Τρίτη 7 Μαΐου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Τσακυράκη «Δικαιοσύνη: Η ουσία της Πολιτικής» (Εκδ. Μεταίχμιο)*

 

Θα θέσω το δάκτυλο εις τον τύπον των ήλων.

Επειδή η επιτομή των κειμένων του Σταύρου, που παρουσιάζουμε, έχει τον τίτλο «Δικαιοσύνη, η ουσία της πολιτικής», το ερώτημά μου είναι αν υπάρχει δικαιοσύνη στο θάνατο. Αν αντέχουν οι έννοιες αυτές προ του φαινομένου του θανάτου. Γιατί ο θάνατος - και ο Σταύρος είναι ένα παράδειγμα βεβαίως , οικείο, άμεσο, γι΄ αυτόν συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ- ο θάνατος λοιπόν βασίζεται σε κραυγαλέες αδικίες και ανισότητες. Δεν μπορούν να προβληθούν ισχυρισμοί περί δικαιοσύνης και δεν υπάρχει δυνατότητα δικαστικής προσφυγής. Ενώπιον του θανάτου σχετικοποιούνται όλες οι φιλοσοφικές, επιστημολογικές και μεθοδολογικές εκδοχές, είτε είσαι οπαδός του νομικού θετικισμού είτε είσαι οπαδός της ηθικής ερμηνείας δηλαδή μιας φυσικοδικαϊκής αντίληψης, το αποτέλεσμα είναι δυστυχώς το ίδιο.

 

Πρέπει συνεπώς να υπάρχει επιμονή, γιατί χωρίς επιμονή δεν υπάρχει μνήμη και πρέπει να υπάρχει και αγάπη, πρέπει να υπάρχει post mortem οργανωμένη και επίμονη αγάπη των φίλων, των οικείων, των μαθητών, των συναδέλφων, της ευρύτερης κοινής γνώμης, του έθνους, του τόπου. Ανάλογα με την ακτίνα του κύκλου στον οποίο αναφερόμαστε. Αυτό νομίζω ότι μας φέρνει αντιμέτωπους και με το ζήτημα που σήμερα στην πραγματικότητα θέτουμε: αν μπορούμε να διατηρήσουμε όσο γίνεται πιο ακέραιη τη μνήμη του φίλου μας και συναδέλφου μας, του Σταύρου Τσακυράκη. Και ως τέτοια πράξη αγάπης το βιβλίο αυτό είναι μια πολύ σημαντική συμβολή σε αυτήν την πολύ δύσκολη προσπάθεια να αντιπαρατεθείς στον χρόνο και στη λήθη που ακόμη και αν δεν είναι απόλυτη, εν πάση περιπτώσει καλύπτει αρκετές όψεις, κάνει τα πράγματα πολύ πιο αχνά. Γι΄αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία να διατηρούμε ζωντανές αυτές τις αναμνήσεις και τα βιώματα.

Εγώ συνδέθηκα με το Σταύρο τα τελευταία χρόνια, κυρίως στη διάρκεια της κρίσης και συνδεθήκαμε μέσα από μια κοινή αγωνία και μια αμοιβαία μέριμνα του ενός   για τον άλλον και γι’ αυτό με το οποίο ασχολούμασταν που ήταν στην πραγματικότητα η πορεία του τόπου.

Έχω σκεφτεί πολύ για τον Σταύρο. Με απασχολούσε πάρα πολύ το πώς θα μπορούσε να οριστεί και νομίζω ότι μπορούμε να συνοψίσουμε αυτή την πολυσύνθετη προσωπικότητα με πέντε φράσεις:

Πρώτον, αγωνιστικότητα, ως δημοκρατική υποχρέωση. Αυτό φάνηκε την περίοδο της δικτατορίας, αλλά φάνηκε και τώρα με πολύ καθαρό τρόπο, την περίοδο της κρίσης, την περίοδο του μνημονίου, την περίοδο του δημοψηφίσματος, σε όλες τις πρόσφατες δοκιμασίες.

Δεύτερον, σεμνότητα. Αυτό ειπώθηκε κατά κόρον σήμερα. Σεμνότητα ως προσωπικό ήθος, αλλά και ως μια δημόσια στάση που κάνει και τον πολιτικό και επιστημονικό λόγο, πολύ πιο αποτελεσματικό.

