Αθήνα, 17 Δεκεμβρίου 2018

 

Ευάγγελος Βενιζέλος

 

«Πολιτεία- Εκκλησία: Οι εκκρεμότητες μιας περίπλοκης σχέσης»*

 

Όπως τεκμηρίωσε με φωτογραφίες ο Γιάννης Ιωαννίδης, έχουμε ξαναβρεθεί πριν δεκατρία χρόνια στον ίδιο χώρο, και έχουμε πει τα ίδια λίγο πολύ πράγματα ως αφετηρία. Θα δούμε τι έχει μεσολαβήσει.

Νομίζω κι εγώ, συμφωνώντας με τους περισσότερους από τους ομιλητές της πρώτης συνεδρίασης, ότι η πρόταση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η νομοτεχνικά καταστρωμένη, αναδεικνύει τη διαφορά των δύο επιπέδων: των ζητημάτων συνταγματικού επιπέδου και των ζητημάτων νομοθετικού επιπέδου, και αποδεικνύει ότι τα περισσότερα θέματα που αφορούν όχι τη σχέση κράτους – εκκλησίας, αλλά την ολοκλήρωση και την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και της θρησκευτικής ισότητας είναι ζητήματα κοινού δικαίου. Μπορεί ο απλός νομοθέτης να τα ρυθμίσει.  

Βεβαίως υπάρχει το ενδεχόμενο οι νομοθετικές αυτές πρωτοβουλίες να καταστούν στη συνέχεια αντικείμενο ενός εντατικού ή εσφαλμένου δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Από την άποψη αυτή, πράγματι, τα ζητήματα συνταγματικού επιπέδου είναι κρίσιμα, αλλά με αυτή τη φορά των πραγμάτων.

Από το 2005 και μετά νομίζω ότι μεσολάβησαν τα εξής πράγματα, αν μπορούσα να τα καταγράψω. Το πρώτο είναι ότι συμπυκνώθηκε και αποσαφηνίστηκε μια νομολογία του ΕΔΔΑ, ελληνικού ενδιαφέροντος, για θέματα θρησκευτικής ελευθερίας και κατέστη κοινή συνείδηση στον νομικό κόσμο, αν και όχι σίγουρα και στον δικαστικό κόσμο, ότι η ερμηνεία του Συντάγματος αλλά και της κοινής νομοθεσίας στα θέματα αυτά, πρέπει να είναι μια ερμηνεία σύμφωνη με την ΕΣΔΑ και άρα σύμφωνη με τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Το δεδικασμένο, όχι απλά και μόνο το δικανικό, αλλά το ερμηνευτικό, το res interpretata της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Αυτό από μόνο του λύνει πάρα πολλά ζητήματα γιατί προσαρμόζει ερμηνευτικά και το Σύνταγμα και την κοινή νομοθεσία.

Το δεύτερο που μεσολάβησε είναι ο νόμος 4301/2014, ο νόμος για τις θρησκευτικές κοινότητες, τα θρησκευτικά και τα νομικά εκκλησιαστικά πρόσωπα, που οργανώνει νομικά μια κατάσταση η οποία ήταν εξαιρετικά προβληματική και συνιστούσε προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας και της θρησκευτικής ισότητας για πολλές θρησκευτικές συσσωματώσεις, εκτός της ορθόδοξης εκκλησίας. Αυτό αφορούσε ακόμη και τα νομικά πρόσωπα της καθολικής εκκλησίας και νομικά πρόσωπα των προτεσταντικών δογμάτων κ.ο.κ. Ακόμη και άλλες εκδοχές της ορθοδοξίας, όχι με την έννοια της κανονικά συνδεδεμένης με την Εκκλησία της Ελλάδος Ορθοδοξίας, όπως είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά αυτής που δεν έχει κανονική σχέση, όπως είναι οι ακολουθούντες το παλαιό ημερολόγιο.  

