιπόν και εγώ υποχρεωμένος να αλλάξω την σειρά των όσων ήθελα να πω, γιατί έχω μια προσωπική σχέση με την υπόθεση αυτή. Το 1989 υποθήκευσα την υπόστασή μου την επιστημονική, την κοινωνική, την πανεπιστημιακή στην υπόθεση του Ανδρέα Παπανδρέου γιατί είχα πειστεί για την αθωότητά του και έζησα μαζί του την αγωνία όλης αυτής της διαδικασίας, έζησα μαζί του το τελευταίο βράδυ της δημοσίευσης της απόφασης και μπορώ να μαρτυρήσω ότι μέχρι την τελευταία στιγμή είχε γνήσια αγωνία και ήθελε να αποδοθεί αθώος. Για όσο συμβολικό βάρος έχει μια δικαστική απόφαση, που όπως έλεγε ο τότε κατήγορος εκ μέρους της Νέας Δημοκρατίας, ο συνάδελφός μας Κώστας Κωνσταντινίδης, το δεδικασμένο αντί αληθείας κείται στην προκειμένη περίπτωση, άρα το αποδεχόμαστε όλοι αυτό που είπε το δικαστήριο, έστω και με διαφορά μιας ψήφου. Αλλά, εδώ βλέπουμε ότι ένα στοιχείο πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε η μειοψηφία, απεδείχθη κωμικά σαθρό και ένα άλλο στοιχείο στο οποίο είχε επιδιωχθεί επίσης να θεμελιωθεί μια καταδικαστική απόφαση ήταν ένα περιβόητο χειρόγραφο σημείωμα που η γραφολογική έρευνα ανέδειξε ως προδήλως πλαστό.

Αυτό σημαίνει ότι η χώρα διέτρεξε ένα θανάσιμο κίνδυνο και στάθηκε όρθια επειδή ένας δικαστής τελικά, αυτός που έδωσε την απαλλακτική ψήφο, την έβδομη απαλλακτική ψήφο, είχε συνείδηση και της ιστορίας και της πραγματικότητας και της Δικαιοσύνης. Θα μπορούσε όμως, αυτός ο έβδομος ο δικαστής να έχει ψηφίσει αντίστροφα και θα μπορούσε η ιστορία να έχει εξελιχθεί διαφορετικά. Αυτός ο έβδομος δικαστής είναι ο καθένας από τους επτά που ψήφισαν απαλλακτικά . Συμβολικά ο αρχαιότερος από αυτούς που ψήφισε τελευταίος.

Πιστεύω δε, ότι η μεγαλύτερη δικαίωση ήταν αυτό που ακολούθησε πολιτικά γιατί πολιτικά ακολούθησε η αναπληρωματική εκλογή στη Β΄ Αθηνών που ήταν το προοίμιο και η προεικόνιση της θριαμβευτικής επανόδου το 1993 του Ανδρέα Παπανδρέου και τελικά η κυβέρνηση του 1993 – 1995 η οποία δεν έχει αναλυθεί ποτέ ως ένα αυτοτελές φαινόμενο στην πολιτική ζωή γιατί αυτή ήταν η κυβέρνηση που προετοίμαζε την οκταετία Κώστα Σημίτη, την οκταετία δηλαδή της εκσυγχρονιστικής πολιτικής στην Ελλάδα. Η εκσυγχρονιστική πολιτική θεμελιώθηκε την περίοδο 1993 – 1995.

Θα μιλήσω υπαινικτικά λέγοντας ότι αυτοί που οργάνωσαν πολιτικά την δίωξη αυτή το 1989, υποτίθεται ότι είχαν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αποφευχθεί η σύγκρουση και να υπάρξει μια απαλλακτική απόφαση έστω με καταδικαστικούς υπαινιγμούς και αποχρώσεις στην αιτιολογία. Αλλά δεν είναι αυτό η αλήθεια. Γιατί ήξεραν, ότι αυτή η έκβαση θα σήμαινε τη ριζική μεταβολή του συσχετισμού των δυνάμεων. Θα σήμαινε πως θα αναπτυχθεί μια δυναμική η οποία ήτανε πολιτικά ανεξέλεγκτη πια. Άρα αυτοί που οργάνωσαν την παραπομπή ήθελαν την καταδίκη.

