Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στο Συνέδριο του Κύκλου Ιδεών, Η Ελλάδα Μετά ΙΙΙ

«Η ανασύσταση της μεσαίας τάξης – προϋπόθεση για την εφαρμογή ενός Εθνικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης»

 

Κυρίες και κύριοι, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,

η χώρα βαδίζει προς τις εκλογές και προς την αλλαγή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και της κυβέρνησης. Από μόνη της, αυτή είναι μία πολύ σημαντική εξέλιξη, αλλά δεν αρκεί.

Η χώρα πρέπει να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή ενός σχεδίου ανασυγκρότησης που δεν αρκεί να είναι απλώς ένα άλλο κυβερνητικό πρόγραμμα. Πρέπει να είναι το εθνικό και κοινωνικό πρόταγμα της επόμενης δεκαετίας. Πρέπει να είναι ένα φιλόδοξο και ταυτοχρόνως ρεαλιστικό, εθνικό και κοινωνικό συμβόλαιο. Συμπεριληπτικό, χωρίς να αφήνει κανέναν απ’ έξω, αλλά με καθαρή στόχευση. Προοδευτικό αλλά όχι λαϊκιστικό. Ένα σχέδιο εντός των ευρύτερων ευρωπαϊκών συσχετισμών που είναι δυστυχώς και ασαφείς και ευμετάβλητοι , με σταθερή συνεπώς τη θέση της χώρας μέσα σε αυτήν την Ευρώπη, με τη χώρα δηλαδή να μετέχει ξανά και πραγματικά στους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς.

Παρότι βρισκόμαστε στο μέσον της προεκλογικής περιόδου, παρότι κυριαρχούν, όπως σε κάθε προεκλογική περίοδο, απλά αλλά καίρια ερωτήματα για το εκλογικό αποτέλεσμα και τις μετεκλογικές εξελίξεις, παρότι, με άλλα λόγια, δεν είναι επικοινωνιακά κατάλληλη ώρα για αποχρώσεις και βαθύτερες αναλύσεις, θεωρώ υποχρέωσή μου, μετά από τις διήμερες συζητήσεις και από τόσες σημαντικές ομιλίες, να τοποθετήσω τις βασικές διαπιστώσεις του Συνεδρίου του Κύκλου στα συμφραζόμενα μίας εθνικής στρατηγικής.

Καταρχάς, προκειμένου να προσεγγίσουμε το στόχο μας για ένα πραγματικό εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης, πρέπει να πληρούνται ορισμένες προκαταρκτικές προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι πρωτίστως πολιτικές βέβαια. Δεν αρκεί όμως να υπάρχει μία άλλη κυβέρνηση, χρειάζεται μία διαφορετική κυβερνητική αντίληψη, δεν αρκεί να υπάρχει μία διαφορετική αντιπολίτευση, πρέπει να διαμορφωθεί μία διαφορετική αντίληψη του αντιπολιτεύεσθαι.

Δεν αρκεί η στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ για την οποία έχω μιλήσει πολλές φορές εδώ και πολύ καιρό, δεν αρκεί, δηλαδή, να αναγκαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ να αντιληφθεί πως οφείλει να ασκήσει αυτοκριτική και να μεταβάλλει τη στάση του, να επιδείξει υπευθυνότητα και συναίνεση. Χωρίς να μπορεί να παρεμποδίσει το σχηματισμό κυβέρνησης, την εκλογή του επομένου Προέδρου της Δημοκρατίας, την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος και της διαδικασίας τροποποίησης του ισχύοντος εκλογικού νόμου της απλής αναλογικής.