Τρίτον, παιδαγωγική αφοσίωση, ως ακαδημαϊκό και δημόσιο καθήκον. Αυτό εμπεριέχει και πάρα πολύ ισχυρές δόσεις αγάπης για τα συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά και για την αφηρημένη έννοια του μαθητή και της σχέσεις μαθητείας, η οποία είναι αμφίδρομη, γιατί μαθαίνουμε διδάσκοντας με πιο αποτελεσματικό τρόπο απ΄ ότι θα μπορούσαμε να πετύχουμε με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο προσέγγισης της γνώσης.

Τέταρτον, αξιακή σαφήνεια και σταθερότητα ως επιστημονική και ηθική ταυτόχρονα στάση.

Και πέμπτον - το οποίο δεν θα μπορούσε να λείπει- τρυφερότητα, ως ατομική συμπεριφορά.

Ήταν ένας γενναιόδωρος άνθρωπος ο Σταύρος. Αυτό μπορεί να το μαρτυρήσει φυσικά η Πόπη, ο Κλεάνθης, η Ελένη, το οικογενειακό του περιβάλλον, οι μαθητές του. Νομίζω ότι η γενναιοδωρία φάνηκε από τον τρόπο με τον οποίο διέθεσε τον εαυτό του. Ήταν δοτικός και ιδιωτικά και δημόσια.

Ο Σταύρος τώρα ως νομικός, ως συνταγματολόγος, ως νομικός παραστάτης, ως διανοούμενος, ως δημόσιο πρόσωπο, εξέφραζε μια ολόκληρη σχολή που θα την όριζα ως σχολή του βιωματικού και βιωμένου συνταγματισμού. Ανεξάρτητα από το πώς ο ίδιος ήθελε να τοποθετείται και ποια επιστημολογική ταυτότητα επέλεγε στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας και της θεωρίας του συνταγματικού δικαίου, ήταν ένας ειδικός τύπος συνταγματολόγου, που θα τον έλεγα εμπράγματο, αλλά όχι πραγματιστή.

Ο Σταύρος διήνυσε μια πολύ μεγάλη ιδεολογική και αξιακή καμπύλη, από την ανανεωτική αριστερά, την ευρωπαϊκή και ειδικότερα την ελληνική της δεκαετίας του ’70 στον αμερικανικό προοδευτικό φιλελευθερισμό της δεκαετίας του ’90. Και παρακολούθησε στη συνέχεια τα βήματα και τις διακυμάνσεις αυτού του αμερικανικού φιλελευθερισμού. Ενώ ήταν ευρωπαϊστής αξιακά, ήταν πολύ έντονα επηρεασμένος από την αμερικανική αντίληψη των πραγμάτων και στην πραγματικότητα ήταν ένας συνεχιστής του Τοκβιλ. Είχε προσπαθήσει να αντιληφθεί πώς λειτουργεί γενικότερα το σύστημα στις ΗΠΑ. Και το πολιτικό και το δικαστικό σύστημα και η συνάρθρωση των συστημάτων αυτών, που βασίζεται σε μια αντίληψη πολιτικής θεολογίας, πολιτικής ηθικής .

Επειδή διέθετε όλα τα στοιχεία τα οποία προανέφερα ήταν ιδιαίτερα θαρραλέος γιατί ήταν ελεύθερος από σκοπιμότητες ή δεσμεύσεις του ρόλου του. Δεν είχε κάποιον ρόλο που να τον δεσμεύει και να τον υποτάσσει σε καταναγκασμούς. Γιατί άλλοι έχουμε αυτόν τον περιορισμό, ο οποίος είναι εξαιρετικά βαρύς καθώς συνδέεται με τη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων ή με τη διεκδίκηση της διαχείρισης των δημοσίων πραγμάτων.    

Αυτή η αξιακή σταθερότητα τον τοποθετούσε εντός συγκυρίας αλλά εκτός σκοπιμότητος. Υπό την έννοια αυτή ανεξαρτήτως από τις διακυμάνσεις της συγκυρίας, έλεγε αυτό που ήθελε να πει και έπαιρνε, όπως είπε και ο Νίκος Αλιβιζάτος, θέσεις αντιδημοφιλείς δηλαδή σταθερά και αξιακά φιλελεύθερες με κριτήριο τον σεβασμό και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το έκανε για τη Χρυσή Αυγή, το έκανε για τις προσωρινές κρατήσεις εναντίον του κοινού αισθήματος.

