Αθήνα 21 Νοεμβρίου 2018

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών σε συνεργασία με το Hanns Seidel Stiftung, που πραγματοποιήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2018 στο Ινστιτούτο Γκαίτε, με θέμα:


«Οι σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας: Αδιέξοδο ή Προοπτική;»

  

Ευχαριστώ τους Γερμανούς φίλους για την παρουσία τους, το Ίδρυμα Hanns Seidel για την εξαιρετική συνεργασία, την κα. Καπέλου, τον επιτετραμμένο της Γερμανικής Πρεσβείας. Οι ομιλίες που προηγήθηκαν –και της γερμανικής και της ελληνικής πλευράς– νομίζω ότι έθεσαν όλα τα επιμέρους ζητήματα στο τραπέζι, ο δικός μου ρόλος είναι σχετικά εύκολος. Θα επιχειρήσω να κάνω μία σύνθεση από τη δική μου προσωπική οπτική γωνία. Ελπίζω ότι δεν θα αδικήσω κανέναν από τους προηγούμενους, στους οποίους και θα αναφερθώ.

 

***

 

Το ζήτημα των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας είναι καταρχάς τμήμα του ευρύτερου προβλήματος των σχέσεων Δύσης-Τουρκίας, κάτι το οποίο δεν είναι τόσο αυτονόητο, γιατί υπάρχει μία άλλη παράμετρος, πολύ σημαντική, που είναι οι Αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Αυτή έχει πολύ μεγάλη σημασία σε μία περίοδο έντονης και κάπως βάναυσης αμφισβήτησης της δυτικότητας και της ενιαίας δυτικής στρατηγικής και αντίληψης, λόγω της στάσης της αμερικανικής διοίκησης και προσωπικά του Προέδρου Trump. Επίσης, θέλω να τονίσω εξαρχής ότι το ζήτημα των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας δεν ταυτίζεται με το ζήτημα των σχέσεων Ελλάδος-Τουρκίας. Υπάρχουν πολύ σημαντικές διαφορές. Είναι πολύ ευκολότερο να μιλά κανείς για τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας και είναι πολύ δυσκολότερο να τοποθετεί σε όλες του τις διαστάσεις το πρόβλημα των σχέσεων Ελλάδος-Τουρκίας.

Η δύσκολη εξέλιξη των ευρωτουρκικών σχέσεων τα τελευταία χρόνια, από το 2007 και μετά, αλλά κυρίως από το 2016, από την απόπειρα πραξικοπήματος και στη συνέχεια, έχει οδηγήσει σε απόλυτη αμφισβήτηση τη λεγόμενη στρατηγική του Ελσίνκι που είχε αποτελέσει την ελληνική εθνική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία από το 1999 και μετά. Έχουν λίγο-πολύ συμπληρωθεί είκοσι ολόκληρα χρόνια αυτής της στρατηγικής. Η στρατηγική του Ελσίνκι ήταν το αποτέλεσμα της τελευταίας μεγάλης έντασης στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, της κρίσης του 1996, της κρίσης των Ιμίων και αυτή η εικοσαετία της στρατηγικής του Ελσίνκι, εν πολλοίς συμπίπτει με τη δεκαπενταετία της διακυβέρνησης Erdogan που παρά τις εντυπωσιακές διακυμάνσεις της, είναι η καλύτερη δεκαπενταετία στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις της τελευταίας σαρανταπενταετούς περιόδου από την εισβολή στην Κύπρο ή, για την ακρίβεια, από το 1973 και μετά. Διότι παρότι υπάρχουν εντάσεις ρητορικές και προκλήσεις αεροναυτικές, δεν υπάρχουν στρατιωτικά επεισόδια μεγάλης κλίμακας και το πλαίσιο αναφοράς παραμένει σταθερό.

Άρα πρέπει να δούμε πώς εμείς, από τη δική μας ειδικότερη ελληνική οπτική γωνία, θα καταφέρουμε να συνθέσουμε τις αξίες, τις αρχές, τα κριτήρια, τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ευρώπης, της οποίας είμαστε μέλος, με τα δικά μας ειδικότερα εθνικά κριτήρια, τα οποία είναι απολύτως αναγκαίο να καταλήξουν στη συγκρότηση μίας στρατηγικής. Η στρατηγική του Ελσίνκι απέφερε πολύ μεγάλα αποτελέσματα, διότι ο πρώτος στόχος ήταν να διευκολυνθεί η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πράγμα που επιτεύχθηκε. Στη συνέχεια η σκέψη ήταν απλή στη σύλληψή της, ότι εφόσον η Τουρκία έχει καθεστώς υποψήφιας χώρας και εφόσον πρέπει να συμμορφωθεί με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, στα οποία πρέπει να συμμορφώνονται όλες οι υποψήφιες προς ένταξη χώρες, οφείλει να αποδεχθεί το Διεθνές Δίκαιο ως πλαίσιο αναφοράς για τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις και να αντιμετωπίσει όλα τα ανοικτά ζητήματα, ανεξαρτήτως του εάν εμείς τα θεωρούμε διαφορές ή όχι, όλα τα ανοικτά ζητήματα μέσα στο πλαίσιο αυτό.