Απαιτείται, πέραν της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, στρατηγική ήττα της λαϊκιστικής ανευθυνότητας, παρότι αθροιστικά τα ποσοστά των αντισυστημικών, αντιευρωπαϊκών και εθνικολαϊκιστικών κομμάτων δεν είναι ευκαταφρόνητα. Παρά την πτώση της Χρυσής Αυγής, εμφανίζονται πιο light, πιο εύπεπτες εκδοχές εθνικολαϊκισμού και ανευθυνότητας. Όπως είπα και χθες, τα πανευρωπαϊκά αποτελέσματα των Ευρωεκλογών είναι περισσότερο αισιόδοξα από ό,τι περιμέναμε σε σχέση με την άνοδο της ακροδεξιάς και του εθνικολαϊκισμού, υπάρχει επίσης αυτό το ενδιαφέρον φαινόμενο της ανόδου των δυνάμεων του Κέντρου, κυρίως των Φιλελεύθερων και των Πράσινων, αλλά θα έκανε ιστορικό λάθος όποιος υποτιμούσε τη δυναμική των όψεων του εθνικολαϊκισμού που διαπερνούν την ήπειρό μας.

Οι πολιτικές προϋποθέσεις στις οποίες αναφέρομαι τώρα, υπερυψούνται εν τέλει σε προϋποθέσεις εθνικές. Πρέπει δηλαδή πολιτικά να διαμορφωθούν συνθήκες εθνικής συναίνεσης και εθνικής ενότητας, όχι εικονικά ή ρητορικά, αλλά με ουσιαστικές πρωτοβουλίες ενημέρωσης και με ουσιαστικές και ειλικρινείς προσκλήσεις συστράτευσης. Αυτό αφορά τα πάντα, πρωτίστως την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας και άμυνας, στην οποία αναφέρθηκα χθες και δεν θα επαναλάβω τα όσα είπα, αλλά αυτό αφορά βεβαίως και τη δημοσιονομική πολιτική και κυρίως την αναπτυξιακή πανστρατιά που πρέπει να διαμορφωθεί.

Εξίσου σημαντικές με τις πολιτικές προϋποθέσεις, είναι οι θεσμικές προϋποθέσεις της εθνικής ανασυγκρότησης. Πρώτη θεσμική προϋπόθεση, αυτή που μειώνει πραγματικά τον κίνδυνο χώρας, το country risk, είναι η σταθερότητα υπό όλες τις εκδοχές της, η κυβερνητική σταθερότητα, η πολιτειακή σταθερότητα και επειδή η επόμενη Βουλή είναι αναθεωρητική, η συνταγματική σταθερότητα. Προκειμένου να έχουμε σταθερότητα, πρέπει να πετύχουμε την αποκατάσταση του κύρους των θεσμών, της Δικαιοσύνης που είναι το κορυφαίο θύμα της περιόδου των προηγούμενων τεσσεράμισι ετών, των ανεξάρτητων αρχών, της δημόσιας διοίκησης, της αυτοδιοίκησης που ταλανίζεται τώρα με την απλή αναλογική και με το τεράστιο πρόβλημα τοπικής κυβερνησιμότητας που θα εμφανισθεί.

Οι θεσμικές προϋποθέσεις στις οποίες αναφέρομαι τώρα είναι και ηθικές και αισθητικές, τα προηγούμενα χρόνια κυριάρχησαν το ψεύδος, η χυδαιότητα, οι νέες μορφές διαπλοκής. Από τη συγκρότηση ομάδων συμφερόντων καταλήξαμε ή μάλλον καταντήσαμε στο σχηματισμό συμμοριών.

Η αποκατάσταση του κράτους δικαίου δεν είναι πολιτικός ή προσωπικός ρεβανσισμός, αλλά θεσμική υποχρέωση που δεν αντιβαίνει -το αντίθετο- στη διαμόρφωση των αναγκαίων συναινέσεων και του κλίματος εθνικής ενότητας.

Στην καρδία, βέβαια, του εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης βρίσκονται οι δημοσιονομικές και χρηματοοικονομικές του προϋποθέσεις. Μέσα στα ευρύτερα αλλά καθοριστικά ευρωπαϊκά, διεθνή και αγοραία συμφραζόμενα, γιατί απορρέουν και από τις αγορές, και από το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, και από τη λειτουργία της διεθνούς οικονομίας, πολύ σημαντικοί καταναγκασμοί που δεν μπορεί να αγνοήσει καμία σύγχρονη εθνική οικονομία.

