Αθήνα 18 Δεκεμβρίου 2018

 

Ευάγγελος Βενιζέλος

 

Η συνταγματική θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας ως αντικείμενο της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος*

 

Η αναθεώρηση είναι μία διαδικασία εξαιρετικά επικίνδυνη, είναι μια στιγμή επιβεβαίωσης και διακινδύνευσης ταυτόχρονα του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος. Η περίοδος της αναθεωρητικής διαδικασίας είναι, όπως είπα και πρόσφατα στη ημερίδα της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων, μία περίοδος «ηρτημένου» του αυστηρού συντάγματος, του γραπτού και τυπικού Συντάγματος της χώρας. Όταν ανοίγει κανείς αυτή την πόρτα, της επικοινωνίας του Συντάγματος με την Ιστορία, με τον μακρύ ιστορικό χρόνο, πρέπει να γνωρίζει ότι υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Η θεμελιώδης προϋπόθεση, είναι η συναίνεση η αναθεωρητική, η οποία δεν είναι εθελοντική, είναι μια συναίνεση αναγκαστική λόγω των μεταπλειοψηφικών εγγυήσεων, που προβλέπει το άρθρο 110 του Συντάγματος. Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, γιατί χωρίς την αναγκαία αναθεωρητική συναίνεση, στενεύει το εύρος αποδοχής του Συντάγματος. Το Σύνταγμα γίνεται πεδίο σύγκρουσης, ενώ πρέπει να είναι πεδίο συνεύρεσης και σύνθεσης των απόψεων. Γιατί το Σύνταγμα πρέπει να είναι ευρύχωρο, δεν πρέπει να είναι ούτε αριστερό, ούτε δεξιό, ούτε προοδευτικό, ούτε συντηρητικό, πρέπει να είναι το πλαίσιο που μακροχρονίως διασφαλίζει τη λειτουργία του κράτους, της κοινωνίας, των πολιτικών δυνάμεων, των κοινωνικών δυνάμεων.

Το Σύνταγμα δεν ρυθμίζει μόνο το κράτος, την οργάνωση και τη λειτουργία του, ρυθμίζει και τη λειτουργία της οικονομίας και τη λειτουργία της κοινωνίας των πολιτών και βέβαια το status του ατόμου και των συλλογικών υποκειμένων και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία.

Ούτως ή άλλως, έχουμε και πρόσθετους καταναγκασμούς, που απορρέουν από τη θέση μας μέσα στη διεθνή έννομη τάξη και από τη θέση μας στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη και στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Δεν υπάρχουν μόνο οι περιορισμοί του άρθρου 110, υπάρχουν πολλοί λανθάνοντες περιορισμοί στη μελλοντική αναθεώρηση του Συντάγματος, οι οποίοι περιορίζουν το πεδίο της αναθεώρησης. Το πεδίο αυτό στην πραγματικότητα είναι τώρα η εθνική συνταγματική ταυτότητα, όπως η έννοια αυτή είναι αντικείμενο μεγάλης συζήτησης και στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη νομολογία πολλών εθνικών συνταγματικών κυρίως και ανωτάτων ενίοτε δικαστηρίων. Άρα, τα θέματά μας είναι στην πραγματικότητα λίγα.

Υπάρχουν κεφάλαια ολόκληρα, όπως είναι τα θεμελιώδη δικαιώματα, στα οποία τι να πει ο συντακτικός νομοθέτης, όταν είναι υποχρεωμένος να προσχωρήσει στη σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ερμηνεία των σχετικών διατάξεων. Ή τι να πει για το Οικονομικό Σύνταγμα, όταν πρέπει να μετέχει στους μηχανισμούς και τους καταναγκασμούς της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης.

