Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

 

Χαιρετισμός Ευάγγελου Βενιζέλου στη συζήτηση στρογγυλής τράπεζας που διοργάνωσε η Ελληνική Ένωση Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και Ιδιωτικότητας στο ΔΣΑ

 

«Ελευθερία της έκφρασης. Προστασία της τιμής και της ιδιωτικότητας»

 

 

Υποθέτω ότι η πρόσκληση να προλογίσω τη σημερινή εκδήλωση οφείλεται στη συρροή δυο ιδιοτήτων μου. Η πρώτη είναι η ιδιότητα του γενικού εισηγητή της πλειοψηφίας στην αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001 και η δεύτερη είναι η ιδιότητα του Εισηγητή στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτά λοιπόν που έχω να συνεισφέρω στην εκδήλωση είναι ελάχιστα διότι η ιδιότητα και το κύρος του συντονιστή της εκδήλωσης, η εμπειρία και η εξοικείωση με το θέμα που έχουν όλοι οι εισηγητές, θα καθιστούσαν περιττό o,τιδήποτε θα έλεγα εγώ. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, για λόγους ιστορικούς, θα ήθελα να θυμίσω με την πρώτη μου ιδιότητα ότι το 2001 δίπλα στα τότε ισχύοντα άρθρα 5 παρ. 1, 9 και 14 του Συντάγματος -με την αρχική μορφή του άρθρου 14- προστέθηκαν πολλές νέες διατάξεις και τροποποιήθηκαν κρίσιμες συνταγματικές διατάξεις.

Προστέθηκε, όπως όλοι γνωρίζουμε, το άρθρο 5Α για το δικαίωμα στην πληροφόρηση, το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας, το δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά. Προστέθηκε επίσης η ρητή πλέον διάταξη του άρθρου 9Α, άρθρο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων με την οποία εγκαθιδρύεται δια του Συντάγματος η Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα της οποίας προεδρεύει τώρα ο κ. Μενουδάκος. Επίσης θέλω να θυμίσω πως τροποποιήθηκαν άλλες πολύ σημαντικές διατάξεις, η παράγραφος 5 του άρθρου 14, με την οποία προβλέπεται πλέον ρητά το δικαίωμα απάντησης του θιγομένου ή του ενδιαφερομένου και η υποχρέωση επανόρθωσης σε περίπτωση ανακριβούς, υβριστικού ή δυσφημιστικού δημοσιεύματος ή εκπομπής όπως βεβαίως ορίζεται ειδικότερα στο νόμο.

Προστέθηκε η παράγραφος 7 για την αστική και την ποινική ευθύνη του Τύπου και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης- που αφήνει, βέβαια, ανοιχτό το ζήτημα τι συνιστά μέσο μαζικής ενημέρωσης την εποχή του διαδικτύου. Αναμορφώθηκε ριζικά το άρθρο 19 με την προσθήκη της παραγράφου 2 και της παραγράφου 3 με τις οποίες αφενός μεν προβλέπεται η άλλη ανεξάρτητη αρχή, η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, που, όπως πολλές φορές έχουμε συζητήσει θα μπορούσε να συνιστά και μια ενιαία αρχή με την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, δεν πιστεύω ότι το Σύνταγμα το απαγορεύει, αφετέρου δε προβλέφθηκε ρητά στο Σύνταγμα η απαγόρευση χρήσης αποδεικτικών μέσων, όλοι λένε με ευκολία «που αποκτήθηκαν παράνομα». Η διατύπωση του άρθρου 19 παράγραφος 3 είναι «η απαγόρευση χρήσης αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν κατά παράβαση του άρθρου αυτού», δηλαδή του άρθρου 19 παράγραφος 1 «και των άρθρων 9 και 9Α του Συντάγματος».

