Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019


Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση στον Πειραιά του βιβλίου του «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας» στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς

 

Σεβασμιώτατε, σας ευχαριστώ θερμά για την παρουσία σας. Σας ευχαριστώ γιατί είστε ο επιχώριος Επίσκοπος, αλλά και γιατί είστε ένας παλιός και αγαπητός φίλος και ένας συνάδελφος, διότι η κραταιά θεολογική σας κατάρτιση δεν μπορεί να αποκρύψει το βάθος και τη διάρκεια της νομικής σας γνώσης. Σας ευχαριστώ, λοιπόν, γιατί είστε εδώ και υπό τις δύο ιδιότητές σας.

Κύριε Δήμαρχε, ευχαριστώ πολύ γιατί είστε εδώ ως ο οικοδεσπότης της πόλης.

Ευχαριστώ θερμότατα, από καρδιάς, τον Πρόεδρο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά, τον κ. Βασίλη Κορκίδη, παλιό φίλο και θεσμικό συνομιλητή υπό κρίσιμες περιστάσεις, όταν προήδρευε της Εθνικής Ομοσπονδίας του Ελληνικού Εμπορίου. Ευχαριστώ από καρδιάς για τη φιλοξενία, για την υποδοχή και τον ευχαριστώ προσωπικά τον ίδιο, αλλά και όλα τα μέλη της Διοικούσας Επιτροπής για αυτή την απροσδόκητη και υπερβολική τιμή να με καταστήσουν επίτιμο μέλος του Επιμελητηρίου και έτσι να τονώσουν τους δεσμούς που νιώθω με την πόλη του Πειραιά και ιδίως με τον παραγωγικό, τον δημιουργικό Πειραιά, ο οποίος στεγάζεται εδώ, στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο.

Ευχαριστώ θερμά το συνάδελφό μου, τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου, τον κ. Σταματογιάννη, για τα λόγια που από καρδιάς είπε. Πράγματι, είμαστε συνάδελφοι και αποδίδω τεράστια σημασία στο ρόλο του Δικηγορικού Σώματος, γιατί χωρίς την αντίσταση του Δικηγορικού Σώματος, αλλά και τη συμβολή του, δεν μπορεί να λειτουργήσει με εγκυρότητα και αποτελεσματικότητα το κράτος δικαίου. Και ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα, το μεγαλύτερο θεσμικό και αναπτυξιακό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα να είναι η κρίση της Δικαιοσύνης.

Βεβαίως, ευχαριστώ θερμότατα όλες και όλους εσάς, τους συναδέλφους μου, σημερινούς και παλαιότερους στη Βουλή των Ελλήνων, τους εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και όλων των φορέων, κυρίως όμως τους φίλους και τις φίλες του Πειραιά που βρίσκονται εδώ για να παρακολουθήσουν αυτήν την εξαιρετική εκδήλωση, εξαιρουμένης της δικής μου ομιλίας.

Ο Παύλος Τσίμας συντόνισε και συντονίζει με την εντυπωσιακή του ευστροφία και γνώση, με τη μεγάλη του παιδεία, με καίριες παρατηρήσεις και μας θύμισε, με πολύ μεγάλη συγκίνηση, τη σημερινή επέτειο του θανάτου της Μελίνας.

Ακούσαμε δύο ομιλίες οι οποίες εντυπωσίασαν, φαντάζομαι, όλους εσάς, αλλά και εμένα, όχι γιατί αναφέρονται στο βιβλίο μου, αλλά γιατί έχουν μία αυτοτελή αξία η κάθε μία. Θα αντιστρέψω τη σειρά, θα ευχαριστήσω πρώτα τον Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επί χρόνια πολλά Έλληνα Δικαστή στο Ελεγκτικό Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον κ. Ιωάννη Σαρμά, για αυτήν τη θεραπευτική ακτινογράφηση του βιβλίου, γιατί ανέδειξε τις δέκα κεντρικές ιδέες, τις δέκα κατευθυντήριες γραμμές του βιβλίου καλύπτοντας όμως και τα κενά του βιβλίου, καθιστώντας τις απόψεις μου πολύ πιο συνεκτικές και πολύ πιο ευανάγνωστες απ’ ό,τι εγώ ο ίδιος είχα καταφέρει να τις παρουσιάσω στο ίδιο το βιβλίο. Πραγματικά τον ευχαριστώ θερμά για αυτήν τη συμβολή του.

Ο Αλέκος Παπαδόπουλος είναι μία μεγάλη πολιτική προσωπικότητα, ένας διανοούμενος που έχει αποκομίσει από την πολιτική του διαδρομή όχι μόνον βιώματα, αλλά και την ικανότητα του αναστοχασμού. Πιστεύω ότι αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο, αυτό που μεταβάλλει την ποιότητα της δημόσιας συμπεριφοράς και μετατρέπει ένα πρόσωπο που ασχολείται με τα κοινά, από πολιτικά δρώντα, από πολιτευτή ή πολιτευόμενο σε δημόσιο πρόσωπο, σε δημόσιο άνδρα, αναφερόμενος με την έννοια του άνδρα εδώ και στις γυναίκες, οι οποίες έχουν παρουσία στον δημόσιο βίο. Ο αναστοχασμός του Αλέκου είναι συνεχής, υποδειγματικός και μας παρουσίασε ένα ολόκληρο μανιφέστο στην πραγματικότητα –χαίρομαι γιατί το βιβλίο μου τον κινητοποίησε– και ανοίγει ένα μεγάλο πεδίο συζήτησης, που θα το κάνουμε το επόμενο χρονικό διάστημα, για το εάν μπορούμε να κινηθούμε στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος ή εάν απαιτείται μία συντακτικού χαρακτήρα ρήξη και υπό ποιες προϋποθέσεις αυτή θα μπορούσε να είναι θεσμικά ασφαλής, δηλαδή να κινείται με απόλυτο σεβασμό στο κράτος δικαίου, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις αξίες της Δημοκρατίας.