Θα αργήσει η αποκατάσταση της διαρθρωτικής βλάβης της περιόδου 2015-2019, όπως και εάν την υπολογίσει κανείς αυτή. Μπορούμε να την υπολογίσουμε δημοσιονομικά, ταμειακά, από πλευράς ύψους του χαρτοφυλακίου του δημοσίου, μπορούμε να την υπολογίσουμε αναπτυξιακά, με απώλειες οι οποίες δεν αναπληρώνονται και αναπαράγονται κάθε χρόνο και για πολλά χρόνια.

Αυτή είναι μία θεμελιώδης στόχευση, αυτό όμως που μπορεί να γίνει αμέσως, και πρέπει να γίνει αμέσως, είναι η ακύρωση της δραματικής πολιτικής του υπερπλεονάσματος που, τα τελευταία τρία χρόνια, δημιούργησε το πρόβλημα που μας απασχόλησε τις δύο αυτές ημέρες, το πρόβλημα του φορολογικού, ασφαλιστικού και τελικά κοινωνικού εξανδραποδισμού της μεσαίας τάξης, με τεράστιες, κατά τη γνώμη μου, αναπτυξιακές επιπτώσεις που καταγράφονται εν τέλει σε αυτό το φαινόμενο της στασιμοχρεωκοπίας για το οποίο μιλώ εδώ και πολύ καιρό, το φαινόμενο της αναιμικής και μη χρηματοδοτούμενης ανάπτυξης.

Αποτυπώνεται αυτό στις εξαιρετικά απαισιόδοξες προβλέψεις των διεθνών οργανισμών για την μακροπρόθεσμη προοπτική της ελληνικής οικονομίας, καθώς το ουσιαστικό εργαλείο που έχουμε, που είναι η μελέτη βιωσιμότητας του χρέους, προβαλλόμενη στο 2060, μας δίνει έναν μέσο ετήσιο πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ, της τάξης του 1% περίπου, για λόγους πρωτίστως δημογραφικούς και γιατί αυτό απορρέει από τις χρονοσειρές που εμφανίζει η ιστορική μελέτη των δεδομένων της ελληνικής οικονομίας. Σε αυτό χρειάζεται μία απάντηση, προφανώς με στοιχεία πολιτικά και καλώς εννοούμενου βολονταρισμού, αλλά υπάρχουν αντιστάσεις οι οποίες είναι διαρθρωτικού χαρακτήρα.

Υπό την έννοια αυτή, η συζήτηση θα επικεντρωθεί κατ’ ανάγκη στη διαμόρφωση κάπως πιο άνετου δημοσιονομικού χώρου, και είναι σημαντικό να καταγράψουμε τη θετική αντίδραση των αγορών στην προοπτική πολιτικής μεταβολής, να καταγράψουμε το εντονότερο ενδιαφέρον των διεθνών επενδυτικών κύκλων. Η Ελλάδα μπορεί να καλύψει, με μεγαλύτερη ευκολία τώρα, μέσω των αγορών, τις χρηματοδοτικές της ανάγκες. Αποδεικνύεται βεβαίως και αυτό που λέμε πολύ καιρό τώρα, από το 2012, ότι μετά την παρέμβαση του 2012, το πρόβλημα της χώρας δεν είναι το δημόσιο χρέος ως stock, το πρόβλημα της χώρας είναι η ετήσια διαχείριση. Η δυνατότητά μας να ψηφίζουμε και να εκτελούμε έναν κρατικό προϋπολογισμό, ο οποίος είναι ειλικρινής και ο οποίος αποτυπώνει τα πραγματικά δημοσιονομικά μεγέθη.

