Θεσσαλονίκη 12 Ιανουαρίου 2019

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην Θεσσαλονίκη κατά την παρουσίαση του βιβλίου του «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας» (εκδ. ΠΑΤΑΚΗ) στο Electra Palace 

 

Καταρχάς, σας ευχαριστώ πραγματικά για την παρουσία σας, την κάθε μία και τον κάθε έναν από εσάς. Σας ευχαριστώ πολύ για τον κόπο που κάνατε, μία κρύα ημέρα του χειμώνα αλλά ευτυχώς ηλιόλουστη μέχρι τώρα, να έρθετε εδώ, μεσημέρι Σαββάτου, να ιδωθούμε. Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία, να ανανεώσουμε την επαφή μας και τη σχέση μας και να συζητήσουμε για ένα θέμα το οποίο θα μπορούσε να είναι και βαρύ και απρόσιτο και καθόλου ελκτικό, όπως η σχέση Δημοκρατίας – συγκυρίας – Ιστορίας - Συντάγματος, ενώ ο κόσμος καίγεται. Τρέχουν εξελίξεις ζωτικές για τη χώρα, τίθενται ερωτήματα που αφορούν την εξωτερική πολιτική, ερωτήματα που αφορούν την οικονομική αντοχή της Ελλάδας, ερωτήματα που αφορούν τον συσχετισμό των δυνάμεων, τις εκλογές, το μέλλον, το θεμελιώδες ερώτημα εάν η χώρα μπορεί να αντέξει και να ξαναγίνει μία ομαλή, κανονική χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ζώνης του Ευρώ.

Στην πραγματικότητα όμως, πίσω από αυτές τις κάπως πιο αφηρημένες και θεωρητικές προσεγγίσεις για τη σχέση Δημοκρατίας και συγκυρίας, για τη σχέση Δημοκρατίας και Ιστορίας, για το ρόλο του Συντάγματος, για τους κινδύνους της αναθεώρησης, κρύβονται οι απαντήσεις για τα πρακτικά, επίκαιρα και επείγοντα ζητήματα του τόπου, του έθνους. Γι’ αυτό ευχαριστώ πραγματικά, πάρα πολύ, εκτός από εσάς, τις εκδόσεις Πατάκη που μου έδωσαν την ευκαιρία να υπάρχει αυτός ο τόμος, τον Κύκλο Ιδεών που οργανώνει αυτές τις εκδηλώσεις. Βέβαια τους εισηγητές και τον συντονιστή της σημερινής εκδήλωσης, το Σάκη Μουμτζή, με τον οποίο συνδεόμαστε από τα φοιτητικά μας χρόνια και που τώρα είναι ένας μάχιμος και μαχόμενος ιστορικός και αναλυτής. Τον ομότιμο καθηγητή, αγαπητό συνάδελφο και φίλο, Πέτρο Βασιλειάδη, που είναι κατά κάποιο τρόπο προνομιακός συνομιλητής μου στα θέματα που έχουν σχέση με τον θεολογικό προβληματισμό και την εκκλησία, αλλά από το κανονικό δίκαιο της εκκλησίας προκύπτει η γενική θεωρία του κράτους και του Συντάγματος και δεν μπορεί κανείς να ασχοληθεί με τη θεωρία του κράτους, με τις σχέσεις εξουσίας και με το Συνταγματικό Δίκαιο, αν δεν έχει στοιχειώδη τουλάχιστον ενημέρωση για τα ζητήματα αυτά. Και για την πολιτική θεολογία που κρύβεται πίσω από τη νεωτερική πολιτική σκέψη και πολιτειολογική θεωρία των τελευταίων τριών αιώνων. Του είμαι πραγματικά ευγνώμων για τις απαντήσεις που μου δίνει αλλά και για τη διαρκή συνομιλία που έχουμε γύρω από πολλά τέτοια θέματα. Θέλω να ευχαριστήσω τον άκρως γενναιόδωρο Θανάση Διαμαντόπουλο, έναν από τους πιο έγκριτους πολιτικούς επιστήμονες της χώρας, για τα όσα είπε εκ του περισσεύματος της καλοσύνης του, γιατί φυσικά είναι πολύ ευχάριστο να ακούς υπερβολικούς επαίνους, αλλά εσείς θα κάνετε τον αναγκαίο αποπληθωρισμό και θα εστιάσετε στην ουσία των όσων λέγονται. Παρόλα αυτά, η ευγνωμοσύνη μου είναι δεδομένη. Ο Παναγιώτης Μαντζούφας είναι, όπως καταλάβατε, ένας από τους μαθητές μου που κοσμούν τώρα την ακαδημαϊκή κοινότητα και τη θεωρία ειδικότερα του Συνταγματικού Δικαίου, καθηγητής ο ίδιος του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης. Και βέβαια, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης είναι ένα πρόσωπο της ελληνικής λογοτεχνίας που δεν χρειάζεται συστάσεις, του είμαι πραγματικά υποχρεωμένος γιατί ασχολήθηκε με το ύφος μου, το ύφος είναι ο άνθρωπος, είναι η γνωστή γαλλική έκφραση ότι le style c’est l’homme. Πραγματικά πίσω από αυτή τη σχέση με τις λέξεις, κρύβονται, για να κάνω μία άλλη παραφθορά, τα πράγματα. Γιατί χωρίς τις λέξεις και την εκφορά των λέξεων, στην πραγματικότητα δεν αντιλαμβανόμαστε ούτε τα γεγονότα ούτε τις καταστάσεις. Καμιά φορά, φτάνει και μόνον η εκφώνηση των λέξεων για να συντελείται ένα γεγονός. Αυτή ήταν η βασική αντίληψη του ρωμαϊκού δικαίου επάνω στην οποία επίσης οικοδομείται επιστημολογικά η νομική επιστήμη, στα verba solemnia, στα ιερά λόγια.  