Πάντως, η παρούσα συγκυρία είναι μία συγκυρία άκρως επικίνδυνη. Η χώρα διατρέχει πολλαπλούς κινδύνους στο πεδίο της οικονομίας, στο πεδίο των θεσμών, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας. Η Ευρώπη διανύει μία περίοδο αβεβαιότητας, αναζητά την ταυτότητά της χωρίς να είναι εμφανές το στίγμα της, υπάρχει ένα έλλειμμα ηγεσίας και ένα έλλειμμα ηγεμονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για αυτό νομίζω ότι πρέπει πρώτα να λύσουμε αυτά τα προβλήματα, τις παρούσες απειλές, και μετά, σε μία επόμενη φάση, πιο ώριμη, να αναζητήσουμε τομές που υπερβαίνουν το υφιστάμενο πολιτειακό πλαίσιο.

Ειπώθηκαν οι βασικοί άξονες του βιβλίου. Το βιβλίο ενοποιεί κείμενά μου των τελευταίων ετών σε δύο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι αυτό του τίτλου «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας», και το δεύτερο επίπεδο είναι αυτό του υπότιτλου «Προσδοκίες και κίνδυνοι από την αναθεώρηση του Συντάγματος», ως ένα συγκεκριμένο, επίκαιρο και κρίσιμο παράδειγμα, ένα εργαστηριακό παράδειγμα στο οποίο μπορούμε να δούμε πώς δοκιμάζεται η σχέση συγκυρίας και Ιστορίας

Ειπώθηκε ήδη ότι η συγκυρία είναι συστατικό της Δημοκρατίας. Η Δημοκρατία, για να υπάρχει ως τέτοια, έχει στοιχεία περιοδικότητας, δεν νοείται εφάπαξ Δημοκρατία. Οι περιοδικές εκλογές, οι επαναλαμβανόμενες, άρα η προσωρινότητα της εντολής και η διαρκής λογοδοσία, η εκλογή και η επανεκλογή, η δυνατότητα του εκλογικού σώματος να αλλάζει αντιλήψεις, να απορρίπτει ακόμη και τις δικές του προηγούμενες επιλογές ή η δυνατότητά του να επιβεβαιώνει και να επαναλαμβάνει μεγαλειώδη λάθη είναι γενετικό στοιχείο της Δημοκρατίας. Όμως η Δημοκρατία που κινείται στιγμιαία, περιοδικά, συγκυριακά, παράγει αποτελέσματα που αφορούν τις ζωές μας, όχι μόνον τη ζωή του παρόντος λαού, αλλά τη ζωή του έθνους. Για αυτό είναι χαρακτηριστικό το άρθρο 1 παράγραφος 3 του Συντάγματος που λέει θεμελιώδη και αυτονόητα πράγματα, που θα ήθελα όμως να σας τα επαναλάβω. «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό. Υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους», ασκούνται δε με τον τρόπο, βεβαίως, που προσδιορίζει το Σύνταγμα και οι συνάδοντες προς το Σύνταγμα νόμοι. Αυτή η απλή, μα καθόλου αυτονόητη σχέση ανάμεσα στον παρόντα λαό που διαχειρίζεται τη δημοκρατική συγκυρία, και το έθνος που είναι η ιστορική αποτύπωση, το ιστορικό υποκείμενο, το οποίο συγκροτείται χωρίς ο κάθε φορά παρών λαός να έχει συνείδηση αυτής της σχέσης του με την Ιστορία και με τις μελλοντικές γενεές, αυτή η σχέση είναι η σχέση επάνω στην οποία δοκιμάζονται όλα.

Η ευρωπαϊκή δημοκρατία είναι ο βασικός πυρήνας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ευρωπαϊκή δημοκρατία, ως εκδοχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας, της δυτικής δημοκρατίας, είναι στην πραγματικότητα ιστορικά η μόνη δημοκρατία από τον 18ο αιώνα και μετά. Όταν μιλάμε για δημοκρατία, εννοούμε την «δημοκρατία των νέων», όχι την «δημοκρατία των αρχαίων». Η δημοκρατία των νέων είναι η συνταγματική δημοκρατία, είναι η δημοκρατία που μορφοποιείται μετά από τις δύο μεγάλες επαναστάσεις, την Αμερικανική και την Γαλλική, μετά τα δύο μεγάλα Συντάγματα του 18ου αιώνα. Είναι μία δημοκρατία αντιπροσωπευτική, με στοιχεία αμεσότητας, όπου και όσο χρειάζεται, αλλά και μία δημοκρατία φιλελεύθερη, δηλαδή βασισμένη στην σταδιακή επιβολή και εγγύηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία κάποτε ήταν μόνο αμυντικά, τώρα είναι και αμυντικά και συλλογικά και ομαδικά και κοινωνικά, δηλαδή παροχικά.