Όλα αυτά είναι μια ιστορία η οποία αφορά το παρελθόν; Όχι, αυτή είναι μια ιστορία που αφορά το παρόν και το μέλλον. Διότι, υπό το πρίσμα της εμπειρίας του 1989, υπό το φως των όσων είπε ως μαρτυρία ο Βασίλης Μαρκής, πρέπει να αξιολογήσουμε αυτό που λέγεται «σκευωρία Νοβάρτις».

 

Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος ενσωματώνει στο βιβλίο πολλά γεγονότα, ενσωματώνει γεγονότα μέχρι και το Μάτι, την εμπειρία του την τραγική, την πραγματική, στο Μάτι. Δεν προλαβαίνει όμως να ενσωματώσει τις εξελίξεις σε σχέση με την «σκευωρία Νοβάρτις». Άρα, αυτό το μυθιστόρημα έχει προοπτική. Είναι μια πρόκληση που απευθύνει στον εαυτό του ο συγγραφέας για τη συνέχεια αυτής της μυθιστορηματικής, ας το πούμε, προσέγγισης της πραγματικότητας. Άρα, χαίρομαι πάρα πολύ γιατί η ετερογονία των σκοπών έκανε τον Θανάση Διαμαντόπουλο να γράψει το βιβλίο, να σκεφτεί ότι πρέπει να καλέσει τον Βασίλη Μαρκή και ο Βασίλης Μαρκής απέδειξε τη σημασία που έχει η ισταμένη Δικαιοσύνη όταν μπορεί να παίξει τον ρόλο της. Και αν και καθήμενος, ομίλησε σήμερα ως υποδειγματικός εκφραστής της ισταμένης Δικαιοσύνης και του ρόλου του Εισαγγελέα όχι ως εκπροσώπου της κατηγορίας αλλά ως εκπροσώπου του νόμου, δηλαδή ως θεματοφύλακας της αλήθειας στο ποινικό δικαστήριο.

Τώρα, ο Θανάσης Διαμαντόπουλος, ο αγαπημένος μας φίλος, δεν εμφανίζεται στην ελληνική πεζογραφία για πρώτη φορά με τον «Δικαστή». Υπάρχουν και άλλες συμβολές του πεζογραφικές- αν μετράω σωστά, αυτή είναι η τρίτη συμβολή στην ελληνική πεζογραφία. Είναι, λοιπόν, ένας δοκιμασμένος και δόκιμος συγγραφέας. Βέβαια είναι πολιτικός επιστήμων και αναλυτής, είναι στοχαστής. Αυτό αποτελεί εμπόδιο για τη λογοτεχνική έκφραση. Είναι πολύ δύσκολο να συνδυάσεις τον ερευνητικό, επιστημονικό λόγο, τον δοκιμιακό λόγο και το γνήσια λογοτεχνικό λόγο. Αλλά, νομίζω ότι διαμορφώνει ένα υβρίδιο, το οποίο είναι εξαιρετικά σημαντικό και γοητευτικό γιατί αυτό που γράφει είναι μια λογοτεχνική παραβολή. Είναι το λογοτεχνικό όχημα για την εκφορά ενός λόγου, ο οποίος είναι αναμφίβολα πολιτικός, κοινωνικός και ιστορικός. Είναι ένα σχόλιο στις προηγούμενες δεκαετίες, άρα, προφανώς βασίζεται στο υπόβαθρο το στέρεο της ανάλυσής του για τις δεκαετίες του 20ου αιώνα, στο οποίο έχει αφιερώσει τους μικρούς τόμους αυτού του μεγάλου έργου του. Από την άλλη μεριά, αυτή η οπτική γωνία, η δικαστική ή δικαστηριακή μέσα από την οποία προσεγγίζει κανείς την ιστορική εξέλιξη, αυτό το τέχνασμα το αφηγηματικό είναι ένα δοκιμασμένο και κλασσικό τέχνασμα, που στην Ελλάδα το αξιοποίησε με το καλύτερο τρόπο ο Μένιος Κουμανταρέας.