Περίπου όπως έπρεπε να αντιμετωπίσει η Σλοβενία, ας πούμε, τις σχέσεις της με την Ιταλία, ή την Κροατία, μόνο που τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όπως αντιλαμβάνεστε. Μακάρι να μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε τα θέματα τόσο απλά. Τα βάρη της γεωγραφίας, πρωτίστως, αλλά και της ιστορίας είναι πάρα πολύ μεγάλα. Στην πραγματικότητα μιλούμε για πολύ παλιό ζήτημα. Είμαστε στον απόηχο του ανατολικού ζητήματος, της παρακμής και της διάλυσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ούτως ή άλλως η τρέχουσα κρίση στη Μέση Ανατολή και τη Βόρειο Αφρική είναι και αυτή ο απόηχος του ανατολικού ζητήματος στην πάνω πλευρά. Είμαστε ούτως ή άλλως ανάμεσα στις δύο εκδοχές του απόηχου του ανατολικού ζητήματος και το πρόβλημα της «Δυτικής» Τουρκίας, του εκδυτικισμού, είναι το ταυτοτικό ζήτημα της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Η Τουρκική Δημοκρατία από την ίδια την καταστατική της πράξη - στο Διεθνές Δίκαιο ταυτίζεται ουσιαστικά με τη Συνθήκη της Λωζάννης- έχει κάνει μία δυτική επιλογή, αυτό είναι ο Κεμαλισμός ως ιδεολογία: Ο εκδυτικισμός, η laïcité. Αυτό προβάλλεται δεκαετίες αργότερα με δύο βασικούς τρόπους. Το 1952 με την ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, παράλληλα και ταυτόχρονα με την Ελλάδα στην πρώτη φάση του ψυχρού πολέμου, με την Ελλάδα να έχει βγει από τον εμφύλιο πόλεμο και με την Τουρκία να θέλει να επιβεβαιώσει τον δυτικό της προσανατολισμό, και λίγα χρόνια αργότερα με την αίτηση σύνδεσης της Τουρκίας με την τότε ΕΟΚ. Άλλωστε και η Ελλάδα είχε υποβάλει αντίστοιχη αίτηση την ίδια εποχή, αυτός ήταν ο πυρήνας της πολιτικής του Κωνσταντίνου Καραμανλή για την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Ακόμη και η αίτηση ένταξη της Τουρκίας υποβάλλεται λίγα σχετικά χρόνια μετά την ελληνική ένταξη. Το 1975 υποβάλλεται η ελληνική αίτηση, το 1981 γίνεται η ένταξη , το 1987 έχουμε την τουρκική αίτηση για ένταξη και το 1999 την τελωνειακή ένωση.

Δυστυχώς όμως, αυτό το δέλεαρ της Κοπεγχάγης έχει πρακτικά ακυρωθεί. Κανείς δεν μιλά πλέον στην Ευρώπη για ένταξη της Τουρκίας. Εάν δούμε τα τελευταία κείμενα, δηλαδή τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Μαρτίου 2018 και τις δηλώσεις που έγιναν στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας στη Βάρνα της Βουλγαρίας λίγες ημέρες μετά, θα δούμε ότι ευσχήμως δεν γίνεται αναφορά σε ενταξιακές διαπραγματεύσεις, αλλά σε διμερείς σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας. Στα κείμενα αυτά, όπως ειπώθηκε προηγουμένως, τίθενται σαφή κριτήρια και όρια που αφορούν και το Κυπριακό, αλλά και την κατάσταση στη Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένου του Αιγαίου. Άρα, το πολιτικό ζήτημα του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου τίθεται ταυτόχρονα με το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα, το οποίο φυσικά επηρεάζει πάρα πολύ τη στάση της Ευρώπης.