Το πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε ως κοινωνία και όχι μόνον η επόμενη κυβέρνηση και η επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, είναι η ύπαρξη διπλής μετεκλογικής δέσμευσης. Είναι ένα φαινόμενο που στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας εμφανίζεται για πρώτη φορά. Οι δυνάμεις της σημερινής συστημικής και δημοκρατικής αντιπολίτευσης έχουν υπερψηφίσει βασικά δημοσιονομικά μέτρα της απερχόμενης κυβερνητικής πλειοψηφίας και ως εκ τούτου έχουν δεσμευθεί πολιτικά και ηθικά σε αυτά. Έχουν αποδεχθεί την κατάργηση αντιμέτρων που συνδέονται με τη μη ισχύσασα μείωση του αφορολογήτου και ταυτοχρόνως έχουν τις δικές τους επαγγελίες, τις δικές τους προεκλογικές προτάσεις και δεσμεύσεις, και η Νέα Δημοκρατία και το ΚΙΝΑΛ και τα άλλα κόμματα, όσα μπορούμε να εντάξουμε σε αυτό που ορίζω φάσμα της δημοκρατικής φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης.

Αυτό, από μόνο του, συνιστά ένα πρόβλημα, το πρώτο που πρέπει να αντιμετωπιστεί και θα αντιμετωπιστεί εκ των πραγμάτων σε δύο φάσεις. Σε μία πρώτη φάση απόκτησης και απόδειξης διεθνώς της αξιοπιστίας των μετεκλογικών διαχειριστών της εξουσίας. Στη συνέχεια, σε μία επόμενη φάση, μέσα από μία πιο διορατική συζήτηση και συμφωνία για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, κάτι για το οποίο υπάρχουν όλες, μα απολύτως όλες οι προϋποθέσεις.

Βεβαίως, ακόμα σημαντικότερες από όλες αυτές τις προϋποθέσεις που ανέφερα –τις πολιτικές, θεσμικές και δημοσιονομικές– είναι οι κοινωνικές προϋποθέσεις, γιατί όπως έχουμε πει πάρα πολλές φορές, το μεγάλο πρόβλημα του έθνους είναι οι αντοχές, οι φοβίες και τα όρια συμπεριφοράς της κοινωνίας .

Κοινωνικές προϋποθέσεις ποιας κοινωνίας; Σε καμία χώρα δεν υπάρχει μία συμπαγής κοινωνία, υπάρχουν παντού περισσότερες «κοινωνίες», περισσότερες εκδοχές ή αναγνώσεις της κοινωνίας, υπάρχει παντού κοινωνική πόλωση και υπάρχει παντού το φαινόμενο της αποσπασματοποίησης για το οποίο μιλήσαμε πολύ τις δύο αυτές ημέρες.

Η μεσαία τάξη είναι αυτή, όπως και εάν την ορίσει κανείς, που ενοποιεί και συνθέτει την κοινωνία. Υπάρχουν όμως –και αυτό είναι ένα κοινό ευρωπαϊκό πρόβλημα– μη ορθολογικές, φοβικές και συντηρητικές αντιδράσεις που εμφανίζονται ως αντισυστημικές, αντιευρωπαϊκές και ανεξαρτησιακές.

Η κοινωνία είναι αμφίθυμη βέβαια, αναγνωρίζει την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις, για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, για διασφάλιση νέων ευκαιριών ανάπτυξης και απασχόλησης, αλλά κατά βάθος διατυπώνει αμφιβολίες και είναι επιφυλακτική απέναντι σε κάθε αλλαγή που αφορά τον καθένα προσωπικά, οικογενειακά ή επιχειρηματικά.

Η αναζήτηση συνεπώς ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου εκκινεί από τρία ζητούμενα τα οποία προτάσσονται όλων των άλλων.

Πρώτο ζητούμενο είναι η ασφάλεια, πως δεν θα υπάρξει επιδείνωση, και δεύτερο ζητούμενο είναι η παροχή μίας αίσθησης προοπτικής, πως μπορεί να υπάρξει βελτίωση, ώστε να πάψει ο κοινωνικός κορμός να νιώθει απειλούμενος. Άλλωστε είδαμε ότι η μεσαία τάξη ορίζεται τελικά ως πρόσληψη, ως αυτοσυνειδησία και αυτοτοποθέτηση.

