Αθήνα, 11 Δεκεμβρίου 2018

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών «Η Ευρωπαϊκή Δημοκρατία σε αμφισβήτηση»

Όταν συζητούμε για την Ευρωπαϊκή Δημοκρατία σε αμφισβήτηση, συζητούμε, αφενός μεν για την αμφισβήτηση της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας ως θεσμική κατάκτηση και αντίληψη, δηλαδή για την αμφισβήτηση της δυτικής δημοκρατίας, της φιλελεύθερης δημοκρατίας, του πολιτικού συστήματος που συνδυάζει τη δημοκρατία με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, που είναι η μεγαλύτερη κατάκτηση του μεταπολεμικού κόσμου, αφετέρου δε για την αμφισβήτηση της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα ήταν η στόχευσή μας πολύ περιορισμένη αν συζητούσαμε μόνο για το δημοκρατικό έλλειμμα του θεσμικού οικοδομήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αν μιλούσαμε μόνο για τα ζητήματα τα τοπικά, τα εθνικά για την κρίση των δημοκρατικών θεσμών, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, για την κρίση αντιπροσώπευσης συμμετοχής και πολιτικής νομιμοποίησης στα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στα κράτη- μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, της ευρύτερης Ευρώπης.

Η φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι μια καντιανή κατάκτηση. Μια κατάκτηση μεταπολεμική βασισμένη στην ύπαρξη κοινωνιών επαναπαυμένων και ασφαλών που ακολουθούσαν μια γραμμική αντίληψη της ιστορίας. Ήξεραν ότι είχαν βγει από έναν πόλεμο και είχαν μπει σε μια διαδικασία που θα τους πήγαινε από το καλό στο καλύτερο χωρίς μεγάλες κρίσεις, χωρίς παλινδρομήσεις, χωρίς ριζικές αμφισβητήσεις του κεκτημένου. Σ’ αυτήν την αντίληψη οικοδομήθηκε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της «μικρής» Ευρώπης, της Ευρώπης της δεκαετίας του ‘50, της δεκαετίας του ’60, της Ευρώπης όπως την αντιλαμβανόμασταν μεταπολεμικά ως Δυτική Ευρώπη.

Αυτή η καντιανή αντίληψη έχει εκλείψει γιατί σταδιακά οι κοινωνίες οι ευρωπαϊκές, του στενού πυρήνα της Ευρώπης, έγιναν κοινωνίες φοβικές και ανασφαλείς. Και αυτό οφείλεται σε πολλά και διάφορα αίτια, τα οποία είναι σε μεγάλο βαθμό εγγενή, δηλαδή συνδέονται με διαρθρωτικά ελαττώματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά υπάρχουν και προβλήματα της μεγάλης εικόνας, του διεθνούς συσχετισμού, του παγκόσμιου καταμερισμού.

Καταρχάς αμφισβητείται ένα δόγμα πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η φιλελεύθερη δημοκρατία και απέκτησε στη συνέχεια οικουμενικά χαρακτηριστικά. Έγινε το οικουμενικώς ιδεώδες πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης. Αυτό είναι η σύνδεση της δημοκρατίας με την ανάπτυξη.

Απεδείχθη και αποδεικνύεται καθημερινά τώρα στην παγκόσμια πρακτική ότι μπορεί να έχεις ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα χωρίς δημοκρατία. Η κινεζική αντίληψη, γιαυτό που λέγεται meritocracy για την αξιοκρατία που είναι μια κομφουκιανή μη δημοκρατική αντίληψη που εμφανίζεται πια επίσημα, ιδεολογικά ως αντίπαλο δέος στη φιλελεύθερη δημοκρατία, ως άλλο μοντέλο, ως άλλη σύλληψη για το πως οργανώνονται πολιτικά οι κοινωνίες και διεκδικούν την ανταγωνιστικότητά τους, την ανάπτυξή τους, την κατίσχυσή τους, μας δείχνει ότι έχει αποσυνδεθεί πλέον η προοπτική της ανάπτυξης, η ανταγωνιστικότητα, το διανοητικό κεφάλαιο, η καινοτομία, η πρόκληση της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης από το δημοκρατικό πλαίσιο αναφοράς.

Αυτή είναι μια πολύ μεγάλη αμφισβήτηση και της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας ως θεσμικής σύλληψης και ως αξίας, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης που βασίζεται στην έννοια της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας.

