Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου κατά την παρουσίαση του βιβλίου του στην Καβάλα, στο Imaret Hotel

 

Σεβασμιώτατε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι στη Βουλή των Ελλήνων, τώρα και παλιότερα, και στις δραστηριότητες της Νομικής Επιστήμης, ακαδημαϊκές και πρακτικές, κυρίες και κύριοι , φίλες και φίλοι της Καβάλας, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την παρουσία σας. Ευχαριστώ που διαθέσατε το πρωινό της Κυριακής σας για να ακούσετε τους ομιλητές κι εμένα, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου μου «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας. Προσδοκίες και κίνδυνοι από την αναθεώρηση του Συντάγματος».

Σεβασμιώτατε, σας ευχαριστώ ιδιαίτερα για την παρουσία σας –έχουμε παλαιά φιλία από τη Θεσσαλονίκη– και εύχομαι καλή διακονία εδώ, στην Αποστολική Μητρόπολη των Φιλίππων. Ευχαριστώ θερμά τον εκδοτικό οίκο Πατάκη, που έχει εκδώσει το βιβλίο αυτό, έναν από τους μεγαλύτερους και πιο δραστήριους εκδοτικούς οίκους της χώρας. Τον Κύκλο Ιδεών που οργανώνει αυτές τις εκδηλώσεις. Ευχαριστώ το Ιμαρέτ και την κα Μισσιριάν –παλιά φίλη– που είχε την καλοσύνη να μας βοηθήσει να οργανώσουμε αυτή την εκδήλωση. Και κυρίως ευχαριστώ την πόλη της Καβάλας γιατί μου δίνει, κάθε φορά που έρχομαι, την ευκαιρία να τη θαυμάζω, να βλέπω φίλους, να βλέπω το τοπίο, να βλέπω τις δυνατότητες που έχει η περιοχή και να θυμάμαι προβλήματα που αντιμετωπίσαμε στο παρελθόν, χωρίς να σκέπτομαι τώρα τι προβλήματα θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε στο μέλλον, γιατί τα προβλήματα δεν τελειώνουν ποτέ, θα έλεγα ότι μάλλον πολλαπλασιάζονται, υπάρχει μία μικρή Λερναία Ύδρα σε κάθε πόλη, σε κάθε περιφέρεια της χώρας.

Ο κύριος Κοσμάς Χαρπαντίδης, ένας από τους πιο δόκιμους και γνωστούς Έλληνες συγγραφείς, με πολύ μεγάλη επιείκεια και γενναιοδωρία με έχει αντιμετωπίσει έως τώρα διευθύνοντας τη συζήτηση και λέγοντας καλά λόγια, με πολλή αγάπη –λόγια υπερβολικά προφανώς– τα οποία, βεβαίως, είναι ευχάριστο να τα ακούει κανείς, τον παροτρύνουν. Ευχαριστώ θερμότατα για τα όσα εμπεριστατωμένα και οξυδερκή είπαν ο πολύ καλός μου φίλος, ο Πρύτανης των Ελλήνων Εργατολόγων, ο Καθηγητής Γιάννης Κουκιάδης, πρώην Υπουργός Εργασίας και πρώην Ευρωβουλευτής, ο οποίος έχει ζήσει τα ευρωπαϊκά προβλήματα και ζει καθημερινά τα προβλήματα των κοινωνικών συγκρούσεων. Βεβαίως, ο νεώτερος φίλος μου και συνάδελφος, ο Σπύρος Λίτσας, ο οποίος έχει μία διεθνή θεώρηση, λόγω και του αντικειμένου της δουλειάς του, που είναι οι Διεθνείς Σχέσεις. Νομίζω ότι μας έχουν βάλει βαθιά μέσα στο πρόβλημα, υπάρχουν όμως και πιο απλοί τρόποι να προσεγγίσει κανείς τη σχέση Δημοκρατίας, συγκυρίας και Ιστορίας. Καταρχάς, αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας.

 

Βλέπουμε και στη χώρα μας πώς εξελίσσεται μία προβληματική Δημοκρατία, τι συμβαίνει με έναν νέο τύπο κοινοβουλευτικού συστήματος που λειτουργεί την τελευταία περίοδο. Αποχωρήσεις βουλευτών, μετασχηματισμοί της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, άλλη έννοια της αρχής της δεδηλωμένης, άλλοι τρόποι προκειμένου να εκφρασθεί η εμπιστοσύνη της Βουλής προς την κυβέρνηση, άλλοι τρόποι προκειμένου να διαμορφωθούν συγκυριακές πλειοψηφίες για ένα πολύ σημαντικό θέμα, όπως ήταν η κύρωση της Συνθήκης των Πρεσπών.

