Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου κατά την παρουσίαση του βιβλίου του  «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας» στη Δράμα

 

Καταρχάς, σας ευχαριστώ όλους και όλες, την καθεμία και τον καθένα προσωπικά, για την παρουσία σας εδώ. Είναι, πραγματικά, συγκινητική η συγκέντρωση αυτή στη Δράμα, Κυριακή απόγευμα με κρύο, και σας είμαι ευγνώμων.

Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τη Χαρά Κεφαλίδου, τη Βουλευτή μας της Δράμας, το Μιχάλη Τζελέπη, το Βουλευτή μας των Σερρών, που ήρθε από το γειτονικό νομό, τους πολλούς συναδέλφους στη Βουλή που είναι εδώ από τη Δράμα, την Καβάλα, και με τιμούν με την παρουσία τους, ορισμένοι από το πρωί, γιατί είχαμε και στην Καβάλα εκδήλωση, και τους αντιστρέφω τα αισθήματα αγάπης και τιμής, τον υποψήφιο Περιφερειάρχη μας με τη στήριξη του Κινήματος Αλλαγής στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, τον Κώστα Σιμιτζή, τον πρώην Δήμαρχο Καβάλας, που τον αναφέρω ονομαστικά λόγω των αναγκών της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου.

Ξέρω ότι ήδη έχουμε εδώ μελλοντικά στελέχη του ψηφοδελτίου μας που έχουν αρχίσει και δίνουν το δικό τους αγώνα για το συλλογικό αποτέλεσμα που πρέπει να έχουμε σε μία δύσκολη τριεδρική περιφέρεια. Αλλά, βεβαίως, τα προβλήματα είναι πολύ μεγαλύτερα, πολύ βαθύτερα. Για αυτά θα συζητήσουμε σήμερα, για το μεγάλο θέμα εάν η Ελλάδα αντέχει, εάν μετά τις εκλογές και μετά την αλλαγή των συσχετισμών μπορεί η Ελλάδα να βρει το δρόμο της ή είμαστε καταδικασμένοι σε αυτήν την καθήλωση, σε αυτήν τη διαρκή υποχώρηση, σε αυτήν τη στασιμοχρεωκοπία, όπως την έχω χαρακτηρίσει εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Πριν όμως αναφερθώ σε αυτά τα ουσιαστικά και μεγάλα εθνικά ζητήματα, θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου, το μαθητή μου, τον Τάσο Πούλιο, για την ωραία εισαγωγή και το συντονισμό της συζήτησης, τον Αντύπα Καρίπογλου, που είναι μία πολιτική προσωπικότητα της κεντρικής σκηνής και ένας μεγάλος «ταχυδακτυλουργός του διαδικτύου» με προσωπικούς ακολούθους και εντυπωσιακή επιρροή στα πολιτικά πράγματα της χώρας, έστω και εάν εδώ στη Δράμα ζει και εργάζεται και από εδώ εκπέμπει τα μηνύματά του, που, βεβαίως, τον θυμάμαι από τα χρόνια του στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης και τον παρακολουθώ με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί θεωρώ ότι έχει να πει και να προσφέρει πολλά στον εθνικό, πολιτικό διάλογο. Ο Γρηγόρης Μιχαηλίδης είναι πολύ κοντά μου εδώ και δεκαετίες, τον παρακολουθώ και τον καμαρώνω, είναι διδάκτωρ του Δημοσίου Δικαίου, η διατριβή του για τη φορολογία των ανωνύμων εταιριών είναι ένα σημαντικό έργο αναφοράς. Χαίρομαι γιατί συνεχίζει τη δικηγορική, αλλά και την ακαδημαϊκή του δραστηριότητα στην Κύπρο, όπου έχουν αναπτυχθεί πολλές δυνατότητες χάρη στα μη κρατικά πανεπιστήμια. Αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι και το κρατικό πανεπιστήμιο της Κύπρου έχει μία εξαίρετη ποιότητα, εντυπωσιακές υποδομές, χρηματοδοτικές δυνατότητες που δεν τις έχει κανένα ελληνικό πανεπιστήμιο. Μόνον να επισκεφθεί κανείς την εντυπωσιακή βιβλιοθήκη του κρατικού πανεπιστημίου Κύπρου που συγκρίνεται, στα μάτια μου, που ξέρω αρκετές βιβλιοθήκες, μόνο με τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, την καινούρια, μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει να έχεις ένα κρατικό πανεπιστήμιο με τέτοιες υποδομές που, βεβαίως, συμπαρασύρει και τα μη κρατικά πανεπιστήμια σε ένα δυναμικό και ανερχόμενο εκπαιδευτικό σύστημα. Τον ευχαριστώ, λοιπόν, πάρα πολύ για αυτά που είπε, τα τόσο συγκινητικά.