Ένα άλλο δεδομένο είναι ότι εμφανίζονται φαινόμενα αποχωρισμού της δημοκρατίας από το κράτος δικαίου. Εμφανίζεται ένα φαινόμενο το οποίο είναι εξαιρετικά ανησυχητικό, το φαινόμενο της illiberal δημοκρατίας, της μη φιλελεύθερης δημοκρατίας- όπου η αρχή της πλειοψηφίας σε συνδυασμό με τον ισχυρό ηγέτη έρχεται να κατισχύσει των δικαιωμάτων των μειοψηφιών, των μειονοτήτων, των διαφορετικών, του ενός- γιατί σε τελευταία ανάλυση μας ενδιαφέρει ο ένας. Όταν οι κοινωνίες ρέπουν προς την ισχυρή ηγεσία, την δημοκρατικά νομιμοποιημένη με μεγάλες πλειοψηφίες, τότε δημιουργείται ένα πρόβλημα το οποίο είναι ακριβώς η αποσύνδεση της δημοκρατίας από τον πλουραλισμό και συνεπώς από τον φιλελευθερισμό.

Από την άλλη μεριά υπάρχει ένα αντίστροφο φαινόμενο στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τη στενή θεσμική έννοια του όρου, που είναι ότι αναπτύσσεται ένας δικαιωματισμός, ένα πανίσχυρο κράτος δικαίου χωρίς δημοκρατία. Έχουμε ένα οικοδόμημα με δικαιώματα, με δικαστικό έλεγχο, με εγγυήσεις αλλά χωρίς δημοκρατία. Η δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι μια δημοκρατία «διακυβερνητική». Γιατί το κατεξοχήν νομιμοποιημένο δημοκρατικά όργανο δεν είναι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά το Συμβούλιο και τελικά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, οι σύνοδοι των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων, μόνο που εκεί η Δημοκρατία διαθλάται μέσω του εθνικού συμφέροντος. Γιατί ναι μεν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένοι όλοι τους, με τον άλφα ή βήτα τρόπο, κοινοβουλευτικά, προεδρικά, ημιπροεδρικά, σε κάθε περίπτωση ο καθένας από αυτούς εκπροσωπεί ένα δημοκρατικό αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης και έχει εθνική νομιμοποίηση, αλλά εκφράζει εθνικά συμφέροντα και δεν καταγράφεται ένας συσχετισμός δημοκρατικός με την έννοια του συσχετισμού, ιδεών και πολιτικών, αλλά ένας συσχετισμός πάγιων και συνήθως αμετακίνητων εθνικών συμφερόντων, τουλάχιστον στα μεγάλα θέματα, στις μεγάλες προτεραιότητες.

Αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατική εναλλαγή σε εθνικό επίπεδο, παίζει μάλλον μικρό ρόλο για τους πανευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Η Γαλλική Κυβέρνηση θα είναι πάντα Γαλλική, ανεξαρτήτως αν είναι πρόεδρος είναι ο κ. Μακρόν, ο κ. Ολάντ ή ο κ. Σαρκοζί και η Γερμανική Κυβέρνηση θα είναι πάντα Γερμανική ανεξαρτήτως αν καγκελάριος είναι η κυρία Μέρκελ ή αν ήταν ο κ. Σρέντερ ή αν θα είναι η διάδοχος της κυρίας Μέρκελ στην ηγεσία του CDU και ούτω καθεξής. Άρα κάθε νέα παρουσία η οποία εμφανίζεται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τη σκέψη ότι είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένη και ότι είναι φορέας άλλων ιδεών, ριζοσπαστικών, συγκρούεται πάρα πολύ γρήγορα με αυτήν την πραγματικότητα η οποία είναι αδυσώπητη, των πάγιων εθνικών στρατηγικών και ενός μεγάλου κυλιόμενου συνασπισμού, όπου τελικά κυβερνά ο ίδιος συσχετισμός δυνάμεων, έστω και αν αυτός αποτελείται από δυνάμεις, που σε εθνικό επίπεδο είναι αντίπαλοι και συνιστούν τους δυο συγκρουόμενους πόλους του εθνικού πολιτικού συστήματος. Σοσιαλδημοκρατικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα συγκυβερνούν στην Ευρώπη επί 60 χρόνια, ανεξαρτήτως των διακυμάνσεων των εθνικών συσχετισμών. 