Όσοι θυμάστε τον «Ωραίο Λοχαγό» θα ξέρετε ότι ο «Ωραίος Λοχαγός» στην πραγματικότητα είναι μια εγκάρσια τομή στις κρίσιμες δεκαετίες του μετεμφυλιακού κράτους, από την οπτική γωνία ενός αξιωματικού που διεκδικεί το δίκιο του στην ακυρωτική διαδικασία, στο Συμβούλιο Επικρατείας, μέσα από τη σχέση που διαμορφώνει με τον εισηγητή της υπόθεσής του, των επαναλαμβανόμενων υποθέσεων του, των αιτήσεων ακυρώσεων που υποβάλλει. Το Συμβούλιο της Επικρατείας τότε στεγάζεται, όπως θυμόμαστε, στο δεύτερο όροφο του κτιρίου της Βουλής - στον πρώτο όροφο οι νόμοι ψηφίζονται και στον δεύτερο όροφο οι νόμοι ελέγχονται ως προς την συνταγματικότητά τους και οι πράξεις οι διοικητικές ελέγχονται ως προς την νομιμότητάς τους. Από τα παράθυρα του δευτέρου ορόφου παρακολουθεί ο δικαστής τις εξελίξεις στην πλατεία Συντάγματος και φυσικά τις πολιτικές εξελίξεις της κρίσιμης δεκαετίας του 60. Αυτό νομίζω ότι είναι μια πηγή έμπνευσης έστω και μη ομολογημένη για τον Θανάση Διαμαντόπουλο.

Θυμάμαι ότι όταν δίδασκα στο πανεπιστήμιο, πολύ νεότερος, μαθήματα σύνθεσης του δημοσίου δικαίου, για τα θέματα της διοικητικής δικονομίας ξεκινούσα τη συζήτηση με τους φοιτητές μου από τον «Ωραίο Λοχαγό» του Κουμανταρέα. Τώρα μπορούν να γίνουν πολλές συζητήσεις ποινικής δικονομίας, πολλές συζητήσεις κοινωνιολογίας του δικαίου και πιο συγκεκριμένα δικαστικής κοινωνιολογίας με αφορμή το βιβλίο του Θανάση Διαμαντόπουλου.

Ούτε είναι η πρώτη φορά που ο δικαστής είναι ο δολοφόνος, ή είναι ένοχος ή είναι ύποπτος. Δεν θα σας θυμίσω τα σχετικά βιβλία του Γκρίσαμ, αλλά την ταινία «ο Δικαστής» που πριν από πέντε περίπου χρόνια, το 2014, κυκλοφόρησε με βασικό πρωταγωνιστή το Robert Duvall, ίσως την έχετε δει.

Ούτως ή άλλως ο Θανάσης Διαμαντόπουλος , νομίζω ότι, συνθέτει πολλούς τύπους δικαστών, στην πραγματικότητα εμπνέεται από παρατηρήσεις για τη δικαστική κοινωνιολογία παλιότερων εποχών. Έχει ορισμένες πολύ γοητευτικές σελίδες στη διατριβή του για τη νομολογία περί του δικαίου της ανάγκης που επανεκδόθηκε πρόσφατα, ο Γιάννης Μεταξάς. Η διατριβή αυτή, που είναι του 1970, για πρώτη φορά ευθέως και ευθαρσώς προσπαθεί να διαφοροποιήσει κοινωνιολογικά το Συμβούλιο της Επικρατείας από την πολιτική και ποινική Δικαιοσύνη, από τον Άρειο Πάγο και εκεί, νομίζω, ότι μπορεί να βρει κανείς πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για την κατάσταση μετά το τέλος του εμφυλίου.

Αλλά, η αλήθεια είναι, ότι όλα αυτά καταλήγουν στο να διαμορφωθεί ένας τύπος ο οποίος δεν είναι καθόλου εύκολος, καθόλου μονοδιάστατος, καθόλου ρηχός και εν τέλει καθόλου αντιπαθής. Ναι μεν, ο πρωταγωνιστής είναι ένας μειονεκτικός σωματότυπος, αν σας θυμίζει αυτό μια πρόσφατη αναφορά στη Βουλή για την έλλειψη προσόντων... Είναι ακριβώς η περιγραφή αυτού του πράγματος. Είναι εξαιρετικά ευφυής γιατί πρέπει να αναπληρώσει σωματικές και εμφανισιακές αντιξοότητες και δυσκολίες. Είναι δυστυχής ως άνθρωπος, καταλήγει να είναι κυνικός αλλά καθόλου απάνθρωπος. Είναι ένας χαρακτήρας αντιφατικός με εντυπωσιακό βάθος γιατί περιγράφεται με αποχρώσεις και ως εκ τούτου, πρέπει να είμαστε πάρα πολύ επιφυλακτικοί στη διατύπωση της τελικής μας ετυμηγορίας, πρέπει να περιμένουμε το τέλος, την αποκάλυψη μέσα από ένα άλλο αφηγηματικό τέχνασμα που κάνει ο Θανάσης, να συνθέσει δυο πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις. Την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της αφηγήτριας, η οποία είναι ακροάτρια της πρωτοπρόσωπης αυτοβιογραφικής αφήγησης του δικαστή. Άρα έχουμε δυο παντογνώστες που μιλούν σε πρώτο πρόσωπο. Την αφηγήτρια, επιμελήτρια, ακροάτρια και τον ίδιον, ο οποίος κρατάει τα μυστικά της ζωής του και τα αποκαλύπτει με μια μέθοδο και με μια μεθόδευση.