Το τρίτο το οποίο μεσολάβησε είναι κατά τη γνώμη μου η εξαιρετικά προβληματική απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ για το μάθημα των θρησκευτικών, η 660/2018, η οποία επιβεβαιώθηκε από μεταγενέστερη, την 926/2018, μια απόφαση που αποκλίνει από τις τάσεις της νομολογίας όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί αρκετό χρόνο πριν, και ήταν ένα από τα κεκτημένα της νομολογίας του ΣτΕ. Γιατί εδώ έχουμε κατά τη γνώμη μου μια πρόδηλη παρερμηνεία του κανονιστικού περιεχομένου του άρθρου 3 του Συντάγματος και της έννοιας της επικρατούσας θρησκείας. Χρησιμοποιείται η έννοια της επικρατούσας θρησκείας ως νομικό θεμέλιο για την εισαγωγή αποκλίσεων από το άρθρο 13. Εδώ χρησιμοποιείται ακόμη και το προοίμιο ως έχον κανονιστικό περιεχόμενο, ενώ το προοίμιο είναι ένα κατάλοιπο ιστορικό, μνημειακό. Είναι το προοίμιο του προοιμίου της διακήρυξης της Ανεξαρτησίας. Κανονικά δηλαδή πρόκειται για μία αναφορά – υπόμνηση στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας.

Βεβαίως η κρισιμότερη δικανική θεμελίωση της απόφασης αυτής, δεν είναι η έννοια της επικρατούσας θρησκείας. Είναι η έννοια της θρησκευτικής ελευθερίας. Της θρησκευτικής ελευθερίας η οποία βεβαίως λειτουργεί αναλογικά, ως αναλογική ισότητα, αλλά εδώ δεν χρειάζεται ούτε καν αυτό. Διότι ο βασικός συλλογισμός του δικαστηρίου που έχει επάλληλες σκέψεις, όπως τις διατυπώνει κυρίως η πλειοψηφία του δικαστηρίου, είναι ότι η ρύθμιση για το μάθημα των θρησκευτικών όπως γίνεται, με τη ρύθμιση που κρίθηκε αντισυνταγματική, συνιστά παραβίαση της θρησκευτικής ισότητας σε σχέση με τη ρύθμιση που έχει εισαχθεί και ισχύει για τους μαθητές ρωμαιοκαθολικού δόγματος, εβραϊκού θρησκεύματος και μουσουλμανικού θρησκεύματος.

Άρα ξεκινάει από την ισχύουσα νομοθετική ρύθμιση για τη διδασκαλία των θρησκευτικών σε μειονότητες θρησκευτικές, και λέει ότι δεν μπορεί η πλειονότητα η οποία μάλιστα καλύπτεται και από τη ρήτρα της επικρατούσας θρησκείας - που περιγραφικά σίγουρα καλύπτεται, αλλά όχι κανονιστικά- να μην έχει την ίδια μεταχείριση. Αυτός είναι ο πιο κρίσιμος συλλογισμός της απόφασης αυτής.

Το τέταρτο στοιχείο είναι η κοινή ανακοίνωση Πρωθυπουργού – Αρχιεπισκόπου της 6ης Νοεμβρίου 2018, το περιεχόμενο της οποία είναι αξιοπρόσεκτων αποχρώσεων. Δεν νομίζω ότι έχουμε πει έως τώρα τις πολύ κρίσιμες αποχρώσεις αυτού του ανακοινωθέντος, το οποίο δεν είναι ακριβές ούτε ιστορικά, ούτε νομικά. Πάσχει από έλλειψη ακριβολογίας και ιστορικής και νομικής.

Και εντέλει έχουμε - πέμπτο σημείο - τις προτάσεις αναθεώρησης. Στις προτάσεις αναθεώρησης που υπεβλήθησαν επισήμως με 50 βουλευτές, δεν έχουμε πρόταση ούτε για το άρθρο 3, ούτε για το άρθρο 13, που να υπογράφει η ΝΔ. Ενώ στο κείμενο που υπέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ έχουμε πρόταση για τροποποίηση του άρθρου 3 έτσι ώστε να συμπυκνωθούν όλα σε μία παράγραφο με τη συνύπαρξη της αρχής του ουδετερόθρησκου κράτους και της επικρατούσας θρησκείας, στο πλαίσιο μίας πολιτικής θεολογίας που παρουσίασε προηγουμένως ο κ. Δουζίνας, η οποία έχει ένα επιπλέον προσόν, συγγενεύουσα με την ορθόδοξη θεολογία η οποία αποφατική, είναι και μελιζόμενη και μη διαιρούμενη, είναι και φλεγόμενη αλλά μη καιόμενη, είναι και το ένα είναι και το άλλο. Θα δούμε μετά πως λειτουργεί η αποφατικότητα στην πολιτική θεολογία.