Η ανατροπή συμβαίνει τώρα γιατί δεν φτάνει ο κυλιόμενος συνασπισμός. Γιατί οι συστημικές δυνάμεις χάνουν την ισχύ τους, γιατί αμφισβητείται ένα πλαίσιο αναφοράς θεσμικό, το οποίο αναγνωρίζει ως θεμιτές και συμβατές με το οικοδόμημα αυτό, πολύ λίγες επιλογές. Υπάρχουν πάρα πολλές επιλογές που αποκλείονται. Δημοσιονομικές επιλογές που αποκλείονται γιατί διαταράσσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία, αξιακές επιλογές που αποκλείονται γιατί προσκρούουν στην κρατούσα αντίληψη περί ευρωπαϊκών αξιών. Θεσμικές επιλογές που αποκλείονται διότι παραβιάζουν το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Πολιτικές εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας που προσκρούουν στον συσχετισμό δυνάμεων και στην αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λειτουργήσει ως οντότητα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας, διότι το ευρωπαϊκό πρόβλημα ασφάλειας είναι από το 1916, πρόβλημα ευρωαμερικανικό. Και χωρίς Αμερική, χωρίς ΝΑΤΟ, με το αφήγημα του ευρωπαϊκού στρατού, δεν υπάρχει ούτε εξωτερική πολιτική, ούτε πολιτική ασφάλειας και άμυνας. Δεν υπάρχει ούτε προσφυγική και μεταναστευτική πολιτική όταν έχεις μια οντότητα, πολύ μεγάλη οικονομικά η οποία διεκδικεί να παίξει σημαντικότατο ρόλο, η οποία όμως δεν μπορεί να παρέμβει στις εστίες της κρίσης. Αν δεν μπορείς να παρέμβεις στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, αν δεν μπορείς να παρέμβεις όχι στη Λιβύη και στη Συρία αλλά ούτε καν στην Υεμένη όπου συντελείται μια γενοκτονία, τότε βεβαίως είσαι αναγκασμένος να περιμένεις παθητικά, να αποδέχεσαι τα κύματα τα μεταναστευτικά και τα προσφυγικά και να περιμένεις ενδιάμεσες γεωγραφικά χώρες, όπως είναι η Τουρκία, να παίζουν τον καθοριστικό ρόλο και να σηκώνουν και ένα τεράστιο βάρος.

Άρα υπάρχει ένα πρόβλημα στενού φάσματος επιλογών που σημαίνει, για να μιλήσουμε ανοιχτά, ότι υπάρχει μια δημοκρατία η οποία σιγά - σιγά αρχίζει και φοβάται τις κοινωνίες της. Υπάρχει μια δημοκρατία που αρχίζει και φοβάται το εκλογικό της σώμα. Υπάρχει μια δημοκρατία που προτιμά να αποφεύγονται οι εκλογές και τα δημοψηφίσματα διότι έχει αποδειχθεί ότι τουλάχιστον τα δημοψηφίσματα οδηγούν σχεδόν πάντοτε σε προβληματικές επιλογές. Όπως έδειξε το δημοψήφισμα για το Brexit- θα δούμε βέβαια, θα το αποτιμήσει αυτό ο Βρετανικός λαός εκ των υστέρων- όπως έδειξε το ιταλικό δημοψήφισμα που διέλυσε το ιταλικό πολιτικό σύστημα. Αλλά αυτή τη στιγμή, βλέπουμε ότι κλονίζεται η ελπίδα του προέδρου Μακρόν, ο οποίος αποδυναμώνεται, γίνεται αχνός σε ενάμιση μόλις χρόνο, υφίσταται μια κρίση νομιμοποίησης. Γιατί; Γιατί είναι προϊόν μιας εκβιασμένης εκλογής. Εκλέχτηκε για να μην εκλεγεί η κα Λεπέν. Κάποτε ο Σιράκ εκλέχτηκε για να μην εκλεγεί ο πατέρας Λεπέν, αλλά ακολούθησαν βουλευτικές εκλογές στις οποίες το κόμμα του Σιράκ πήρε 30%.

Τώρα το παλιό γαλλικό πολιτικό σύστημα έχει, σε πολύ μεγάλο βαθμό, διαλυθεί. Το ιταλικό πολιτικό σύστημα έχει διαλυθεί. Το γερμανικό πολιτικό σύστημα υφίσταται δραματικές πιέσεις, οδεύει προς τη ριζική αμφισβήτηση με συνεχή απίσχνανση όλων των κομμάτων των συμβατικών των κυβερνητικών: CDU-CSU, SPD.