Βεβαίως, όλα αυτά τα οποία ειπώθηκαν, θα με απάλλασσαν από κάθε υποχρέωση να αναφερθώ εγώ ο ίδιος στο περιεχόμενο του βιβλίου, αλλά πρέπει να ανταποκριθώ στην προσέλευσή σας και να πω δυο λόγια.

Γιατί η Δημοκρατία είναι από τη φύση της συγκυριακή; Γιατί είναι περιοδική. Η δημοκρατία, η φιλελεύθερη δημοκρατία, αυτό που λέμε δυτική ή συνταγματική δημοκρατία, όλοι αυτοί οι όροι είναι τελικά συνώνυμοι και εν τέλει η ευρωπαϊκή δημοκρατία, όχι με την έννοια της Δημοκρατίας μέσα στο θεσμικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και αυτό, αλλά πρωτίστως η Δημοκρατία στα κράτη-μέλη της Ένωσης, γιατί το εθνικό επίπεδο είναι πάντα εξαιρετικά κρίσιμο επίπεδο, είναι από τη φύση της περιοδική, γιατί χωρίς περιοδικές εκλογές δεν υπάρχει δημοκρατία. Θεμελιώδες στοιχείο του ορισμού της Δημοκρατίας είναι η προσωρινότητα και η ανανέωση της δημοκρατικής εντολής. Άρα, δεν μπορείς να έχεις εξ ορισμού δημοκρατία η οποία είναι οριστική και παγιωμένη. Δεν μπορείς να έχεις μία μη-κυμαινόμενη δημοκρατία, μία δημοκρατία η οποία αιωρείται εκτός της πραγματικότητας ή θεωρεί ότι έχει κάνει αμετάκλητες επιλογές.

Αυτό είναι βέβαια πολύ εμφανές όχι μόνον στις εκφράσεις της άμεσης δημοκρατίας, οι οποίες είναι τώρα πια πολύ σπάνιες -δημοψηφίσματα - αλλά κυρίως όταν οργανώνεται και λειτουργεί η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, γιατί η σύγχρονη δημοκρατία ή είναι αντιπροσωπευτική ή δεν υπάρχει. Όλες οι θεωρίες που επιχείρησαν να κυριαρχήσουν και εν μέρει κυριάρχησαν στον σύντομο 20ο αιώνα μέχρι την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, για μία άλλη Δημοκρατία που δεν είναι τυπική, που δεν είναι αστική, που δεν είναι αντιπροσωπευτική, που δεν είναι η Δημοκρατία όπως την εννοούμε ως δυτική Δημοκρατία, αυτές οδήγησαν στην πραγματικότητα σε μία απολογία του ολοκληρωτισμού.

Η περιοδικότητα, και άρα η αμφισβήτηση, ο σχετικισμός της δημοκρατίας, το γεγονός ότι το εκλογικό σώμα διατηρεί το θεμελιώδες δικαίωμα να διατυπώνει ανά περιόδους τη γνώμη του και να την αλλάζει, και να την αλλάζει ριζικά, κάνοντας νέα λάθη ή επιβεβαιώνοντας παλιά λάθη, είναι συστατικό στοιχείο της Δημοκρατίας. Όμως, αυτό δεν μας επιτρέπει να έχουμε τον αναγκαίο βαθμό διορατικότητας και επίγνωσης. Δεν μας επιτρέπει να είμαστε αλληλέγγυοι με τις επόμενες γενεές. Η Δημοκρατία, λόγω περιοδικότητος, λόγω του συγκυριακού και ρευστού χαρακτήρα της, θέτει τα δρώντα υποκείμενά της, τον κάθε πολίτη και πολύ περισσότερο το πολιτικό προσωπικό, το πολιτικό σύστημα, αυτούς που διεκδικούν ή ασκούν την εξουσία, αντιμέτωπους με το θεμελιώδες και υπαρξιακό ερώτημα εάν και πόσο λαμβάνουν υπ’ όψιν τα παιδιά και τα εγγόνια τους.

Αυτή είναι η σχέση της Δημοκρατίας με την Ιστορία, η οποία γίνεται αντιληπτή εκ των υστέρων και καθυστερημένα. Ενδεχομένως όταν γίνεται αντιληπτή δεν υπάρχει το περιθώριο επανόρθωσης λαθών ή η διαδικασία επανόρθωσης των λαθών είναι εξαιρετικά επώδυνη, γιατί πλέον δεν βρισκόμαστε στην Ιστορία των γεγονότων αλλά έχουμε περάσει στην Ιστορία των καταστάσεων.