Εν πάση περιπτώσει, το θεμελιώδες είναι ότι το Σύνταγμα δεν είναι εργαστηριακό προϊόν, δεν μαζευόμαστε να κάνουμε το ωραίο Σύνταγμα, la costituzione bella, που λένε οι Ιταλοί. Δεν ασκούμε έτσι τη συνταγματική μηχανική. Γίνεται πάρα πολύ μεγάλη συζήτηση διεθνώς για το λεγόμενο constitutional engineering. Αλλά αυτό δεν είναι αντικείμενο ούτε της επιστήμης, ούτε μιας διανοητικής άσκησης. Υπάρχει συσχετισμός δυνάμεων, υπάρχει συγκυρία που μετατρέπεται σε ιστορική στιγμή, υπάρχει διαδικασία η οποία είναι αμιγώς πολιτική. Όλα τα άλλα, οι παρεμβάσεις της δικαιοσύνης, ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων, η επιρροή του ευρωπαϊκού και του διεθνούς δικαίου, συμβάλλουν στις διαρκείς άτυπες συνταγματικές μεταβολές, οι οποίες συντελούνται καθημερινά. Το Σύνταγμα δεν αναθεωρείται μόνο με την αναθεωρητική διαδικασία, αναθεωρείται στην πραγματικότητα διαρκώς.

Οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας όπως ξέρετε, απετέλεσαν αντικείμενο, αποκλειστικό μάλιστα, της αναθεώρηση του 1986. Η αναθεωρητική διαδικασία ήταν προφανώς συνδεδεμένη με τη συγκυρία, με την μη εκλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή για δεύτερη θητεία από την πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ, με την εκλογή του Χρήστου Σαρτζετάκη, συγκρουσιακή εκλογή, που συνοδεύεται και από αναθεώρηση του Συντάγματος.

Είχα υποστηρίξει το 1980, ότι έτσι θα εξελιχθούν τα πράγματα. Ότι η διπλή ανάγνωση του Συντάγματος, η κοινοβουλευτική ή η ημιπροεδρική, θα οδηγήσει σε μία σύγκρουση που θα λυθεί με αναθεώρηση του Συντάγματος. Και αυτό ήτανε προφανές. Άλλωστε αν δει κανείς την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, των σχετικών με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας με αυξημένη πλειοψηφία 180 στην τρίτη ψηφοφορία, αλλιώς διάλυση της Βουλής αναγκαστική, θα δει ότι αυτή η πρώτη εφαρμογή έγινε το 1980. Έγινε μέσα από μία αγωνιώδη προσπάθεια να επιτευχθεί η εκλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή οριακά, τελικά με 181 ψήφους, με προσχώρηση βουλευτών, ανεξαρτήτων ή και προερχομένων από άλλα κόμματα στις εκλογές, προκειμένου να επιτευχθεί η εκλογή και να μη διαλυθεί η Βουλή. Αλλά οι εκλογές που ακολούθησαν, όπως θυμάστε, ήταν εκλογές συντριπτικής ήττας της τότε κυβερνώσας παράταξης, διότι ήρθε πλησίστιο το ΠΑΣΟΚ με συντριπτική πλειοψηφία το 1981. Άρα, ήξερε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ότι είναι μεγάλο στοίχημα αυτή η πλειοψηφία.

Γιατί αυτή η αντίφαση; Διότι, τότε ήταν πολύ έντονη η αμφισβήτηση για την εκλογή του Χρήστου Σαρτζετάκη. Αν άνοιγε η συζήτηση για το πώς εκλέγεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θα ετίθετο εξ αντιδιαστολής υπό συζήτηση η οριακή νομιμοποίηση του μόλις εκλεγμένου Προέδρου, την οποία αμφισβητούσε ρητά η τότε αξιωματική αντιπολίτευση. Η αξιωματική αντιπολίτευση, σας θυμίζω, αμφισβήτησε την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας το 1985 και την επιλογή του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λίγα χρόνια αργότερα. Έχουμε δύο μεγάλες θεσμικές αμφισβητήσεις την περίοδο της Μεταπολίτευσης.

Έμεινε λοιπόν η διάταξη για την απειλούμενη διάλυση της Βουλής. Αυτή τη διάταξη προσπαθήσαμε να την αναθεωρήσουμε την μακρά περίοδο επώασης της αναθεώρησης του 2001, από το 1995 έως το 2001, σε τρεις βουλές, όχι μόνο σε δύο και δεν κατέστη εφικτό παρότι ενεγράφη στον κατάλογο των υπό αναθεώρηση διατάξεων, αλλά χωρίς πλειοψηφία 180 ψήφων στη Βουλή το 1998. Το 2001 δεν συμφωνήσαμε με τη ΝΔ. Είναι η μόνη διάταξη στην οποία δεν ψήφισε η ΝΔ μαζί με το ΠΑΣΟΚ αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος και έτσι έμεινε αυτή η διάταξη.