Άρα υπάρχει ένα βαθύ πρόβλημα ευρωπαϊκής δημοκρατίας που μεταλλάσσεται σε πρόβλημα ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας γιατί η Ευρώπη είναι σοσιαλδημοκρατική, ιστορικά. Έχουν συμβάλλει στην οικοδόμηση της σοσιαλδημοκρατικής Ευρώπης και τα χριστιανοδημοκρατικά ή συντηρητικά κόμματα και τα φιλελεύθερα κόμματα, αλλά η σύλληψη της κοινωνικής Ευρώπης είναι εξ ορισμού και εκ γενετής σοσιαλδημοκρατική και άρα η σοσιαλδημοκρατία υφίσταται πρώτη αυτή, ιδεολογικά και πολιτικά, την κρίση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Και, βεβαίως, υπάρχει πρόβλημα οικοδομήματος ευρωπαϊκού - ευρώ, ευρωζώνης, οικονομικής διακυβέρνησης- γιατί έρχεται σε σύγκρουση η σημερινή Ευρώπη με τη διαχρονικότητά της. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ακόμη και η νομισματική ένωση, η ζώνη του Ευρώ, είναι προϊόντα πολιτικού βολονταρισμού. Όλα τα μεγάλα βήματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν βήματα κατεξοχήν πολιτικά. Χωρίς απόλυτο, ούτε καν σχετικό ορισμένες φορές, οικονομικό ορθολογισμό. Αντιμετωπίστηκαν με έντονη βουλισιαρχική προσέγγιση της ιστορίας. Και τώρα έχουν «κλειδωθεί» οι θεσμοί, έχουν «κλειδωθεί» οι πολιτικές, έχουν «κλειδωθεί» οι ανισότητες, έχουν ουδετεροποιηθεί πολιτικά οι μεγάλες αποφάσεις, διότι όργανα ανεξάρτητα, μη ελεγχόμενα πολίτικά και δημοκρατικά, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ασκούν τις μεγάλες πολιτικές, την νομισματική πολιτική. Αν δεν μπορείς, λοιπόν, να ασκήσεις νομισματική πολιτική ή δημοσιονομική πολιτική, αν στην πραγματικότητα δεν έχεις εργαλεία αναπτυξιακής πολιτικής, αν δεν έχεις τράπεζες, εάν δεν έχεις χρηματοδοτικά εργαλεία, τί θα κάνεις, πώς θα ανατρέψεις τις ανισότητες; Πώς η Ελλάδα θα βελτιώσει τη θέση της σε σχέση με την Γερμανία;

Αυτός ο φόβος είναι που καθοδηγεί κοινωνίες όπως η Ιταλική και η γαλλική, τις ισχυρότερες δηλαδή, κοινωνίες. Μήπως έζησαν την εμπειρία του Μνημονίου, όπως την έζησε η Ελλάδα, η Ολλανδία, η Πορτογαλία, η Κύπρος, ακόμη και η Ισπανία στον τραπεζικό τομέα; Όχι, αλλά φοβούνται ότι μπορεί να την ζήσουν. Προσέξτε, έχουν επίγνωση του κινδύνου να βρεθούν σε αποκλίνουσα κατάσταση. Και οι κοινωνίες γίνονται φοβικές και αντιδρούν.

Άρα, το ερώτημα είναι, πώς αυτό όλο μπορεί να το διαχειριστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, καταρχάς, που είναι ο συγκροτημένος πυρήνας και μετά η ευρύτερη Ευρώπη, η οποία έχει να απαντήσει και σε άλλα ερωτήματα. Πώς θα αντιμετωπίσεις, για παράδειγμα, την ευρω-ρωσική σχέση την οποία πρέπει να την τοποθετήσεις σε γεωπολιτικά συμφραζόμενα πολύ ευρύτερα, λαμβανομένων υπόψη των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων και της δυνατότητας να έχεις αυτόνομη πολιτική που δεν είναι μόνον εξωτερική ή αμυντική, είναι και ενεργειακή και εντέλει οικονομική. Διότι όλο αυτό επηρεάζει την πραγματική οικονομία. Επηρεάζει όλο το μοντέλο ανάπτυξης. 