Τώρα, με τη δεύτερη και τρέχουσα ιδιότητά μου στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης θέλω να θυμίσω το προφανές, ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ακόμα και τα πολλά πρόσθετα   πρωτόκολλά της είναι ως κείμενο κανονιστικό πολύ πιο λιτό στη διατύπωσή της από το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα το οποίο πλέον διαθέτει μεγάλο αριθμό ρητών διατάξεων και άρα ανοίγει ένα ζήτημα πρακτικής εναρμόνισης και ερμηνευτικού συντονισμού των διατάξεων αυτών.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαθέτει τα κλασσικά εργαλεία του άρθρου 8 και του άρθρου 10. Το άρθρο 8 ,όπως θα ακούσουμε προφανώς, προστατεύει πλήθος δικαιωμάτων, πλήθος εννόμων αγαθών, μεταξύ των οποίων και η ιδιωτικότητα, και τα στοιχεία που εμείς αντλούμε από το άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης, κατά βάση αυτά που προστατεύονται και στο άρθρο 14 αλλά και στο άρθρο 16 του Ελληνικού Συντάγματος.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όμως, έχει διαμορφώσει μια νομολογία πολύ πιο πλούσια και πολύ πιο εκλεπτυσμένη από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, άλλωστε διαχέονται τα ζητήματα σε επιμέρους δικαιοδοσίες γιατί η προστασία της προσωπικότητας και της ιδιωτικότητας αλλά και της ελευθερίας της έκφρασης θέτει ζητήματα αστικού, διοικητικού ή ποινικού ενδιαφέροντος. Πάντως ο δικαστής της Σύμβασης είναι δικαστής δικαιωματιστής, και, ως εκ τούτου η νομολογία του είναι πολύ πιο καθαρή στον προσανατολισμό της στις γενικές αρχές.

Ο δικαστής του Στρασβούργου έρχεται συνεχώς σε επαφή με πλήθος περιστατικών, μερικά από αυτά είναι εντυπωσιακά, ξεπερνούν τη φαντασία την εργαστηριακή του ερευνητή του Δικαίου. Άλλωστε αυτά τα περιστατικά προέρχονται από 47 διαφορετικές κοινωνίες, από 47 διαφορετικά νομικά και δικαστικά συστήματα, ως εκ τούτου υπάρχει ένας πλούτος νομολογιακής επεξεργασίας, υπάρχουν αποχρώσεις οι οποίες είναι ενδιαφέρουσες και δεσμεύουν τον Έλληνα δικαστή.

Πιστεύω βαθύτατα μέσα και από την εμπειρία μου την πρακτική των τελευταίων ετών, ότι όταν μιλάμε για εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου δεν αναφερόμαστε απλά και μόνο στην εκτέλεση και την εφαρμογή των αποφάσεων στις οποίες η Ελλάδα ή και κάθε άλλο μέρος της Σύμβασης είναι διάδικος αλλά γενικότερα την αφομοίωση του νομολογιακού δεδικασμένου, του res interpretata, στα άλλα κράτη μέλη.

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαμορφώνει ένα ευρωπαϊκό κεκτημένο το οποίο είναι απάντηση στο πάρα πολύ πλούσιο απόθεμα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών, που, βεβαίως έχει αναδείξει την ελευθερία του λόγου σε μείζον συνταγματικό αγαθό, αλλά, και διακύβευμα στην έννομη τάξη των ΗΠΑ.

Η τελευταία μου παρατήρηση είναι πραγματολογική και αφορά τις νέες προκλήσεις και για την ελευθερία της έκφρασης αλλά και για την προστασία της ιδιωτικότητας, την προστασία της προσωπικότητας, για την προστασία όλων αυτών των δικαιωμάτων και των εννόμων αγαθών.

Αυτή η νέα πρόκληση πηγάζει από την εξέλιξη της τεχνολογίας βέβαια, - δεν θα πω δραματικά πολλές κοινοτυπίες- κυρίως από την παγκοσμιοποίηση της πληροφόρησης σε πραγματικό χρόνο. Η δε ύπαρξη του Διαδικτύου και ιδίως των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θέτει επί τάπητος πολύ σημαντικά νομικά προβλήματα, το πρώτο ήδη το ανέφερα: σε τι βαθμό η έκφραση μέσα από το διαδίκτυο εμπίπτει στις διατάξεις περί Μέσων Ενημέρωσης, ποια από όλες τις οργανωμένες δραστηριότητες συνιστά μέσο ενημέρωσης έχει αποφανθεί τώρα πια η ελληνική νομολογία, αλλά έχει ενδιαφέρον να συσχετίσουμε τις τάσεις της ελληνικής νομολογίας με αυτά που συμβαίνουν διεθνώς σε άλλες έννομες τάξεις και στα διεθνή δικαστήρια όπως το Δικαστήριο του Στρασβούργου.