Για να ελαφρύνω κάπως την ατμόσφαιρα, θα αναφερθώ στην ερώτηση που του έκανα όταν ήταν φοιτητής στο αμφιθέατρο «Τι σημαίνει πολίτευμα;». Την εποχή εκείνη, στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, υπήρχε ένας αλλοδαπός φοιτητής, ο οποίος παιδευόταν πάρα πολύ με το Συνταγματικό Δίκαιο, είχε κοπεί πάμπολλες φορές. Έρχεται, λοιπόν, στις εξετάσεις τις γραπτές και μου λέει, «εάν δώσω γραπτά, δεν πρόκειται να περάσω και τελειώνει η υποτροφία, πρέπει να γυρίσω στη χώρα μου»–σε μία χώρα με δυσκολίες, και οικονομικές και πολιτικές– «μπορείτε να με εξετάσετε προφορικά;». Θεωρώντας ότι θα είμαι πιο επιεικής στην προφορική εξέταση. Πρέπει να ήμαστε εκεί, κοντά στο 1989-1990, μάλλον στο 1990 μετά την επανεκλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Προεδρεία της Δημοκρατίας. Του λέω, καλά, θα σε εξετάσω προφορικά. Του λέω λοιπόν, για πες μου τη διάκριση μεταξύ τυπικού και ουσιαστικού Συντάγματος, ας πούμε, κάτι στοιχειώδες. Λέει, δεν είμαι εύκαιρος. Του λέω, καλά, πες μου τι σημαίνει συντακτική εξουσία, κάτι επίσης στοιχειώδες. Λέει, δεν το έχω προσέξει αυτό. Του λέω, καλά, θα σου κάνω μία τελευταία ερώτηση, εάν απαντήσεις θα σου βάλω 5, αλλιώς θα έχουμε δυσκολίες. Λέει, ναι, ρωτήστε με, κ. καθηγητά. Λέω, πες μου τι πολίτευμα έχει η Ελλάδα. Α, μου λέει, Καραμανλής! Πήρε 5 και πήγε στη χώρα του, είχε εντοπίσει την ουσία του θέματος.

Όπως είπαν και οι δύο εξαιρετικοί ομιλητές, και ο Αντύπας και ο Γρηγόρης, και ο Προεδρεύων, ο Τάσος, το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό. Κατά έναν περίεργο τρόπο αγωνίζεται η κυβέρνηση εδώ και χρόνια, από το 2016, να μας πείσει ότι η μεγάλη στρατηγική παρέμβαση που θα κάνει είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος. Στην αναθεώρηση του Συντάγματος προσαρτά και ορισμένες άλλες παρεμβάσεις, όπως είναι η παρέμβαση στις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας με τη συμφωνία Πρωθυπουργού και Αρχιεπισκόπου, που έχει προκαλέσει κολοσσιαία αντίδραση από την Ιεραρχία, αλλά κυρίως στον εφημεριακό κλήρο, γιατί τίθεται σε αμφιβολία ο μισθός, δηλαδή η επιβίωση των εφημερίων και των οικογενειών τους, ή θέματα που σχετίζονται με τον τρόπο που λειτουργεί το πολιτικό σύστημα, δηλαδή θέματα κυρίως εκλογικού συστήματος. Γιατί μέσω του εκλογικού συστήματος το σήμερα κυβερνόν κόμμα σκέπτεται ότι μπορεί να ξαναβρεθεί στο παιχνίδι ακόμη και εάν το αποτέλεσμα των εκλογών είναι συντριπτικά αρνητικό.

Μόνον που το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, όπως είπα, γιατί θα ήταν εξαιρετικά εύκολο, σκανδαλωδώς εύκολο να αναθεωρούμε το Σύνταγμα και να λύνουμε τα προβλήματά μας. Αυτό θα ήταν κάτι το σχεδόν παραδείσιο, θα μπορούσαμε να ξεπερνάμε τα προβλήματα της ανάπτυξης, τις κοινωνικές ανισότητες, τα προβλήματα της έλλειψης παραγωγής, τις αδυναμίες της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, ψηφίζοντας διατάξεις του Συντάγματος. Με ένα τρόπο, θα έλεγα, τεχνητό, με έναν βολονταρισμό, όπως λέμε, συνταγματικό, επειδή έτσι θέλουμε και έτσι διατυπώνουμε το Σύνταγμα, η χώρα αποκτά τα χαρακτηριστικά που θα έπρεπε να έχει και μέσα στην Ευρώπη και μέσα στον διεθνή καταμερισμό και έτσι λύνουμε όλα τα προβλήματα τα οποία δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε στο πεδίο της πραγματικότητας.

Πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι εάν δεν λύσουμε τα προβλήματα του ασφαλιστικού συστήματος, εάν δεν βρούμε τρόπους χρηματοδότησης, εάν δεν ξεπεράσουμε τη δημογραφική κρίση, εάν δεν περάσουμε σε ένα άλλο σύστημα για τους νεότερους εργαζόμενους και τις νέες γενιές, το λεγόμενο σύστημα των τριών πυλώνων, με ένα δημόσιο διανεμητικό σύστημα, αλλά και με επαγγελματικά ταμεία και με ιδιωτική ασφάλιση, θα μπορούν να επιβιώσουν μετά από πέντε, δέκα, δεκαπέντε χρόνια οι νέοι συνταξιούχοι; Θα έχει αντοχή και βιωσιμότητα το σύστημα; Όχι βεβαίως. Άρα, τι νόημα έχει να βάλουμε μία ακόμη διάταξη δίπλα στη διάταξη που υπάρχει στο άρθρο 22 του Συντάγματος, λέγοντας ότι υπάρχει δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση; Δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση βεβαίως υπάρχει, αλλά πρέπει να υπάρχουν ασφαλιστικά ταμεία, πρέπει να υπάρχουν τα αποθεματικά, πρέπει να είναι ανεκτές οι εισφορές –και οι εργοδοτικές και οι εργατικές– πρέπει να μπορούν να αξιοποιηθούν τα κεφάλαια των ασφαλιστικών ταμείων και πρέπει να υπάρχει μία αναλογιστική αντοχή, η οποία να πηγαίνει δεκαετίες στο μέλλον.