Το ερώτημα, μέσα από όλα αυτά, είναι εάν μπορεί να συγκροτηθεί ένα νέο πλαίσιο ευρωπαϊκής πολιτικής που να έχει και θεσμική υπόσταση. Διότι, το να περιγράφεις το πρόβλημα είναι και αυτό πολύ σημαντικό καθώς ο ανθρώπινος νους κατά πάσα πιθανότητα μπορεί να λύσει το πρόβλημα που αντιλαμβάνεται, αλλά, δεν αρκεί αυτό. Πρέπει να διαμορφώνονται και συσχετισμοί. Και πώς να διαμορφώσεις τους συσχετισμούς; Πού θα διαμορφώσεις τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς; Θα τους διαμορφώσεις πανευρωπαϊκά; Δεν διαμορφώνονται πανευρωπαϊκά. Πρέπει να τους διαμορφώσεις εθνικά, πρώτα. Αλλιώς, μπορεί να παρασύρεσαι σε μια διαρκώς μεγαλύτερη αποσύνδεση μεταξύ ευρωπαϊκού οικοδομήματος και εθνικού κράτους που διεκδικεί την ταυτότητά του, γιατί η ταυτοτική κρίση λειτουργεί αμυντικά. Σε περιχαρακώνει.

Δεν λειτουργεί από ένα σημείο και μετά το αφήγημα της ευρωπαϊκής περιχαράκωσης σε υποκατάσταση της εθνικής, γιατί η ενιαία αγορά αυτή τη σύλληψη εμπεριείχε: θα καταργήσουμε τα εσωτερικά σύνορα, αλλά θα υψώσουμε εξωτερικά τείχη, σε σχέση με τις τρίτες χώρες. Αυτό το ιστορικό στρατήγημα δεν λειτουργεί από ένα σημείο και μετά. Πώς λοιπόν μπορείς με δημοκρατική νομιμοποίηση, με συμμετοχή, με αντιπροσώπευση, με συμπεριληπτικές κοινωνίες και πολιτικά συστήματα να αντιμετωπίσεις ένα πρόβλημα οικονομικής διακυβέρνησης και ένα πρόβλημα νομισματικής ζώνης, που πρέπει να έχει μακροπρόθεσμη αντοχή, χωρίς να διολισθήσεις στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, ο οποίος ενεργοποιεί την πιθανή αντίδραση και επίθεση των αγορών. Διότι αν σε βρουν χαλαρό οι αγορές και σου επιτεθούν τότε καταλύεται το εγχείρημά σου συγκρουόμενο με τις αγορές, όχι με τις κοινωνίες, ενώ παραλλήλως συγκρούεται με τις κοινωνίες. Και βέβαια, πώς αυτό θα το αντιμετωπίσεις αίροντας τις «κλειδωμένες» ανισότητες ώστε η Ελλάδα να μπορέσει κάποια στιγμή να ξαναβρεί τη θέση της, να μην βλέπει την απόσταση από την Ευρώπη να μεγαλώνει και ταυτόχρονα να μην φοβούνται ούτε οι Γάλλοι, οι Ιταλοί ή οι Ισπανοί και πολύ περισσότερο οι Βρετανοί οι οποίοι φεύγουν το τί συμβαίνει στην Ευρώπη δηλαδή στη Γερμανία.

Αλλά μπορείς να το πετύχεις αυτό χωρίς αμοιβαιοποίηση χρέους; Μπορείς να το πετύχεις αυτό έστω χωρίς μηχανισμούς που να μειώνουν τη διαφοροποίηση επιτοκιακού κινδύνου και να μειώνουν τον κίνδυνο απομάκρυνσης από τις αγορές; Είναι δυνατόν να το πετύχεις αυτό χωρίς κάποιους μηχανισμούς περιορισμού ή αναδιανομής των εμπορικών πλεονασμάτων; Όχι των δημοσιονομικών πλεονασμάτων, των πρωτογενών ή δημοσιονομικών πλεονασμάτων, αλλά των πλεονασμάτων του εμπορικού ισοζυγίου γιατί εκεί είναι το πρόβλημα της Γερμανίας. Μπορείς να το πετύχεις αυτό χωρίς καμία μέριμνα για την κοινωνική συνοχή;