Άρα, όταν μιλάμε για ευρωπαϊκή δημοκρατία, για φιλελεύθερη δημοκρατία, για συνταγματική δημοκρατία, μιλάμε για κάτι που ταυτίστηκε επί τρεις αιώνες τώρα με την πρόοδο, με την εξέλιξη και με την ευημερία. Μόνον που αυτό έχει φθάσει στα όριά του. Αυτό είναι το πρόβλημα των δυτικών δημοκρατιών, αυτό είναι το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Δεν είναι πια αυτονόητο ότι η δημοκρατία διασφαλίζει την πρόοδο και την ευημερία. Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες ήταν αδιανόητο πως δεν μπορεί να υπάρχουν κράτη χωρίς δημοκρατικές εγγυήσεις, χωρίς θεσμική ωριμότητα, που κατορθώνουν μεγάλα οικονομικά αποτελέσματα, γίνονται ανταγωνιστικά όχι μόνον σε επίπεδο ανάπτυξης, αλλά και σε επίπεδο καινοτομίας και τεχνολογίας.

Η Σοβιετική Ένωση έχασε τη μάχη αυτή, με παταγώδη τρόπο, μαζί με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, το 1989-1990-1991. Τώρα όμως υπάρχουν μεγάλες χώρες, μεγάλες οικονομικές περιοχές που κερδίζουν τη μάχη της ανταγωνιστικότητας, της οικονομίας, της ανάπτυξης, της τεχνολογίας χωρίς να είναι δημοκρατίες, χωρίς να είναι κράτη δικαίου, χωρίς σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μειώνεται πληθυσμιακά, υφίσταται μία τεράστια δημογραφική κρίση, γερνά και κυρίως βλέπει να χάνει τους παράγοντες της ανταγωνιστικότητάς της. Αντιθέτως βαρύνεται με όλα αυτά που συνιστούν τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, το ευρωπαϊκό κεκτημένο, που είναι αρνητικά στοιχεία στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, γιατί το κόστος εργασίας είναι πολύ ακριβό, γιατί το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος σημαίνει πολύ μεγάλες δημοσιονομικές επιβαρύνσεις και σημαίνει άλλη δημογραφική πυραμίδα. Άρα, με την παρούσα δημογραφική κατάσταση και στο παρόν δημοσιονομικό πλαίσιο δεν είναι εύκολο να διατηρήσεις το κεκτημένο του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους. Άρα, η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Οι κοινωνίες φοβούνται. Ο φόβος είναι αυτός που γεννά διάφορες μορφές αντιδράσεων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Δεν είναι οι αντιδράσεις αυτές ίδιο μόνον των χωρών που έζησαν την μνημονιακή εμπειρία, των χωρών που έζησαν σκληρές πολιτικές λιτότητας. Τώρα βλέπουμε αυτό να εξελίσσεται στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, σε κοινωνίες που δεν υπέστησαν πολιτικές λιτότητας, σε κοινωνίες που καθοδηγούν παραγωγικά, αναπτυξιακά, ανταγωνιστικά την Ευρώπη και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αλλά φοβούνται. Φοβούνται γιατί η ανασφάλεια εκπορεύεται από παντού, εκπορεύεται από το γεγονός ότι φθάνει στα όριά του το μοντέλο οργάνωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, εκπορεύεται λόγω των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών, εκπορεύεται λόγω των ασύμμετρων απειλών της τρομοκρατίας, εκπορεύεται επειδή ενώνονται τα προβλήματα εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας και εκπορεύεται από τον φόβο που γεννά η εξέλιξη της τεχνολογίας. Αυτή η απότομη μετάβαση από την 3η στην 4η Βιομηχανική Επανάσταση και το άνοιγμα της συζήτησης για την 5η Βιομηχανική Επανάσταση πριν καλά-καλά συνειδητοποιήσουμε ότι πήγαμε στην 4η Βιομηχανική Επανάσταση.

Άρα υπάρχει ένα πρόβλημα επάρκειας της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, της δυτικής δημοκρατίας, σε σχέση με το ζητούμενο των κοινωνιών, που είναι το κεκτημένο, η διατήρησή του και ο φόβος μπροστά στο άγνωστο. Αυτό δημιουργεί τεράστια προβλήματα, γιατί θρέφει το λαϊκισμό, τον εθνικολαϊκισμό, την ξενοφοβία, το λόγο μίσους και βίας, γιατί επιτρέπει την άνοδο της ακροδεξιάς και, βεβαίως, γιατί θέτει υπό αμφισβήτηση την επάρκεια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών δείχνουν με το δάκτυλό τους τις Βρυξέλλες για κάθε πρόβλημα που υπάρχει και οι Βρυξέλλες ως θεσμικό οικοδόμημα, δεν έχουν ούτε τη νομιμοποίηση ούτε την πολιτική ισχύ να πάρουν αποφάσεις, να λειτουργήσουν ως ένα οργανωμένο πολιτικό σύστημα με δημοκρατική νομιμοποίηση, γιατί, φυσικά, βασίζονται σε δοτές εξουσίες. Οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δοτές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και τώρα, βασίζεται στον διακυβερνητικό της χαρακτήρα. Τα κράτη-μέλη είναι αυτά που παίρνουν τις καθοριστικές αποφάσεις για τα μικρά και για τα μεγάλα, είναι αυτά που δίνουν τον τόνο. Όταν βλέπει κανείς οι δύο μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να βρίσκονται σε κατάσταση μεγάλης πολιτικής και κοινωνικής αμηχανίας, όταν βλέπουμε την κρίση νομιμοποίησης του Προέδρου Macron στην Γαλλία με τα «κίτρινα γιλέκα» και τον αναχωρητισμό της Καγκελαρίου Merkel στη Γερμανία, επειδή αλλάζει ριζικά το τοπίο, ιδίως μετά την πολιτική απόφασή της να ενσωματώσει ένα εκατομμύριο προσφύγων και μεταναστών τα προηγούμενα χρόνια για να καλύψει δημογραφικά κενά της γερμανικής κοινωνίας και ανάγκες της γερμανικής οικονομίας, αναρωτιέται τι θα πούμε παραπάνω; Τι γίνεται στην Ιταλία, που είναι η τρίτη οικονομία, τι γίνεται με το Brexit και την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου που θα αντιμετωπίσει τα δικά του αδυσώπητα ερωτήματα, όποια απόφαση και εάν πάρει τώρα;