Βλέπουμε το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, το ευρωπαϊκό κόμμα που συγκεντρώνει τα χριστιανοδημοκρατικά κατά βάση κόμματα, να προβληματίζεται έντονα για το εάν το κόμμα του κ. Orban, το ουγγρικό κυβερνητικό κόμμα, πρέπει να εξακολουθήσει να είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, που είναι το πρώτο κόμμα σε δύναμη εδρών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ή εάν η Ουγγαρία δεν είναι πια μία φιλελεύθερη δημοκρατία, μία δυτική δημοκρατία, μία συνταγματική δημοκρατία, αλλά μαζί με την Πολωνία είναι δύο χώρες που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, θίγουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, παρεμβαίνουν στη συγκρότηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Συνταγματικού Δικαστηρίου, αλλοιώνουν τους συσχετισμούς μέσα στη Δικαστική Εξουσία και, άρα, θέτουν πρόβλημα αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βλέπουμε χώρες ευρωπαϊκές να ταλανίζονται από νέα κύματα λαϊκισμού και πιο συγκεκριμένα εθνικολαϊκισμού, όπως σωστά ειπώθηκε προηγουμένως, είτε αυτός βρίσκεται στα κινήματα και στους δρόμους και στην αντιπολίτευση, είτε αυτός βρίσκεται στην κυβέρνηση. Δύο γειτονικές χώρες, η δεύτερη και η τρίτη οικονομία της Ευρωζώνης, η Γαλλία και η Ιταλία, μας δίνουν αυτό το παράδειγμα. Στη Γαλλία ο λαϊκισμός βρίσκεται, υποτίθεται, στους δρόμους με τα «κίτρινα γιλέκα», είναι μία νέα εκδοχή των «αγανακτισμένων», σε μία χώρα που δεν έζησε το μνημόνιο, που δεν έζησε μέτρα λιτότητας, που δεν είδε να μειώνονται οι μισθοί και οι συντάξεις, που το μεγάλο θέμα της ήταν εάν θα διατηρηθεί το 35ωρο ή εάν θα μειωθούν ίσως ακόμα περισσότερο οι ώρες εργασίες, αλλά είναι μία χώρα που, παρά το μέγεθός της, παρά την ισχυρή παραγωγική της βάση, παρά τον εξαγωγικό χαρακτήρα της οικονομίας της, ταλανίζεται από τον έντονο κρατισμό. Είναι μία χώρα με βαριές οικονομικές δομές, μία χώρα που νιώθει τον κίνδυνο της παγκοσμιοποίησης και οι πολίτες κατεβαίνουν στους δρόμους, οι πολίτες που φοβούνται ότι θα χαθεί το καθεστώς της μεσαίας τάξης, και διεκδικούν τι; Διεκδικούν να αλλάξουν τα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης. Φοβούνται κάτι που δεν το έχουν βιώσει, αλλά δεν θέλουν να το βιώσουν, αυτό που βίωσαν χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Κύπρος.

Από την άλλη μεριά στην Ιταλία, σε λίγα χρόνια, τέσσερις περίπου φορές άλλαξε ριζικά το πολιτικό σύστημα και τώρα κυβερνά μία εθνικολαϊκιστική κυβέρνηση, μία κυβέρνηση που υποτίθεται ότι κάνει αντίσταση απέναντι στις Βρυξέλλες. Και ενώ βλέπουμε ότι θα κάνει τη μεγάλη αντίσταση, τελικά συμβιβάζεται με μηδαμινά ποσοστά, μερικά δέκατα, μερικά δεκαδικά ψηφία, αύξησης του ελλείμματός της. Δηλαδή όλο το ζητούμενο ήταν να αυξηθεί κατά 0,8% το δημοσιονομικό έλλειμμα, εάν σκεφθείτε ότι στην Ελλάδα ο μεγάλος στόχος είναι μετά τις εκλογές να μειωθεί κατά 1,5% ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα, που εν πάση περιπτώσει είναι κάτι πολύ πιο φιλόδοξο από το να μειώσεις 0,8% το δημοσιονομικό έλλειμμα. Γιατί στο πρωτογενές πλεόνασμα ήδη έχεις πετύχει να έχεις ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό σου στην παρούσα χρήση και απλώς σωρεύεις χρήματα για την καταβολή των τόκων, δηλαδή για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους. Για να καταλάβουμε πόσο μικρό είναι το πεδίο αυτής της περιβόητης διαπραγμάτευσης με τις κακές Βρυξέλλες.

Όπου, οι κακές Βρυξέλλες τι είναι; Είναι ο κ. Juncker και η Επιτροπή του; Είναι ο κ. Draghi και η Τράπεζα; Είναι οι υπάλληλοι ή είναι οι κυβερνήσεις; Είναι ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ κρατών-μελών. Είναι δυνατόν ποτέ να πιστεύουμε ότι στις Βρυξέλλες, στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, στην Ευρωζώνη, η αποφασιστική αρμοδιότητα ανήκει στην Επιτροπή ή σε υπηρεσιακά στελέχη ή στους κεντρικούς τραπεζίτες και δεν ανήκει στις κυβερνήσεις που ψηφίζονται από λαούς, που απολογούνται σε κοινοβούλια και που εκφράζουν κάποιες άλλες εθνικές στρατηγικές, τη γερμανική, την ολλανδική, την αυστριακή, αυτή του Λουξεμβούργου που είναι μικρό, αλλά είναι μία χώρα πάρα πολύ σημαντική για την ευρωπαϊκή ορθοδοξία; Υπάρχουν πάγιες εθνικές στρατηγικές, υπάρχουν διακυβερνητικοί συσχετισμοί και αυτό, βεβαίως, το ξέρουμε πάρα πολύ καλά, όχι τώρα με την κρίση, από το 2008 και μετά, το ξέρουμε από το 1992, από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, όχι από τη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Όταν κλειδώθηκαν οι βασικοί δείκτες, οι δημοσιονομικοί και μακροοικονομικοί, και μία ολόκληρη αντίληψη για την οικονομική πολιτική, για την αναπτυξιακή πολιτική, για τη φορολογική και δημοσιονομική πολιτική, επιβλήθηκε, ενιαία και ομοιόμορφα, όχι απλά και μόνο ως κρατούσα πολιτική αντίληψη που ψηφίζεται από λαούς, αλλά ως νομικός κανόνας, ως ρυθμιστικό πλαίσιο το οποίο ισχύει από τις Συνθήκες με αυξημένη νομική δύναμη.