Πώς θα διασφαλίσεις αυτή την κοινωνική συνοχή εάν δεν επινοήσεις ένα νέο κοινωνικό κράτος το οποίο μπορεί να επιβιώνει σε νέες δημογραφικές συνθήκες όχι μόνο δημοσιονομικά αλλά όντας το ίδιο εγγενώς αναπτυξιακό με την αναπτυξιακή - επενδυτική χρήση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων του δεύτερου και τρίτου πυλώνα, μέσα σε ένα σύστημα τριών πυλώνων; Και, το κυριότερο, μπορείς να το πετύχεις αυτό αδιαφορώντας για τις επιλογές των λαών; Οι οποίες μπορεί να είναι όχι μόνο βαθιά ενοχλητικές, αλλά και επικίνδυνες και θεσμικά απαράδεκτες σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου. Μπορεί να είναι ακροδεξιές, λαϊκιστικές με την εθνολαϊκιστική έννοια του όρου. Μπορεί να είναι ρατσιστικές, ξενοφοβικές που σημαίνει ότι πρέπει να μιλήσουν πια σε εθνικό επίπεδο τα πολιτικά συστήματα, οι κοινωνίες των πολιτών και οι πολιτικές ηγεσίες με τελείως διαφορετικό τρόπο. Μπορεί να γίνει αυτό όσο εκκρεμούν τόσο έκδηλα διαφορετικά εθνικά συμφέροντα, τόσο μεγάλες ανισότητες εσωτερικές και τόσο διαφοροποιημένες προτεραιότητες; Γιατί, ο καθένας στην ΕΕ των 28 ακολουθεί τον πολιτικό κύκλο του και είναι σε άλλο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και σε άλλη στιγμή της διεθνούς συγκυρίας η οποία έχει πολλές στιγμές που ανάβουν σα λαμπάκια. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί αυτό. Αλλά, αυτό είναι το αντικείμενο της συζήτησης.

Είναι κανείς διατεθειμένος να θέσει το ζήτημα αυτό; Η απάντηση είναι ότι δυστυχώς όχι. Διότι οι ρητορικές αντιμετωπίσεις του θέματος, οι ρητορικές προβολές του θέματος έχουν πολύ μικρή διάρκεια ζωής, όπως απεδείχθη από το φαινόμενο Μακρόν. Η λογική η οποία επικρατεί και είναι λογική business as usual που είναι η γερμανική λογική, είναι μια λογική η οποία από ένα σημείο και μετά δεν μπορεί να ελέγξει ούτε τις εσωτερικές γερμανικές εξελίξεις.

Άρα χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση την οποία δεν εκπροσωπεί κανείς. Καμία πολιτική δύναμη που εκπροσωπείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και καμία από τις νέες ενσωματώσεις που θα εμφανιστεί στις ευρωπαϊκές εκλογές οι οποίες μπορεί να είναι εντυπωσιακές ως προς το αποτέλεσμά τους διότι θα αλλάξουν πολλά από τα δεδομένα που είπαμε. Καταρχάς, όπως σημειώσαμε, θα αμφισβητήσουν την αντοχή του κυλιόμενου μεγάλου συνασπισμού Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών. Άρα, απαιτούνται νέα πράγματα.

Μας ενδιαφέρει εμάς ως Ελλάδα η κατάσταση αυτή; Εμάς κατεξοχήν ενδιαφέρει. Μήπως πάσχουμε από κανένα μικρομεγαλισμό; Όχι. Για εμάς είναι υπαρξιακό το ζήτημα γιατί εμείς τώρα κινδυνεύουμε να υποστούμε το μαρτύριο του Σισύφου σε απόλυτο βαθμό. Δηλαδή, να καταβάλλουμε μια προσπάθεια ανασυγκρότησης, ανάκαμψης, ανάκτησης του χαμένου εδάφους, αύξησης της ανταγωνιστικότητας, να αγωνιζόμαστε να πλησιάσουμε σε μια Ευρώπη η οποία θα απομακρύνεται όχι γιατί είναι πιο ανεπτυγμένη πιο ανταγωνιστική, αλλά, επειδή διαλύεται. Επειδή δεν έχει κέντρο αναφοράς.

Μπορεί κάποτε να μην μας άρεσε η Ευρώπη του γαλλο-γερμανικού διευθυντηρίου, αλλά εν πάση περιπτώσει είχαμε ένα «τηλέφωνο», όπως είχε πει ο Χ. Κίσινγκερ. Είχαμε ένα «τηλέφωνο» και το είχαμε χρησιμοποιήσει πάμπολλες φορές και αποτελεσματικά το τηλέφωνο αυτό. Τώρα, λοιπόν, εμείς κινδυνεύουμε να χάσουμε τον συνομιλητή και για εμάς αυτό είναι ζωτικό. Εμείς λόγω κρίσης έχουμε ευτυχώς και οφείλουμε να έχουμε μεγαλύτερη επίγνωση του προβλήματος. Αυτό λοιπόν είναι ένα σύνθετο πρόβλημα ευρωπαϊκής δημοκρατίας, ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και κυρίως ευρωπαϊκών πολιτικών. Και αυτό είναι που πρέπει να θέσουμε.