Αλλά τώρα έχουμε να αντιμετωπίσουμε πολύ πιο ερεθιστικά φαινόμενα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε έναν ορυμαγδό fake news , έχουμε να αντιμετωπίσουμε την ίδια την έννοια τη μετα-αλήθειας, της post truth, δηλαδή μια αδιαφορία για τα πραγματικά περιστατικά και την επαλήθευση, ούτε καν για τη διαψευσιμότητα. Ο καθένας έχει τη δική του εκδοχή. Δηλαδή τα γεγονότα συνδέονται απολύτως με την πεποίθηση, άρα το ψεύδος συγχέεται απολύτως με την αλήθεια. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε οργανωμένες κυβερνο-επιθέσεις, συντονισμένη και φιλόδοξη παρέμβαση άλλων κρατών στις εσωτερικές πολιτικές διαδικασίες άλλων κρατών, άρα στην πραγματικότητα διεξάγεται ένας πόλεμος ο οποίος είναι ψηφιακός και δημογραφικός ταυτόχρονα. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε τα mega data, δηλαδή νέες τελείως διαφορετικές και εμπορικές μεθόδους   άντλησης αποθήκευσης, επεξεργασίας, εμπορίας και εκμετάλλευσης ασύλληπτου είδους προσωπικών δεδομένων – δεν θα αναφέρω αυτά που όλοι ξέρουμε, τι έγινε με το face book προσφάτως, τι γίνεται με τους κινδύνους όλων αυτών των πλατφορμών όπως το face time ή το messenger.

Αυτό που κατά τη γνώμη μου είναι ο κοινός παρονομαστής όλης αυτής της μεγάλης πρόκλησης, που συνιστά τον πρόλογο της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης και μια πολύ μικρή σκηνή από το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα κατάλυση της παραδοσιακής μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες διάκρισης μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας. Διότι χωρίς ιδιωτική σφαίρα δεν έχουμε και ιδιωτικό βίο, δεν έχουμε ιδιωτικότητα, δεν έχουμε προσωπικά δεδομένα. Υπάρχει λοιπόν μια εντυπωσιακή διεύρυνση της δημόσιας σφαίρας ή ακριβέστερα υπάρχει μια ανεπίγνωστη ενσωμάτωση της ιδιωτικής σφαίρας στη δημόσια που συντελείται ανεπαισθήτως κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυριαρχεί η χαλαρότητα και σε μεγάλο βαθμό η ανευθυνότητα του ιδιωτικού λόγου, αυτό όμως μεταφέρεται στη δημόσια σφαίρα και λειτουργεί πραγματολογικά ως γεγονός. Άρα σχόλια τα οποία πιστεύουμε πως απευθύνονται σε μια μικρή ομάδα φίλων μας, ή σχόλια υπό το κάλυμμα της ανωνυμίας στο διαδίκτυο μπορεί να δημιουργήσουν τεράστια προβλήματα προσβολών στην προσωπικότητα και εν γένει στα δικαιώματα άλλων. Χωρίς εμείς να ασκούμε ούτε το δικαίωμά μας στην πληροφόρηση ούτε την ελευθερία έκφρασης στη δημόσια σφαίρα, γιατί τελούμε υπό την πλάνη ότι αυτό συνιστά δραστηριότητα της ιδιωτικής σφαίρας, ενώ δεν είναι καθόλου μα καθόλου έτσι.