Αυτή η διάταξη όμως, που είναι τώρα το μεγάλο θέμα - γιατί κατέστη μεγάλο θέμα; Κατέστη μεγάλο θέμα γιατί οδήγησε σε μία ριζική αλλαγή τον Ιανουάριο του 2015. Ανέκοψε την πορεία της κυβέρνησης της λεγόμενης Σαμαρά – Βενιζέλου, οδήγησε σε αλλαγή προσανατολισμού, δηλαδή, είχε τεράστιες πολιτικές επιπτώσεις και βεβαίως τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει να αποσυνδεθεί η διαδικασία εκλογής, επί της οποίας δόμησε την άνοδό του στην εξουσία.

Στην περίοδο -τα λέει το βιβλίο - 1975 – 2018, αυτή τη μακρά περίοδο, δύο φορές τυπικά διελύθη η Βουλή λόγω αδυναμίας εκλογής προέδρου. Μια τον Δεκέμβριο του 2014 και μία το 1990, αλλά αυτή δεν ήταν πραγματική, γιατί ήταν μέσα στη συμφωνία των κομμάτων για την οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα.

Αντιθέτως, επηρέασε η διάταξη αυτή την πρόωρη διάλυση της Βουλής το 2009, όταν επισπεύσθηκε ο χρόνος των εκλογών λόγω της οικονομικής κρίσης, αλλά τυπικώς όχι λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατία. Νομίζω ότι η τότε κυβέρνηση ήθελε οπωσδήποτε να επισπευσθούν οι εκλογές και να απαλλαγεί από το φορτίο της άσκησης εξουσίας. Αλλά, τυπικά δεν διελύθη η Βουλή λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Θα έλεγε κανείς, μα με ένα περιστατικό, γινόμαστε τόσο ευαίσθητοι στο θέμα αυτό; Ναι, αρκεί ένα κρίσιμο περιστατικό να δημιουργήσει προβλήματα, είναι ένα momentum.

Τώρα, είναι έξυπνη η πρόταση, που λέει, αν κάποιος συγκεντρώσει απόλυτη πλειοψηφία και αντιπολίτευση συσπειρωμένη γύρω από άλλο υποψήφιο που συγκεντρώνει τουλάχιστον 100 ψήφους δεν υπάρχει, γιατί να μην εκλεγεί ο Πρόεδρος από την παρούσα Βουλή. Αν όμως αυτό, δεν συμβαίνει, πάμε πάλι σε διάλυση της Βουλής. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ όπως ξέρετε, περιλαμβάνει, αρχικά   μία μακρά διαδικασία αναζήτησης της συναίνεσης. Τεχνικά μάλιστα υπάρχει το ενδεχόμενο να μεσολαβήσει διάλυση της Βουλής, χωρίς αυτό να αριθμίζεται στην πρόταση, γιατί αν διαλυθεί η Βουλή, η επόμενη πρέπει να εκλέξει ΠτΔ ακόμα και με σχετική πλειοψηφία, όπως λέει η τωρινή διάταξη.   Αφού όμως έχουμε χαλαρώσει και ψηφίζουμε κάθε λίγο και λιγάκι ψάχνοντας συναίνεση, ξαφνικά μεταστρέφονται τα πράγματα και πηγαίνουμε σε σύγκρουση με άμεση εκλογή.

Υπάρχουν πολλά -η πλειοψηφούσα τάση είναι αυτή- κοινοβουλευτικά συστήματα με άμεση εκλογή. Αυτά είναι δύο κυρίως κατηγοριών. Είναι παλιά ημιπροεδρικά τα οποία έχουν κρατήσει την άμεση εκλογή, αλλά έχασαν τις αρμοδιότητες, είναι για παράδειγμα η περίπτωση της Πορτογαλίας, της Φιλανδίας. Είναι περιπτώσεις κρατών που δια της άμεσης εκλογής Προέδρου διακηρύσσουν την κρατικότητά τους, όπως είναι η Αυστρία. Είναι νέα δημοκρατικά κράτη της Κεντρικής Ευρώπης, όπως είναι η περίπτωση της Ρουμανία, της Τσεχίας, της Σλοβακίας, όπου η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, η άμεση, δημιουργεί τεράστια προβλήματα.