Είναι, λοιπόν, ένας άνθρωπος, άνθρωπος, όχι ένας δικαστής, σκληρός εξ ανάγκης, συντηρητικός εκ θέσεως, ερωτύλος εκ φύσεως, που εμφανίζεται ως, θα έλεγα, συντηρητικός δεξιός στην πολιτική τοπογραφία, αλλά πολύ πιο κοντά στους ηττημένους της αριστεράς, από ότι φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού. Δεν είναι τυχαία κατά της θανατικής ποινής, είναι βιωματικά. Ο ένας του φίλος από τους δυο στενούς φίλους που έχει στα φοιτητικά του χρόνια, εκτελείται ως συνοδοιπόρος, παρότι, κανονικά θα έπρεπε να διαφύγει της εκτέλεσης λόγω των μέτρων ειρηνεύσεως, ο άλλος φίλος βιώνει την καταγγελία του δοσιλογισμού κατά του πατέρα του και τελικά της συντριπτικής αυτοδικίας.

Άρα υπάρχουν πραγματικά δυο επίπεδα αφήγησης. Το πρώτο επίπεδο αφήγησης είναι το προφανές και το ευκολότερο . Είναι αυτή η περιδιάβαση στα μεγάλα γεγονότα της πολιτικής ιστορίας του 20ου αιώνα από την οπτική γωνία ενός δικαστή. Κατοχή, εμφύλιος, μετεμφυλιακό κράτος, δίκες των δοσιλόγων, υπόθεση Μέρτεν, άρα γερμανικές επανορθώσεις, διώξεις των ηττημένων του εμφυλίου, Παγκρατίδης, βρώμικο 89, νομίζω και ο Ηλίας Κανέλλης και ο Βασίλης Μαρκής τα είπαν με εξαιρετικό τρόπο.

Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος κάνει «περάσματα» , αν η ταινία που θα προκύψει από το βιβλίο του γίνει από έναν σκηνοθέτη ρέκτη, θα του ζητήσει να εμφανιστεί κάποιες στιγμές και ο ίδιος, καθώς εμφανίζεται και παρακολουθεί τις επαφές του τότε Πρωθυπουργού Κώστα Μητσοτάκη με υποψηφίους προς επιλογή στη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου και εκεί βλέπουμε τον λόγο για τον οποίον επελέγη ο Βασίλειος Κόκκινος και δεν επελέγη ο πρωταγωνιστής του. Αλλά μάρτυρας της συνάντησης είναι ο Θανάσης Διαμαντόπουλος, ως βιογράφος του Κώστα Μητσοτάκη φυσικά. Και άλλες φιγούρες κάνουν την εμφάνισή τους. Ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, ο Ηλίας Παρασκευάς. Το βιβλίο με ευκολία κάνει αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα. Έχει την άδεια τη συγγραφική να συνδέει τον μύθο, το fiction, με την πραγματικότητα. Είναι ένα παραποιημένο ντοκιμαντέρ σε πάρα πολλά σημεία.

Και βέβαια υφέρπει μια αντίληψη φιλοσοφίας του δικαίου. Διότι, υποτίθεται ότι αναζητούμε έναν δικαστή όπως τον φαντάζεται ο Ντουόρκιν, μια που θυμήθηκε τον αγαπημένο μας φίλο Σταύρο Τσακυράκη προηγουμένως ο Βασίλης Μαρκής. Έναν δικαστή ο οποίος σηκώνει στους ώμους του το βάρος της αλήθειας, της ηθικής επιλογής, της απονομής της Δικαιοσύνης, αυτό όλο το αμερικανικό δικαιικό σύστημα το οποίο λάτρεψε ο Αλέξις ντε Τοκβίλ και το περιέγραψε ήδη από την αρχή του, περίπου, την ιστορική.