 



Δευτερολογία

Θα ήθελα να πω κάτι σε σχέση με την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και επειδή είναι και η κα Σχινά εδώ, η οποία έκανε μια εξαιρετική εισήγηση άλλου τύπου, θα σας μεταφέρω ένα μικρό ανέκδοτο πραγματικό, από την τύχη που είχα να συνομιλώ με τον Χορχέ Σεμπρούν ένα διάστημα. Λοιπόν, ο Χόρχε Σεμπρούν είχε πει μια ιστορία, ότι στη Χιλή τα βιβλία το τα εκδίδει το Forum Economico de Cultura και μου λέει δεν σου φαίνεται περίεργο τα βιβλία μου να τα εκδίδει το Forum Economico de Cultura και τι είναι αυτή η αντίφαση να είναι forum economico και της κουλτούρας; Και λέω, ναι σε παρακαλώ πες μου πως προέκυψε αυτό; Λέει, μου είχαν ζητήσει να τους προτείνω έναν τίτλο γι αυτόν τον φορέα και τους έστειλα ένα χαρτί και τους είπα ότι πρέπει να ονομαστείτε Forum Ecumenico de cultura, αλλά ο τυπογράφος δεν κατάλαβε και τύπωσε Forum Economico de Cultura.

Τώρα, για τις ερωτήσεις οι οποίες είναι εύλογες, ζήτησα το λόγο για να πω το εξής, ότι ο κύκλος με αφορμή και το δεκάτομο έργο που έχει επιμεληθεί ο Γιάννης Μεταξάς, δεν φιλοδοξεί να κάνει μία εκδήλωση και να λύσει τα προβλήματα παρουσιάζοντας μια πλατφόρμα, λέγοντας ότι αυτή είναι η πλατφόρμα για τη λύση. Ούτε έχουμε παρεξηγήσει τα μεγέθη θεωρώντας ότι εμείς μπορούμε να πούμε ποια θα είναι η επίσημη ελληνική θέση, και πολύ περισσότερο ποια πρέπει να είναι η ευρωπαϊκή απόφαση για τα θέματα αυτά.

Όλα είναι πάρα πολύ δύσκολα. Οι ευρωπαϊκοί συσχετισμοί διαμορφώνονται με πάρα πολύ αργό, αντιφατικό τρόπο. Θέλει πολύ μεγάλη αίσθηση των συσχετισμών και των ορίων, εάν θέλεις να είσαι αποτελεσματικός και όχι απλώς επικοινωνιακός ή θεατρικός. Η Ελλάδα μόνη της δεν μπορεί να διαμορφώσει κανέναν συσχετισμό. Πρέπει να διαμορφώνονται συσχετισμοί οι οποίοι είναι διακυβερνητικοί, δηλαδή χρειάζονται κράτη, κρίσιμη μάζα κρατών και συσχετισμοί οι οποίοι είναι συσχετισμοί αντιλήψεων, δεν θα έλεγα αξιακοί, ιδεολογικοί ή πολιτικοί, αλλά συσχετισμοί αντιλήψεων, γιατί μπορείς να βρεις ένα συντηρητικό κόμμα, το οποίο έχει πολύ μεγάλες ευαισθησίες για το κοινωνικό κράτος, ή πολύ μεγάλες ευαισθησίες για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας ή εξωτερικής ταυτότητας και αντιστρόφως να βρεις κόμματα της μεγάλης σοσιαλιστικής, σοσιαλδημοκρατικής οικογένειας, τα οποία είναι αλαζονικά, εθνικιστικά και αντιπαραγωγικά στη διαπραγμάτευση. Άρα, χρειάζεται μια πολύ μεγάλη αίσθηση της πραγματικότητας και επίμονη δουλειά και αίσθηση συνέχειας του κράτους, η οποία ενώ υπάρχει κατά βάθος στην Ελλάδα, στα ζητήματα εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής, εν τούτοις καταγγέλλεται από όλους.