Αυτό είναι και το σταυρικό πρόβλημα, αλλά και το μεγαλείο του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Γιατί, στο αντιπροσωπευτικό σύστημα αυτός που λαμβάνει την εντολή και ενεργεί εν ονόματι του λαού, αλλά ενεργεί μόνος του στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, καλείται πολύ συχνά, σε στιγμές κρίσης, να απαντήσει σε διλήμματα τα οποία τον φέρνουν αντιμέτωπο με τη συγκυριακή δημοκρατική εντολή που έχει και με την επιθυμία του εκλογικού του σώματος, ενώ η ιστορική και θεσμική του ευθύνη του επιβάλλει να λάβει μία άλλη απόφαση, άρα η έννοια του πολιτικού κόστους είναι αυτή που φέρνει σε επαφή τη συγκυρία με την Ιστορία.

Εάν ο γνώμονάς σου είναι η συγκυρία και έχεις πλήρη έλλειψη επίγνωσης των επιπτώσεων για το μέλλον, τότε δεν χρειάζεται να αναλάβεις πολιτικό κόστος, γιατί μπορεί να είσαι μονίμως ευχάριστος, μονίμως “στον καιρό”, μονίμως επάνω στο ρεύμα της κοινής γνώμης. Δεν χρειάζεται καν να εμφανίζεσαι ως λαϊκιστής, γιατί ο ίδιος ο λαός σου δίνει την αυθόρμητη και αυτόματη λύση. Εάν όμως καλείσαι να λάβεις αποφάσεις που ξέρεις ότι θα κριθούν εκ των υστέρων, σε επόμενο χρόνο, και επηρεάζουν τη ζωή και το μέλλον των επόμενων γενεών, τότε, βεβαίως, μπορεί να χρειαστεί να έρθεις αντιμέτωπος με τη βούληση των εκλογέων σου, άρα αναλαμβάνεις ένα πολιτικό κόστος το οποίο καταγράφεται ως πιθανό ιστορικό όφελος για τις επόμενες γενιές.

Για να το πω πιο απλά ακόμη, όταν το Σύνταγμά μας λέει ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και ασκούνται υπέρ του λαού και του έθνους, στην πραγματικότητα επιβεβαιώνει τον περιοδικό, παροδικό και συγκυριακό χαρακτήρα της Δημοκρατίας, που την εκφράζει η βούληση του λαού, αλλά επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη η ιστορική αξιολόγηση και η ιστορική επίπτωση αυτού που κάνεις, που αφορά στην πραγματικότητα τη ζωή και τη μοίρα του έθνους. Άρα η σχέση της Δημοκρατίας με την Ιστορία, δεν είναι μία σχέση με το παρελθόν, δεν είναι η ερμηνεία των γεγονότων και των καταστάσεων, δεν είναι η μνήμη, δεν είναι η συλλογική πρόσληψη του παρελθόντος, αλλά είναι η αγωνία που πρέπει να υπάρχει για τη διασφάλιση του μέλλοντος. Είναι στην πραγματικότητα μία μάχη ανάμεσα σε μία μυωπική και μία πιο διορατική προσέγγιση της πραγματικότητας.

Αυτό τώρα, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι επαρκώς αφηρημένο. Ας πάρουμε το πιο εύκολο και το κρίσιμο παράδειγμα, η μεταπολίτευση. Οι αλλεπάλληλες εκλογές της καλύτερης περιόδου της χώρας, θεσμικά και αναπτυξιακά, από το 1974 έως σήμερα, ανέδειξαν κυβερνήσεις που παρουσίασαν τα προγράμματά τους, ψηφίστηκαν και ξαναψηφίστηκαν από τον ελληνικό λαό. Η ίδια περίοδος ανέδειξε αντιπολιτεύσεις που αντέκρουσαν τα κυβερνητικά προγράμματα και προέβαλαν τα δικά τους και που κατέστησαν κυβερνήσεις, και όλο αυτό διαπερνάται από μία κόκκινη γραμμή που είναι η δημοσιονομική διαχείριση και το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. Εάν αυτά τα αντιμετωπίζει μία κυβέρνηση, υπό την έγκριση του λαού και μάλιστα την επαναλαμβανόμενη περιοδική έγκριση του λαού, συγκυριακά, μπορεί να θεωρεί ότι το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα, που ψηφίζεται με τον προϋπολογισμό κάθε Δεκέμβριο, αφορά το συγκεκριμένο έτος, δεν έχει καμία γενικότερη επίπτωση, επιτρέπει να ασκηθεί μία επεκτατική πολιτική παροχών, επιτρέπει να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της ανάπτυξης, επιτρέπει να ικανοποιηθούν κοινωνικά ακροατήρια, να αντιμετωπιστούν πιθανές δυσαρέσκειες, να λυθούν προβλήματα. Αλλά αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί ένα μοντέλο ανάπτυξης που δεν έχει προοπτική, δεν έχει βάθος, δεν έχει πραγματικό περιεχόμενο, είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ένα κέλυφος χωρίς ανταγωνιστικότητα, χωρίς παραγωγικότητα, χωρίς τις αναπτυξιακές δομές που απαιτούνται. Και ταυτόχρονα η σώρευση αυτών των πολλών ετησίων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, μαζί με τη σώρευση των αναλογιστικών ελλειμμάτων των ασφαλιστικών ταμείων, οδηγεί στο κολοσσιαίο πρόβλημα του δημοσίου χρέους.