Η μεσαία τάξη έχει μία αίσθηση έκπτωσης, είναι η εκπεσούσα από τον μικρομεσαίο παράδεισο της μεταπολίτευσης. Αυτό το αίσθημα του εκπεσόντος ανθρώπου, αυτό το «προπατορικό αμάρτημα» επηρεάζει τις συμπεριφορές μας σε όλα τα επίπεδα, και τις ατομικές και τις συλλογικές, και βέβαια επηρεάζει και τις εκλογικές συμπεριφορές που είναι πάντα πολύ πιο πολύπλοκες, πολύ πιο πολυπαραμετρικές από ό,τι μπορεί να υποθέσει κανείς διά γυμνού οφθαλμού.

Άλλωστε μιλήσαμε πριν από λίγο για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Τραμπισμό, για τη Γαλλία και τα «κίτρινα γιλέκα», για τη Γερμανία και την πτώση των παραδοσιακών κομμάτων, για την Ιταλία και τη διαρκή κρίση του κομματικού συστήματος.

Ο κοινός παρονομαστής πιστεύω πως είναι πια η απόλυτη σύγχυση για το τι είναι προοδευτικό και τι είναι συντηρητικό. Η κομμουνιστογενής αριστερά εμφανίζεται πια ως η πιο συντηρητική δύναμη που υπάρχει και το μεγάλο στοίχημα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας είναι ακριβώς αυτό, να μπορεί να βρει τον εαυτό της υπό συνθήκες 4ης βιομηχανικής επανάστασης, ενώ προέρχεται από τις επαγγελίες και τα δεδομένα της 2ης βιομηχανικής επανάστασης και δεν έχει αφομοιώσει την εμπειρία της 3ης, χωρίς να γίνει μία δύναμη που είναι συντηρητική. Δηλαδή μία δύναμη που υπερασπίζεται κεκτημένα αλλά δεν μπορεί να διασφαλίσει τους όρους αναπαραγωγής των κεκτημένων αυτών, υπό νέες δημογραφικές συνθήκες και βεβαίως υπό νέες συνθήκες παγκόσμιου καταμερισμού.

Στην πραγματικότητα συγκρούονται δύο αντιλήψεις περί πολιτικής, μία αντίληψη που είναι αξιακή και συμβολική, που έχει τη σημασία της, αλλά που ευτυχώς ή δυστυχώς η σημασία αυτή περιορίζεται, και μία πραγματιστική προοδευτική πολιτική αντίληψη. Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι εάν μπορούμε στη χώρα μας να σχηματίσουμε μία τέτοια πραγματιστική προοδευτική αντίληψη για αυτό που είναι πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και θεσμικά αναγκαίο, χωρίς να χάσουμε την επαφή μας με τις αξίες του ευρωπαϊκού κεκτημένου και βέβαια της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας που συγκεφαλαιώνει τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου.

Κυρίες και κύριοι, στο πλαίσιο αυτό, η ανασύσταση της μεσαίας τάξης δεν είναι προϋπόθεση για την εφαρμογή του εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης, αλλά είναι αυτό καθεαυτό το εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης.

Η μεσαία τάξη, όπως και αν την ορίσει κανείς, είναι υπαρκτή και εκτεταμένη, παρότι είναι ασαφής και εσωτερικά αντιφατική. Για να χρησιμοποιήσω κάποιους παλαιότερους φιλοσοφικούς όρους, των παλιών καλών στρουκτουραλιστών, η μεσαία τάξη είναι «ενύπαρκτη αλλά απούσα». Δεν θα επαναλάβω τους προβληματισμούς για την εσωτερική τυπολογία της μεσαίας τάξης, ούτε για την εσωτερική διαφοροποίηση των εκλογικών συμπεριφορών, αλλά είναι προφανές ότι η μεσαία τάξη βρίσκεται στο επίκεντρο της κρίσης, δηλαδή για την ακρίβεια των επιπτώσεων της κρίσης, η οποία κρατά 12 χρόνια, από το 2007. Απλώς έχουμε επίγνωση της έκρηξης της κρίσης από το 2010, αλλά έχουμε πλήρη ανάπτυξη της κρίσης από το 2007.