Έχω πει κατ’ επανάληψη στη Βουλή, ότι είχαμε τώρα, άμεση εκλογή προέδρου στη Ρουμανία. Υποψήφιος ο εν ενεργεία πρωθυπουργός, έχασε. Εξελέγη ο αντίπαλος της γερμανόφωνης μειονότητας. Δεν έχει θεραπευτεί ποτέ η κρίση αυτή. Η πολιτειακή κρίση βαθαίνει. Είναι και κρίση βέβαια ηθικής πολιτικής, αλλά, βαθαίνει. Στη Σλοβακία το ίδιο. Ο εν ενεργεία πρωθυπουργός, ως υποψήφιος πρόεδρος, ηττήθηκε από έναν άγνωστο επιχειρηματία. Πάλι είναι σε κρίση, σε περιδίνηση η σλοβακική κυβέρνηση, έχει εμπλακεί βέβαια και με θέματα κοινού ποινικού δικαίου. Η Τσεχία, το ίδιο πρόβλημα, με συνεχής αμφισβητήσεις περί του ποιος εκπροσωπεί τη χώρα διεθνώς, ποιος μετέχει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τι γίνεται κλπ. Μιλάμε για ακραίες καταστάσεις.

Άρα, η επιλογή μεταξύ άμεσης ή έμμεσης εκλογής, είναι μία θεμιτή επιλογή αρκεί να είναι μία επιλογή. Η αλλαγή, η αδικαιολόγητη, η ριζική, της φύσης του οργάνου το οποίο από απολύτως συναινετικό, μετατρέπεται σε απολύτως συγκρουσιακό, από όργανο εκλεγόμενο με ευρεία πλειοψηφία, μετατρέπεται σε όργανο εκλεγόμενο ακόμη και με οριακή πλειοψηφία, με διαφορά μίας ψήφου στο λαό, πώς δικαιολογείται;

Θα έχουμε ένα πολίτευμα, που λειτουργεί με δύο διαφορετικά είδη προέδρων, με δύο διαφορετικές νομιμοποιήσεις και με έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος ξαφνικά, για λόγους τεχνικούς αλλάζει θεμέλιο νομιμοποίησης; Δηλαδή, στη μία περίπτωση η νομιμοποίησή του είναι η ευρεία συναίνεση, στο άλλο θεμέλιο είναι η σύγκρουση και η κατίσχυση. Το γεγονός ότι νίκησες σε άμεσες εκλογές. Αυτό είναι το ένα όριο.

Το άλλο όριο, είναι το άρθρο 110. Φαντάζεστε ότι μπορούμε να έχουμε και άμεση εκλογή και επαναφορά των κατηργημένων αρμοδιοτήτων του 1975; Όχι, γιατί αυτό συνιστά πραγματικά υπέρβαση του ορίου. Θα μπορούσαμε να έχουμε άμεση εκλογή με περιορισμένες αρμοδιότητες, ή εν πάση περιπτώσει λελογισμένη αύξηση αρμοδιοτήτων χωρίς άμεση εκλογή. Αλλά, η σύζευξη άμεσης εκλογής και αντιπλειοψηφικών αρμοδιοτήτων, οδηγεί σε ένα μείγμα το οποίο συγκρούεται με το άρθρο 110.

Οι αρμοδιότητες τυπολογούνται στο Σύνταγμα. Τι αρμοδιότητες έχει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας; Την αρμοδιότητα να εκπροσωπεί το κράτος ως διεθνής παραστάτης και σύμβολο της εθνικής ενότητας. Το σώμα του, το φυσικό εν τέλει λέει ο Καντόροβιτς, το διπλό σώμα του βασιλιά, φυσικό και νομικό, είναι το σώμα του κράτους, είναι το υποκατάστατο του Λεβιάθαν του Χομπς. Ο αιρετός Πρόεδρος είναι ο διάδοχος του μονάρχη, είναι διάδοχος του κεχρισμένου, του χειροτονημένου, του χειροθετημένου μονάρχη. Είναι όργανο που μετέχει στη νομοθετική εξουσία, στην εκτελεστική εξουσία, τυπικά όμως. Ασκεί επίσης ορισμένες δικαστικές αρμοδιότητες.