Αυτή η ημερομηνία, το 1992, είναι η καταλυτική ημερομηνία που αλλάζει και τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη και οδηγεί σε μία κρίση, πρωτίστως, της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, γιατί; Γιατί η Ευρώπη είναι συνολικά, ιστορικά, μετά τον πόλεμο, μία ήπειρος σοσιαλδημοκρατική. Γιατί όλοι, και οι χριστιανοδημοκράτες και οι φιλελεύθεροι και οι σοσιαλιστές και οι εργατικοί, συνέβαλαν στο να δημιουργηθεί ένα κεκτημένο, ένα πλαίσιο ευρωπαϊκό, το οποίο είναι σοσιαλδημοκρατικό, είναι αστική δημοκρατία, φιλελεύθερη, δικαιώματα, αλλά και κοινωνικό κράτος και υψηλό επίπεδο ζωής, μόνον που υπήρχε και το στοιχείο της ανταγωνιστικότητας, της ευημερίας.

Άρα, αυτό που τίθεται σε αμφισβήτηση είναι η σύνδεση αστικής, φιλελεύθερης, συνταγματικής δημοκρατίας, από τη μία μεριά, και οικονομικής προόδου και ευημερίας από την άλλη μεριά. Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες δεν υπήρχαν στον σύγχρονο κόσμο κράτη ανεπτυγμένα, ανταγωνιστικά, με υψηλό τεχνολογικό επίπεδο, με υψηλό επίπεδο καινοτομίας, που να μην είναι δημοκρατικά και τώρα αυτό αμφισβητείται. Αμφισβητείται γιατί υπάρχουν κράτη με μεγάλους πληθυσμούς, με τεράστιες δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης, με εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με την Ευρώπη, όπως είναι η Κίνα, όπως είναι πολλές χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης, όπως αύριο θα είναι η ακόμη μεγαλύτερη πληθυσμιακά Ινδία, η οποία είναι και κοινοβουλευτική δημοκρατία, είναι και αγγλόφωνη, που διεκδικούν το μερίδιό τους στο παγκόσμιο ΑΕΠ.

Άρα, τι συμβαίνει με την Ευρώπη και μέσα στην Ευρώπη με τη μεσαία σε πληθυσμό Ελλάδα; Διαπιστώνουμε ξαφνικά, ενώ έπρεπε να το έχουμε καταλάβει εδώ και πάρα πολύ καιρό, ότι η Ευρώπη μικραίνει πληθυσμιακά, γερνάει, χάνει βαθμούς ανταγωνιστικότητας, χάνει το πλεονέκτημα της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κοινωνικού κράτους και, βεβαίως, η προοπτική της είναι να γίνει μικρότερη και να έχει και μικρότερη συμμετοχή στην κατανομή του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αυτό δημιουργεί μεγάλο πανικό, διότι η σύλληψη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν να ρίξουμε τα τείχη μεταξύ των κρατών-μελών, να κάνουμε μία ενιαία αγορά και μετά να κάνουμε και ένα κοινό νόμισμα, αλλά να υψώσουμε τείχη σε σχέση με τους τρίτους, να έχουμε δασμούς σε σχέση με τους τρίτους, να έχουμε προστατευτισμό σε σχέση με τους τρίτους, να μην έχουμε προστατευτισμό στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο εσωτερικό της ενιαίας αγοράς, με όλες τις ανισότητες που υπάρχουν μεταξύ των κρατών-μελών. Αλλά, βλέπετε ότι οι ανισότητες δεν κρύβονται, οι ανισότητες κλειδώθηκαν αλλά υπάρχουν, τα τελευταία δέκα χρόνια οξύνθηκαν, γιατί, όταν καλείς τα κράτη-μέλη να εφαρμόσουν τις ίδιες πολιτικές, ανεξαρτήτως του επιπέδου ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας στο οποίο βρίσκονται, θα αναπαράγεις τις ανισότητες αυτές. Διότι, το κόστος του δανεισμού στην Ελλάδα είναι, ας πούμε, σχεδόν πενταπλάσιο από αυτό στη Γερμανία, διότι η πρόσβαση στη χρηματοδότηση είναι σχεδόν αδύνατη, ενώ είναι πολύ εύκολη στη Γερμανία, διότι οι δυνατότητες που έχεις να εξάγεις στην Κίνα από τη Γερμανία είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές που έχεις στην Ελλάδα ή, ας πούμε, στην Κύπρο ή στη Μάλτα –για να πάρω δύο μικρά παραδείγματα– και πολύ περισσότερο στις υπόλοιπες χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Να καταλάβουμε δε τα μεγέθη –τα ξέρετε αυτά όλοι σας– η Ελλάδα, παρά την κρίση και μετά την κρίση και παρά τη συμπίεση του ΑΕΠ κατά 27% περίπου και παρά τη μείωση των εισοδημάτων, έχει ΑΕΠ το οποίο είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα του ΑΕΠ όλων των χωρών των Βαλκανίων μαζί. Άρα, αντιλαμβάνεσθε ότι εξακολουθεί να είναι η μεγάλη δύναμη της περιοχής, άλλο εάν υπάρχουν χώρες που έχουν πάρα πολύ μικρό δημόσιο χρέος, όπως είναι η Βουλγαρία, που σημαίνει ότι έχουν έναν δυναμισμό, ένα potential να αναπτυχθούν. Γιατί η Βουλγαρία έχει ένα δημόσιο χρέος γύρω στο 25%, περίπου όσο είχαμε εμείς, για να έχουμε μία αίσθηση μεγέθους, το 1981. Για να δούμε τι περιθώρια έχει εάν θέλει να αυξήσει το δημόσιο χρέος της και να δημιουργήσει προϋποθέσεις μίας ταχύρυθμης ανάπτυξης.