Για να το πω ακόμη πιο απλά, όταν μιλάμε με όρους δημοσιονομικού ελλείμματος, μιλάμε με όρους συγκυρίας, ενώ όταν μιλάμε για το δημόσιο χρέος, μιλάμε με όρους Ιστορίας. Εάν όμως αυτό δεν το συλλάβεις εγκαίρως και δεν το διαχειριστείς με την αναγκαία επίγνωση, σε φέρνει σε θέση τέτοια που σου καλεί να καταβάλεις σωρευτικά το πολιτικό κόστος που απέφυγες τα προηγούμενα χρόνια. Αυτή είναι η περιγραφή της κρίσης. Η έλλειψη ιστορικής επίγνωσης και διορατικότητας και ετήσιας περιοδικής δημοσιονομικής ευθύνης για την αποφυγή του συγκυριακού κόστους, οδηγεί στην ανάγκη να καταβληθεί ένα κολοσσιαίο κόστος που πλήττει τη δημοκρατία, γιατί επιτρέπει επάνω σε αυτό να οικοδομηθεί η ψευδαίσθηση, ο λαϊκισμός και το αδιέξοδο.

Όταν μιλάμε για Ιστορία, δεν μιλάμε για μακρύ ιστορικό χρόνο πάντα κυριολεκτικά, μπορεί ο χρόνος να πυκνώνεται και μπορεί μέσα σε μικρά ημερολογιακά διαστήματα να συμβαίνουν μεγάλες ιστορικές μεταβολές. Η κατοχή στην Ελλάδα ήταν σχεδόν τρία χρόνια, εντούτοις ιστορικά ακόμη διερευνούμε την περίοδο 1941-1944 και δεν έχουμε καταλήξει, ούτε θα καταλήξουμε ποτέ, σε οριστικά ιστορικά συμπεράσματα. Η περίοδος από το 2010 έως το 2019 είναι μία περίοδος στην οποία έχει πυκνωθεί ο χρόνος, έχουν συντελεστεί ιστορικές μεταβολές. Αντιμετωπίζει η Ελλάδα, η ελληνική κοινωνία, η κοινή γνώμη –ας το πω ακόμη πιο χαλαρά– το 2019 με τον ίδιο τρόπο τα προβλήματα αυτά, όπως τα αντιμετώπιζε τον Ιανουάριο του 2015; Όπως τα αντιμετώπιζε στις ευρωεκλογές του 2014; Όπως τα αντιμετώπισε στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012 ή πολύ περισσότερο με την ευκολία και τον αυθορμητισμό ή την ανευθυνότητα βεβαίως, με την οποία το 62% του εκλογικού σώματος είπε όχι στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, για να εισπράξει ως απάντηση την επόμενη ημέρα αυτού του κολοσσιαίου «όχι» ένα αδυσώπητο «ναι» από αυτούς που εκπροσωπούσαν το «όχι»; Αυτή είναι η σχέση της δημοκρατίας με τη συγκυρία και την ιστορία. Η συγκυρία έδωσε στο δημοψήφισμα ένα ηχηρό «όχι» εκτόνωσης -ποιου εναντίον ποίου και με ποια προοπτική- και στη συνέχεια η ιστορία επέβαλε ένα μεγάλο «ναι», το οποίο, τι είναι τώρα; Είναι το κλειδί της αναδρομικής ανάγνωσης όλων των εξελίξεων, γιατί αποδεικνύεται ότι οι «νέοι» έλεγαν αλήθεια και όχι αυτοί που ισχυριζόντουσαν ότι οι «παλαιοί» έλεγαν ψέματα.