Άρα βρισκόμαστε μπροστά στο πρόβλημα της δημοκρατίας που είναι πρόβλημα Ευρώπης, που είναι πρόβλημα ανάπτυξης, που είναι πρόβλημα ασφάλειας και που δεν είναι πρόβλημα συνταγματικό. Είναι ένα σύνθετο ιστορικό πρόβλημα το οποίο είναι πρωτίστως κοινωνικό, γιατί το ερώτημα είναι εάν οι κοινωνίες μπορούν να συνειδητοποιήσουν τα προβλήματα και να αναλάβουν το θάρρος των νέων προταγμάτων, τα οποία είναι εξαιρετικά απαιτητικά, δεν αρκούν οι παλιές αφηγήσεις, δεν αρκεί η παλιά σοσιαλδημοκρατική αφήγηση της δεκαετίας του ‘70 και της δεκαετίας του ‘80. Τα προβλήματα πια είναι τελείως διαφορετικά, είναι προβλήματα τεχνολογικά, τεχνοηθικά, βιοηθικά, είναι προβλήματα τα οποία θέτουν το δάκτυλο εις τον τύπον των ήλων, είναι προβλήματα που αφορούν την ικανότητα των δημοκρατικών κρατών και των δικαιοκρατικών κρατών, που σέβονται το περιβάλλον, σέβονται τα δικαιώματα, σέβονται τις ευαισθησίες, σέβονται τις νέες μορφές οικογένειας, να κινηθούν σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον το οποίο είναι τόσο διαφοροποιημένο, τόσο ανταγωνιστικό, τόσο απειλητικό. Όλα αυτά συμβαίνουν με τη Δύση διασπασμένη, γιατί η πολιτική του Προέδρου Trump στις Ηνωμένες Πολιτείες αμφισβητεί την Δύση καθεαυτή, εκλαμβάνει την Δύση ως ένα γήπεδο εμπορικού πολέμου ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις απώτερες εκδοχές της Δύσης, όπως είναι, για παράδειγμα, η Αυστραλία ή η Νέα Ζηλανδία. Εδώ αμφισβητείται ακόμη και η ύπαρξη του ΝΑΤΟ.

Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο ότι το πιο επίκαιρο συμβάν που μας ενδιαφέρει, και ενδιαφέρει και τον προβληματισμό του βιβλίου μου, είναι η επιστολή που απηύθυνε χθες ο Πρόεδρος Macron στους Ευρωπαίους πολίτες. Είχε παρουσιάσει, όπως ξέρετε, τις απόψεις του στην Πνύκα, είχε παρουσιάσει τις απόψεις του σε μία διάσημη ομιλία στη Σορβόννη. Αυτές κρίθηκαν υπερβολικά αφηρημένες και δοκιμιακές, δεν τροφοδότησαν έναν πραγματικό πολιτικό διάλογο. Τώρα, λοιπόν, γίνεται πολύ πιο συγκεκριμένος, πολύ πιο λιτός και παρουσιάζει ένα κείμενο με πολύ λίγες προτάσεις. Οι προτάσεις αυτές όμως ξεκινούν από το πρόβλημα της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Ο πρώτος άξονας που παρουσιάζει είναι η ανάγκη να υπερασπιστούμε την ελευθερία μας –και όταν λέει «ελευθερία μας» εννοεί στην πραγματικότητα τη φιλελεύθερη δημοκρατία μας– και θέτει ως πρώτο στόχο να υπερασπιστούμε το ευρωπαϊκό μοντέλο που θεμελιώνεται επάνω στην ελευθερία του ανθρώπου, στην πολυμορφία των απόψεων, στην δημιουργία.