Άρα, λοιπόν, υπάρχουν πολλαπλές αιτίες που τροφοδοτούν την κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά οι πιο θεμελιώδεις αιτίες είναι αυτές. Αμφισβητείται ακόμη και η δημοκρατική ιδεολογία. Στην Κίνα, ας πούμε, αναπτύσσεται τώρα, με συμβολή και δυτικών συγγραφέων, η ιδεολογία της αξιοκρατίας, meritocracy. Θα κυβερνά το Κομμουνιστικό Κόμμα ως ένα κυβερνόν κόμμα μονοκομματικής αυταρχικής δημοκρατίας και θα εντάσσει στα μέλη του τους καλύτερους οδηγούς αυτοκινήτων, τους καλύτερους αγρότες, τους καλύτερους επιστήμονες, τους καλύτερους μαθητές. Γιατί, αυτήν την αντίληψη περί πολιτικής έχει καλλιεργήσει ο Κομφούκιος, η οποία δεν απέχει και πολύ από την πλατωνική αντίληψη για την οργάνωση της ιδεώδους πολιτείας, που δεν ήταν μία δημοκρατική αντίληψη.

Άρα, υπάρχουν μεγάλα προβλήματα. Και τα μεγάλα προβλήματα τα βλέπουμε και σε μεγάλες χώρες. Έδωσαν παραδείγματα προηγουμένως και ο Γιάννης Κουκιάδης και ο Σπύρος Λίτσας. Το κραυγαλέο παράδειγμα είναι το Brexit. Το Brexit τι είναι; Το Brexit είναι μία διεκδίκηση εθνικής ταυτότητας, μία διεκδίκηση κυριαρχίας από μία παλιά αυτοκρατορία. Η παλιά αυτοκρατορία θεωρεί ότι πρέπει να δείχνει αυτό που είναι. Έχει το νόμισμά της. Εάν δεν είχε κρατήσει τη Λίρα, η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου θα είχε περισσότερα προβλήματα από την ελληνική. Το 2009 το δημοσιονομικό έλλειμμα το ελληνικό ήταν 15,7% του ΑΕΠ, το βρετανικό δημοσιονομικό έλλειμμα ήταν 13,7% του ΑΕΠ, ήταν το δεύτερο έλλειμμα στην Ευρώπη, αλλά εκτός Ευρωζώνης. Μπορούσε η Τράπεζα της Αγγλίας να κάνει νομισματική χρηματοδότηση, να στηρίξει τις τράπεζες που κρατικοποιήθηκαν και ενισχύθηκαν κεφαλαιακά όπως οι δικές μας τράπεζες, και εξακολουθεί να έχει τέτοιο πρόβλημα η βρετανική οικονομία, το βρετανικό τραπεζικό σύστημα. Αυτοί, βεβαίως, κινδυνεύουν να χάσουν τη συνοχή τους, να αμφισβητηθεί η ενότητα του Βασιλείου. Δηλαδή να ξαναγυρίσουμε πίσω από την ταινία του Λάνθιμου με τη Βασίλισσα Άννα, που ήταν η πρώτη Βασίλισσα του κοινού στέμματος Αγγλίας και Σκωτίας, να αμφισβητηθεί αυτό, να αμφισβητηθεί η συμμετοχή της Σκωτίας και, βέβαια, να υπάρχει θέμα Ιρλανδίας πολύ σοβαρό, άμεσο, να μην μπορεί να εφαρμοσθεί η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής, η συμφωνία για την έλλειψη συνόρων, ας το πούμε έτσι, για το μαλακό σύνορο μεταξύ Βόρειας και Νότιας Ιρλανδίας.

Η Ευρώπη χαίρεται για αυτό; Μπορεί να υπάρχει πολιτικά Ευρώπη και στρατιωτικά Ευρώπη χωρίς το Ηνωμένο Βασίλειο; Μπορεί να υπάρχει εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας χωρίς το Ηνωμένο Βασίλειο; Αστειότητες. Αρκεί να σας πω –ίσως δεν το ξέρετε– ότι εκτός από την αμερικανική πυρηνική ομπρέλα, τα μόνα πυρηνικά όπλα, ας το πούμε, ανάσχεσης τα οποία διαθέτει το ΝΑΤΟ είναι τα βρετανικά. Τα γαλλικά δεν μετέχουν, η Γαλλία επανήλθε στο στρατιωτικό σκέλος μετά την αποχώρηση επί de Gaulle, αλλά δεν επανήλθε ποτέ στον πυρηνικό σχεδιασμό. Η Γαλλία δεν μετέχει στον πυρηνικό σχεδιασμό του ΝΑΤΟ, θέλει ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας να έχει αυτόνομη χρήση των πυρηνικών όπλων, για αυτό έχει τον υπασπιστή του με το περιβόητο βαλιτσάκι, που πηγαίνει από πίσω, για να δείχνει ότι τα πυρηνικά όπλα ανήκουν στον Πρόεδρο της Γαλλίας, δεν ανήκουν σε κάποιον ευρύτερο ΝΑΤΟϊκό σχεδιασμό. Έχουμε, λοιπόν, τέτοια προβλήματα.