Η μεσαία τάξη, επίσης, διαφοροποιείται εσωτερικά σε σχέση με το κράτος, γιατί έχει αυτή την καταπληκτική πολλαπλασιαστική δυνατότητα να είναι μεσαία τάξη και του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, και υπό την έννοια αυτή δεν αρκεί να συνδέουμε τη μεσαία τάξη με κριτήρια εισοδήματος, με κριτήρια περιουσίας, ούτε καν με κριτήρια μορφωτικού επιπέδου και με κριτήρια status και αυτοτοποθέτησης.

Πρέπει να δούμε πώς η μεσαία τάξη μπορεί να λειτουργήσει όχι ως ανάμνηση μίας προηγούμενης κατάστασης, ούτε ως γραμμή φόβου προ του κινδύνου της εκπτώχευσης, αλλά πώς μπορεί να λειτουργήσει ως βάση και ως πλατφόρμα για την ανάταξη της κοινωνίας και της οικονομίας συνολικά.

Μιλάμε, άρα, για να χρησιμοποιήσω τώρα πιο συμβατικούς όρους, για μία μεσαία τάξη που είναι κάτι πολύ ευρύτερο από τις μικρές, πολύ μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Μιλάμε για μία μεσαία τάξη που περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο μεγάλες υποκατηγορίες, την παραδοσιακή όψη της, που περιλαμβάνει πολλές παραδοσιακές μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχόλησης, αλλά και για μία νέα μεσαία τάξη, η οποία πέρα από νέου είδους μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις, κυρίως της ψηφιακής οικονομίας, περιλαμβάνει ένα πάρα πολύ μεγάλο, καθοριστικά μεγάλο , ποσοστό μισθωτών.

Όπως και εάν την ορίσει κανείς τη μεσαία τάξη, η αλήθεια είναι ότι υπέστη, πέρα από τις μειώσεις των εισοδημάτων και τις μειώσεις των προοπτικών, μία μείωση του ίδιου του εαυτού της, καθώς έχουμε δραστικό περιορισμό, κυρίως του αριθμού των μικρών, πολύ μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που φθάνουν το 50%, όπως είδαμε, στον τομέα των κατασκευών, το 30% στον τομέα της μεταποίησης, το 25% του συνόλου, και αυτό δεν αναπληρώνεται από τις εξελίξεις. Ούτε από αυτό που ορίσαμε ως νέα μεσαία τάξη, όπου έχουμε όλα τα επιστημονικά επαγγέλματα, όχι μόνο τους ελεύθερους επαγγελματίες, αλλά και ένα τεράστιο αριθμό μισθωτών του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, θα έλεγα εγώ και συνταξιούχων που προέρχονται από τη μεσαία τάξη, παρότι είναι εκτός πια του παραγωγικού συστήματος.

Μην ξεχνάμε ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα αυτής της νέας μεσαίας τάξης των μισθωτών του δημόσιου τομέα είναι οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης. Αυτό σημαίνει πάρα πολλά για το πρώτο ζητούμενο που αναδείχθηκε από τις συζητήσεις μας, που είναι η επένδυση σε αυτό που λέγεται παιδεία ή μάλλον εκπαίδευση και εκσυγχρονισμός του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Άλλωστε η μεσαία τάξη χρησιμοποίησε το δημόσιο πανεπιστήμιο ως βασικό μηχανισμό για να διασφαλίσει την κοινωνική της κινητικότητα και στη συνέχεια έφτασε να έχει ως στοιχείο του status της, τη φοίτηση των παιδιών της στα ιδιωτικά σχολεία, αλλά τώρα πρέπει να σκεφτούμε ξανά με διαφορετικούς όρους, πώς μπορούμε δίπλα στα μη κρατικά πανεπιστήμια που πρέπει να αποκτήσει η χώρα μας, να ανασυγκροτήσουμε το δημόσιο πανεπιστήμιο, σεβόμενοι το ιστορικό κεκτημένο που έχει διαμορφωθεί εδώ και 200 χρόνια –καλά έκανε και μας το θύμισε αυτό, ο χαρισματικός Βασίλης Παπαβασιλείου προηγουμένως– γιατί τα φαινόμενα αυτά καταγράφονται στην ελληνική κοινωνία ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα.