Αυτός ο πρόεδρος σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα, πώς πρέπει να διαφυλάξει το ρόλο του; Πρέπει να διαφυλάξει το ρόλο του ασκώντας αντιπλειοψηφικές αρμοδιότητες; Οι αντιπλειοψηφικές αρμοδιότητες που καταργήθηκαν το 1986 ήταν, πρώτον, η δυνατότητα να προβαίνει σε διάλυση της Βουλής λόγω δυσαρμονίας προς το λαϊκό αίσθημα, παρά τη βούληση της κυβέρνησης εναντίον της βούλησης της κυβέρνησης και, δεύτερον, να παρεμβαίνει στη διαδικασία διορισμού του Πρωθυπουργού κατά παράβαση της αρχής της δεδηλωμένης. Θέλουμε να επανέλθουν αυτά; Μπορούσε να προκηρύξει δημοψήφισμα μόνος του. Αυτά θα μπορούσαν να επανέλθουν αφού υπήρχαν, αλλά χωρίς να πάμε στην άμεση εκλογή. Θα μπορούσαμε θεωρητικά να πάμε στο Σύνταγμα του ’75 ξανά, με αντίστροφη αναθεώρηση. Δεν το προτείνει κανείς.

Η ΝΔ η οποία φλέρταρε με την ιδέα της άμεσης εκλογής, άλλαξε άποψη, είναι υπέρ της έμμεσης εκλογής, χωρίς προσφυγή στον λαό. Άρα, έχουμε μία δυσκολία και να ψηφίσουμε τώρα, διότι δεν μπορεί να ταυτιστούν οι ψήφοι αυτών που θέλουν αναθεώρηση του άρθρου 32, με άμεση εκλογή και αυτών που θέλουν αναθεώρηση του άρθρου 32, με έμμεση εκλογή. Διότι, υπάρχει άλλη πολιτειολογική αντίληψη. Συμφωνούμε στην κατεύθυνση, αλλά δεν θα ανοίξω τώρα την συζήτηση αυτή.

Ο συγγραφέας δεν παρεμβαίνει σε αυτό. Κάνει μία λελογισμένη πρόταση επί του ισχύοντος συστήματος. Λέει, εάν ο υποψήφιος που ψηφίζει η κυβερνητική πλειοψηφία δεν συγκεντρώσει 151 ψήφους, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα δεδηλωμένη, πρέπει να πάμε στη διάλυση της Βουλής. Το άλλο είναι παθολογικό, δεν είναι φυσιολογικό. Εάν όμως ο υποψήφιος που ψηφίζει η κυβερνητική πλειοψηφία συγκεντρώσει 151 ψήφους, πρέπει να δούμε τι συμβαίνει στο χώρο της αντιπολίτευσης. Εάν συγκεντρώνονται 100 τουλάχιστον ψήφοι υπέρ ενός άλλου υποψηφίου, τότε πρέπει να διαλυθεί η Βουλή και να εκλεγεί ΠτΔ από την επόμενη Βουλή. Αν δεν συγκεντρώνονται αυτές οι τουλάχιστον 100 ψήφοι υπέρ ενός υποψηφίου της αντιπολίτευσης, τότε ο υποψήφιος που συγκέντρωσε 151 ψήφους πρέπει να θεωρηθεί ότι εξελέγη ΠτΔ . Πρόκειται για μια διαφοροποίηση βασισμένη σε ένα συνταγματικά θεμιτό κριτήριο, τον κοινοβουλευτικό συσχετισμό δυνάμεων.

Το ίδιο συμβαίνει και με την αξιολόγηση των αρμοδιοτήτων. Τι αρμοδιότητες θέλουμε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας; Δεν προτείνει ο Κώστας Γ. Μπακογιάννης επιστροφή των αρμοδιοτήτων του 1975, παρά μόνο εν μέρει, σε σχέση με τον διορισμό του πρωθυπουργού.