Θα μου πείτε, αυτά αφορούν την Ελλάδα; Τώρα εμείς έχουμε το πρόβλημα του πότε θα γίνουν οι εκλογές, έχουμε το πρόβλημα τι θα γίνει με το τραπεζικό σύστημα –για να μιλήσω για σοβαρότερα προβλήματα από αυτά με τα οποία ασχολούμαστε στην καθημερινότητα– έχουμε το πρόβλημα της αντοχής του ασφαλιστικού συστήματος, όσες παρεμβάσεις κι εάν γίνουν, έχουμε το πρόβλημα της χρηματοδότησης της ανάπτυξης, διότι λείπουν μόνον από την οικοδομή 20 δισεκατομμύρια Ευρώ το χρόνο, επί δέκα χρόνια, 200 δισεκατομμύρια Ευρώ λείπουν μόνον από την κάμψη της οικοδομικής δραστηριότητας. Δηλαδή, με τις μεγάλες επενδύσεις τύπου Ελληνικό, Χρυσός , Κασσιόπη κλπ συνολικού ύψους 10 δις, δεν θα λύσουμε το πρόβλημα, θέλουμε άλλες τόσες και τόσες και τόσες για να καλύψουμε το κενό των 270 δισεκατομμύρια Ευρώ περίπου που έχει υπολογίσει πριν από ένα χρόνο –αυτό θα έχει αυξηθεί τώρα– η Pricewaterhouse. Που σημαίνει ότι εάν δεν κινηθεί οριζόντια η οικονομία, εάν δεν κινηθούν οι μικρομεσαίοι, δεν υπάρχει προοπτική.

Μα το ίδιο πρόβλημα είναι και το πρόβλημα της Δημοκρατίας. Το πρόβλημα της οικονομικής ανάπτυξης και το πρόβλημα της Δημοκρατίας, εάν μου λέγατε τι έχουν ως κοινό παρονομαστή, θα απαντούσα ότι αυτός είναι ο αποδεκατισμός της μεσαίας τάξης. Το πρόβλημα της αμφισβήτησης της Δημοκρατίας στον ευρωπαϊκό μεσοπόλεμο –αυτά που ακούμε, Βαϊμάρη, ναζισμός, φασισμός, Hitler, Mussolini, παρακμή– αυτό τι ήταν; Ήταν αποτέλεσμα, πρωτίστως, της οικονομικής κρίσης και της κρίσης των πολεμικών επανορθώσεων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά κυρίως της κρίσης του Κραχ του 1929 και, βεβαίως, η ριζοσπαστικοποίηση προς την αυταρχική δημοκρατία και, τελικά, προς το ολιγαρχικό καθεστώς, προς το ναζισμό και το φασισμό των μικρομεσαίων. Η ριζοσπαστικοποίηση του μικρομεσαίου μπορεί να έχει καταλυτικές συνέπειες για τη Δημοκρατία. Η έλλειψη του μικρομεσαίου δεν αφήνει σπονδυλική στήλη ούτε για την ανάπτυξη ούτε για τη Δημοκρατία. Αυτό είναι το μεγάλο θέμα. Γιατί, αναμφίβολα, στη βάση της φιλελεύθερης συνταγματικής δημοκρατίας και των δικαιωμάτων βρίσκεται η λειτουργία της αγοράς, η ελευθερία του εμπορίου, η πρωταρχική συσσώρευση και μετά η ανάπτυξη του καπιταλισμού. Χωρίς δικαιώματα και χωρίς δημοκρατία δεν υπήρχε οικονομική ανάπτυξη. Αυτό το μάθαμε. Ιδίως μετά το αδιέξοδο και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού το μάθαμε αυτό, ότι δεν γίνεται χωρίς αυτό. Νομίζω ότι αυτό είναι ιστορικό κεκτημένο. Τώρα, πάλι, το ζήτημα είναι το ίδιο με διαφορετικούς τρόπους.

Άρα, όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο, όλα όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη ενδιαφέρουν την Ελλάδα, γιατί η Ελλάδα πρέπει να είναι μέσα στην κίνηση της Ευρώπης. Προς πού; Άγνωστο. Δεν έχει αυτή τη στιγμή σαφή στόχο η Ευρώπη, αλλά πρέπει να είμαστε μέσα, γιατί διατρέχουμε τον κίνδυνο, όταν ξαναχρειασθούμε την Ευρώπη, να μην μπορούμε να τη συναντήσουμε. Τη συναντήσαμε με δυσκολία το 2010, συνυπάρξαμε και διαπραγματευθήκαμε μέσα στο εξαιρετικά επώδυνο πλαίσιο των μνημονίων, αλλά μπορεί, εάν την ξαναχρειασθούμε, να μην μπορούμε να τη βρούμε γιατί δεν θα υπάρχει συγκροτημένη, έστω όπως ήταν με τα κακά της και με τις δυσκολίες της και με τους συσχετισμούς τους. Γιατί η Γερμανία θα έχει τα δικά της προβλήματα και θα πρέπει να αντιμετωπίσει την άνοδο της ακροδεξιάς, του AfD, γιατί η Ιταλία θα είναι υπό την επικυριαρχία των λαϊκιστικών κομμάτων, γιατί ο Γάλλος Πρόεδρος θα αγωνίζεται να μαζέψει τα «κίτρινα γιλέκα» και θα φοβάται μην τον κερδίσει η κα Le Pen στις επόμενες εκλογές, γιατί το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα μετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί η Ισπανία θα δούμε τώρα πώς θα προχωρήσει εάν και εκεί οι φρανκιστές μπουν στη Βουλή και οι αποσχιστές αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη στην Καταλονία και ούτω καθεξής για να μην τα πολυλογώ. Αυτά είναι τα μεγάλα θέματα και αυτό πρέπει να μας κάνει να φοβόμαστε και να τρομάζουμε.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ο φόβος. Γιατί οι ευρωπαϊκές κοινωνίες φοβούνται την παγκοσμιοποίηση και στρέφονται προς το λαϊκισμό και μετά οι ίδιες κοινωνίες φοβούνται το λαϊκισμό. Προσπαθούν να αποκρούσουν το φόβο με φόβο και μπαίνουμε σε ένα φαύλο κύκλο των φοβισμένων κοινωνιών. Οι φοβισμένες κοινωνίες είναι ηττοπαθείς κοινωνίες, δεν μπορούν να υποστηρίξουν μεγάλα προτάγματα. Το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας είναι αυτό, είναι ότι μία φοβισμένη, κουρασμένη, αποκαμωμένη κοινωνία, απαισιόδοξη, δύσπιστη, δεν είναι έτοιμη να πιστέψει σε κάτι το οποίο να είναι οραματικό και συγκεκριμένο και δεν μπορεί και να υποστηρίξει μακροπρόθεσμες λύσεις.