Και, θέλουν και ερμηνευτική δήλωση, ορθά- την οποία έχω προτείνει από το 2006.   Να τεθεί υπό το άρθρο 3 ερμηνευτική δήλωση ότι το άρθρο 3 δεν θεμελιώνει αποκλίσεις από τη θρησκευτική ελευθερία και ισότητα. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν υπεραρκετό. Η ερμηνευτική δήλωση που προσδιορίζει το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 3 και τη σχέση του με το άρθρο 13. Αυτό θα είχε αποσαφηνίσει με χειρουργικό τρόπο τα πάντα. Προτείνεται και αλλαγή του άρθρου 13 παρ. 5 για τον όρκο- δεν νομίζω ότι στο ακροατήριο αυτό αξίζει να επιμείνω στα θέματα όρκου.

Τώρα, οι σχέσεις κράτους – εκκλησίας ρυθμίζονται κατά το Σύνταγμα στο άρθρο 3 και στο άρθρο 105, για το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους. Δεν είδα να προτείνει κανείς να πάψει η συνταγματική κατοχύρωση του ειδικού καθεστώτος του Αγίου Όρους που συνιστά απόκλιση από πλήθος θεμελιωδών δικαιωμάτων, συνιστά απόκλιση και στο επίπεδο της ευρωπαϊκής έννομης τάξης και αυτό θα πιστοποιηθεί αν παραστεί ανάγκη και από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, νομίζω. Οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας πρωτίστως ρυθμίζονται συνταγματικά λόγω του ότι το κανονιστικό περιεχόμενο του Συντάγματος δεν ρυθμίζει μόνον τον τρόπο συγκρότησης και άσκησης της κρατικής εξουσίας, και τις σχέσεις κράτους και πολίτη ή κράτους και συλλογικών υποκειμένων. Το Σύνταγμα ρυθμίζει και τον τρόπο συγκρότησης και οργάνωσης της οικονομίας, και τον τρόπο συγκρότησης και οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών.

Ο φίλος μου ο Κώστας Δουζίνας ο οποίος μνημόνευσε τον Μάρξ και το περιβόητο «εβραϊκό ζήτημα», θα θυμάται φαντάζομαι ότι η θρησκευτική ελευθερία απασχολούσε τον Μαρξ ως θεμέλιο της ιδιωτικής κοινωνίας, της αστικής κοινωνίας. Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Η πολιτική κοινωνία είναι το ανώτερο στάδιο της κοινωνίας των πολιτών, της ιδιωτικής κοινωνίας.

Το Σύνταγμα ρυθμίζει με πλήθος διατάξεων - πχ δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, δικαίωμα γάμου και οικογενειακών σχέσεων -   και την κοινωνία των πολιτών. Αυτό που φαίνεται κυρίως; Φαίνεται στον πανεποπτικό χαρακτήρα της δικαστικής εξουσίας. Αν πάψει να είναι ΝΠΔΔ η Εκκλησία της Ελλάδος και γίνει ΝΠΙΔ, όπως είναι τώρα για παράδειγμα οι συσσωματώσεις του παλαιού ημερολογίου ή όπως είναι τα νομικά πρόσωπα της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, δεν θα υπάγονται στην δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων; Απλώς δεν θα υπάγονται στη δικαιοδοσία του ΣτΕ, αλλά των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων- τα οποία έχουμε δει τι νομολογία έχουν διαμορφώσει σε σχέση με τα ζητήματα λειτουργίας των θρησκευτικών κοινοτήτων ή των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, όπως λέμε τώρα, τα οποία είναι ιδιωτικού δικαίου; Η summa divisio μεταξύ ΝΠΔΔ και ΝΔΙΔ είναι αναπόφευκτη. Γιατί ανταποκρίνεται στη βασική διάκριση μεταξύ των δύο δικαιοδοτικών κλάδων. Είναι διάκριση δικαιοδοσίας τελικά. Και αυτό δεν μπορούμε να το αποφύγουμε.