Με τον διορισμό του πρωθυπουργού, υπάρχει μεγάλη παρεξήγηση. Γιατί στο Σύνταγμά μας τυποποιήθηκε η αρχή της δεδηλωμένης; Λόγω των ιστορικών εμπειριών. Το 1965 είναι μία μεγάλη εμπειρία. Στην πραγματικότητα όλες οι πυκνώσεις του ιστορικού χρόνου επηρεάζουν το Σύνταγμα. Μία τέτοια πύκνωση του ιστορικού χρόνου είναι το 1965.

 

Τώρα, το μεγάλο θέμα της αναθεώρησης θα έπρεπε να είναι η δημοσιονομική επίγνωση, γιατί όταν έχεις βιώσει δέκα χρόνια κρίσης, δεν συζητάς για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, συζητάς για το δημοσιονομικό σύμφωνο, για τον χρυσό δημοσιονομικό κανόνα, για το δημοσιονομικό έλλειμμα, για το πρωτογενές πλεόνασμα, για τους κώδωνες του κινδύνου να διολισθήσεις ξανά σε αθεράπευτη κρίση και να «κρεμαστείς στα μανταλάκια», όχι της Ευρωζώνης, αλλά του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Αυτό είναι το μεγάλο θέμα. Εμείς τώρα συζητάμε για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ωραία!

Όλο όμως αυτό του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως είπα και στη Βουλή, εξαρτάται από το άρθρο 16, διότι η επόμενη Βουλή θα κρίνει: Θα αφιερώσει την αναθεώρηση και την προβλεπόμενη στο άρθρο 110 πενταετία στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή θα εγκαταλείψει την αναθεώρηση αυτή για να αναθεωρήσει το άρθρο 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια; Αλλά το άρθρο 16 κινδυνεύει να μην είναι στον κατάλογο των υπό αναθεώρηση διατάξεων, διότι δεν τον ψηφίζει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά, με τις ψήφους της ΝΔ και της ελάσσονος εν μέρει αντιπολίτευσης, δεν εντάσσεται καν   στον κατάλογο των υπό αναθεώρηση διατάξεων το άρθρο 16. Άρα, η επόμενη Βουλή, ή θα αποδεχτεί έναν κατάλογο χωρίς το άρθρο 16, ή θα τον εγκαταλείψει αυτόν τον κατάλογο και θα πάμε σε άλλη διαδικασία.

 

Επιλογή ηγεσίας της δικαιοσύνης. Έχει εκφραστεί η διοικητική ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας στην προηγούμενη αναθεωρητική και έχει πει, ότι το καλύτερο σύστημα είναι το ισχύον σύστημα. Βεβαίως, τώρα έχει αυξηθεί ο αριθμός των αντιπροέδρων και όπως έχει υπολογίζει ο κ. Βασίλης Ανδρουλάκης σε μια πρόσφατη μελέτη του, είναι πάνω από 35 τα πρόσωπα που επιλέγονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, λόγω του μεγάλου αριθμού αντιπροέδρων. Αυτός ο αριθμός μπορεί να αυξηθεί έτι περαιτέρω, γιατί δεν υπάρχει φραγμός συνταγματικός για τον αριθμό των αντιπροέδρων. Ενώ ξέρουμε ότι ο πρόεδρος είναι ένας, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου είναι ένας, οι γενικοί επίτροποι ένας και ούτω καθεξής.

Τώρα, η πρόταση να υπάρχει ένα σώμα με τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους που προτείνουν τους διαδόχους τους, δεν είναι ισότιμη με την πρόταση η προεπιλογή να γίνεται από την ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. Εδώ, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων συζήτησε προχθές το ενδεχόμενο να ψηφίζει όλο το Δικαστικό Σώμα τον υποψήφιο πρόεδρο. Δηλαδή και οι επιθεωρούμενοι τους επιθεωρητές και οι ελεγχόμενοι μέσω της διαδικασίας των ενδίκων μέσων αυτούς οι οποίοι δικάζουν τα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων.