Μόνον που ο δικαστής Ηρακλής είναι ο πανίσχυρος ανακριτής. Ο πανίσχυρος ανακριτής, όπως ξέρουμε ότι έχει ειπωθεί από διάφορους, είναι ο ισχυρότερος άντρας στη Γαλλία. Μια φράση που αποδίδεται στον Ναπολέοντα και μετά στον Ντε Γκόλ. Εδώ είναι ο πανίσχυρος αφροδισιακός ανακριτής. Είναι ο ανακριτής ο οποίος νιώθει την ερωτική ατμόσφαιρα της ανακριτικής διαδικασίας, δηλαδή της απόλυτης σχέσης εξουσίας.

Και πάμε τώρα στο δεύτερο επίπεδο της αφήγησης . Το δεύτερο επίπεδο είναι το πραγματικό. Είναι δυο ερωτικές ιστορίες. Ποιες ερωτικές ιστορίες; Οι μόνες της ζωή του. Εδώ δεν είναι «το μόνον της ζωής του ταξείδιον» του Βιζυηνού, εδώ είναι τα δυο μικρά της ζωής του ταξίδια, αυτά, μόνο. Δυο φευγαλέες, δύσκολες, δυσάρεστες αλλά παραδείσιες εμπειρίες σε όλη του τη ζωή, σε όλη του τη ζωή. Άρα αντιλαμβάνεστε τι σημαίνει να ζεις στο ερωτικό περιθώριο και να προσπαθείς να τραφείς εκ των περισσευμάτων της ερωτικής τραπέζης των άλλων. Αυτό δεν αφορά τον δικαστή, αφορά τον άνθρωπο σε οποιαδήποτε θέση και αν είναι. 

Το βιβλίο είναι ένα μυθιστόρημα ψυχολογικού βάθους, δεν είναι ένα δικαστικό δράμα, είναι κάτι πολύ περισσότερο και πολύ διαφορετικό. Και δεν καταλαβαίνεις πριν το τέλος, αν αυτή η αφήγηση είναι μια αφήγηση τύψεων ή είναι μια αφήγηση – πράξη συναισθηματικής και σωματικής διακατοχής επί του αίματός του πρωταγωνιστή. Είναι μια διακατοχή επί του αίματός του, είναι η εκδίκηση του αίματος, είναι ο φόβος του jus sanguinis.

Όταν διαβάσετε το βιβλίο, θα καταλάβετε τι εννοώ. Υπάρχει μια ενδοτική γιαγιά που αμάρτησε ως μητέρα και μια ταλαίπωρη και ταλαιπωρημένη μητέρα που αμάρτησε επίσης για τον γιό της. Και οι δυο αμαρτάνουν για καλό σκοπό. Και ο δικαστής, αυτός ο στριφνός, ο δύσκολος είναι τρυφερός και απελπισμένος ταυτόχρονα εραστής. Η ανάγνωση, κατά τη γνώμη μου, του βιβλίου πρέπει να είναι τελείως διαφορετική. Πιστεύω, λοιπόν, ότι το αφηγηματικό τέχνασμα της ύπαρξης της αφηγήτριας/ ακροάτριας δεν είναι ένα τέχνασμα, είναι τελικά ο πραγματικός άξονας στον οποίον κινείται το βιβλίο.

Τώρα, το βιβλίο μπορεί να έχει και συνέχεια. Διότι, πράγματι μπορεί να υπάρξει ο εισαγγελέας, ο δικηγόρος, ο καθηγητής, ο δημοσιογράφος, κοινός παρονομαστής των οποίων να είναι αυτή η αγωνία για τη ζωή και το θάνατο, αυτή η απελπισμένη διαρκής επιδίωξη της σχέσης με τον άλλον, δηλαδή αυτή η αναζήτηση της τρυφερότητας και της απόλαυσης. Είναι ηδονοθηρικού χαρακτήρα το βιβλίο. Μόνο που επειδή αυτό εμφανίζεται σε πολύ μικρές δόσεις, μας κάνει να νομίζουμε ότι το βιβλίο έχει θεσμικό, πολιτικό και ιστορικό περιεχόμενο, το οποίο όμως είναι απλώς ένα πρόσχημα. -

 

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019