Τι μακροπρόθεσμες λύσεις να υποστηρίξει; Τι σημαίνει μακροπρόθεσμη λύση; Τι εννοώ αναφερόμενος στην Ιστορία σε σχέση με τη συγκυρία. Θα σας δώσω το πιο απλό παράδειγμα που μπορώ να σας δώσω, για να συνεννοηθούμε. Η συγκυρία είναι το ετήσιο έλλειμμα, η Ιστορία είναι το δημόσιο χρέος. Εάν σωρεύεις ελλείμματα συγκυριακά, γιατί σε κάθε προϋπολογισμό επί 35 χρόνια πρέπει να λύνεις προβλήματα κοινωνικά, εκλογικά, αναπτυξιακά –ό,τι θέλεις– λειτουργίας του κράτους, πιέσεων των συντεχνιών, κάποια στιγμή ξυπνάς και λες, τώρα που πρέπει να κριθώ με ιστορικά κριτήρια έχω χρεωκοπήσει, έχω μη διαχειρίσιμο χρέος, το οποίο σωρεύθηκε μέσα από τα ελλείμματα. Εάν λοιπόν οργανώνεις την ετήσια διαχείριση, τον ετήσιο προϋπολογισμό και, άρα, δίνεις απαντήσεις σε θέματα ετήσιας δημοσιονομικής ισορροπίας, όπως επιβάλει τώρα η νέα Συνθήκη για το συντονισμό, τη σταθερότητα και τη διακυβέρνηση –το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας– και δεν λαμβάνεις υπόψη σου τον κίνδυνο να φθάσεις σε ένα μη χρηματοδοτήσιμο χρέος, κάποια στιγμή θα βρεθείς αντιμέτωπος με το ιστορικό ζήτημα της έλλειψης επίγνωσης. Είμαστε το καλύτερο εργαστηριακό παράδειγμα της σχέσης μεταξύ Ιστορίας και συγκυρίας. Εάν κάνεις διαχείριση με όρους ετησίου προϋπολογισμού και ετησίου ελλείμματος, κάνεις μία συγκυριακή προσέγγιση. Εάν κάνεις διαχείριση με όρους χρέους και μακροπρόθεσμης αντοχής της κοινωνίας, κάνεις μία ιστορική διαχείριση.

Τώρα θα μου πείτε, λέει το Σύνταγμα ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και ασκούνται υπέρ αυτού και του έθνους. Αυτή είναι η σχέση Ιστορίας και συγκυρίας. Όταν τις ασκείς υπέρ του λαού και του έθνους, τις ασκείς ιστορικά, όταν τις ασκείς μόνον υπέρ του παρόντος λαού, τις ασκείς συγκυριακά. Τόσο απλό είναι το θέμα. Η σχέση μεταξύ λαού και έθνους είναι μία σχέση διαγενειακή, είναι μία σχέση αλληλεγγύης των γενεών η οποία εμφανίζεται παντού, εμφανίζεται στο ασφαλιστικό σύστημα, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στις εργασιακές σχέσεις, στον τρόπο που ψηφίζουμε.

Ο μεγαλύτερος Έλληνας σκηνοθέτης, ηθοποιός και θεατρικός συγγραφέας είναι, κατά τη γνώμη μου, ο Βασίλης Παπαβασιλείου, είναι ένας από τους μεγαλύτερους διανοουμένους. Παρουσιάζει ένα έργο τώρα στην αίθουσα του Θεάτρου Τέχνης στην Αθήνα, που είναι το προεκλογικό πρόγραμμα του κόμματος του Φωκίωνα. Ο Φωκίων είναι τρόφιμος ενός ψυχιατρικού ιδρύματος, έχουν κατά καιρούς εμφανισθεί εκδοχές του Φωκίωνα την περίοδο της κρίσης. Τώρα, λοιπόν, παρουσιάζει το κυβερνητικό πρόγραμμα του κόμματός του το οποίο έχει διάφορες ριζοσπαστικές ιδέες μέσα. Μία από αυτές είναι μία ιδέα με την οποία μπορούμε να λύσουμε ταυτοχρόνως το δημογραφικό, το εκπαιδευτικό, το ασφαλιστικό, τις εργασιακές σχέσεις και να διαμορφώσουμε και το νέο Οικογενειακό Δίκαιο. Η πρόταση, λοιπόν είναι κάθε παιδί που γεννιέται μέχρι να σαραντίσει, να αναγορεύεται σε διδάκτορα και να γίνεται συνταξιούχος. Οπότε σε ηλικία 40 ημερών έχουμε λύσει τα προβλήματα, δεν έχουμε ανάγκη ούτε από εκπαιδευτικό σύστημα, ούτε από εισφορές, ούτε από εργασιακές σχέσεις, τίποτα, είναι όλα πάρα πολύ ωραία φτιαγμένα. Αυτό είναι το σοκ που πρέπει να ακούσει η ελληνική κοινωνία. Διότι, εάν σκεφτούμε πώς αντιδρούμε πολύ συχνά, πώς αντιδρούμε όλοι μας, σε σχέση με τα παιδιά μας, σε σχέση με τα εγγόνια μας, θα δείτε ότι αυτό είναι το θέμα, ότι θα μπορούσαμε να το έχουμε λύσει τόσο απλά το ζήτημα. Αυτή είναι και η σχέση μεταξύ Ιστορίας και συγκυρίας.