Ή, εάν είναι ποτέ δυνατόν να λυθεί το εκπαιδευτικό πρόβλημα της χώρας εάν αναθεωρήσουμε το άρθρο 16. Εάν αλλάξουμε την διάταξη για τη μη κρατικά πανεπιστήμια, δεν θα βελτιωθεί η κατάσταση στα κρατικά πανεπιστήμια, δεν θα πάψουμε να έχουμε φυγή εγκεφάλων στο εξωτερικό, δεν θα πάψουμε να παιδευόμαστε ως οικογένειες προκειμένου τα παιδιά να δώσουν εξετάσεις, να κάνουν τη σωστή επιλογή, να βρουν μία θέση κάτω από τον ήλιο του πανεπιστημίου και να πάρουν ένα πτυχίο, το οποίο να είναι χρήσιμο και αξιοποιήσιμο στην αγορά εργασίας και να οδηγεί σε μία πραγματική επαγγελματική αποκατάσταση.

Ούτε, επειδή εμείς θα διακηρύξουμε την κυριαρχία μας και θα θεσπίσουμε μία διάταξη σύμφωνα με την οποία το Σύνταγμα υπερέχει του Ευρωπαϊκού Δικαίου ή του Διεθνούς Δικαίου, αλλάζουν οι συσχετισμοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στην Διεθνή Κοινότητα, γιατί όλες οι χώρες έχουν Σύνταγμα, όλες οι χώρες έχουν εκλογικό σώμα, όλες οι χώρες έχουν κυβερνήσεις που απολογούνται σε κοινοβούλια, όλες οι χώρες μετέχουν σε μία διαπραγμάτευση διεθνή, γιατί διαμορφώνονται συσχετισμοί οικονομικοί, πολιτικοί, στρατιωτικοί, τους οποίους πρέπει να λάβουμε υπόψη.

Άλλωστε εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες το εθνικό κράτος, το λεγόμενο, δεν είναι ένα κυρίαρχο κράτος που κάνει ό,τι θέλει, είναι ένα κράτος περιορισμένης κυριαρχίας, ένα κράτος-μέλος που μετέχει, αν μη τη άλλο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετέχει στην Ευρωζώνη, αποδέχεται την ισχύ και την υπεροχή του Ευρωπαϊκού Δικαίου ή μετέχει στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει διεθνείς συμβάσεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υπόκειται σε έλεγχο διεθνή, από διεθνή δικαστήρια, για τυχόν παραβάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι’ αυτό υπάρχει η δυνατότητα της ατομικής προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο. Ο κάθε πολίτης, εδώ στη Δράμα, οπουδήποτε, ο κάθε ένας που βρίσκεται στη χώρα, όχι μόνον ο Έλληνας πολίτης, και θεωρεί ότι βλάπτεται από μία πράξη της ελληνικής κρατικής εξουσίας, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων –γιατί τελικά τα δικαστήρια είναι αυτά που, εάν παραβιάζουν, παραβιάζουν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου– δικαιούται να προσφύγει και να ζητήσει το δίκιο του στο Στρασβούργο.

Άρα, μιλάμε για μία ιστορία η οποία δεν υφίσταται ούτε νομικά, διότι τίθεται σε αμφισβήτηση η μοναδικότητα και η υπεροχή του Συντάγματος –γιατί πρέπει να το δούμε μέσα στο διεθνές και το ευρωπαϊκό του πλαίσιο– αλλά και γιατί δεν υφίσταται και πραγματολογικά, γιατί χωρίς παρεμβάσεις στην οικονομία, στο πολιτικό σύστημα, στον συσχετισμό δυνάμεων μέσα στην κοινωνία, δεν μπορείς να αλλάξεις την κατάσταση. Καμία μεταρρύθμιση δεν είναι μία μεταρρύθμιση μόνο νομική. Μεταρρυθμίσεις υπάρχουν όταν έχεις μία κοινωνία που θέλει να πιάσει το μέλλον σφικτά στα χέρια της, να το ελέγξει, να το καθοδηγήσει και να οδηγήσει σε υπερβάσεις. Μία φοβισμένη κοινωνία, μία κουρασμένη κοινωνία, απαισιόδοξη, επιφυλακτική, μία κοινωνία που έχει ταλαιπωρηθεί δέκα περίπου χρόνια με μέτρα λιτότητας, με περιορισμούς, με απώλειες στο εισόδημα, με απώλειες στο ΑΕΠ, με μείωση μισθών και συντάξεων, είναι μία κοινωνία η οποία δεν αγκαλιάζει εύκολα μεταρρυθμίσεις, δεν γίνεται μία κοινωνία η οποία θέλει ριζοσπαστικές αλλαγές προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας. Αλλά, εάν δεν γίνει αυτό, η κοινωνία είναι καταδικασμένη να παρακολουθεί την παρακμή της και την φθορά της. Αυτά δεν μπορεί να μας τα λύσει κανένα Σύνταγμα.

Υπάρχουν βεβαίως και περιοχές, κεφάλαια, στα οποία χωρίς παρέμβαση στο Σύνταγμα δεν μπορεί να γίνει κάτι πρακτικά σημαντικό. Θέματα δικαιοσύνης, για παράδειγμα, δεν μπορούν να λυθούν χωρίς παρεμβάσεις στο Σύνταγμα, θέματα οργάνωσης και λειτουργίας της δικαιοσύνης από ένα επίπεδο και μετά. Γιατί, φυσικά, εάν θέλεις να διευκολύνεις την απονομή της δικαιοσύνης, να την απλουστεύσεις, να την επιταχύνεις, αυτό μπορείς να το κάνεις και με απλές παρεμβάσεις μέσω του νόμου ή μπορείς να το κάνεις με οργανωτικά μέτρα, αυξάνοντας τον αριθμό των δικαστών ή τον αριθμό των υπαλλήλων ή διευκολύνοντας την εκδίκαση υποθέσεων μικρής σημασίας ή καταργώντας διαφορές ή υποθέσεις μικρού αντικειμένου. Άρα, πραγματικά περιορισμένα ζητήματα είναι αυτά για τα οποία απαιτείται οπωσδήποτε συνταγματική παρέμβαση.