Δηλαδή, δεν μπορούμε ούτε να συνειδητοποιήσουμε, ούτε να υποστηρίξουμε, ούτε να αξιοποιήσουμε αυτό που εκ των πραγμάτων υπάρχει. Τα χρόνια της μεταπολίτευσης μας δείχνουν, εάν τα δει κανείς συνολικά και μακροσκοπικά, ότι εφαρμόστηκε τελικά μία εθνική στρατηγική, παρά τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες και στα θέματα της ευρωπαϊκής πολιτικής και στα θέματα τα λεγόμενα εθνικά. Αλλά, αυτό δεν μπορεί να μεταφερθεί σε ένα πανευρωπαϊκό επίπεδο εύκολα. Για παράδειγμα, οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι χώρες που προέρχονται από την εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, δεν θεωρούν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μια καθαρή στάση σε σχέση με τους φόβους τους, που είναι φόβοι ασφάλειας. Δεν μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση από μόνη της να δώσει μία απάντηση στην Πολωνία σε σχέση με την Ρωσία. Δεν μπορεί να δώσει μία απάντηση σε χώρες της ανατολικής γειτονίας, όπως είναι για παράδειγμα η Ουκρανία. Πρέπει η απάντηση αυτή να είναι μία απάντηση το λιγότερο δυτική και έχουμε αυτή τη στιγμή τη μεγάλη ατυχία να υπονομεύεται το δυτικό παράδειγμα και από την αμερικανική διοίκηση, από τον Αμερικανό Πρόεδρο.

Και, βεβαίως, οι ίδιες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως λέει ο Γιάννης Μεταξάς σωστά, καλλιεργούν με πολύ μεγάλη επιμέλεια τις εθνικές διμερείς τους σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως τις καλλιεργούν και με τη Ρωσία και με την Κίνα, χωρίς να έχουν πλήρη επίγνωση των ευρύτερων συσχετισμών ή των συμπαραδηλώσεων κάθε επιλογής.

Τώρα, μπορεί να ξεκινήσουμε από αλλού; Κατ αρχάς όπως έχει ομολογήσει κατ επανάληψη η Ελένη Αρβελέρ, αυτό το περιβόητο του Ζαν Μονέ «εάν άρχιζα ξανά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα άρχιζα από τον πολιτισμό», δεν έχει ειπωθεί ποτέ. Η φράση της ήτανε, πολύ παλιά, ότι, εάν ήμουνα ο Μονέ, θα έλεγα ότι εάν ξανάρχιζε η ενοποίηση θα άρχιζε από τον πολιτισμό. Είναι όπως έχει η ίδια ομολογήσει, μια δική της φράση, η οποία αποδόθηκε στον Μονέ.

Δεν είναι εύκολο, όσο και αν σας φαίνεται περίεργο, τα κράτη – μέλη έχουν πολύ μεγάλες ευαισθησίες γλωσσικές, έχουν πολύ μεγάλες ευαισθησίες κοινοβουλευτικές και έχουν πάρα πολύ μεγάλες ευαισθησίες σε σχέση με την ταυτότητά τους. Λοιπόν, δεν θα συντρέξουν σε μια κοινή εκπαιδευτική πολιτική γιατί θέλουν να έχουν τον έλεγχο των εκπαιδευτικών τους πολιτικών.

Τώρα, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον λαϊκισμό; Αυτό είναι μία πολύ μεγάλη συζήτηση. Ο λαϊκισμός φοβούμαι ότι έχει εξουδετερωθεί ως έννοια, λόγω της καθολικότητάς της. Δηλαδή, επειδή όλα έχουν μία χροιά λαϊκιστική, φτάνουμε σε ένα γενετικό πρόβλημα της δημοκρατίας και πολλές φορές ακούω ότι πρέπει να επινοήσουμε τον καλό λαϊκισμό, τον προοδευτικό, τον φιλοευρωπαϊκό, ο οποίος θα απαντήσει στον κακό λαϊκισμό, κατά τη λογική ότι πρέπει να χτυπήσεις τον πάσσαλο με πάσσαλο για να λύσεις το πρόβλημα. Είναι μία πολύ μεγάλη συζήτηση που αφορά τη γενετική κρίση της δημοκρατίας. Αυτό δεν το συζητήσαμε σήμερα, αλλά η κρίση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας έχει και ορισμένα γενετικά χαρακτηριστικά, που αφορούν την έννοια της δημοκρατίας καθ´ αυτήν.  

 

11.12.2018, Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών «Η Ευρωπαϊκή Δημοκρατία σε αμφισβήτηση» from Evangelos Venizelos on Vimeo.

Tags: Ευρωπαϊκή ΈνωσηΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2018