Το Σύνταγμα είναι ακριβώς αυτό που μας υπενθυμίζει τη σχέση αυτή, μας λέει τι δεν μπορεί να κάνει ο νομοθέτης συγκυριακά, τι πρέπει να γίνεται με αυξημένη πλειοψηφία, τι ελέγχει ο δικαστής, γιατί έχουμε δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Αλλά ευτυχώς δεν ζούμε στην εποχή του εθνικού και κυρίαρχου Συντάγματος, γιατί δεν ζούμε στην εποχή του εθνικού και κυρίαρχου κράτους. Το κράτος είναι κράτος-μέλος, μετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετέχει στη Διεθνή Κοινότητα, μετέχει στο ΝΑΤΟ, μετέχει στον ΟΗΕ αν μη τι άλλο, στον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Άρα, ελέγχεται το κράτος, ελέγχεται και το Σύνταγμα. Υπάρχουν κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που διεκδικούν την υπεροχή από το Σύνταγμα και υπάρχουν διεθνή δικαστήρια, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Λουξεμβούργο και στο Στρασβούργο, που ελέγχουν τις εθνικές νομοθεσίες και τα εθνικά Συντάγματα και μπορεί να κριθεί ότι ένα εθνικό Σύνταγμα παραβιάζει το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο ή παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Άρα, δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Αντιθέτως έχουμε υποχρέωση να κάνουμε πράγματα που δεν κάναμε. Έχουμε υποχρέωση να τοποθετήσουμε στο Σύνταγμά μας διάταξη για τη λεγόμενη δημοσιονομική ισορροπία, για τη δημοσιονομική επίγνωση, η οποία απερρίφθη, δεν εισάγεται στη δεύτερη Βουλή, την αναθεωρητική, η πρόταση για αναθεώρηση του άρθρου 79 σε σχέση με τον ισορροπημένο προϋπολογισμό, ωσάν να μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, ενώ αυτό είναι υποχρέωσή μας που την έχουμε αποδεχθεί, διότι έχουμε υποχρέωση να έχουμε πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2060. Αλλά ενώ το έχουμε συμφωνήσει και ενώ από αυτό εξαρτάται η βιωσιμότητα του χρέους και της οικονομίας, δεν το βάζουμε στο Σύνταγμα, να το ακραίο παράδειγμα συνταγματικού λαϊκισμού.

Δηλαδή το Σύνταγμα είναι ένα πεδίο που το χρησιμοποιούν ακόμη κάποιοι προκειμένου να λέμε ψέματα μεταξύ μας, ενώ οι δεσμεύσεις της χώρας είναι διαφορετικές. Αλλά εμείς, λέει, θα εφαρμόσουμε κεϋνσιανές πολιτικές διευρυμένου ελλείμματος. Πώς; Εδώ δεν μας δίνουν τα 750 εκατομμύρια Ευρώ από την επιστροφή των κερδών από τα ομόλογα που είχαν οι Ευρωπαϊκές Κεντρικές Τράπεζες, από το ANFA και το SMP, τα οποία τα είχα πάρει ως Υπουργός Οικονομικών τα κέρδη αυτά πίσω ένα βράδυ, ξημερώματα 22 Φεβρουαρίου 2012. Δεν μας τα δίνουν, 750 εκατομμύρια Ευρώ, διότι πρέπει να κάνουμε το ένα, το άλλο, το τρίτο, να ελεγχθεί το νομοσχέδιο για τα «κόκκινα δάνεια» και ούτω καθεξής. Αλλά δεν το βάζουμε στο Σύνταγμα.