Επιπλέον –το τόνισε αυτό ο Αντύπας προηγουμένως– δεν πρέπει να είμαστε άδικοι με το Σύνταγμά μας. Το Σύνταγμα του 1975 είναι ένα Σύνταγμα που απεδείχθη ανθεκτικό, ένα Σύνταγμα που λειτούργησε κάτω από διάφορους συσχετισμούς, με πολλές διαφορετικές κυβερνήσεις, με πολλές και διαφορετικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Και, κυρίως, το Σύνταγμα άντεξε τα χρόνια της κρίσης, εκεί που είχαμε μεγάλες συγκρούσεις. Σύγκρουση ανάμεσα στο μνημόνιο και το αντιμνημόνιο, εκεί που είχαμε σύγκρουση ανάμεσα στην υπευθυνότητα και την ανευθυνότητα, συγκρούσεις οι οποίες οδήγησαν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού, ένα βήμα πριν από την αναγκαστική έξοδο από το ευρώ, ένα βήμα πριν από την ασύντακτη χρεωκοπία.

Στο βιβλίο με απασχολεί πάρα πολύ το ερώτημα, τι θα συνέβαινε εάν τον Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο του 2010 δεν γινόταν η δύσκολη και εξαιρετικά φθοροποιά επιλογή να μπούμε στο μνημόνιο και να αναλάβουμε το κόστος αυτό, των δύσκολων μέτρων, αφήνοντας κάποιους άλλους να λένε ότι υπάρχουν άλλες λύσεις, εύκολες λύσεις. Αυτοί όλοι διαψεύστηκαν μερικά χρόνια αργότερα, αλλά τότε δημιούργησαν πολύ μεγάλα προγεφυρώματα μέσα στην κοινωνία. Τι θα συνέβαινε, λοιπόν, εάν εμείς λέγαμε ότι φταίνε οι προηγούμενοι; Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, η χώρα τώρα είναι υποχρεωμένη να βιώσει την ασύντακτη χρεωκοπία, όχι να υποστεί μειώσεις του 30% στα εισοδήματα και στο ΑΕΠ, αλλά να υποστεί την απόλυτη καταστροφή, τον εξανδραποδισμό στο επίπεδο και των εισοδημάτων και της περιουσίας, να αρχίσουμε όλοι από το μηδέν, εκτός ευρώ, με μία νέα δραχμή, η οποία θα πολλαπλασιάζεται και ονομαστικά θα παίρνει αξία δισεκατομμυρίων, όπως συμβαίνει ας πούμε στη Βενεζουέλα τώρα με το μπολίβαρ. Χωρίς, με μερικά δισεκατομμύρια, να μπορείς να αποκτήσεις ένα αβγό, όπως συνέβαινε τα χρόνια της Κατοχής, με τις δραχμές της Ελληνικής Πολιτείας, όπως λεγόταν τότε το Ελληνικό Κράτος υπό κατοχή, που εξέδιδε ο περιβόητος Γκοτζαμάνης, ο Υπουργός Οικονομικών των δοσιλογικών κυβερνήσεων. Θα ήταν κι αυτό μία λύση, θα είχαμε ξαναγνωρισθεί. Αλλά δεν θα έφταιγε το Σύνταγμα για αυτό. Δεν θα είχαμε, πράγματι, κίνδυνο να μας πει ένα δικαστήριο ότι είναι αντισυνταγματική η μείωση των μισθών ή η μείωση των συντάξεων και πρέπει να καταβληθούν αναδρομικά όλα αυτά, διότι δεν θα είχε περικοπεί τίποτα, οι νόμοι θα είχαν παραμείνει ακέραιοι. Θα υπήρχε ο παράδεισος των νομικών εννοιών, θα υπήρχε μία κανονική κατάσταση σε νομικό επίπεδο και μία τραγική κατάσταση σε πραγματικό επίπεδο. Θα ήταν, ίσως, μία λύση πιο ριζική και πιο παιδαγωγική, θα είχαν αποτραπεί συμπεριφορές ανεύθυνες, οι οποίες χωρίς κόστος αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια.

Η αντοχή βέβαια του Συντάγματος είναι ένα φαινόμενο το οποίο δεν ισχύει μόνο στην Ελλάδα, ισχύει και σε πολλές άλλες χώρες, γιατί δίπλα σε αυτό που λέγεται αναθεώρηση του Συντάγματος, τυπική μεταβολή, υπάρχουν άπειρες άτυπες μεταβολές που συντελούνται καθημερινά. Γιατί καθημερινά τα δικαστήρια ερμηνεύουν και εφαρμόζουν το Σύνταγμα, διαμορφώνουν ένα πραγματικό Σύνταγμα, το ερμηνεύουν σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο ή σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και δίνουν λύσεις ακόμη και σε προβλήματα τα οποία, διά γυμνού οφθαλμού, τα θεωρούμε άλυτα πρόβλημα. Θυμάστε, ίσως, πόση μεγάλη σύγκρουση είχε γίνει για το λεγόμενο βασικό μέτοχο στις ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις. Το άρθρο 14 παράγραφος 7 του Συντάγματος δεν έχει αλλάξει, αλλά μέσα από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου δηλαδή, το ερμηνεύουμε τώρα διαφορετικά. Το τεκμήριο του ασυμβιβάστου με διάφορες συμβάσεις του δημοσίου δεν είναι αμάχητο, αλλά μαχητό. Μπορεί να αποδείξει κάποιος ότι δεν συνδέεται η μία δραστηριότητά του με μία άλλη.

