Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Μιλτιάδη Παπαϊωάννου «Η περιπέτεια της Δικαιοσύνης» (εκδ. Λιβάνη) που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής

  

Ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία και στο πεδίο της πολιτικής αλλά και στο πεδίο της δικαιοσύνης. Όπως ακούσαμε, έχει μια βαθιά βιωματική σχέση με αυτό που λέγεται δικαιοσύνη και γενικότερα κράτος δικαίου. Μια παιδιόθεν οικογενειακή σχέση. Έχει συνεπώς ένα γνήσιο και ακατάβλητο ενδιαφέρον για οτιδήποτε σχετίζεται με τη δικαιοσύνη, με την ποιότητα και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.

Είχε την τύχη να θητεύσει δυο φορές ως υπουργός δικαιοσύνης και να έχει μια μακρά και εξαιρετικά γόνιμη θητεία στο υπουργείο αυτό, το οποίο εξοπλισμένο με εκ του Συντάγματος αρμοδιότητες λειτουργεί ως εγγυητής της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης ή έτσι οφείλει να λειτουργεί. Ως υπουργός Δικαιοσύνης σε περιόδους ιδιαίτερα κρίσιμες ανέλαβε πολύ σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες. Υπηρέτησε και σε άλλες κυβερνητικές κυβερνητικές θέσεις από τις οποίες είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει κρίσιμες πτυχές της δικαιοδοτικής διαδικασίας σε διάφορες φάσεις της σύγχρονης Ιστορίας του τόπου. Προήδρευσε της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας που είναι το κρίσιμο κοινοβουλευτικό όργανο για θέματα δικαιοσύνης, κυρίως όμως είχε συμμετοχή ενεργό και πρωταγωνιστική σε μεγάλες στιγμές της πολιτικής και δικαιοδοτικής Ιστορίας του τόπου τα τελευταία περίπου 35 χρόνια. Θα αναφέρω δυο τέτοιες στιγμές.

Η δεύτερη είναι η συμμετοχή του στη μάχη για τη διάσωση της χώρας την περίοδο 2010 – 2015. Την περίοδο αυτή είδαμε η οικονομική κρίση να μετατρέπεται σε δικανική πρόκληση και να οδηγεί στα άκρα αυτό που λέγεται δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων. Και είδαμε επίσης, τόσο μέχρι το 2015 και ιδίως από το 2015 ως σήμερα, ένα άλλο ακόμη πιο σημαντικό φαινόμενο, τον πολιτικό λαϊκισμό, να προκαλεί μία μεγάλη δοκιμασία των αντοχών του κράτους δικαίου και όχι μόνο της δημοκρατικής διάστασης του πολιτεύματος μας.

Η πρώτη στιγμή όμως, στην οποία ήθελα να αναφερθώ, είναι η περίοδος 1989 – 1993. Τότε συνυπήρξαμε για πρώτη φορά ενεργά και μαχητικά με τον Μιλτιάδη Παπαϊωάννου μαζί με τον μεγάλο απόντα τον και προλογίσαντα το βιβλίο, τον αγαπημένο μας Αντώνη Βγόντζα. Αν είχαν μάτια και αυτιά οι τοίχοι του περιβόητου γραφείου στην πολυκατοικία της συμβολής των οδών Ακαδημίας και Σίνα, θα μπορούσαν να μαρτυρήσουν, πώς, πότε, και από ποιους δόθηκε η μάχη τότε υπέρ της αλήθειας, υπέρ του κράτους δικαίου, αλλά και υπέρ της λειτουργίας και της ευστάθειας της δημοκρατίας. Η συμβολή του Μιλτιάδη ήταν πραγματικά καθοριστική και ακόμη καθοριστικότερη η συμβολή του μεγάλου απόντα, του αγαπημένου μας Αντώνη.

Παρουσιάζει λοιπόν το βιβλίου του ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου για την περιπέτεια της δικαιοσύνης και το βιβλίο αυτό είναι ταυτόχρονα το απόθεμα της εμπειρίας του, αλλά και η επιτομή του αναστοχασμού του. Σκέφτεται ο ίδιος αναδρομικά τι έγινε και τι θα μπορούσε να γίνει και μάς λέει τώρα, με ώριμο και αποστασιοποιημένο τρόπο, και τι πρέπει να γίνει αλλά κι τι είναι εφικτό να γίνει.