Στο Σύνταγμα, όμως, συζητάμε για τη σχέση Κράτους και Εκκλησίας, γιατί ξαφνικά το θέμα της χώρας είναι πώς θα βγάλουμε τον εφημεριακό κλήρο από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών. Δηλαδή το πρόβλημα ήταν αυτό; Να μου έλεγε κάποιος να βάλουμε στην Ενιαία Αρχή Πληρωμών και λειτουργούς άλλων θρησκειών ή δογμάτων λόγω θρησκευτικής ελευθερίας το καταλαβαίνω, να βάλουμε. Να βάλουμε και τους καθολικούς ιερείς που πρέπει –τους μουσουλμάνους τους έχουμε ούτως ή άλλως– να βάλουμε τους ραβίνους που υπηρετούν στη χώρα και όποια θρησκευτική κοινότητα –για να χρησιμοποιήσω τον όρο τον καινούριο– θρησκευτικό ή εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο είναι εγγεγραμμένο στον κατάλογο τον σχετικό, οι λειτουργοί του να αμείβονται και αυτοί. Αλλά να βγάλεις τους 10.000 ιερείς από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών, αυτό είναι το θέμα μας τώρα ή να αμφισβητήσεις τη διεθνή υπόσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως νομικού προσώπου του Διεθνούς Δικαίου; Δεν νομίζω. Συζήτηση είναι να πεις, όπως έχω προτείνει, με μία ερμηνευτική δήλωση, ότι το άρθρο 3 δεν μπορεί να θεμελιώσει κανέναν περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας και της θρησκευτικής ισότητας. Είμαστε ένα κράτος θρησκευτικά ίσο και θρησκευτικά φιλελεύθερο, άρα πολύ επάνω από το ουδετερόθρησκο. Νομίζω ότι το Σύνταγμά μας δεν είχε ανάγκη από κάτι, γιατί ούτως ή άλλως υπαγόμαστε στον έλεγχο του Στρασβούργου και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Πρόεδρος Δημοκρατίας. Είδατε ότι από τη δέσμη των έξι διατάξεων που επιτρέπουν την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου από την απειλή διάλυσης της Βουλής, ο ΣΥΡΙΖΑ, παρότι τις είχε προτείνει να αναθεωρηθούν, καταψήφισε στην πρώτη ψηφοφορία τις τέσσερις και έχουν σωθεί οι δύο. Εάν οι δύο σωθούν και στη δεύτερη ψηφοφορία, θα μπορούμε στην επόμενη Βουλή να αποσυνδέσουμε τη διαδικασία εκλογής από την απειλή διάλυσης της Βουλής, που έπρεπε να το έχουμε κάνει από το 2001, όταν το είχαμε προτείνει από το 1995, αλλά, δυστυχώς, τότε η Νέα Δημοκρατία δεν το ψήφισε αυτό και το πληρώσαμε το 2015. Αλλά, πάντως, από τη δέσμη –μη σας αναλύω τεχνικά– των έξι διατάξεων που πρέπει να τροποποιηθούν, οι τέσσερις απερρίφθησαν ήδη με ψήφο του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ που πρότεινε να τροποποιηθούν, για να μην έχει τη δυνατότητα η απλή πλειοψηφία της επόμενης Βουλής να συντελέσει την αναθεώρηση. Αλλά τουλάχιστον ας διατηρηθεί, έστω με αυξημένη πλειοψηφία 180, η δυνατότητα να καταργηθεί η αυτόματη διάλυση της Βουλής . Η διάλυση εάν δεν συγκεντρωθούν 180, τουλάχιστον η διάλυση να προβλέπεται εάν δεν συγκεντρωθούν 151 στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Μη κρατικά Πανεπιστήμια. Δεν εισάγεται προς συζήτηση στην επόμενη Βουλή η διάταξη. Εάν συντελεστεί αναθεώρηση, η επόμενη απαιτεί διάστημα πέντε ετών.

Αυτά είναι τα θέματα. Όλα τα άλλα θέματα, σας διαβεβαιώ, είναι ασκήσεις συνταγματικής ρητορείας που δεν χρειάζονται. Όλα προβλέπονται, όλα συνάγονται, όλα προστατεύονται, τίποτα δεν χρειάζεται να προστεθεί σε σχέση με τα κοινωνικά δικαιώματα, όλα υπάρχουν ούτως ή άλλως στο Σύνταγμα, στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, σε άλλους κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου, στις διεθνείς συμβάσεις εργασίας, τα πάντα, όλα. Και, βεβαίως, μένει η περιβόητη ευθύνη Υπουργών, όπου, έχω πει πολλές φορές, αυτή είναι μία διάταξη από το 1877. Δεν παρεμποδίστηκε η δίωξη οποιουδήποτε για τον οποίον υπάρχουν στοιχεία.

Αλλά εδώ συνέβη τώρα το εξής καταπληκτικό. Η ερμηνεία που έδωσε στη διάταξη αυτή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ενσωματώνεται στο Σύνταγμα, απερρίφθη η πρόταση αυτή, διότι η επόμενη Βουλή πρέπει να επιληφθεί με 180. Συγκέντρωσε 179 ψήφους η πρόταση αυτή, άρα δεν μπορεί η απλή πλειοψηφία να την αναθεωρήσει. Άρα απεδείχθη ότι η ερμηνεία που επέβαλε με την ψήφο του δεν ενσωματώνεται στο Σύνταγμα και άρα κακώς είχε υιοθετηθεί από τη Βουλή. Δηλαδή μιλάμε για το απόλυτο αδιέξοδο, για την απόλυτη εκδίκηση του Συντάγματος.

Υπάρχει μία «μαγεία» του Συντάγματος ενδεχομένως, υπάρχει μία μεταφυσική του κειμένου. Όποιος βάζει τα χεράκια του μέσα στο κείμενο χωρίς να ξέρει πλήρως περί τίνος πρόκειται, τα βλέπει τα χέρια του αυτά να λερώνονται ή να παραλύουν και αναγκάζεται μετά να μαζεύει πίσω τις προτάσεις που έκανε, διότι ήταν προτάσεις χωρίς διορατικότητα και χωρίς επίγνωση και χωρίς καθολική αίσθηση του τι θέλουμε να κάνουμε ως χώρα, άρα χωρίς έλλειψη ιστορικότητας.

Αυτά λοιπόν προσπαθώ να πω, τα οποία είναι όλα πολύ πρακτικά, πολύ συγκεκριμένα και στην πραγματικότητα μας φέρνουν αντιμέτωπους με το ερώτημα εάν η χώρα αυτή έχει προοπτική. Επ’ αυτού του θέματος δεν υπάρχουν ούτε εύκολες ούτε αυτονόητες απαντήσεις. Τις απαντήσεις θα τις δώσει ο ελληνικός λαός. Εάν ο ελληνικός λαός θέλει ο τόπος αυτός ως κράτος, ως έθνος και ως κοινωνία να έχει προοπτική και αντοχή θα έχει, εάν δεν θέλει, φοβούμαι ότι δεν θα έχει.

Σας ευχαριστώ πολύ.


* Αναλυτικά για την εκδήλωση δείτε εδώ: https://ekyklos.gr/ev/659-kyriaki-24-2-2019-kavala-parousiasi-tou-vivliou-tou-ev-venizelou.html  

 

24.2.2019, Καβάλα: Παρουσίαση του βιβλίου του Ευ. Βενιζέλου from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019