Αλλά, εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 3 ρυθμίζει δύο συστήματα σχέσεων κράτους – εκκλησίας. Η ρύθμιση των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος είναι μία ρύθμιση συνταγματική που εξειδικεύεται από το νόμο. Δεν υπάρχει ούτε συναλληλία, ούτε ομοταξίας. Υπάρχει κατίσχυση του κράτους. Εάν θέλαμε οπωσδήποτε να τυπολογίσουμε την κατάσταση, είναι νόμω – κρατούσα πολιτεία αυτό. Αυτό ισχύει με όλα τα δόγματα, όλες τις συσσωματώσεις με όλα τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου. Δια του νόμου ρυθμίζονται αυτά επί τη βάση του Συντάγματος. Και ο νόμος 4301, το άρθρο 13 έχει ως βάση. Και τα δόγματα και οι ελευθερίες της ορθόδοξης εκκλησίας το άρθρο 13 έχουν ως βάση όχι το άρθρο 3.

Σκεφτείτε να μην είναι ΝΠΔΔ η Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά ως ΝΠΙΔ να ασκεί ακτιβιστικά, με πάθος και εντατικά, όλα τα δικαιώματά της - θρησκευτικής ελευθερίας, θρησκευτικής ισότητας, θρησκευτικού συνέρχεσθαι, θρησκευτικού συνεταιρίζεσθαι , παροχής κοινωνικής αλληλεγγύης - τι θα είχε συμβεί! Το μέγεθος και η ένταση του κοινωνικού και πολιτικού ακτιβισμού, δεν συνδέεται με το αν είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Συνδέεται με τη βούλησή σου και τη σχέση σου, όχι με την πλειοψηφία της κοινωνίας αλλά με τη δυναμική οργανωμένων ομάδων μέσα στην κοινωνία. Διότι έτσι μπορείς να διαμορφώσεις μια τελείως διαφορετική κατάσταση. Η σχέση όμως η δεύτερη, το άλλο σύστημα, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι σχέση ομοταξίας.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τί είναι; Λέει η τελευταία απόφαση στην «υπόθεση Προμπονά», την οποία ανέφερε ο κ. Κτιστάκης, υπό την προεδρία του κ. Ράμμου, και ορθώς, σα να μην υπάρχει κανένα θέμα, που κατά τη γνώμη μου έτσι έπρεπε αν το αντιμετωπίσει, στα τυπικά στοιχεία της απόφασης, καταγραφή διαδίκων : του αιτούντος Οικουμενικού Πατριαρχείου «νομικού προσώπου δημοσίου διεθνούς δικαίου» . Άρα είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου διεθνούς δικαίου το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και τα απορρέοντα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο νομικά πρόσωπα, τα εν Ελλάδι δρώντα τι είναι; Άλλα είναι ιδιωτικού δικαίου, άλλα είναι δημοσίου δικαίου. Δημοσίου Δικαίου είναι η Εκκλησία της Κρήτης, Ιδιωτικού Δικαίου είναι το Ίδρυμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου με το οποίο αναπτύσσει τη δραστηριότητά του σε διάφορα θέματα, ή το ίδρυμα πατερικών μελετών στη Θεσσαλονίκη. Αυτό πρέπει να το λάβουμε υπόψη. Να δούμε πως θεμελιώνεται ή σχέση αυτή της ομοταξίας που επιβεβαιώνεται και στο 105. Όπου συμ-ψηφίζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τη Βουλή των Ελλήνων   τον καταστατικό χάρτη που έχει καταρτίσει η ιερά κοινότητα.

Άρα, υπό το πρίσμα αυτό τώρα μπορούμε να δούμε τα βήματα τα οποία έχουν γίνει σε σχέση με τα κεφάλαια της πρότασης της Ένωσης την οποία θεωρώ εξαιρετικά σοβαρή δουλειά.

Δεν επανέρχομαι στα θέματα του ΝΠΔΔ/ ΝΠΙΔ. Θεωρώ ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερα ζητήματα από ότι θα λύσει και σε σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και σε σχέση με τον έλεγχο τον δικαστικό και, σε τελευταία ανάλυση, τον δημοκρατικό πάνω στη δράση της Εκκλησίας της Ελλάδος. Και σίγουρα αν γίνει η Εκκλησία της Ελλάδος ΝΠΙΔ πρέπει να αλλάξουν οι μουφτείες, πρέπει να αλλάξουν οι ισραηλιτικές κοινότητες, τα πάντα.