Η απαγόρευση να ιδρυθούν ιδιωτικά τριτοβάθμια εκπαιδευτήρια προβλέπεται ρητά στο Σύνταγμα, στο άρθρο 16 παράγραφος 8, παρότι στην Ελλάδα τα μισά κρατικά πανεπιστήμιο προέρχονται από ιδιωτικά. Αυτό που λέμε Πανεπιστήμιο Μακεδονίας ή Πανεπιστήμιο Πειραιώς ήταν οι παλιές Ανώτατες Βιομηχανικές Σχολές. Αυτές είχαν ιδρυθεί από τα Βιομηχανικά Επιμελητήρια. Το Πάντειο Πανεπιστήμιο προέρχεται από την Πάντειο Σχολή Πολιτικών Επιστημών, που ήταν μία δωρεά του Πάντου και ήταν ένα ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και ούτω καθεξής.

Τώρα, πράγματι, δεν μπορούν να ιδρυθούν μη κρατικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα; Προφανώς και μπορούν. Όλα τα κυπριακά καταρχάς πανεπιστήμια, ακριβώς επειδή βρισκόμαστε μέσα στην ενιαία αγορά, μπορούν να έρθουν, να εγκατασταθούν και να παρέχουν υπηρεσίες στην Ελλάδα. Ούτως ή άλλως, η διδασκαλία διεξάγεται είτε στα ελληνικά είτε στα αγγλικά, άνετα μπορούν να οργανωθούν παραρτήματά τους στην Ελλάδα. Θα μπορούσε κάποιος που έχει καλή διάθεση και μεγάλη περιουσία να οργανώσει ένα μεγάλο μη κρατικό πανεπιστήμιο, το οποίο να έχει δραστηριότητα στην Κύπρο και στην Ελλάδα, να έχει δύο στην πραγματικότητα έδρες, και να παρακάμψει πλήρως την απαγόρευση του άρθρου 16 του Συντάγματος, κάτι που το έχει δεχθεί και το Συμβούλιο της Επικρατείας, αναγνωρίζοντας όλα τα διπλώματα που παρέχονται από τα διάφορα κολέγια, τουλάχιστον κατά το σκέλος των επαγγελματικών δικαιωμάτων, αν όχι κατά το σκέλος των ακαδημαϊκών δικαιωμάτων.

Συνεπώς, το πρόβλημα της χώρας είναι ουσιαστικό, είναι πολιτικό. Είναι η αγωνία, που είπα στην αρχή, εάν η χώρα έχει μέλλον, εάν μπορεί να πορευθεί, εάν μετά τις εκλογές, μετά την ανατροπή, μετά την αλλαγή των συσχετισμών μπορεί να πορευθούμε με ασφάλεια προς τα κάπου. Αυτό πρέπει να σας πω ότι, δυστυχώς, δεν είναι καθόλου μα καθόλου αυτονόητο, γιατί η χώρα αντιμετωπίζει προβλήματα που σχετίζονται με τον γενετικό κώδικα της ελληνικής οικονομίας. Δεν είναι εύκολο να επιλυθούν προβλήματα του τραπεζικού συστήματος, προβλήματα του ασφαλιστικού συστήματος, προβλήματα που σχετίζονται με τη φοροδοτική ικανότητα των Ελλήνων, από ένα σημείο και μετά, γιατί και τα έτοιμα τελειώνουν ή μπορεί και η παραοικονομία, όσο διεξάγεται μέχρι τώρα, να πάψει να αποδίδει όσο αποδίδει μέχρι τώρα. Και, βεβαίως, δεν είναι εύκολο να αναδιοργανώσεις το κράτος, να φτιάξεις μία άλλη Δημόσια Διοίκηση, μία άλλη Αυτοδιοίκηση, φιλοεπενδυτική, φιλοαναπτυξιακή. Δεν είναι εύκολο, καταρχάς, να καλύψεις το τεράστιο αναπτυξιακό κενό το οποίο δημιουργείται, για να μη λέμε πολλά λόγια, μόνον από το γεγονός ότι η οικοδομική δραστηριότητα εκμηδενίσθηκε για περίπου δέκα χρόνια. Η οικοδομική δραστηριότητα έδινε περίπου 20 δισεκατομμύρια ευρώ επενδύσεων κάθε χρόνο, 10% του ΑΕΠ δηλαδή στις επενδύσεις. Αυτό δεν υπάρχει. Αυτό σημαίνει 200 δισεκατομμύρια ευρώ απώλεια στην πραγματικότητα, που δεν καλύπτεται με επενδύσεις μεγάλες, εμβληματικές, όπως είναι η επένδυση στο Ελληνικό, η επένδυση της Cosco στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς, η τουριστική επένδυση στην Αφάντου στη Ρόδο, ή στην Κασσιόπη στην Κέρκυρα, ή η επένδυση του χρυσού στη Χαλκιδική. Εάν δεν κινηθεί η ραχοκοκαλιά της οικονομίας, της κοινωνίας, δεν λύνουμε το πρόβλημά μας.