Άρα, το πρώτο που βλέπει ως αναγκαίο είναι να συγκροτηθεί μία υπηρεσία ευρωπαϊκή για την προστασία των δημοκρατιών, η οποία θα προσφέρει, μέσα από την κινητοποίηση εμπειρογνωμόνων από όλες τις χώρες, την αναγκαία προστασία στα εκλογικά σώματα απέναντι στις κυβερνοεπιθέσεις και τις χειραγωγήσεις. Εστιάζει τόσο συγκεκριμένα και τόσο πρακτικά το πρόβλημα των ευρωπαϊκών δημοκρατιών εν όψει των επικείμενων ευρωπαϊκών εκλογών, χρειάζεται μία πανευρωπαϊκή κινητοποίηση για να μην επηρεαστούν μέσω κυβερνοεπιθέσεων και χειραγώγησης της κοινής γνώμης από το διαδίκτυο οι ευρωπαϊκές εκλογές, δηλαδή φαινόμενα που είδαμε με το Cambridge Analytica και το Facebook πριν από λίγους μήνες, ή φαινόμενα που εξετάζονται σε σχέση με το τι έγινε στις τελευταίες αμερικανικές προεδρικές εκλογές. Και προτείνει την απαγόρευση της χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων από ξένες δυνάμεις και την απαγόρευση στο διαδίκτυο, με ευρωπαϊκούς κανόνες, κάθε μορφής λόγου μίσους και βίας. Βέβαια, όλα αυτά συνεχίζονται με τις προτάσεις του για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ, για την οργάνωση του ενιαίου χώρου Schengen με κοινή συνοριακή αστυνομία και κοινό γραφείο ευρωπαϊκού ασύλου, με την απαγόρευση του αθέμιτου ανταγωνισμού από επιχειρήσεις ξένων χωρών που δεν σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν σέβονται το περιβάλλον, και προσπαθούν να οικειοποιηθούν την ευρωπαϊκή τεχνολογία. Φυσικά, η σκέψη του φθάνει μέχρι τις αναγκαίες πρωτοβουλίες που πρέπει να πάρει η Ευρώπη για να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή, για να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις που υπάρχουν για την προστασία του περιβάλλοντος.

Άρα αυτά που λέμε, δεν είναι προβλήματα ελληνικά, δεν είναι προβλήματα μίας μικρής ευρωπαϊκής επαρχίας, δεν είναι προβλήματα συγκυριακά, με την έννοια του ελληνικού πολιτικού κύκλου, είναι προβλήματα πανευρωπαϊκά, είναι φαινόμενα οικουμενικά, τα οποία και εμείς πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε στο δικό μας πεδίο, στην δική μας κλίμακα. Αλλά η δική μας κλίμακα είναι διπλή, γιατί είναι και η εθνική κλίμακα, είναι βεβαίως και η κλίμακα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν θέλουμε να μείνουμε μέσα σε ένα πλαίσιο αναφοράς, το ευρωπαϊκό, όχι σε μία μόνιμη περιθωριακή κατάσταση ελληνικού εξαιρετισμού, που στην πραγματικότητα είναι μία μεγάλη θερμοκοιτίδα που δεν μας επιτρέπει να παίξουμε έναν ισότιμο ρόλο. Εάν όμως θέλουμε πράγματι να ανακτήσουμε αυτή μας την ουσιαστική συμμετοχή, πρέπει να έχουμε άποψη χωρίς κανένα σύμπλεγμα, ούτε κατωτερότητας ούτε ανωτερότητας, για το τι συμβαίνει και στην Ευρώπη γενικά, με την εθνική μας ταυτότητα, με την εθνική μας ιδιοσυγκρασία, με την ορθοδοξία, με τα δίκτυα του ελληνισμού, με όλα όσα προσδίδουν βάθος και βάρος σε αυτό που λέγεται ελληνικό έθνος και σε αυτά που συγκροτούν έναν σύγχρονο ελληνικό πατριωτισμό, προοδευτικό πατριωτισμό, ο οποίος, βεβαίως, ξεκινά από το σεβασμό και την προστασία της εθνικής ταυτότητας, στοιχείο της οποίας είναι η συμμετοχή στη συγκρότηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Είχα την ευκαιρία την προηγούμενη εβδομάδα, πάλι υπό το συντονισμό του Παύλου Τσίμα, στο Forum των Δελφών, να παρουσιάσω τις απόψεις μου για τους μεγάλους στόχους του έθνους τη δεκαετία 2020-2030. Τώρα που άκουσα τον Αλέκο να παρουσιάζει το δικό του εγερτήριο σάλπισμα και τον κ. Σαρμά να κάνει αυτή την εξαιρετικά συστηματική και βαθυστόχαστη παρουσίαση του βιβλίου, σκέφθηκα ότι αυτά που είπα στους Δελφούς είναι στην πραγματικότητα η συνέχεια του προβληματισμού του βιβλίου, γιατί πρώτος στόχος του έθνους για την επόμενη δεκαετία είναι να υπάρχει, η επιβίωση.

Η επιβίωση είναι επιβίωση δημογραφική πρωτίστως, η οποία απαιτεί γενναίες κινήσεις, αρκετές από αυτές αναφέρθηκαν στην χθεσινή συζήτηση στη Βουλή, αλλά απαιτούνται και άλλες πολύ πιο συντονισμένες. Κυρίως απαιτείται η συνειδητοποίηση του προβλήματος, γιατί χωρίς την επίλυση του δημογραφικού, δεν μπορεί να επιλυθεί ούτε το πρόβλημα της ανάπτυξης της χώρας ούτε το ασφαλιστικό ούτε το τραπεζικό σύστημα της χώρας. Όλα ξεκινούν από το δημογραφικό. Η αναπτυξιακή καθήλωση της χώρας από τώρα έως το 2060, το γεγονός ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα είναι γύρω στο 1% – ο μέσος ετήσιος ρυθμός πραγματικής ανάπτυξης– οφείλεται στην κακή δημογραφική πρόγνωση πρωτίστως. Χρειάζεται υπερένταση δυνάμεων για να το υπερβούμε αυτό και να έχουμε αξιοπρεπείς ρυθμούς ανάπτυξης, να μην καταδικασθούμε στην μακροχρόνια στασιμοχρεωκοπία.