Η μεσαία τάξη, από την άποψη αυτή, έχει ορισμένα ερωτήματα στα οποία πρέπει να δώσουμε απαντήσεις. Ακόμη και εάν δεν τα λέει με μία φωνή, ακόμη και εάν είναι πολυφωνικός ο τρόπος με τον οποίο εκφέρονται τα ερωτήματα αυτά, εμείς πρέπει να δώσουμε μία απάντηση στο ερώτημα εάν μπορεί να υπάρχει η μεσαία τάξη χωρίς επαρκή εισοδήματα. Εάν μπορεί να υπάρχει η μεσαία τάξη χωρίς αποταμίευση και εάν μπορεί να υπάρχει η εθνική οικονομία χωρίς εθνική αποταμίευση και διεύρυνση της καταθετικής βάσης. Εάν μπορεί να υπάρχει μεσαία τάξη χωρίς στοιχειώδη ακίνητη περιουσία, δηλαδή, τι θα σήμαινε για τη μεσαία τάξη η διευθέτηση των κόκκινων δανείων για την οποία μιλήσαμε χθες το απόγευμα με τους διοικητές των τραπεζών, εάν κάποιος που έχει την αίσθηση ότι είναι ιδιοκτήτης του σπιτιού του καταστεί, στην πραγματικότητα, ενοικιαστής του σπιτιού του αυτού μέσα από μακροχρόνιες διευθετήσεις. Τι σημαίνει μεσαία τάξη χωρίς ασφαλιστικό καθεστώς ασθένειας και γήρατος; Δεν είναι εύκολο να δώσεις απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά όταν εκκρεμεί και η μεγάλη απάντηση για τα νέα τεχνολογικά δεδομένα, για τις νέες εργασιακές σχέσεις και για τις νέες μορφές επιχειρηματικότητας που προκύπτουν από την 4η βιομηχανική επανάσταση και τα συνακόλουθά της. Πρέπει να αντιμετωπίζει κανείς με σεβασμό, προσοχή και τρυφερότητα τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, μεταξύ των οποίων και την ελληνική, που είναι κοινωνίες δυστυχώς φοβικές.

Η μεσαία τάξη όμως, ευτυχώς, είναι το συνώνυμο της κοινωνικής συνοχής, όχι μόνο της κοινωνικής κινητικότητας. Μία μεσαία τάξη ρωμαλέα και ασφαλής είναι άλλωστε, όπως είδαμε, ουσιαστική προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας και δεν έχουμε ξεχάσει ποτέ την εμπειρία του μεσοπολέμου, δηλαδή τη ριζοσπαστικοποίηση του φοβισμένου μικροαστού.

Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο αισιόδοξο, η μεσαία τάξη είναι το προνομιακό κοινωνικό ακροατήριο των μεταρρυθμιστικών πολιτικών εν τέλει, είναι η στέγη πολλών δημιουργικών, φιλοπρόοδων και προοδευτικών δυνάμεων που αντιλαμβάνονται ότι έχουν συμφέρον να εφαρμοστούν οι μεταρρυθμιστικές πολιτικές.

Η μεσαία τάξη είναι η κιβωτός της λογιοσύνης, είναι ο κοινωνικός χώρος που διαθέτει, συντηρεί και αναπαράγει το μεγαλύτερο διανοητικό κεφάλαιο, αυτή που συνδέεται, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, με τον πολιτισμό, με τη δημιουργία, με το ακαδημαϊκό και ερευνητικό προσωπικό, δηλαδή με τα κρίσιμα ζητήματα της εποχής μας. Βέβαια η μεσαία τάξη είναι η κρίσιμη μάζα για τη συνολική κίνηση της οικονομίας, για τις επενδύσεις στην αγορά ακινήτων, την καινοτομία και στο πεδίο των παραδοσιακών δραστηριοτήτων και στο πεδίο της ψηφιακής οικονομίας. Η μεσαία τάξη και η επιχειρηματικότητα είναι κάτι που ξεπερνά κατά πολύ το πλαίσιο της μικρής, πολύ μικρής και μεσαίας επιχείρησης, αφορά και όποιον ανήκει στη μεσαία τάξη, παρότι δεν θεωρεί τον εαυτό του ως τμήμα του επιχειρείν.