Το πρόβλημά μας είναι ένα ενιαίο πρόβλημα με πολλές όψεις. Το πρόβλημα της Δημοκρατίας, αυτή που λέμε τυπική δημοκρατία, φιλελεύθερη, αντιπροσωπευτική, συνταγματική, είναι ταυτισμένο με το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στην Ελλάδα το πρόβλημα της Δημοκρατίας είναι ταυτισμένο με την ύπαρξη και την αντοχή της μεσαίας τάξης. Θα σας πω δύο λόγια για το πρώτο. Η Ευρώπη συγκροτήθηκε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και γιατί υπήρχε η ανάγκη της ειρήνης και της αποφυγής του πολέμου, αλλά και γιατί η δημοκρατία και η ευρωπαϊκή συνεργασία έδιναν σταθερότητα και ανάπτυξη, ευημερία, υψηλό επίπεδο διαβίωσης. Η Ευρώπη ήταν και είναι η καλύτερη περιοχή του κόσμου. Το ευρωπαϊκό κεκτημένο, από κάθε άποψη, το δημοκρατικό, το κοινωνικό, το αναπτυξιακό, είναι το άριστο επίπεδο στο οποίο έχει φθάσει ο πλανήτης. Μπορεί να προσθέσει κανείς και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, να δει τι γίνεται στον Καναδά, τι γίνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες –όχι συνολικά, αλλά εν πάση περιπτώσει σε κάποιες πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών– να δει τι γίνεται και στον απώτερο δυτικό κόσμο, τι γίνεται, ας πούμε, στην Αυστραλία ή στη Νέα Ζηλανδία.

Αλλά, τώρα αυτό δεν ισχύει, γιατί υπάρχουν χώρες εκτός δυτικού κόσμου, οι χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας, η Κίνα, που χωρίς δημοκρατία, με αντιδημοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές, χωρίς ανθρώπινα δικαιώματα, με τη θεωρία όχι της δημοκρατίας αλλά της αξιοκρατίας, παρουσιάζουν το δικό τους ανταγωνιστικό μοντέλο. Μπορείς, λοιπόν να έχεις ανάπτυξη και ευημερία χωρίς δημοκρατία. Από ένα σημείο και μετά, αυτή η ταύτιση δημοκρατίας και ευημερίας αμφισβητείται από τις κοινωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί υπάρχει ο φόβος της απώλειας. Βλέπουμε ότι η Ευρώπη γερνά, μικραίνει, έχει πρόβλημα δημογραφικό, δημοσιονομικό, πρόβλημα ανταγωνιστικότητας, χάνει μερίδιο στο παγκόσμιο ΑΕΠ και χώρες που είναι πανίσχυρες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία –μεγάλες οικονομίες που ανήκουν στις οκτώ μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, στους G8– νιώθουν μία κοινωνική κρίση, η οποία θυμίζει τους δικούς μας «αγανακτισμένους» του 2011-2012 –όχι του 2015, ούτε του 2019. Αλλά αυτές οι χώρες δεν έχουν περάσει από μνημόνιο, δεν έχουν υποστεί απώλειες, υπάρχει όμως ο φόβος της παγκοσμιοποίησης. Οι κοινωνίες φοβούνται την παγκοσμιοποίηση και μετά οι ίδιες οι κοινωνίες φοβούνται τις αντιδράσεις απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, δηλαδή το λαϊκισμό, δηλαδή επιλογές οι οποίες είναι αντιφιλελεύθερες και αντιδημοκρατικές, είναι ξενοφοβικές, ρατσιστικές, αντιμειονοτικές, είναι επικίνδυνες. Αυτό το βλέπουμε πια να το υιοθετούν και οι κυβερνήσεις, όπως συμβαίνει με την Ιταλία, όπως συμβαίνει με την Ουγγαρία, όπως συμβαίνει με την Πολωνία.

Άρα, υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα ευρωπαϊκό, που είναι πρόβλημα δημοκρατίας και πρόβλημα ανάπτυξης, πρόβλημα κοινωνικής συνοχής και πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Εμάς μας ενδιαφέρει αυτό, διότι αγωνιζόμαστε να ξαναβρούμε τη θέση μας μέσα στην Ευρώπη, μέσα στην Ευρωζώνη. Αλλά η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη μετακινείται πλέον προς μία κατεύθυνση απροσδιόριστη και μπορεί να μην την πλησιάσουμε ποτέ ή όταν τη χρειασθούμε για να ξαναβοηθήσει να μην μπορούμε να τη βρούμε. Αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα.

Στο δικό μας εθνικό επίπεδο μπορούμε να μιλάμε για όλα αυτά για τα οποία μιλάμε, να συγκρουόμαστε για το τι έκανε ο ένας Υπουργός ή ο άλλος Υπουργός, εάν φέρθηκε σωστά ή δεν φέρθηκε σωστά για μία φράση, για μία παράβαση του νόμου και του Συντάγματος, όπως είναι η μαγνητοσκόπηση μίας συνομιλίας, για το εάν υπάρχει προσβολή της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και λειτουργούν παραδικαστικά κυκλώματα, εάν αλλοιώνονται οι θεσμοί, εάν ευτελίζεται το Κοινοβούλιο. Αλλά πίσω από όλα αυτά υπάρχει το βαθύτερο πρόβλημα, ποιοι πολίτες τα στηρίζουν και τα ανέχονται όλα αυτά; Η κοινωνία είναι έτοιμη να υιοθετήσει λύσεις διορατικές, λύσεις που αφορούν τα παιδιά της και τα εγγόνια της; Ή θα τα θυσιάσει όλα στις ανάγκες μίας συγκυρίας η οποία είναι απολύτως τυφλή;