Άρα, αυτό συμβάλλει σε ένα γενικότερο φαινόμενο, το οποίο βρίσκεται στον βαθύτερο πυρήνα του θέματος, στην παρακμή και στον ευτελισμό του δημοσίου λόγου του νοουμένου πλέον σε αυτή τη διευρυμένη δημόσια σφαίρα που δεν αφήνει παρά ελάχιστα περιθώρια στον κατά κυριολεξία ιδιωτικό λόγο. Και αν σε αυτό προστεθεί και η εντυπωσιακή προσβολή των εγγυήσεων του Κράτους Δικαίου ως προς τη συμπεριφορά της δικαστικής εξουσίας, δηλαδή αν προστεθεί η κατάλυση των εγγυήσεων του κράτους δικαίου σε πολύ σημαντικά ζητήματα όπως το απόρρητο της ποινικής προδικασίας, το τεκμήριο αθωότητας, ο δικαστικός και εισαγγελικός λαϊκισμός, τότε, βεβαίως, είναι εύκολη η στοχοποίηση, ως κεντρική πολιτική επιλογή, των αντιπάλων. Είναι εύκολη η οργάνωση επιχειρήσεων «δολοφονίας χαρακτήρων», και, βεβαίως, είναι πάρα πολύ εύκολο να συγκροτούνται παραδικαστικά, παρακυβερνητικά δίκτυα νέου τύπου τα οποία απορρέουν μέσα από την αιμομικτική σχέση κυβέρνησης - μέσων ενημέρωσης και μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Όλα αυτά δεν λύνονται με τις κλασσικές έννοιες ούτε του ποινικού ούτε του αστικού δικαίου. Δεν θα μας δώσει απάντηση ούτε η έννοια του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος στη δέσμη των διατάξεων 361- 363 του Ποινικού Κώδικα, ούτε η ερμηνεία των σχετικών άρθρων του Αστικού Κώδικα για την προστασία της προσωπικότητας και την αδικοπραξία. Ενδεχομένως θα μας δώσει μια απάντηση η δέσμη των διατάξεων περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, σε συνδυασμό με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας των Προσωπικών Δεδομένων ,γιατί εκεί έχουμε ένα συνδυασμό δικαιϊκής και μάλιστα από ανεξάρτητη αρχή, ενδικοφανούς δηλαδή προστασίας, διοικητικής και στη συνέχεια και ποινικής προστασίας. Και βεβαίως υπάρχει πάντα η ατομική προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Αυτό, για τα δημόσια πρόσωπα, για τα δημόσια πρόσωπα όχι μόνο τα πολιτικά, για τα δημόσια πρόσωπα όχι μόνο της διαρκούς αλλά και της στιγμιαίας επικαιρότητας - αν έχετε δει την καταπληκτική ταινία του Γούντι Άλεν με τον Μπενίνι που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των ιταλικών Μέσων Ενημέρωσης για κάποιες μέρες και μετά χάνεται και αυτός γίνεται ένας καταθλιπτικός άγνωστος πολίτης. Μπορούμε να καταλάβουμε από την ταινία αυτή τι σημαίνει να είσαι πρόσωπο της «στιγμιαίας επικαιρότητας» και να δεινοπαθείς ως τέτοιο και βέβαια αυτό δεν αφορά μόνο τα πολιτικά πρόσωπα, τα οποία πρέπει να είναι ανεκτικά στο πλαίσιο της πολιτικής και κυρίως της κοινοβουλευτικής και προεκλογικής αντιπαράθεσης, κατά την άσκηση της εξουσίας. Αλλά αυτό αφορά και άλλα δημόσια πρόσωπα, αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, στελέχη της δημόσιας διοίκησης, τους δημόσιους διανοούμενους και ως εκ τούτου το αντικείμενο της έννοιας του δημοσίου προσώπου ή μάλλον η έκταση της έννοιας του δημοσίου προσώπου έχει εντυπωσιακά διευρυνθεί. Άρα οι σταθμίσεις που πρέπει να κάνουμε και ως διοικητικά όργανα και ως δικαστική εξουσία και ως επιστημονική κοινότητα είναι εξαιρετικά λεπτές και αυτές πρέπει να γίνονται μετά λόγου γνώσεως, γιατί ό,τι λέμε σε μια περίπτωση που μας φαίνεται αθώα και «αναίμακτη», μπορεί να είναι πάρα πολύ κρίσιμο για μια περίπτωση που είναι εξαιρετικά δύσκολη, επίπονη και αιματηρή.

Σας ευχαριστώ και εύχομαι καλή επιτυχία στη συζήτηση.

 

Tags: Κράτος Δικαίου | Δικαιώματα και ΕλευθερίεςΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019