Και βέβαια ήξερε, διότι δεν του διέφευγε τίποτα, ότι μπορεί να υπάρχει δικαιοσύνη χωρίς κοινωνικό κόστος, αλλά είναι πάρα πολύ δύσκολο να υπάρχει δημοκρατία χωρίς πολιτικό κόστος. Μια δημοκρατία χωρίς πολιτικό κόστος, ανεξαρτήτως από το τί λέγεται με ευκολία στον δημόσιο λόγο, είναι μια δημοκρατία χωρίς λογοδοσία, είναι μια δημοκρατία αδιάφορη για των εκ των υστέρων κρίση του εκλογικού σώματος. Ήξερε ο Σταύρος πολύ καλά ότι είχε το πλεονέκτημα να κινείται στο πρώτο επίπεδο, στο επίπεδο όπου όλα θα έπρεπε να γίνονται χωρίς προφύλαξη από το κοινωνικό κόστος, ενώ δεν γίνονται. Γιατί, και ο δικαστής πολύ συχνά λειτουργεί με κριτήρια λαϊκιστικά, θέλει να είναι δημαγωγός, θέλει να τον αγαπούν, να τον αποδέχονται, να τον θαυμάζουν, να τον χειροκροτούν. Ενώ οι θεσμικές ισορροπίες, τα αντίβαρα, που θα έλεγε ο Νίκος,   προϋποθέτουν έναν άλλο τύπο δικαστή και δικαστικής συμπεριφοράς, αυτός ο Ηρακλής του Ντουόρκιν πρέπει να μπορεί να αντισταθεί σε αυτό που λέγεται «η βοή του πλήθους». Είχε μετάσχει σε μια από τις εκδηλώσεις του Κύκλου ο Σταύρος για τη σχέση κράτους δικαίου και κοινού περί δικαίου αισθήματος και είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε μια ωραία συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό.

Ήταν, φυσικά, οπαδός της ελευθερίας του λόγου, γιατί είχε αποδεχθεί συνολικά το αξιακό σύστημα του αμερικανικού φιλελευθερισμού, αυτή την liberal προσέγγιση. Η ελευθερία του λόγου οδηγεί παντού στις Ηνωμένες Πολιτείες με βάση τη νομολογία, μπορείς να καις τη σημαία ελευθέρως. Ελευθερία του λόγου σημαίνει ελευθερία του Τύπου, ελευθερία της τέχνης, ελευθερία της έρευνας.

Ο Σταύρος ήταν οπαδός της απόλυτης προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και έκανε αίσθηση με την επιστημονική του μελέτη εναντίον της αρχής της αναλογικότητας, υπέρ της απόλυτης κατοχύρωσης των δικαιωμάτων. Και νομίζω ότι το ΄κανε περισσότερο για να προκαλέσει την προσοχή και να εστιάσει τη συζήτηση γιατί ήξερε πολύ καλά βεβαίως, πού υπάρχουν περιορισμοί, πού υπάρχουν σταθμίσεις, πού σχετικοποιείται η προστασία. Το ήξερε πολύ καλά γιατί ήταν καταρχάς ένας δεινός χειριστής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η οποία στη δομή κάθε διάταξής της εμπεριέχει, κατά τρόπο θα έλεγα σχολικό, αυτό που έχει ορίσει ως Σύνταγμα ο Μάρξ, ως ένα νομοθέτημα που στο κυρίως κείμενο κατοχυρώνει το δικαίωμα και στην υποσημείωση το αναιρεί εν μέρει, αυτό συμβαίνει στην πρώτη και στη δεύτερη παράγραφο όλων των ουσιαστικών διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Άλλωστε, το είχε πει αυτό και για την ιδιοκτησία, το είχε πει για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, το είχε πει για όλα τα κοινωνικά δικαιώματα.