Εν πάση περιπτώσει, μια λύση η οποία θα άλλαζε το κλίμα είναι μόνο η λύση της αυξημένης πλειοψηφίας από κοινοβουλευτική επιτροπή, όπου έχεις πάλι πολιτικό όργανο, αλλά όχι μόνο την κυβέρνηση, θέλεις και συμμετοχή της αντιπολίτευσης. Τρία πέμπτα από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, είναι μία λύση. Αλλά ο κατάλογος των υποψηφίων δεν μπορεί παρά να είναι ένας ευρύς κατάλογος, θα πεις ότι θα περιορίσεις τον αριθμό των δικαστών που είναι στην επετηρίδα. Τώρα δεν μπορείς να εκλεγείς διευθύνων της Εισαγγελίας εφετών αν δεν περιλαμβάνεται στους δέκα αρχαιότερους Εισαγγελείς Εφετών. Μπορεί να μπει ένας φραγμός ότι η επιλογή θα γίνεται μεταξύ των δέκα αρχαιότερων για τον πρόεδρο, μεταξύ τόσων για τον εισαγγελέα και μεταξύ κάποιων προφανώς περισσότερων για τους αντιπροέδρους. Αλλά η τελική απόφαση, όπως συμβαίνει σχεδόν παντού, πρέπει να ανήκει σε ένα πολιτικό όργανο. Άλλωστε εδώ μέλος του δικαστηρίου είσαι, τη ψήφο σου την έχεις έχοντας επιλεγεί με πλήρεις εγγυήσεις αυτοδιοίκησης, χωρίς να έχει μετάσχει πουθενά πολιτικό όργανο.

Αυτό που θα συζητούσα σε επίπεδο κοινού νόμου είναι οι αρμοδιότητες, των προέδρων, των αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Οι αρμοδιότητες, ιδίως στο βαθμό που επηρεάζουν την αρχή του νόμιμου δικαστή και ιδίως στο βαθμό που καταλύουν την ιδιότητα του εισαγγελέως ως ισόβιου ανεξάρτητου δικαστικού λειτουργού, γιατί εκεί υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με την ιεραρχική δομή της Εισαγγελίας.

Πάντως δεν νομίζω ότι η εμπλοκή του Προέδρου της Δημοκρατίας θα προσέφερε τίποτα. Η κυβέρνηση θα είχε τις προτιμήσεις της, η αντιπολίτευση τις δικές της, το δικαστικό σώμα τις δικές του και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα δήλωνε τις επιθυμίες του χωρίς λόγο και θα μείωνε την νομιμοποίησή του.

Προληπτικός δικαστικός έλεγχος με πρωτοβουλία του προέδρου, το προτείνει η ΝΔ αυτό. Βέβαια, ο συγγραφέας είναι πιο γενναιόδωρος. Λέει, εάν η ένσταση αντισυνταγματικότητας, με την έννοια του πολιτικού ελέγχου της συνταγματικότητας, του κοινοβουλευτικού ελέγχου της συνταγματικότητας, - γιατί ο έλεγχος δεν είναι μόνο δικαστικός, είναι και πολιτικός- συγκεντρώσει 75 ψήφους, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δύναται να παραπέμψει το ψηφισμένο νομοσχέδιο ή την πρόταση νόμου στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Άρα, κάθε νομοσχέδιο θα ήταν αντικείμενο μιας μεγάλης συζήτησης για τη συνταγματικότητά του και μετά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, υποκείμενο μιας διαρκούς πίεσης από την αντιπολίτευση, να παραπέμψει. Η ΝΔ το 75 το κάνει 120, 2/5, αλλά μιλάει για άλλη φύση του δικαστικού ελέγχου, μιλάει για άλλο ανώτατο ειδικό δικαστήριο και για μία εκ των πραγμάτων συμπλοκή συστημάτων, διότι πρέπει να έχουμε μετά ένα σύστημα προληπτικού, γενικού και αφηρημένου δικαστικού ελέγχου, που συνυπάρχει και εν μέρει συγκρούεται με το ισχύον σύστημα του δικαστικού, διάχυτου, συγκεκριμένου και παρεμπίπτοντος ελέγχου.