Το βιβλίο έχει έναν τίτλο που φαίνεται μακρινός «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας». Είπα το πρωί στην Καβάλα ότι δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά, συγκυρία είναι να κοιτάς το ετήσιο έλλειμμα του προϋπολογισμού και χωρίς να έχεις επίγνωση και διορατικότητα, κάθε χρόνο να έχεις έναν ελλειμματικό προϋπολογισμό. Όταν μετά από 30 χρόνια θα ξυπνήσεις και θα βρεις ένα δυσθεόρατο χρέος μη διαχειρίσιμο, μη αναχρηματοδοτούμενο, που σε αποκλείει από τις αγορές, οδηγείσαι στη χρεωκοπία. Αυτή είναι η ιστορική διάσταση. Εάν θέλεις να πάρεις τη σύνταξή σου και το εφάπαξ σου και δεν ενδιαφέρεσαι για το τι θα γίνει με το παιδί σου ως ασφαλισμένο και μελλοντικό συνταξιούχο, μπορείς να κινείσαι χωρίς καμία αναλογιστική διορατικότητα, όπως λέμε, γιατί πρέπει να έχει αναλογιστική αντοχή το ασφαλιστικό σύστημα. Αλλά πώς να έχει όταν η Ελλάδα δημογραφικά είναι στη χειρότερη κατάσταση από τις ευρωπαϊκές χώρες –ίσως μαζί με τη Βουλγαρία είναι οι δύο χειρότερες χώρες– ενώ παραδόξως η πολύ πιο πλούσια και φιλελεύθερη Γαλλία έχει καλύτερες επιδόσεις δημογραφικές; Πώς μπορείς να αντιμετωπίσεις το πρόβλημα αυτό όταν τώρα έχεις τέτοιου είδους δημογραφική κρίση και δεν αντιστοιχεί παρά μόνο 1,38 παιδιού σε κάθε γυναίκα;

Άρα, τα προβλήματα αυτά σε καμία περίπτωση δεν είναι προβλήματα συνταγματικά, είναι προβλήματα εθνικής στρατηγικής, για την οποία θα κληθεί σε λίγο καιρό να ψηφίσει ο ελληνικός λαός στις ευρωπαϊκές εκλογές, στις περιφερειακές εκλογές, στις δημοτικές εκλογές και, αργά ή γρήγορα, στις εθνικές εκλογές, εάν όχι το Μάιο, πάντως δύο μήνες αργότερα. Που σημαίνει ότι ο λαός κάνει την επιλογή.

Αλλά ο λαός πρέπει να σκέφτεται και ως έθνος. Λέει το Σύνταγμά μας ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και ασκούνται υπέρ αυτού και του έθνους. Όταν, λοιπόν, οι εξουσίες ασκούνται από το λαό υπέρ του λαού, η Δημοκρατία είναι συγκυριακή, όταν οι εξουσίες ασκούνται από το λαό υπέρ του έθνους, η εξουσία αποκτά μία ιστορικότητα, μία διορατικότητα. Το Σύνταγμα κανονικά πρέπει να διασφαλίζει αυτή την ιστορικότητα περιορίζοντας το νομοθέτη, γιατί το Σύνταγμα υπερέχει του νόμου, δηλαδή αυτού που μπορεί να ψηφίσει η εκάστοτε πλειοψηφία. Για αυτό και χρειάζονται συναινέσεις σε σχέση με το Σύνταγμα.

Για αυτό συμφωνώ ότι είναι πραγματικά θετικό και ευεργετικό για τον τόπο ότι τείνει να ακυρωθεί μία πρόχειρη και επιπόλαιη αναθεώρηση, όπου έχουμε την εκδίκηση του Συντάγματος. Το Σύνταγμα είναι ένα κείμενο το οποίο έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που, από ένα σημείο και μετά, αποκτούν και «ιερά» στοιχεία. Όταν το σκαλίζεις αυτό, βγαίνει ένα «φάντασμα» του Συντάγματος και σε εκδικείται. Έτσι λοιπόν και η κυβερνητική πλειοψηφία, ο ΣΥΡΙΖΑ, ήθελε να παίξει με το ζήτημα του Κράτους και της Εκκλησίας και υπήρξε κολοσσιαία αντίδραση. Και τώρα πια έχουμε ένα αποτέλεσμα στην ψηφοφορία που έγινε στις 14 Φεβρουαρίου και τα ζητήματα αυτά θα κριθούν από την επόμενη Βουλή με πλειοψηφία 180 βουλευτών. Άρα, τα ζητήματα αυτά δεν θα κριθούν όπως θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ, θα κριθούν όπως θέλει η αυξημένη πλειοψηφία της επόμενης Βουλής, αφού θα έχει μεσολαβήσει ο λαός στις εκλογές. Τα ζητήματα όμως των ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν θα εισαχθούν καν στην επόμενη Βουλή, γιατί αυτά απερρίφθησαν ήδη από τώρα. Άρα, δεν γίνεται ένα βήμα εκσυγχρονισμού.