Δεν ενέδωσε ο Σταύρος στον λαϊκισμό, την κρίσιμη περίοδο, δεν υπερασπίστηκε απλώς το τεκμήριο αθωότητας, δεν αντιτάχθηκε στην ευκολία των προσωρινών κρατήσεων ως προκαταβολή της ποινής, δεν υπερασπίστηκε απλώς τους οκτώ Τούρκους αξιωματικούς με ιθύνοντα νου τον Απόστολο Δοξιάδη με την συμπαράσταση και του Νίκου Αλιβιζάτου, τάχθηκε με σαφήνεια υπέρ του Μνημονίου. Γιατί; Για λόγους παιδαγωγικούς. Και γιατί στη συνείδησή του Δικαιοσύνη σήμαινε αλήθεια, Δικαιοσύνη σήμαινε ορθότητα, σήμαινε ακρίβεια, έπρεπε να ειπωθεί το ακριβές. Διότι, αν δεν μπορεί να ειπωθεί το ακριβές, δεν μπορεί να γίνει καμία περαιτέρω συζήτηση περί Δικαιοσύνης. Και ήξερε, βεβαίως, ότι η οικονομική κρίση ήταν μια πολύ μεγάλη δικανική πρόκληση η οποία δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τα κριτήρια της ηθικής ερμηνείας του Συντάγματος. Έπρεπε να αντιμετωπιστεί με τους μηχανισμούς που αντιλαμβάνονται την πολυπλοκότητα των οικονομικών επιλογών και καλούν τον δικαστή να αυτοπεριοριστεί γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να έχει υπό έλεγχο το σύνολο των συμπλεκομένων παραμέτρων που οδηγούν σε μια δημοσιονομική ή γενικότερα οικονομική επιλογή. Και για αυτό ήξερε πάρα πολύ καλά ότι τώρα που αμφισβητείται η σημασία του κράτους και του Συντάγματος και υπάρχει έντονος σχετικισμός, βεβαίως πρέπει να αναγόμαστε σε γενικές ηθικές αρχές, αλλά από την άλλη όταν έχουμε μηχανισμούς όπως είναι η απονομή της δικαιοσύνης σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, όταν έχουμε έναν πολυεπίπεδο συνταγματισμό που αντικρίζεται με ένα πολυεπίπεδο σύστημα δικαστικού ελέγχου, πρέπει να είμαστε και πρακτικοί. Πρέπει να καταλήγουμε σε ένα πρακτικό αποτέλεσμα που έχει νόημα. Και νομίζω ότι αυτό το ανέδειξε με πολλές ειδικότερες παρεμβάσεις, με κορυφαία την τελευταία εν ζωή παρέμβασή του, τον διάλογό του με τον Απόστολο Δοξιάδη για τους αγώνες τους συνδικαλιστικούς που φυσικά δεν είναι εξ ορισμού δίκαιοι. Αυτό δεν είναι εύκολο να το πεις δημόσια, αλλά βεβαίως είχε την άνεση και είχε πια το ακροατήριο, την ισχύ φωνής να το πει και το είπε όπως άρμοζε.

Ένα άλλο ερώτημα, το τελευταίο, που με απασχολούσε πάντα σε σχέση με τον Σταύρο, είναι γιατί είχε τέτοια επιρροή. Καλά στους φοιτητές, αλλά τέτοια επιρροή στους δημοσιογράφους, τέτοια επιρροή στους δικαστές, τέτοια επιρροή στους πολιτικούς - δεν ξέρω τι επιρροή είχε στον Σταύρο Θεοδωράκη, εμένα δεν με αντιμετώπιζε νομίζω ως πολιτικό, είχαμε το προνόμιο να είμαστε πρωτίστως συνάδελφοι. Έχω ένα σχήμα το οποίο δεν ξέρω αν θα το υιοθετούσε. Είχε καταφέρει να γίνει ο Σταύρος αυτό που στο εκκλησιαστικό φαινόμενο ονομάζεται Γέροντας. Είχε διαμορφώσει «γεροντική σχέση» με ανθρώπους τους οποίους εξομολογούσε, καθοδηγούσε και επηρέαζε και αυτό νομίζω ότι είναι η μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να αποδοθεί τουλάχιστον κατά την κανονική τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Να είναι καλά η Πόπη, ο Κλεάνθης, η Ελένη και να είμαστε από δίπλα τους καλά και εμείς, να ζήσουμε να τον θυμόμαστε και να διατηρούμε τη μνήμη του.

Σας ευχαριστώ πολύ.


 

* Για το βιβλίο θα μίλησαν επίσης στην εκδήλωση:

ο Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Κ. Αλιβιζάτος,

ο Αναπληρωτής Καθηγητής Αστικού Δικαίου Αντώνης Καραμπατζός,

ο υποψ. Δρ Νομικής Οξφόρδης Γιώργος Νικολού,

ο δημοσιογράφος Σήφης Πολυμίλης

και η Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Κατερίνα Σακελλαροπούλου

Την εκδήλωση συντόνισε ο δημοσιογράφος Πάσχος Μανδραβέλης 

 

Video: https://www.facebook.com/ekdoseis.metaixmio/videos/672195606549556/?hc_location=ufi 

 

 

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019