Άρα δεν αρκεί μόνον η δημογραφική διάσταση, πρέπει να προφυλάξουμε την κιβωτό της γλώσσας και πρέπει να προφυλάξουμε τα δίκτυα του ελληνισμού, τους απόδημους και ο,τιδήποτε άλλο μεγαλώνει τον ελληνισμό και τον μετατρέπει από ελλαδικό σε πραγματικά ελληνικό και οικουμενικό. Δεν νοείται χριστιανική Δύση χωρίς την Ορθοδοξία, χωρίς την ανατολική εκδοχή του Χριστιανισμού. Η ελληνική γλώσσα είναι η γλώσσα της πλειοψηφίας των Ευαγγελίων. Δεν νοείται εμπορική ναυτιλία και διεθνές εμπόριο χωρίς την ελληνική ναυτιλία. Και όταν είμαστε εδώ, στον Πειραιά, αυτό πρέπει να το τονίσουμε, πρέπει να αναδείξουμε όχι μόνον την οικονομική και αναπτυξιακή, αλλά και τη διεθνοπολιτική διάσταση της ελληνικής ναυτιλίας. Δεν νοείται ολυμπιακό κίνημα χωρίς την Ελλάδα. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να θυμίζουμε πάντα τι είναι αυτό που μεγαλώνει την Ελλάδα και την καθιστά πολύ παραπάνω από αυτό που είναι ο πληθυσμός της και δίνει επίκαιρη διάσταση σε αυτό που ονομάζουμε, βεβαίως, ελληνικός πολιτισμός και οικουμενικότητα του ελληνικού πολιτισμού, που πολλές φορές ως αναφορά μπορεί να θίγει τις ευαισθησίες κάθε άλλου λαού και κάθε άλλου έθνους που έχει το δικαίωμα να πιστεύει στην αξία της δικής του συμβολής και της δικής του ταυτότητας. Διότι, ξέρετε, η διαφορά ανάμεσα στην υπερηφάνεια και την αλαζονεία είναι αδιόρατη και καθίσταται πολύ ενοχλητική η μετατροπή της υπερηφάνειας σε αλαζονεία. Το έχουμε αυτό όταν ταλαντευόμαστε με εξαιρετικά μεγάλη άνεση ανάμεσα στην ψωροκώσταινα και τον περιούσιο λαό. Πρέπει να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι παρότι ο Θεός, όπως λέει ο φίλος μου καθηγητής, Ιωάννης Χασιώτης, είναι σκανδαλωδώς φιλέλλην, εντούτοις έχει υπό την επιστασία του όλη την ανθρωπότητα και όχι έναν λαό. Από την άλλη μεριά, ένα καταθλιπτικό σύμπλεγμα κατωτερότητας και περιθωριοποίησης δεν βοηθά να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα αυτά.

Ο δεύτερος στόχος είναι να βρούμε ένα ενεργό υποκείμενο που θα τα κάνει όλα αυτά. Σας μίλησα προηγουμένως για τη σχέση λαού και έθνους. Πίσω από αυτά υπάρχει μία κοινωνία, μία κοινωνία φοβισμένη, κουρασμένη, μία κοινωνία δύσπιστη, μία κοινωνία που νιώθει ότι δεν εκπροσωπείται, μία κοινωνία που νιώθει ότι έχει χάσει το τρένο και ονειρεύεται έναν χαμένο παράδεισο, είναι μία εκπεσούσα κοινωνία. Εμείς πρέπει να δώσουμε ξανά όραμα και κινητήρια δύναμη σε αυτήν την κοινωνία. Η κοινωνία υπνοβατεί –το λέει και ο Macron στην επιστολή του– χωρίς να ξέρει προς τα πού πηγαίνει και εμείς πρέπει να την αφυπνίσουμε, αλλά δεν είναι εύκολο να γίνει αυτό, γιατί δεν πιστεύει στον πολιτικό λόγο και στην πολιτική αντιπροσώπευση. Για αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία να της μιλάμε με άλλον τρόπο, για να θεραπεύσουμε το τραύμα που έχει ανοίξει τα τελευταία χρόνια. Έχει τραυματισθεί και δηλητηριασθεί η κοινωνία και έχει αλλοιωθεί ο τρόπος του σκέπτεσθαι.

Το τρίτο στοιχείο είναι το στοίχημα με το χρόνο. Εάν η Ελλάδα αφεθεί στην χαλαρή προσέγγιση των εξελίξεων, εάν πιστέψουμε ότι θα ξανακερδίσουμε το χαμένο χρόνο και το χαμένο έδαφος, ξανακάνοντας την ίδια σισύφεια διαδρομή, ξανακουβαλώντας το βράχο που μπορεί να ξαναπέσει από το λόφο και να τον ξανανεβάσουμε, δεν θα κερδίσουμε τίποτα. Πρέπει να κερδίσουμε φάσεις, πρέπει η χώρα να γίνει μία χώρα της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης συνολικά, από το σχολείο μέχρι το πολιτικό σύστημα, από την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα μέχρι την αντίληψη με την οποία κινούνται οι μη κυβερνητικές οργανώσεις.