Άρα η διάκριση μεταξύ του παλαιού και του νέου και η ανάδειξη του εσωτερικού εχθρού είναι ο πυρήνας του λαϊκισμού. Η αλήθεια είναι ότι όπως η συγκυρία είναι γενετικό στοιχείο και στοιχείο του ορισμού της δημοκρατίας, έτσι και ο λαϊκισμός, ο κίνδυνος του λαϊκισμού, η ροπή προς το λαϊκισμό είναι γενετικό στοιχείο της Δημοκρατίας και αυτό. Γιατί η Δημοκρατία δεν είναι η Δημοκρατία της ευθύνης, η Δημοκρατία της αλήθειας, η Δημοκρατία των υπεύθυνων μειοψηφιών, είναι η Δημοκρατία των μεγάλων πλειοψηφιών. Για να κατακτήσεις τις μεγάλες πλειοψηφίες, πρέπει να απλουστεύεις τα πράγματα και για να απλουστεύσεις τα πράγματα και για να τα κάνεις δελεαστικά συχνά πρέπει να δημαγωγήσεις, να συνθηματολογήσεις, στην πραγματικότητα να καθυποτάξεις τη λογική, να παρουσιάσεις μία εικόνα απλουστευμένη, ειδυλλιακή και επικίνδυνη. Αλλά χωρίς, ίσως, ένα κάποιο φλερτ με το λαϊκισμό δεν επιτυγχάνεται νίκη. Γι’ αυτό αναπτύσσεται και η θεωρία του «καλού» λαϊκισμού που θα διώξει τον «κακό» λαϊκισμό, για να έχεις τη δυνατότητα να αποκτήσεις τις θεσμικές προϋποθέσεις άσκησης εξουσίας, δηλαδή να έχεις την κοινοβουλευτική ή προεδρική πλειοψηφία που απαιτείται ανάλογα με το εάν το σύστημα είναι κοινοβουλευτικό ή προεδρικό. Αυτό είναι ένα ανοικτό ερώτημα το οποίο δεν λύνεται εύκολα, δεν λύνεται καθόλου.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το μεγάλο πρόβλημα της Δημοκρατίας είναι οι προφανείς, οι οφθαλμοφανείς παραφθορές της, ότι το πρόβλημα της Δημοκρατίας στην Ελλάδα τώρα, το τελευταίο εξάμηνο αυτής της κυβέρνησης που θα είναι χειρότερο από το πρώτο εξάμηνο του 2015, είναι ο ευτελισμός των κοινοβουλευτικών θεσμών. Το γεγονός ότι καταλύεται η δημοκρατική ή η κοινοβουλευτική αρχή και η αρχή της δεδηλωμένης, ότι εκβιάζονται συνειδήσεις βουλευτών ή δελεάζονται βουλευτές προκειμένου να έχουμε μία επανάληψη, ως καρικατούρα βεβαίως, της δεκαετίας του 1965 με λιγότερο σημαντικούς και περισσότερο ευάλωτους πρωταγωνιστές.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το μεγάλο πρόβλημα τώρα είναι η θεσμική εκτροπή, όπως λένε οι δικαστικές ενώσεις, η εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης, η απόπειρα δολοφονίας χαρακτήρων πολιτικών αντιπάλων, ο ευτελισμός των εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Ή θα μπορούσε να πει ότι όλα αυτά είναι δευτερεύοντα και το μεγάλο θέμα είναι ότι είμαστε εκτός αγορών, ότι κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε σε αδιέξοδο και πρέπει να κάνουμε πολύ συγκεκριμένες κινήσεις, οι οποίες να αποτρέψουν το ενδεχόμενο η χώρα να «ξανακρεμαστεί στα μανταλάκια» των διεθνών αγορών, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης.

Όλα όμως αυτά είναι πρόβλημα, διότι η συγκυρία έχει αναδείξει ένα άλλο δίλημμα το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να το συλλάβει κανείς. Το δίλημμα, το τεχνητό και επικίνδυνο δίλημμα, ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας της δημοκρατίας και απαλλαγής της δημοκρατίας από αυτούς που τη νέμονται και τη φθείρουν και στην ανάγκη ιστορικής και μακροπρόθεσμης υπευθυνότητας στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Αυτή είναι η σύγκρουση των θεωριών όταν η αντιπολίτευση λέει «προέχει να φύγει αυτή η κυβέρνηση» και το αντεπιχείρημα της κυβέρνησης είναι «όχι, προέχει να κυρωθεί η Συνθήκη των Πρεσπών», γιατί αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα που αφορά την εξωτερική πολιτική και αξιοπιστία της χώρας, αλλά δεν αφορά την ασφάλεια της χώρας, δεν έχει την κρισιμότητα που έχουν τα θέματα των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, τα θέματα στα οποία κρίσιμος είναι ο στρατιωτικός συσχετισμός.

Αλλά μία κυβέρνηση που κατασκευάζει αυτό το δίλημμα, που δεν διστάζει να αλλοιώσει θεμελιώδεις δημοκρατικούς θεσμούς στο όνομα δήθεν μίας ευθύνης εθνικής, είναι μία κυβέρνηση που δεν ξέρει τι σημαίνει συναίνεση, δεν ξέρει τι σημαίνει μεταπλειοψηφική δημοκρατία, δεν ξέρει τι σημασία έχει να υπάρχει εθνική ενότητα. Αυτή είναι η ιστορική προσέγγιση.

Στη δε Ευρωπαϊκή Ένωση, η κρίση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας είναι η κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Γιατί γίνεται αυτό που γίνεται στην Ευρώπη; Γιατί έχουμε κίτρινα γιλέκα στη Γαλλία; Γιατί έχουμε τον Salvini στην Ιταλία; Γιατί έχουμε τον Orban στην Ουγγαρία; Γιατί έχουμε την άνοδο του εναλλακτικού ακροδεξιού κόμματος στη Γερμανία; Γιατί εμφανίστηκαν ξανά Φρανκιστές στην Ισπανία και κυβερνούν τώρα στην Ανδαλουσία; Γιατί υπάρχει κρίση δημόσιας ηθικής, σε βάθος, σε χώρες όπως η Ρουμανία, η Σλοβακία, η Μάλτα, ακόμα κι εάν εκεί κυβερνούν προοδευτικά κατ’ όνομα, δηλαδή σοσιαλιστικά ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα; Γιατί συμβαίνει αυτό;