Πάμε στην επιστροφή περιουσίας και στη διακοπή μισθοδοσίας. Το ανακοινωθέν Πρωθυπουργού - Αρχιεπισκόπου περιέχει τα εξής σημεία: Σημείο 1, το ελληνικό δημόσιο αναγνωρίζει ότι μέχρι το 1939, οπότε εκδόθηκε ο αναγκαστικός νόμος 1731/1939 απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία έναντι ανταλλάγματος που υπολείπεται της αξίας της. Μέχρι το 1939! Σημείο 11, το ταμείο αξιοποίησης θα αναλάβει τη διαχείριση και αξιοποίηση των από το 1952 – προσέξτε δεν υπάρχει η περίοδος 1939 με 1952 μέσα - και μέχρι σήμερα ήδη αμφισβητουμένων ακινήτων. Πως αμφισβητουμένων; Δικαστικώς, προφανώς . Γιαυτό λέω ότι δεν υπάρχει τίποτα το ακριβές, ούτε ιστορικά, ούτε νομικά. Για να είναι «αμφισβητούμενο» ένα ακίνητο πρέπει να υπάρχει ανοιχτή δίκη. Εκκρεμοδικία. Μεταξύ ελληνικού δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος. Ποιας Εκκλησίας της Ελλάδος; Εδώ υπάρχουν επιμέρους νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν περιουσία. Οι μητροπόλεις, οι ναοί, οι μονές. Δεν έχει την περιουσία το νομικό πρόσωπο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Άλλωστε το 2013 έγινε ταμείο με την Αρχιεπισκοπή Αθηνών μόνη, όχι με την Εκκλησία της Ελλάδος. Αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που εθελοντικά η ίδια θα ήθελε να παραχωρήσει στο εν λόγω ταμείο προς αξιοποίηση.

Που σημαίνει πως δεν μπορεί να λυθεί κανένα θέμα σε σχέση με την περιουσία, αλλά και ότι είναι τελείως λανθασμένη η θεμελίωση της μισθοδοσίας. Η μισθοδοσία ως αποζημίωση για απαλλοτρίωση δεν προκύπτει από πουθενά- άλλωστε θα είχαν υπερκαλυφθεί οι αποζημιώσεις. Η μισθοδοσία ή θεμελιώνεται στην υποχρέωση ή στη δυνατότητα τους κράτους -εγώ θα σας πω στη δυνατότητα- να καλύπτει τη μισθοδοσία των θρησκευτικών λειτουργών όλων των γνωστών θρησκειών, όπως συμβαίνει στο Βέλγιο, ή υπάρχει πρόβλημα. Δεν μπορεί να καλύπτει μόνο των λειτουργών της επικρατούσας θρησκείας. Η μόνη συνταγματικά ορθή λύση είναι να πει ο νόμος ότι εγώ μισθοδοτώ, κατά την αναλογία των πιστών βεβαίως, των τεκμαιρομένων έστω πιστών, άρα πληθυσμιακά, τους λειτουργούς όλων των γνωστών θρησκειών. Ή εν πάση περιπτώσει, των εγγεγραμμένων κατά το νόμο 4301 - και αυτό θα καλύψει, και τους ιεροδιδασκάλους της Θράκης.

Η επιχορήγηση, αν ήμασταν στις ΗΠΑ θα προσέκρουε στην Establishment Clause, δηλαδή θα ήταν ένα μεγάλο πρόβλημα Συνταγματικού Δικαίου και θα ανακαλούσε στη μνήμη μας τον Τ. Τζέφερσον.

Για τη διδασκαλία των θρησκευτικών άκουσα με μεγάλη προσοχή τον κ. Καλαϊτζίδη που έχει κάνει πολλή δουλειά για το θέμα αυτό κι έχει δώσει μάχη, όμως η νομολογία του Στρασβούργου δεν επιτρέπει τη λύση που παρουσίασε. Η νομολογία του Στρασβούργου έχει πει ότι ακόμα κι αν το μάθημα είναι θρησκειολογικό, ακόμη κι αν το μάθημα είναι φιλοσοφικό, ο γονιός μπορεί να ζητήσει ελευθέρως και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αιτιολογίσει, και όποτε θέλει – μπορεί να αλλάξει γνώμη στο τελευταίο εξάμηνο της τελευταίας τάξης- να μη παρακολουθήσει το παιδί του το μάθημα. Άρα, ένα μάθημα θρησκευτικών σαν όλα τα άλλα δεν υπάρχει, εφόσον αυτό έχει σχέση με τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις του γονέα. Διότι αυτό μας λέει το πρόσθετο πρωτόκολλο. Και αυτό μας λέει η νομολογία του Στρασβούργου. Άρα πρέπει να βρούμε σοβαρή λύση για το θέμα αυτό. Κι αυτό είναι η απάντηση στην πρόσφατη αποκλίνουσα νομολογία του ΣτΕ.