Τέταρτος στόχος είναι να αλλάξουμε το κράτος, κάτι στο οποίο αναφερόμαστε. Αλλά το κράτος δεν είναι οι θεσμοί μόνο, το κράτος είναι η συμπύκνωση όλων των κοινωνικών συσχετισμών. Το κράτος είναι και η κοινωνία, είναι και η οικονομία, είναι και οι διεθνείς σχέσεις. Το κράτος δεν είναι ένας μηχανισμός, το κράτος είναι ένα πεδίο επάνω στο οποίο κινείται όλο το πολιτικό γίγνεσθαι, όλο το παραγωγικό γίγνεσθαι. Άρα, όταν μιλάμε για ένα άλλο κράτος, μιλάμε ταυτοχρόνως και για έναν άλλο ιδιωτικό τομέα, για μία άλλη αντίληψη της επιχειρηματικότητας, μιλάμε για μία άλλη αντίληψη της κοινωνίας των πολιτών, μιλάμε για μία άλλη αντίληψη όχι απλά και μόνο για το εκπαιδευτικό σύστημα –για να πάρω ένα παράδειγμα– αλλά και για την συμπεριφορά του εκπαιδευτικού προσωπικού, μιλάμε φυσικά για τα πανεπιστήμια, όχι μόνο τα μη κρατικά πανεπιστήμια αλλά και για τα κρατικά πανεπιστήμια που πρέπει να αποκομματικοποιηθούν και να απελευθερωθούν από την καταθλιπτική κυριαρχία του συντεχνιασμού και του κρατισμού.

Ο πέμπτος στόχος είναι αυτή η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση σε μία Ευρώπη που είναι παντού και πουθενά, σε μία Ευρώπη που δεν μπορούμε αυτή τη στιγμή να την εντοπίσουμε και χρειαζόμαστε να ξέρουμε πού βρίσκεται, γιατί μπορεί να απαιτηθεί να ξαναεπικοινωνήσουμε μαζί της. Όταν το 2012 την αναζητήσαμε, την βρήκαμε, συνεννοηθήκαμε με δυσκολία και ζήσαμε μία περιπέτεια, αλλά μία περιπέτεια που βασίζεται στην γενναιοδωρία της Ευρώπης, σε μία δημοσιονομική γενναιοδωρία η οποία δεν έχει προηγούμενο. Τώρα δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι λαοί της Ευρώπης και τα κοινοβούλια των κρατών-μελών θα δείξουν την ίδια ανεκτικότητα και την ίδια διάθεση αλληλεγγύης. Άρα πρέπει να προετοιμασθούμε για την ανάγκη μίας σκληρότερης και δυσκολότερης διαπραγμάτευσης.

Για αυτό –θα κλείσω με τη σκέψη αυτή– η δημόσια συζήτηση είναι εκτός θέματος, όπως διεξάγεται, και χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του πράγματος είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος. Η αναθεώρηση του Συντάγματος εξελίχθηκε με έναν τρόπο που την απαξίωσε. Θα δούμε στις 14 Μαρτίου, την άλλη εβδομάδα, όπως είπε ο Παύλος Τσίμας, το αποτέλεσμα της δεύτερης ψηφοφορίας στην πρώτη φάση της αναθεώρησης. Θα δούμε τον κατάλογο των θεμάτων που εισάγονται στην επόμενη Βουλή, αφού ο λαός αποφανθεί στις βουλευτικές εκλογές. Θα δούμε ποια θέματα τελούν υπό αναθεώρηση, για ποια απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών στην επόμενη Βουλή και για ποια αρκεί η απλή πλειοψηφία των 151 βουλευτών στην επόμενη Βουλή.

Τα θέματα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας –με τα οποία ασχολείται ο Σεβασμιώτατος, και στα οποία είναι αφιερωμένο ένα μεγάλο κεφάλαιο του βιβλίου, όπως και πολλές μελέτες μου– εισάγονται στην επόμενη Βουλή με απλή πλειοψηφία, άρα πρέπει τώρα να βρεθεί στην επόμενη Βουλή αυξημένη πλειοψηφία 180 ψήφων. Είναι προφανές ότι το μόνο στο οποίο θα μπορούσε να συμφωνήσει η επόμενη Βουλή, όπως διαβλέπω, είναι μία μικρή ερμηνευτική δήλωση υπό το άρθρο 3 που να λέει το αυτονόητο, αυτό που έχει πει το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ότι το άρθρο 3 δεν συνιστά παρέκκλιση από τη θρησκευτική ελευθερία. Σωστά ειπώθηκε από τον κ. Σαρμά, εύστοχα, ότι το μεγάλο θέμα είναι οι σχέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και κυρίως η υπόστασή του η διεθνής. Γιατί εμείς πρέπει να βλέπουμε όχι μόνον την πλειονοτική Ορθοδοξία στην Ελλάδα, αλλά και την μειονοτική Ορθοδοξία σε άλλες χώρες, εκεί που είναι εμπερίστατη η Ορθοδοξία. Αλλά, πάντως, δεν υπάρχει αυτή η ορμή του αταβισμού της Αριστεράς, όπως έχω πει, ως προς τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας.