Βεβαίως για πολλά πράγματα απαιτείται να κινηθεί η σπάνια και δύσκολη διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος. Το 2001, για την ακρίβεια κατά τη μακρά περίοδο επώασης της αναθεώρησης του 2001, από το 1995 έως το 2001, είχαμε την ευκαιρία να συνεργαστούμε με τον Μιλτιάδη Παπαϊωάννου γύρω από τα θέματα της δικαιοσύνης στο Σύνταγμα. Είχα, όπως ίσως θυμάστε, την ιδιότητα του γενικού εισηγητή της πλειοψηφίας όλη εκείνη την περίοδο χάρη στην εντολή που μου είχε δώσει αρχικά ο Ανδρέας Παπανδρέου και στη συνέχεια ο παριστάμενος Κώστας Σημίτης.

Οι επεμβάσεις που έγιναν στο κεφάλαιο περί δικαιοσύνης το 2001 είναι πολλές και πυκνές και ακόμη δεν έχουν αξιοποιηθεί. Υπάρχουν πολύ μεγάλα περιθώρια ανασκαφής και εφαρμογής του Συντάγματος στο πεδίο της δικαιοσύνης. Δυστυχώς η εκκρεμούσα διαδικασία αναθεώρησης που εισέρχεται τώρα στο δεύτερο στάδιο της, καθώς η επόμενη βουλή θα συντελέσει ή δεν θα συντελέσει με όποιον τρόπο αυτή θα κρίνει την αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν περιέχει στην πραγματικότητα καμία επέμβαση στο χώρο της δικαιοσύνης με εξαίρεση αυτονόητους εξωραϊσμούς σε σχέση με τα στρατιωτικά δικαστήρια. Νομίζω ότι έτσι τίθεται και ένα όριο στις επεμβάσεις που μπορούν να γίνουν στον χώρο της Δικαιοσύνης.

Μιλάει ο Μιλτιάδης για την περιπέτεια της Δικαιοσύνης και αναμφίβολα η διαδρομή της Δικαιοσύνης, όχι μόνο στην Ελλάδα, διεθνώς, είναι μια συνεχής, ατέλειωτη, ιστορική και θεσμική περιπέτεια. Δεν πρωτοτυπούμε. Δεν είμαστε οι χειρότεροι. Ξέρω ότι κανείς δεν θα υποθέσει ότι είμαστε οι καλύτεροι αλλά, φευ, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα και της μικρής Ευρώπης των 28 και της μεγάλης Ευρώπης των 47 του Συμβουλίου της Επικρατείας, είμαστε πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Δεν έχουμε φαινόμενα όπως αυτά που βλέπουμε στην Ουγγαρία, όπου απολύονται με σύντμηση του χρόνου υπηρεσίας τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αυτό στηλιτεύεται με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπόθεση Μπάκα κατά Ουγγαρίας. Ούτε προβλήματα όπως αυτά της Πολωνίας όπου η σύντμηση της θητείας των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέστη αντικείμενο ελέγχου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση της Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Γκέρσντορφ. Αλλά είμαστε βεβαίως κοντά γιατί υπάρχει μια βαριά δοκιμασία του βαθέως κράτους στον χώρο της δικαιοσύνης.

Άρα ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου θέτει το δάχτυλό του εις τον τύπον των ήλων, γιατί μετά την ιστορική αναδρομή που μας προδιαθέτει για το τι πρέπει να γίνει ή μας προδιαθέτει για το τι εξηγεί αυτό που συμβαίνει, θέτει στην πραγματικότητα τα τρία μεγάλα προβλήματα της δικαιοσύνης. Διεθνώς, ειδικότερα στις δυτικές δημοκρατίες, τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, τις δημοκρατίες που υπάρχουν μόνο όταν είναι και κράτη δικαίου και βεβαίως, εν τέλει, σε εθνικό επίπεδο στην Ελλάδα.