Αυτό συμβαίνει γιατί οι θεσμοί οι δημοκρατικοί δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν, όχι την οικονομική κρίση αλλά την κρίση ασφάλειας. Η κρίση ασφάλειας είναι κρίση ασφάλειας με την έννοια της διαχείρισης των μεταναστατευτικών ροών, κρίση εθνικής ταυτότητας απέναντι στον κίνδυνο εντός εισαγωγικών της παγκοσμιοποίησης και του διεθνούς ανταγωνισμού, η κρίση ανασφάλειας είναι κρίση αστυνομική με την τεχνική-πρακτική έννοια του όρου, σε σχέση με το κοινό έγκλημα, και είναι και κρίση σε σχέση με τις ασύμμετρες απειλές της τρομοκρατίας, γιατί έχουμε εκδηλώσεις τρομοκρατικές σε ευρωπαϊκές πόλεις. Αυτό το σύνθετο φαινόμενο της ανασφάλειας, βεβαίως, γίνεται το θερμοκήπιο όχι του λαϊκισμού αλλά της ακροδεξιάς, του ρατσισμού, του εθνικισμού και τελικά της αμφισβήτησης της φιλελεύθερης δημοκρατίας, δηλαδή της αμφισβήτησης των δικαιωμάτων των άλλων, των μειονοτήτων, των μειοψηφιών. Η δημοκρατία λειτουργεί, λειτουργεί πλειοψηφικά, λειτουργεί ως έγκριση του μονοπρόσωπου οργάνου που είναι ο ηγέτης, ο ένας, με ό,τι αυτό σας θυμίζει, αλλά δεν λειτουργεί ως ένα σύστημα αντιπροσωπευτικό, συλλογικό, συνδυασμένο με τις εγγυήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλαδή του κράτους δικαίου. Γι’ αυτό όλοι στρέφονται, όταν οργανώνουν την αυταρχική δημοκρατία, τη μη φιλελεύθερη δημοκρατία, κατά της δικαιοσύνης και της ανεξαρτησίας της και κατά των μέσων ενημέρωσης που είναι κριτικά.

Αυτό συμβαίνει και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η σύγκρουση είναι σύγκρουση δικαστική σε πολύ μεγάλο βαθμό, είναι σύγκρουση του Προέδρου με τα μέσα ενημέρωσης, τα έγκυρα μέσα ενημέρωσης, την Washington Post, το CNN και ούτω καθεξής. Είναι η ίδια σύγκρουση που διεξήχθη και στην Ελλάδα, είναι μία σύγκρουση που διεξάγεται για τη δικαιοσύνη και για τα μέσα ενημέρωσης. Γι’ αυτό αναφέρομαι στο βιβλίο ειδικότερα στα δύο αυτά παραδείγματα.

Είναι εντυπωσιακό ότι στην Ελλάδα, χάρη στο Σύνταγμα, διαφυλάσσεται σε πολύ μεγάλο βαθμό η υπόσταση της δικαιοσύνης και διαφυλάσσεται έως ένα βαθμό και ο πλουραλισμός στα μέσα ενημέρωσης, με την κυβέρνηση να ελέγχει απολύτως έναν συντριπτικά μεγάλο αριθμό έντυπων και ψηφιακών μέσων ενημέρωσης.

Αυτά είναι προβλήματα τα οποία συνδέονται με την οικονομική προοπτική της χώρας; Απολύτως συνδέονται. Μία χώρα χωρίς εθνική αποταμίευση, χωρίς καταθέσεις, χωρίς τραπεζικό σύστημα, το οποίο εάν δεν έχει καταθέσεις και δεν πουλά δάνεια δεν μπορεί να επιβιώσει, δεν έχει τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις ανάταξης. Μία χώρα η οποία βασίζεται στο «υπερπλεόνασμα», δηλαδή στην αποδιάρθρωση και τον ευτελισμό της μεσαίας τάξης, που εξυπηρετεί μεγάλα οικονομικά συμφέροντα αλλά θέλει να προλεταριοποιήσει την υπόλοιπη κοινωνία και να την καταστήσει μία κοινωνία επιδοματούχων, οργανώνει μία κολοσσιαία παγίδα υπανάπτυξης και φτώχειας. Αυτό το έκανε το 2016, το 2017, το 2018. Το 2019 δεν υπάρχει υπερπλεόνασμα, είναι οριακή η εκτέλεση του προϋπολογισμού. Για πρωτογενές πλεόνασμα που έχουμε υποχρέωση να παρουσιάσουμε 3,5% του ΑΕΠ το 2019, ο στόχος του προϋπολογισμού είναι 3,6%, δηλαδή μία μικρή αστοχία σε φέρνει κάτω από το στόχο.

Τι λέει η αντιπολίτευση; Λέει λογικά ότι διεκδικούμε δημοσιονομικό χώρο, άρα έναν μικρότερο στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος και μέχρι το 2022 και κυρίως μετά. Μα το ίδιο δεν λέει και η Γαλλία μετά από τις πιέσεις που άσκησαν τα «κίτρινα γιλέκα»; Το ίδιο δεν λέει και η Ιταλία που οδηγήθηκε σε μεγάλη σύγκρουση με τη Commission για να αποκτήσει δημοσιονομικό χώρο 0,8% του ΑΕΠ στο δημοσιονομικό έλλειμμα; Ενώ εμείς μιλάμε με όρους τώρα πρωτογενούς πλεονάσματος, δηλαδή μιλάμε με πολύ πιο σκληρούς όρους, που έχουν σχέση με το γεγονός ότι καταφέραμε το 2012 να μειώσουμε εντυπωσιακά, σε πρωτοφανές παγκοσμίως επίπεδο το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, δηλαδή τους ετήσιους τόκους του χρέους. Από 100 ευρώ πληρώνουμε τα 40 ευρώ αντί για τα 100 ευρώ, μειώσαμε 60% τον τόκο, δίνοντας μία άλλη δυνατότητα. Αυτή η δυνατότητα είχε καταγγελθεί, επάνω στη δυνατότητα αυτή καλλιεργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι υπάρχει μία άλλη λύση και τώρα, επάνω στις ρυθμίσεις του 2012 οργανώνονται τα μέτρα για περαιτέρω μειώσεις του χρέους. Αυτή είναι η δημοκρατία πρακτικά.