Το μεγάλο θέμα των μη κρατικών πανεπιστημίων δεν εισάγεται καν στην επόμενη Βουλή, απορρίφθηκε η πρόταση. Εάν προχωρήσει η αναθεώρηση, μετά από πολλά χρόνια μπορεί να επανέλθει η συζήτηση για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, εκτός και εάν δεχθούμε, αυτό που ήδη ειπώθηκε, ότι ο πολυεπίπεδος συνταγματισμός, δηλαδή η ευρωπαϊκή ενωσιακή έννομη τάξη, μας επιτρέπει να λύσουμε σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα αυτό παραπλεύρως, δηλαδή ερμηνεύοντας το Σύνταγμα σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, αλλά οδηγώντας σε μία λύση αντίθετη από αυτήν που θέλησε ο συντακτικός νομοθέτης το 1975.

Μένουν στην πραγματικότητα ελάχιστα ζητήματα, πρωτίστως αυτό που αφορά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Πραγματικά για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον τρόπο εκλογής του θα μπορούσαμε να έχουμε συμφωνήσει από το 2001. Η Νέα Δημοκρατία, δυστυχώς, δεν μας βοήθησε τότε να καταργήσουμε την απειλή της διάλυσης της Βουλής σε περίπτωση μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας με αυξημένη πλειοψηφία. Ο τόπος το πλήρωσε αυτό τον Ιανουάριο του 2015. Τώρα όλοι, χωρίς καμία εξαίρεση –και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση– είναι υπέρ της αποδέσμευσης, αλλά ως εσχάτη λύση η κυβερνητική πλειοψηφία βλέπει την άμεση εκλογή, η αξιωματική αντιπολίτευση βλέπει τη μείωση της πλειοψηφίας στους 151, ακόμη και στην σχετική πλειοψηφία.

Έξι σχετικές διατάξεις του Συντάγματος προτάθηκαν να αναθεωρηθούν. Η πλειοψηφία τις πρότεινε τις διατάξεις αυτές. Οι ίδιοι οι βουλευτές της, στην πρώτη ψηφοφορία που διεξήχθη το Φεβρουάριο, απέρριψαν την αναθεώρηση των τεσσάρων από τις έξι διατάξεις. Τώρα έχουμε φθάσει σε ένα σχήμα που επιτρέπει μόνον την εκλογή από τη Βουλή, αποκλείει ρητά την άμεση εκλογή και το ερώτημα είναι εάν στη δεύτερη ψηφοφορία θα επιτραπεί στην απλή πλειοψηφία της επόμενης Βουλής να αναθεωρήσει αυτή τις δύο διατάξεις με 151 ψήφους. Άρα, με την πλειοψηφία αυτή θα έχει τη δυνατότητα να κυβερνήσει, να αναθεωρήσει τις διατάξεις περί Προέδρου Δημοκρατίας και να εκλέξει τον επόμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Για να μη γίνει αυτό πρέπει να μην ψηφισθούν στη δεύτερη ψηφοφορία οι διατάξεις αυτές με πάνω από 179 ψήφους. Από την έκβαση αυτής της ψηφοφορίας στην πραγματικότητα προδιαγράφεται το μετεκλογικό τοπίο, όποτε και εάν γίνουν οι εκλογές για την επόμενη Βουλή.

Αντιλαμβάνεσθε όμως πόσο ψευδεπίγραφη ήταν όλη η συζήτηση που προηγήθηκε επί τρία χρόνια, από το 2016 έως σήμερα. Αυτό αποδεικνύει, όπως είπε και ο Αλέκος Παπαδόπουλος, ότι το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, το πρόβλημα της χώρας είναι πολιτικό, το πρόβλημα της χώρας είναι νοοτροπιακό, το πρόβλημα της χώρας είναι ηθικό. Το πρόβλημα της χώρας είναι ότι πρέπει να πείσουμε την κοινωνία ότι αξίζει να αποκτήσει τον έλεγχο των εξελίξεων, ότι η ίδια η κοινωνία αξίζει να αναλάβει τον μεγάλο στόχο και το μεγάλο βάρος της ριζικής μεταρρύθμισης της χώρας, για να ξαναδώσουμε μέλλον και ελπίδα στα παιδιά μας και τα εγγόνια μας.

Σας ευχαριστώ πολύ.


* Για την εκδήλωση δείτε αναλυτικά εδώ: https://ekyklos.gr/ev/660-tetarti-6-3-2019-peiraias-parousiasi-tou-vivliou-tou-ev-venizelou.html 

 Για την ομιλία του Αλέκου Παπαδόπουλου, δείτε εδώ: https://ekyklos.gr/sb/665-omilia-tou-al-papadopoulou-stin-parousiasi-tou-vivliou-tou-ev-venizelou-i-dimokratia-metaksy-istorias-kai-sygkyrias.html

Για την ομιλία του Ιωάννη Σαρμά, δείτε εδώ: https://ekyklos.gr/sb/667-omilia-i-sarma-stin-parousiasi-tou-vivliou-tou-ev-venizelou-ston-peiraia.html 

 

6.3.2019, Πειραιάς: Παρουσίαση του βιβλίου του Ευ. Βενιζέλου from Evangelos Venizelos on Vimeo.

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019