Το σχέδιο της Ένωσης μιλάει για την εκκλησιαστική εκπαίδευση που τη θέλει ιδιωτική. Θέλει ιδιωτικές και τις ανώτερες, έλεγε τότε, εκκλησιαστικές ακαδημίες, σχολές. Αυτό είναι θεμιτό, κατά το άρθρο 16 παρ. 8. Οι ανώτατες τώρα; Πάμε στην ιστορία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, δηλαδή το άρθρο 16 παρ. 8 κι όχι το 16 παρ. 5 είναι το θέμα. Αλλά , εν πάση περιπτώσει, θα μπορούσε να έχει λύκεια τέτοια, όπως έχει σχολεία στη Θράκη, με την έννοια ότι όπως υπάρχουν και αθλητικά και μουσικά, υπάρχουν και άλλων κατηγοριών εφόσον υπάρχουν ενδιαφερόμενοι οι οποίοι θα ήθελαν. Όπως έχει υποχρέωση να οργανώσει και τη διδασκαλία, ας πούμε, των πολωνικών ή των αλβανικών, το Σάββατο ή τα απογεύματα για παιδιά τα οποία προέρχονται από τις χώρες αυτές.

Η απαγόρευση παροχής θρησκευτικών στις ένοπλες δυνάμεις! Θα μπορούσε να ειπωθεί, όπως γίνεται και στην Αμερική κατεξοχήν που έχει αυτή την παράδοση του Establishment Clause, ότι έχω θρησκευτικούς λειτουργούς όλων των γνωστών θρησκειών- έχω και ορθόδοξο, έχω και μουσουλμάνο, κ.ο.κ. Διότι αλλιώς θα ήταν αντισυνταγματικός ο νόμος για το τέμενος στο Βοτανικό. Γιατί είναι ένα κρατικό νομικό πρόσωπο το τέμενος.

Και φυσικά δεν έχουμε μιλήσει καθόλου για τα θρησκευτικά σύμβολα σε δημοσίους χώρους και για τη θρησκευτική ενδυμασία, αλλά ας πούμε ότι ακολουθούμε τη νομολογία του Στρασβούργου στα θέματα αυτά – για να μην ανοίγουμε νέα συζήτηση.

Νομίζω, θέματα προσηλυτισμού, αντιρρησιών συνείδησης, κρατικών αργιών, ταυτοτήτων, έχουν αντιμετωπιστεί από τη νομολογία.

Ένα τελευταίο σημείο στο οποίο θα αναφερθώ πολύ γρήγορα είναι οι κρατικές τελετές με λατρευτικές πράξεις. Είπε ο κ. Τσαπόγας ότι απαγγέλλει ο Αρχιεπίσκοπος τον όρκο του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού. Τον όρκο των βουλευτών τον απαγγέλλει ο προεδρεύων της εναρκτήριας   συνεδρίασης . Θα μπορούσε κάλλιστα να τον απαγγέλλει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας των Υπουργών ή ο Πρόεδρος της Βουλής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αλλά το θέμα είναι ότι ούτως η άλως μπορεί να διαβεβαιώσει στην τιμή του, πολιτικά. Όπως γίνεται με τους βουλευτές.