Η δικαιοσύνη είναι, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, εξουσία, είναι εκδοχή του κράτους. Αλλά είναι εξουσία διφυής, δηλαδή αντιφατική, είναι εξουσία με την απλή και απόλυτη έννοια του όρου, δηλαδή έχει ισχύ και σε πολλές περιπτώσεις έχει ισχύ απόλυτη, ισχύ του δεσμείν και του λύειν, ισχύ να σε ταπεινώσει και να σε αναγκάσει σε σωματικό περιορισμό, έχει από την άλλη μεριά και τη δυνατότητα και την υποχρέωση να λειτουργεί ως αντιεξουσία δηλαδή ως εγγύηση, ως αντίβαρο.

Αυτή η φαινομενική αντίφαση, αυτή η φαινομενική αντινομία δοκιμάζεται σε κάθε υπόθεση, σε κάθε διαφορά, κάθε φορά που εκδηλώνεται η δικαστική εξουσία, σε όλα τα επίπεδα, ανά πάσα στιγμή. Και κάθε στιγμή πρέπει να επιβεβαιώνεται αυτός ο διφυής χαρακτήρας της δικαιοσύνης και, εν πάση περιπτώσει, αν κάποια στιγμή πρέπει ο εισαγγελικός ή δικαστικός λειτουργός να διαλέξει ανάμεσα στον εξουσιαστικό και τον εγγυητικό ρόλο της δικαιοσύνης πρέπει, βεβαίως, να επιλέξει το δεύτερο, τον εγγυητικό και προστατευτικό ρόλο της δικαιοσύνης.

Γιατί στο ερώτημα ποιος παραβιάζει τα δικαιώματα - η πολιτική ή δικαστική εξουσία- η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πολύ συχνά τα δικαιώματα τα παραβιάζει η δικαστική εξουσία. Μάλιστα, για να είμαστε πρακτικοί, για να οδηγηθεί μια υπόθεση στο Στρασβούργο ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πρέπει να έχουν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα, άρα πρέπει η προσβολή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η προσβολή του δικαιώματος, να έχει συντελεστεί από τον ανώτατο εθνικό δικαστή. Όχι από τον νομοθέτη, όχι από την πολιτική εξουσία, άρα το βάρος που κουβαλάει ο δικαστής είναι τεράστιο.

Και το βάρος αυτό, εκδηλώνεται κυρίως σε δυο πεδία: το πρώτο πεδίο είναι ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, εκεί που βρίσκεται αντιμέτωπος ο δικαστής με την ίδια την αρμοδιότητα του νομοθέτη στην οποία και υπεισέρχεται. Και το άλλο πεδίο είναι βέβαια η ποινική δικαιοσύνη. Εκεί όπου η εξουσία του δικαστή βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα, στην κατά συνείδηση κρίση του, στην αρχή της ηθικής απόδειξης και εκεί ο δικαστής, πραγματικά, μπορεί είτε να οικοδομήσει είτε να καταλύσει το κράτος δικαίου στο σύνολό του.

Και στις δυο περιπτώσεις, η επαφή του δικαστή με αυτό που λέγεται πολιτικός ανταγωνισμός, πολιτική σκοπιμότητα, πολιτική στόχευση, πολιτική συγκυρία, συσχετισμός των δυνάμεων είναι άμεση και στο πεδίο του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας και στο πεδίο της ποινικής δικαιοσύνης. Άρα χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή. Και ο δικαστής που έχει συνείδηση του ρόλου του και της αρμοδιότητάς του και της εξουσίας του, το γνωρίζει αυτό πάρα πολύ καλά.

Ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου, όπως κάθε άνθρωπος στη θέση του, με την εμπειρία του, τη διαδρομή του και τη γνώση του, ασχολείται με τρία όλα και όλα θέματα: την ανεξαρτησία, την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης. Αλλά η ανεξαρτησία δεν είναι πρωτίστως η εξωτερική ανεξαρτησία, δεν είναι εύκολο να δεχθεί κανείς ότι επειδή ένας δικαστής, σε σχετικά μεγάλη ηλικία και μετά από μια πολυετή διαδρομή θα επιλεγεί ή δεν θα επιλεγεί για τη θέση του Προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου ή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή του Γενικού Επιτρόπου θα έχει μια διαδρομή η οποία θα επηρεάζεται από αυτήν την πιθανότητα, αυτό δεν είναι λογικό σε ένα σύστημα όπως το ελληνικό όπου έχουμε δικαστές καριέρας από μικρή ηλικία. Αυτό θα είχε λογική σε ένα σύστημα όπως των Ηνωμένων Πολιτειών όπου η μάχη για την επιλογή των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι μια μάχη πολιτική, ιδεολογική, κοινοβουλευτική, ρεαλιστική, όλοι γνωρίζουν ότι από την σύνθεση του δικαστηρίου εξαρτώνται οι αποφάσεις του δικαστηρίου. Αλλά σε εμάς, σε ένα ευρωπαϊκό, ηπειρωτικό σύστημα δικαστών καριέρας, τακτικών δικαστών, μεγάλη σημασία έχει η εσωτερική ανεξαρτησία. Η εσωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης όμως βαραίνει τους ίδιους τους δικαστικούς λειτουργούς γιατί εσωτερική ανεξαρτησία σημαίνει να ασκείται η επιθεώρηση, ο πειθαρχικός έλεγχος, ο ποινικός έλεγχος των δικαστών και να λειτουργεί η ιεραρχική δομή της εισαγγελίας με έναν τρόπο που σέβεται τη διάκριση των εξουσιών και την δικαστική ανεξαρτησία. Τίποτα από αυτά δεν είναι αυτονόητα και ο νομοθέτης δεν βοηθάει πάντα. Γιατί και ο νομοθέτης υποχωρεί με διάφορους τρόπους, με ειδικές εισαγγελίες, με υπεραρμοδιότητες κάποιων οργάνων, με αποτέλεσμα να έχουμε δικονομική υπερσυγκέντρωση στα χέρια συγκεκριμένων λειτουργών οι οποίοι είναι εκ των προτέρων γνωστοί χωρίς να υπάρχει κανένα στοιχείο τυχαιότητας στην επιλογή του εισαγγελικού λειτουργού, αλλά χωρίς τυχαιότητα δεν υπάρχει νόμιμος δικαστής. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 του Συντάγματος.

Στον τομέα της αποτελεσματικότητας, συνήθως μιλάμε για την ταχύτητα, για το κόστος, για την σημασία που έχουν οι εναλλακτικές μορφές, όπου ασχολούμαστε με τα μικρά, όπως είναι η διαμεσολάβηση, αλλά αφήνουμε να κινούνται οι μεγάλες, εσωτερικές και διεθνείς διαιτησίες χωρίς κανένα πρόβλημα. Μιλάμε για την εκτέλεση των αποφάσεων αλλά και για ζητήματα πολύ πιο μοντέρνα, όπως ας πούμε, η ηλεκτρονική δικαιοσύνη, το e-justice ή ακόμη και η αλγοριθμική απονομή δικαιοσύνης που ήταν αντικείμενο συζήτησης την περασμένη εβδομάδα στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αποτελεσματικότητα, όμως, σημαίνει και κάτι άλλο, σημαίνει συνείδηση του δικαστή για τις επιπτώσεις της απόφασής του. Για τις επιπτώσεις όχι τις προσωπικές, τις ατομικές, τις οικογενειακές. Τις επιπτώσεις τις γενικότερες, τις πολιτικές, τις κοινωνικές, τις δημοσιονομικές γιατί, όλα αυτά, βεβαίως, επηρεάζουν τον τρόπο τον οποίο ασκείται η δικαστική αρμοδιότητα.