Έρχομαι τώρα στην τελευταία προϋπόθεση προκειμένου η μεσαία τάξη να καταστεί η συγκολλητική δύναμη του εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης. Ποια είναι λοιπόν, μετά από όλα αυτά που συζητήσαμε, η σχέση της μεσαίας τάξης και του πολιτικού κέντρου; Η μεσαία τάξη, μας είπε ο Στράτος Φαναράς προηγουμένως, πρέπει να διακριθεί εσωτερικά σε μία μεσαία τάξη, άρα στο ανώτερο στρώμα της που αυτοτοποθετείται στο κέντρο, και σε ένα στρώμα μικρότερο, μικρομεσαίο, που τοποθετείται στην κεντροαριστερά. Τι σημαίνει αυτή η διάκριση και τι σημαίνει το γεγονός ότι η ανώτερη εισοδηματική τάξη δηλώνει μία επιλογή κεντροδεξιά; Τελικά ποιος κερδίζει τη μάχη στο χώρο του κέντρου;

Το στοίχημα που χάθηκε κάποια στιγμή το 2015, φαίνεται τώρα να τίθεται με διαφορετικούς όρους. Όμως η εκλογική διασπορά της μεσαίας τάξης, παρά την ανταλλαγή που φαίνεται να καταγράφεται μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Δημοκρατίας, είναι ένα γεγονός που σημαίνει ότι δεν έχει διατυπωθεί ένα αφήγημα, το οποίο να γίνεται αντιληπτό συνολικά από τη μεσαία τάξη, ως το δικό της ηγεμονικό και προνομιακό πολιτικό αφήγημα. Αυτό πιστεύω ότι είναι το μεγάλο πρόβλημα. Η σχέση της μεσαίας τάξης με το πολιτικό κέντρο. Παρότι μπορεί να τη δούμε να διαφοροποιείται μεταξύ της παραδοσιακής και της νέας μεσαίας τάξης, ή να διαφοροποιείται μεταξύ των αυτοαπασχολουμένων και των μικρών εργοδοτών αφενός και των μισθωτών αφετέρου, ή να διαφοροποιείται μεταξύ αυτών που έχουν μεσαίο εισοδηματικό επίπεδο και ανώτατη μόρφωση, και αυτών που έχουν χαμηλό εισοδηματικό επίπεδο και ανώτατη, ανώτερη ή μεσαία μόρφωση. Αυτή η σχέση, συνολικά, της μεσαίας τάξης με το πολιτικό κέντρο είναι το πρόβλημα του εθνικού αφηγήματος της ανασυγκρότησης του τόπου, το πρόβλημα της πολιτικής ηγεμονίας.

Υπήρχαν οι προϋποθέσεις ή θα μπορούσαν να έχουν διαμορφωθεί οι προϋποθέσεις να διατυπωθεί το αφήγημα αυτό, αλλά απεδείχθη ότι αυτό ήταν δύσκολο εγχείρημα, δύσκολο στη σύλληψή του και πολύ πιο δύσκολο στην εκτέλεσή του. Πιστεύω ότι αυτό είναι και το μεγάλο κενό με το οποίο οδηγούμεθα στις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Θέλω να ελπίζω ότι, μετά τις εκλογές, το κενό αυτό θα καλυφθεί εκ των πραγμάτων, γιατί η χώρα έχει ανάγκη να έχει μία εθνική προοπτική, να έχει ένα νέο εθνικό και κοινωνικό αφήγημα που οδηγεί στην ανασυγκρότησή της. Σας ευχαριστώ πολύ.

20.6.2019, Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στο Συνέδριο "Η Ελλάδα Μετά ΙΙΙ" from Evangelos Venizelos on Vimeo.