Το μεγάλο ζήτημα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας χωρίς να υπάρχει η απειλή διάλυσης της Βουλής, που ήταν ένας στόχος του ΣΥΡΙΖΑ, τι απέγινε; Μας έλεγε ότι η λύση θα ήταν πολλές ψηφοφορίες και εάν δεν συμφωνήσουμε άμεση εκλογή. Και λέγαμε, μα, είναι δυνατόν; Εάν κάνεις άμεση εκλογή, αφού επιχείρησες έξι φορές να εκλέξεις τον Πρόεδρο από τη Βουλή, μετατρέπεις έναν συναινετικό Πρόεδρο σε συγκρουσιακό, διότι αναζητείς συναίνεση στη Βουλή και μετά σύγκρουση στο εκλογικό σώμα. Είναι άλλο πολίτευμα να έχεις έναν Πρόεδρο από τη Βουλή με συναίνεση και άλλο πολίτευμα να έχεις έναν Πρόεδρο από το λαό άμεσα και συγκρουσιακά. Αυτό, λοιπόν, το απέρριψε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, γιατί, ενώ ψήφισε την αναθεώρηση του άρθρου 32 που προβλέπει τη διάλυση της Βουλής –και μάλιστα με μεγάλη πλειοψηφία 221 βουλευτών, άρα αποφασίζει η επόμενη Βουλή με 151, η επόμενη κυβερνητική πλειοψηφία– τις άλλες διατάξεις, τις τριγύρω, δεν τις δέχθηκε, τις απέρριψε ο ίδιος, δεν ψήφισε τις προτάσεις του και, έτσι, δεν μπορεί να αναθεωρηθεί η διάταξη που λέει ότι ο Πρόεδρος εκλέγεται από τη Βουλή, άρα όχι άμεσα από το λαό. Αλλά δεν προωθεί για αναθεώρηση ούτε τις διατάξεις που προβλέπουν διάλυση της Βουλής. Άρα αναγκαστικά η επόμενη Βουλή πρέπει να πάει σε μία λύση όπου ο Πρόεδρος εκλέγεται από τη Βουλή, αλλά μπορεί να εκλέγεται με μικρότερη πλειοψηφία, 151 και όχι 180. Φυσικά, εάν δεν συγκεντρώσει 151, κατά πάσα πιθανότητα και η κυβέρνηση δεν έχει δεδηλωμένη πλειοψηφία. Άρα είναι λογικό να πας σε εκλογές για να λύσεις όχι το πρόβλημα του Προέδρου, αλλά το πρόβλημα της κυβερνητικής σταθερότητας. Θα δούμε τώρα, σε λίγες ημέρες, στις 14 Μαρτίου, εάν και αυτή η διάταξη που προβλέπει την αποσύνδεση από τη διάλυση της Βουλής, με τον τρόπο που σας είπα, με αυτές τις επιφυλάξεις, θα παραμείνει ως διάταξη υπό αναθεώρηση με απλή πλειοψηφία. Γιατί μπορεί και επ’ αυτού να οδηγηθεί σε καταψήφιση της δικής του πρότασης.

Άρα, βλέπουμε ότι όλες οι προτάσεις που δημιουργούσαν πρόβλημα αυτοακυρώθηκαν, όπως και από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας, ευτυχώς, ακυρώθηκε η πρότασή της να γίνεται πιο απλά η διαδικασία αναθεώρησης, δηλαδή να γίνεται στην πραγματικότητα από μία Βουλή, που σημαίνει υπό εκβιασμό συγκυριακών πιέσεων και αντιλήψεων χωρίς ωριμότητα και χωρίς την ιστορική απόσταση και την ψυχραιμία που απαιτεί μία παρέμβαση στο Σύνταγμα.

Με λίγα λόγια, ενώ είχαμε κάνει μία τεράστια προσπάθεια επί χρόνια, από το 1995 έως το 2001, για μία μεγάλη, εκτεταμένη αναθεώρηση, που έγινε το 2001 με μεγάλη συναίνεση, με υπερβολικά μεγάλες πλειοψηφίες, εν τούτοις από το 2001 και μετά συνεχώς παραπαίουμε σε επιλογές αναθεωρητικές, οι οποίες δεν είναι μεγαλόπνοες και δεν είναι συναινετικές. Αυτό, βεβαίως, ενεργοποιεί το «φάντασμα» του Συντάγματος –για το οποίο σας μίλησα– το οποίο θέλει να προστατεύσει αυτόν το χαρακτήρα τον συναινετικό και διαχρονικό της συνταγματικής τάξης.

Αυτά τα θέματα, και άλλα παρόμοια, παρουσιάζω στο βιβλίο αυτό. Αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι το ερώτημα που προϋπάρχει του βιβλίου και έπεται του βιβλίου, είναι το ερώτημα εάν η χώρα αυτή έχει μέλλον. Στο ερώτημα αυτό, που είναι ένα ερώτημα εθνικής ταυτότητας, ένα ερώτημα εθνικής στρατηγικής, την απάντηση την κρατά στα χέρια του ο ίδιος ο ελληνικός λαός. Αυτήν την απάντηση πρέπει να δώσετε εσείς, οι γυναίκες και οι άνδρες, οι πολίτες της Δράμας, της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, και είμαι βέβαιος ότι τώρα, με την εμπειρία που έχουμε συγκεντρώσει, η απάντηση αυτή θα είναι μία απάντηση πατριωτική, μία απάντηση υπέρ του μέλλοντος του έθνους.

Σας ευχαριστώ πολύ.


* Αναλυτικά για την εκδήλωση, δείτε εδώ: https://ekyklos.gr/ev/658-24-2-2019-drama-parousiasi-tou-vivliou-tou-ev-venizelou.html 

 

24.2.2019, Δράμα: Παρουσίαση του βιβλίου του Ευ. Βενιζέλου from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019