Αξιοπιστία δεν σημαίνει μόνο αμεροληψία, δεν σημαίνει μόνο εντιμότητα, δεν σημαίνει μόνο εφαρμογή στην πράξη των δικονομικών προβλέψεων για τους λόγους αποχής και εξαιρέσεως. Σημαίνει ικανότητα αντίστασης απέναντι στη ροπή προς τον λαϊκισμό, γιατί υπάρχουν και μορφές δικαστικού λαϊκισμού. Σημαίνει ότι πρέπει να σπάσει το στερεότυπο, πως ο επιεικής δικαστής είναι ένας δικαστής που διατρέχει κινδύνους γιατί μπορεί να υπαχθεί σε πειθαρχικό έλεγχο, ενώ ο αυστηρός δικαστής δεν έχει τίποτα να φοβηθεί στη σταδιοδρομία του. Και βεβαίως, αξιοπιστία σημαίνει συνείδηση του τι σημαίνει σχετικισμός στην απονομή της δικαιοσύνης. Σχετικισμός σημαίνει πως δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα. Η θεμελιώδης εγγύηση του Κράτους Δικαίου και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης είναι ο σχετικισμός. Σχετικισμός σημαίνει ότι υπάρχει πλειοψηφία και μειοψηφία. Ότι η μειοψηφία διατυπώνεται. Ότι η μειοψηφία διεκδικεί να γίνει πλειοψηφία κάποια στιγμή. Άρα έχει μεγάλη ευθύνη και η μειοψηφία. Δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από το γεγονός ότι δεν παράγει αποτελέσματα. Σχετικισμός σημαίνει ότι μπορεί να υπάρχουν μεταστροφές της νομολογίας και σχετικισμός σημαίνει ότι υπάρχουν ένδικα μέσα, που σημαίνει ότι εξαφανίζεται μια προηγούμενη απόφαση και ισχύει μια άλλη απόφαση- ποια ήταν η σωστή απόφαση; Άρα το σωστό ή λάθος είναι μια εκκρεμότητα διαρκής, που δεν τελειώνει ποτέ, δεν τελειώνει γιατί υπάρχουν ακόμη και οι δυνατότητες αναψηλάφησης δεκαετίες μετά, όπως έγινε με την περιβόητη δίκη των έξι, όπως γνωρίζουμε από τις σχετικά πρόσφατες εξελίξεις στον Άρειο Πάγο.

Αυτά τα ζητήματα είναι που θέτει ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου. Και επίσης θέτει κάτι ουσιώδες: τον ρόλο των προσώπων ο οποίος είναι εξίσου σοβαρός με τον ρόλο των θεσμών. Ή για να το πω διαφορετικά, δεν υπάρχουν θεσμοί χωρίς πρόσωπα. Ο μέγιστος θεσμός στη δικαιοσύνη είναι η ανεξαρτησία του προσώπου του Δικαστή και η μάχη που δίνει ως Σώμα ο ίδιος, σώμα με σώμα. Εάν διαβάσει κανείς το βιβλίο του Χρήστου Σαρτζετάκη για την «υπόθεση Λαμπράκη», θα δει τι σημαίνει μάχη σώμα με σώμα, στο πλαίσιο μιας ποινικής προδικασίας. Αυτή η μάχη διεξάγεται διαρκώς και βλέπουμε τα τελευταία χρόνια, τις τελευταίες βδομάδες και είμαστε οι ίδιοι μάρτυρες με όλες τις σημασίες της λέξης αυτών που συμβαίνουν, τι σημαίνει να έχεις στο εσωτερικό της δικαιοσύνης μηνύσεις, καταγγελίες, αναφορές, προσφυγές στο δικαστήριο αγωγών κακοδικίας , πειθαρχικές διώξεις, ποινικές διώξεις, προκειμένου να παραχθεί ένα συνολικό αποτέλεσμα που δεν είναι δικαιοδοτικό, είναι ωμά πολιτικό. Και γι’ αυτό πρέπει κανείς να αντιστέκεται προσωπικά προκειμένου να αντισταθεί και θεσμικά.

Υπό την έννοια αυτή, λόγω των βιωμάτων της εμπειρίας, της γνώσης και της σοφίας του, ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου κάνει μια πραγματική προσφορά στη συζήτηση για το μέλλον της Ελληνικής Δικαιοσύνης.-

Tags: ΔικαιοσύνηΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019