Το ζήτημα όμως είναι γενικότερο. Οι κρατικές τελετές με λατρευτικές πράξεις. Υπάρχουν αλλού κρατικές τελετές με λατρευτικές πράξεις; Ναι, στην Αμερική. Ο Πρόεδρος ορκίζεται επί της Βίβλου. Υπάρχουν   πάστορες ευαγγελιστές που αναπέμπουν ευχές. Άλλωστε στην Ιστορία των ΗΠΑ ένας καθολικός πρόεδρος εκλέχθηκε κι αυτός δολοφονήθηκε. Στη δε λαϊκή Γαλλία όπου τώρα ο Πρόεδρος Μακρόν πηγαίνει στους ραβίνους και μιλάει, μετά στη Σύνοδο των Γάλλων Καθολικών Επισκόπων κ.ο.κ. Παντού. Παρίσταται, χαιρετίζει, μιλάει. Η αλήθεια είναι ότι όταν ο Ρεζίς Ντεμπρέ συνέταξε μια έκθεση κατ’ εντολή του Ζακ Λαγκ, για τα θρησκευτικά είπε ότι υπάρχει ένα πολιτιστικό κενό. Δηλαδή χωρίς τη διδασκαλία κάποιων στοιχείων θρησκευτικής ιστορίας ή δογματικής, λείπει ένα μεγάλο κεφάλαιο για τα παιδιά. Αλλά και αυτό το ξεπερνάω. Το αγαπημένο παράδειγμα του Κώστα Δουζίνα που είναι η Αγγλία, το ΗΒ, εκεί έχουμε ενθρόνιση της βασιλίσσης όπως την είδατε στο The Crown, στο Netflix. Δηλαδή χρίεται με έλαιον ιερόν η βασίλισσα . Αλλά και στην λαϊκή Γαλλία όπου η laïcité είναι πολιτική θεολογία βεβαίως, πρέπει να αναρωτηθούμε πως διεγράφη η μοίρα προσώπων όπως ο Ζοσπέν ή όπως ο Ροκάρ. Δηλαδή τι ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι ήταν Προτεστάντες, Ουγενότοι και όχι Καθολικοί. Πως χάθηκε η εκλογή για τον Ζοσπέν και βγήκε ο Σιράκ πρώτος για να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα του Λε Πέν και βγήκε Πρόεδρος; Πρέπει να δούμε τις βαθύτερες έρευνες της θρησκευτικής ταυτότητας. Γιατί είναι η πρωτότοκος κόρη της καθολικής εκκλησίας η Γαλλία.

Αλλά, εάν καταργηθούν όλες αυτές οι τελετές.Εαν δεν έρχεται να κάνει αγιασμό η Ιερά Σύνοδος στην έναρξη της Συνόδου της Βουλής και το κάνουν όπως το κάνουν στο Κογκρέσο ή στην έναρξη του δικαστικού έτους στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ - οργανώνουν λειτουργία στον εθνικό καθεδρικό ναό της Ουάσιγκτον επ’ ευκαιρία των γεγονότων αυτών και πηγαίνουν όλοι.

Δηλαδή, εάν δεν γίνεται αυτό και γίνεται το αντίστροφο, δηλαδή οργανώνει τελετές η Εκκλησία και καλεί τους πολιτειακούς παράγοντες, θα τους πούμε να μην πάνε; Μπορεί. Πάντως πάνε όλοι. Παντού. Σε όλα τα κράτη.

Το λέω αυτό γιατί πρέπει να δούμε το στοιχείο της παράδοσης και των ισορροπιών. Το θέμα είναι τι θα δεχθεί η κοινωνία, πώς θα το δεχθεί το πολιτικό σύστημα. Εγώ έχω μόνο έναν φόβο σε όλα αυτά. Μην δημιουργήσουμε περισσότερα προβλήματα, δηλαδή μην κάνουμε πιο έντονη την παρουσία ενός δόγματος, επειδή θα έχουμε απελευθερώσει πλήρως το σύστημα. Αλλά βεβαίως η απελευθέρωση είναι υποχρέωσή μας συνταγματική και υποχρέωσή μας κατά το διεθνές δίκαιο, με το ρυθμό που αυτό το διαπιστώνει η νομολογία του ΕΔΔΑ , για να έχουμε ένα κριτήριο σε σχέση με τις προτεραιότητες.

 

* Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην εκδήλωση που διοργάνωσε η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου με θέμα «Πολιτεία- Εκκλησία: Οι εκκρεμότητες μιας περίπλοκης σχέσης» στην ΕΣΗΕΑ, στις 17.12.2018

  

 

Δείτε όλη την εκδήλωση εδώ: 

https://www.youtube.com/channel/UC9Vr_2Yot1NXzk2113lj1EQ/videos

Tags: Κράτος και ΕκκλησίαΣυνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2018