Το πρόβλημα της χώρας, λοιπόν, είναι ένα πρόβλημα συνταγματικό; Στο Σύνταγμα θα λύσουμε το πρόβλημα της ανασυγκρότησης του τόπου, το πρόβλημα της επενδυτικής αποχής, το πρόβλημα της ανεργίας, το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας; Η Βουλγαρία έχει δημόσιο χρέος 26%, η Ελλάδα έχει περίπου 180%, 26% είχε δημόσιο χρέος η Ελλάδα το 1980. Άρα σκεφτείτε πόσο δυναμικό, πόσο potential κρύβει για μία χώρα όπως η Βουλγαρία, αυτό το τόσο χαμηλό δημόσιο χρέος. Τοποθετούμαστε διαφορετικά στο χώρο, όχι στον Ευρωπαϊκό χώρο, στο Βαλκανικό χώρο, στο χώρο της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Άρα χρειαζόμαστε ένα άλλο Σύνταγμα; Θα μπορούσε να υπάρξει μία διαδικασία αναθεώρησης εάν υπήρχε ένα περιβάλλον συναινετικό που επέτρεπε την υπεύθυνη συζήτηση, τη συμφωνία, να λύσουμε προβλήματα που δεν μπορέσαμε να λύσουμε το 2001 επειδή η Νέα Δημοκρατία δεν είχε τη διορατικότητα να αντιληφθεί τι συνέβαινε. Αλλά το βασικό δεν είναι να αλλάξουμε το Σύνταγμα, το βασικό είναι να αλλάξουμε την κοινωνική νοοτροπία, η χώρα χρειάζεται μία άλλη κοινωνική νοοτροπία, χρειάζεται μία κοινωνία που να καταλάβει ότι χωρίς τη μεταρρύθμιση, χωρίς την ανταγωνιστικότητα, χωρίς τις επενδύσεις, χωρίς να λειτουργεί μία κανονική ευρωπαϊκή χώρα, δεν μπορείς να λύσεις το πρόβλημα της ανεργίας των νέων, της προοπτικής των παιδιών, δεν μπορείς να δώσεις αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις. Γιατί εάν δεν πάμε σε σημαντικούς ρυθμούς αύξησης, θα μιλάμε για επιδόματα, για επιδότηση του ενοικίου, θα μιλάμε για αντίμετρα στο υπερπλεόνασμα, δεν θα μιλάμε όμως για μία χώρα που έχει προοπτική και που έχει μεσαία τάξη. Ο φασισμός του μεσοπολέμου ήταν η ριζοσπαστικοποίηση της μεσαίας τάξης λόγω της απόγνωσής της, λόγω της διπλής κρίσης, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του ’29, του κραχ, και της κρίσης των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων λόγω της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Ως εκ τούτου, η ριζοσπαστικοποίηση της μεσαίας τάξης οδήγησε στην ανάδειξη του φασισμού και του ναζισμού. Εάν δεν έχεις μεσαία τάξη, δεν έχεις δημοκρατία.

Αυτό που έχει χάσει η δημοκρατία παγκοσμίως είναι το επιχείρημα ότι ανάπτυξη επιτυγχάνεις μόνο με δημοκρατία, γιατί πλέον αποδεικνύεται στην πράξη ότι υπάρχουν ανταγωνιστικοί πόλοι στην παγκόσμια οικονομία μη δημοκρατικοί, ότι μπορείς να είσαι αυταρχικό σύστημα χωρίς δημοκρατία και χωρίς δικαιώματα και να είσαι άκρως ανταγωνιστικό, με μεγάλη προοπτική. Η Κίνα που έχει τη θεωρία της αξιοκρατίας, της meritocracy και όχι της δημοκρατίας. Η διαφορά μεταξύ Κίνας και Ινδίας, που είναι μία χώρα που θα έχει περισσότερο πληθυσμό από την Κίνα σε λίγα χρόνια, αλλά η Ινδία είναι ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα, ένα πολίτευμα στο οποίο υπάρχει δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων. Η Κίνα έχει άλλες προϋποθέσεις να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της τεχνολογίας όμως, γιατί είναι πιο προωθημένη από την άποψη αυτή και πιο σημαντική και πιο μεγάλη έως τώρα η συμμετοχή της. Αλλά έλλειψη δημοκρατίας υπάρχει μόνο στην Κίνα; Έλλειψη δημοκρατίας υπάρχει στη Ρωσία, έλλειψη δημοκρατίας υπάρχει σε πολλούς μεγάλους παίκτες, υπάρχει μέσα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Άρα καταλύεται το βασικό πλεονέκτημα της δημοκρατίας, ότι χωρίς αυτή δεν μπορείς να έχεις ανάπτυξη. Καταλύεται όμως και κάτι άλλο, καταλύεται η πεποίθηση επάνω στην οποία οργανώθηκε ιστορικά, μετά τον πόλεμο, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση οργανώθηκε επάνω στην προοπτική της ευημερίας, της σταθερής, της αμετάκλητης ευημερίας. Η πορεία θα είναι από το καλό στο καλύτερο και κάποια στιγμή αυτό στόμωσε, δεν μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να χρηματοδοτήσει το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος, δεν είναι η ανταγωνιστική οικονομία που ήταν, μειώνεται το ποσοστό της στο παγκόσμιο ΑΕΠ, βλέπει τη λιτότητα, την κρίση, την ανεργία και την κρίση ταυτότητας και αυτό είναι που δημιουργεί το πρόβλημα.