Ο συγγραφέας υιοθετεί και το stare decisis, δηλαδή ένα βήμα παραπέρα, από εκεί που έχει πάει ήδη η νομοθεσία για το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την παραδοχή ότι είναι οριστική και σταθεροποιημένη η νομολογία. Αυτή όμως η παραδοχή συγκρούεται ίσως με τη θεωρία του νομολογιακού σχετικισμού ως θεμέλιο του κράτους δικαίου. Δηλαδή, η μεταστροφή της νομολογίας δεν μπορεί να αποκλείεται. Στα ποινικά θέματα υπάρχει ένα ζήτημα άρθρου 7 του Συντάγματος. Αλλά, εδώ με πολύ έξυπνο τρόπο ο συγγραφέας λέει, εάν υπάρχει νομολογία του δικαιοδοτικού κλάδου, του Ανωτάτου Δικαστηρίου του κλάδου, - του αρμοδίου από τη φύση των υποκειμένων διαφορών- τότε αποφαίνεται το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, οιονεί διαπιστωτικά, αλλιώς το παραπέμπει στην ολομέλεια του δικαστηρίου του αντίστοιχου κλάδου. Και αυτή η απόφαση, ή έστω αυτή η γνώμη, πώς επηρεάζει τον Πρόεδρο; Αναπέμπει και μετά αν υπάρξει επιψήφιση ; Εκδίδει; Οι αρμοδιότητες του Προέδρου στο δικαστικό έλεγχο, συνδέονται με τη φύση της αρμοδιότητος. Όταν υπήρχε κύρωση, μπορούσε να ασκήσει και ουσιαστικό έλεγχο συνταγματικότητας. Όταν υπάρχει έκδοση, πιστοποιεί την εξωτερική τυπική συνταγματικότητα. Η εσωτερική τυπική συνταγματικότητα, είναι αυτονομία της Βουλής, είναι interna corporis. Πάντως, η έκταση του ελέγχου συνδέεται με τη φύση της βασικής αρμοδιότητας, δηλαδή της αρμοδιότητας να κυρώνει ή να εκδίδει τους ψηφισμένους νόμους. Αυτή είναι η θεωρητική υποδομή του ζητήματος.

Αυτό είναι πολύ ωραίο, έξυπνο και οργανωμένο σχήμα, αλλά δημιουργεί ένα ζήτημα αλλαγής του συνολικού συστήματος, διότι πρέπει να ιδρυθεί ένα μόνιμο ανώτατο ειδικό δικαστήριο, με πολλά μέλη, με θητεία η οποία υπερβαίνει τη θητεία των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που είναι τετραετής κλπ.

Σε σχέση με το δημοψήφισμα. Αυτό που λείπει στη χώρα, δεν είναι ένας Πρόεδρος που προκηρύσσει δημοψήφισμα, ούτε πεντακόσιες χιλιάδες πολίτες που μαζεύουν υπογραφές κάνοντας ακτιβισμό, μας λείπει αυτό που παραβιάστηκε, η σαφήνεια του ερωτήματος και δεκαπέντε τουλάχιστον μέρες προεκλογικής περιόδου. Έτσι λέει η Επιτροπή Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης και έτσι λέει η Ελληνική Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Όλα τα άλλα τα οποία μπορούμε να συζητήσουμε για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, είναι ανοιχτά και θα τα συζητήσουμε. Σημασία έχει, να κατατίθενται δημόσια, σοβαρές και τεκμηριωμένες επιστημονικές προτάσεις. Σημασία έχει, η ποιότητα της τεκμηρίωσης, η ποιότητα των επιχειρημάτων και η ποιότητα του λόγου. Υπό την έννοια αυτή, θέλω πραγματικά να ευχαριστήσω και να συγχαρώ τον Κώστα Γ. Μπακογιάννη, γιατί με συστηματικότητα, με ερευνητικό ζήλο και με εντιμότητα διανοητική μας δίνει την ευκαιρία να συζητήσουμε οργανωμένα γύρω από τα θέματα αυτά, τα οποία είναι πιο βαθιά από ότι φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. -

 

* Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Γ. Μπακογιάννη «Η εκλογή και οι πολιτικά καίριες αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας» (εκδ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ) στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών στις 18.12.2018

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΒουλή | Κυβέρνηση | ΠτΔΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019