Ποιο είναι το πρόβλημα; Είναι εξαιρετικά παράδοξο, το πρόβλημα είναι ότι μετά το Μάαστριχτ και ιδίως μετά τη συγκρότηση της ΟΝΕ και εν τέλει μετά τη Συνθήκη της Λισαβώνας, ακόμη και μετά τις διευθετήσεις που έγιναν τελευταία λόγω της κρίσης, από το 2012 και μετά, η οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, βασίζεται στην παραδοχή και τη θεωρία ότι οι θεμελιώδεις πολιτικές αποφάσεις για τη δημοσιονομική, νομισματική και αναπτυξιακή πολιτική είναι οριστικές και αμετάκλητες και είναι εκτός πολιτικής συγκυρίας. Η Ευρώπη λέει το αντίστροφο, λέει ότι εγώ είμαι μία δημοκρατία ιστορικού χαρακτήρα, ότι έχω λύσει οριστικά τα προβλήματα κι έχω μετακινήσει τη δημοσιονομική μου πολιτική-περιορισμός στο έλλειμμα, περιορισμός στο χρέος-και τη νομισματική μου πολιτική μέσω της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας χωρίς συμμετοχή των κρατών, χωρίς συμμετοχή των κυβερνήσεων και των λαών, αυτά ως κεκτημένα τα έχω στο χώρο της ιστορίας. Είναι μία οριστική ιστορική κατάκτηση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τώρα όλοι πρέπει να υποτάσσονται διαρκώς σε αυτά . Και λένε οι κοινωνίες, όχι, θέλω να τα θέτω αυτά υπό περιοδικό έλεγχο, θέλω να μπορώ να επηρεάσω τη συγκυρία μου, τη ζωή μου δηλαδή. Αυτό είναι το θέμα, είναι η αντίστροφη προσέγγιση και αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο.

Εμείς θέλουμε την επιστροφή της δημοκρατίας στην Ευρώπη, σε κάθε ευρωπαϊκό κράτος και στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά, την επιστροφή της πολιτικής, δηλαδή να μπορούμε να λαμβάνουμε υπόψη τις ευαισθησίες, τις ανάγκες και τις επιθυμίες των κοινωνιών και τις διαφοροποιήσεις των κρατών-μελών, χωρίς αυτό να οδηγήσει σε δημοσιονομικό και νομισματικό εκτροχιασμό και καταστροφή συνολική του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού επιτεύγματος. Διότι εάν επικρατήσει η συγκυριακή και ανεπεξέργαστη και μυωπική «επιθυμία» των κοινωνιών και η εκλογική συγκυρία, εάν επικρατήσει ο λαϊκισμός στα δημοψηφίσματα, τότε βεβαίως θα καταστραφεί το σύμπαν, τότε θα φτωχύνει η Ευρώπη, θα δυστυχήσουν οι άνθρωποι και θα πάψει να υπάρχει και δημοκρατία. Αυτή είναι η αντίφαση, όλος ο ευρωπαϊκός προβληματισμός των κοινωνιών, των πολιτικών κομμάτων, των κυβερνήσεων και των επιστημόνων είναι αυτός, είναι η σχέση μεταξύ δημοκρατίας, συγκυρίας και ιστορίας, σε σχέση με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και αυτό είναι που πρέπει να λύσουμε τώρα.

Με ρώτησαν χθες στη Λάρισα εάν αυτά που λέτε ήταν πολιτικό πρόγραμμα και το παρουσιάζατε στον ελληνικό λαό, ανεξαρτήτως των υπαρχόντων κομμάτων, και ζητούσατε την έγκρισή του επί αυτών των απόψεων, ποιο πιστεύετε ότι θα είναι το ποσοστό; Η απάντηση είναι ότι το ποσοστό θα είναι το ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας το οποίο έχει την αίσθηση της ευθύνης, όχι μόνο απέναντι στον εαυτό του, αλλά και απέναντι στα παιδιά του και στα εγγόνια του. Δυστυχώς, μπορεί το ποσοστό αυτό να είναι πάρα πολύ μικρό, αυτό πρέπει να αλλάξουμε. Πρέπει να αλλάξουμε τη σχέση της κοινωνίας με το μέλλον και τη σχέση της κοινωνίας με τα παιδιά της και τα εγγόνια της.

Σας ευχαριστώ πολύ. 


* Αναλυτικά για την εκδήλωση δείτε εδώ:  https://ekyklos.gr/ev/641-12-1-2019-thessaloniki-parousiasi-vivliou-ev-venizelou-i-dimokratia-metaksy-sygkyrias-kai-istorias.html 

 

12.1.2018, Θεσσαλονίκη: Παρουσίαση του βιβλίου του Ευ. Βενιζέλου from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

12.1.2019, Θεσσαλονικη: Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του from Evangelos Venizelos on Vimeo.