Στην πραγματικότητα τα τελευταία χρόνια, ας πούμε σχηματικά από την απόπειρα πραξικοπήματος και μετά, παρακολουθούμε δύο συγκρουόμενες κρίσεις ταυτότητας, μία ευρωπαϊκή και μία τουρκική. Τα δεδομένα έχουν αλλάξει ριζικά και στις δύο πλευρές και όλες αυτές οι αναφορές του Προέδρου Erdogan στη Συνθήκη της Λωζάννης δεν αφορούν πρωτίστως, όπως μου έχει δοθεί ευκαιρία να πω και άλλες φορές, την κατάσταση στο Αιγαίο και τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αφορούν πρωτίστως την τουρκική ταυτότητα σε σχέση με την οθωμανική αυτοκρατορία, την αμφισβήτηση του Κεμαλισμού, αλλά και το ζήτημα των ανατολικών συνόρων της Τουρκίας. Δηλαδή ζητήματα που συνδέονται πρωτίστως με τη Συρία, με το Ιράκ, με το Κουρδικό ζήτημα. Ζητήματα τα οποία αφορούν την ακεραιότητα της τουρκικής επικράτειας και τις βαθιές διαιρέσεις της τουρκικής κοινωνίας, για να μη μιλήσω για τις διαιρέσεις της τουρκικής εθνικής ταυτότητας. Η Τουρκία είναι ίσως η πιο διαιρεμένη χώρα που εφάπτεται με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Έτσι όπως κατανέμονται οι δυνάμεις πάντα υπάρχει ένα 50%, λίγο ή πολύ, το οποίο εκφράζεται από την πολιτική Erdogan, αλλά οι διαιρέσεις είναι επάλληλες. Έχουμε ενεργό διαίρεση εθνοτική και γλωσσική που αφορά κυρίως το Κουρδικό, έχουμε ενεργό διαίρεση της τουρκικής κοινωνίας που αφορά τις θρησκευτικές ταυτότητες μεταξύ Σουνιτών και Αλεβιτών και έχουμε φυσικά την παλιά ανοικτή σύγκρουση μεταξύ Κεμαλισμού και Ισλαμισμού. Έχουμε μία Τουρκία που ταυτόχρονα διεκδικεί τη δυτική της ταυτότητα και την ευρωπαϊκή της προοπτική και τον ηγεμονικό ρόλο στο Ισλάμ, το Σουνιτικό Ισλάμ, χωρίς να είναι αραβική χώρα. Ταυτόχρονα, γεωγραφικά, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της σε αντιπαράθεση με την πιο σημαντική Σιιτική χώρα, που είναι το Ιράν. Έχουμε μία Τουρκία η οποία έχει σχέση συνύπαρξης και ανταγωνισμού με το Ιράν -το ιρανικό υψίπεδο και η Ανατολία - , είναι σε βαθύ ανταγωνισμό με τη Σαουδική Αραβία και βεβαίως παίζει ενεργό ρόλο σε όλα τα ανοικτά πολεμικά μέτωπα, στη Συρία, στο Ιράκ, αλλά και στην κρίση των σχέσεων της Δύσης με το Ιράν.

Οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι ένα σχετικά μικρό ζήτημα σε σχέση με αυτό το πολύ μεγάλο θέατρο εντάσεων και συγκρούσεων που αναπτύσσεται μπροστά μας. Στην συνολική εικόνα συμπεριλαμβάνονται βεβαίως οι εντάσεις στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, το ζήτημα της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών, πρωτίστως, δυστυχώς, το Κυπριακό. Άρα πρέπει να δούμε πώς εμείς τοποθετούμεθα απέναντι σε αυτό. Οι σχέσεις δε τώρα, οι Ελληνοτουρκικές, δεν επηρεάζονται μόνο από τα συνήθη, πολύ σημαντικά, ζητήματα, τη θέση του Πατριαρχείου, την επαναλειτουργία της Σχολής της Χάλκης, την προστασία της Ελληνικής ορθόδοξης κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη και στην Ίμβρο και στην Τένεδο, το σεβασμό και την εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά επηρεάζονται και από τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η σχέση της Τουρκίας με τους μεγάλους παγκόσμιους παίκτες, κυρίως με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ρωσία.

Όταν εμείς θεωρούμε ότι το βασικό μας ζήτημα είναι η απελευθέρωση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών και ταυτόχρονα παρακολουθούμε την απελευθέρωση του πάστορα Brunson και προβληματισμούς στην Ουάσιγκτον για το εάν πρέπει να εκδοθεί ο Guelen ή όχι, αντιλαμβάνεστε ότι παρακολουθούμε ζητήματα διαφορετικής τάξης μεγέθους. Εμείς συζητούμε για την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο και το μεγάλο πρόβλημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι εάν θα προμηθευτεί η Τουρκία S-400 από τη Ρωσία. Εμείς προσπαθούμε να δούμε τι γίνεται με τη Συνθήκη της Λωζάννης και το καθεστώς των Στενών με βάση τις δικές μας προτεραιότητες, αλλά ο Πρόεδρος Erdogan συγκαλεί Σύνοδο Κορυφής στην Τουρκία όπου συνυπάρχει ο Πρόεδρος Putin με τον Πρόεδρο Macron και την Καγκελάριο Merkel για το ζήτημα της Συρίας, και ταυτόχρονα ο ίδιος έχει μετάσχει μερικές φορές σε συναντήσεις κορυφής με τον Πρόεδρο Putin και τον Ιρανό Πρόεδρο, στη Ρωσία, για την κατάσταση στη Συρία.

Ταυτόχρονα, καθώς έχουμε και τους Γερμανούς φίλους μας εδώ, η Τουρκία παρακολουθεί την κρίση σε σχέση με το πυρηνικό πρόβλημα του Ιράν και τη μονομερή καταγγελία της Συνθήκης από τον Πρόεδρο Trump, ταυτόχρονα όμως προχωρά το πυρηνικό της εργοστάσιο στο Ακούγιου, όχι τώρα με καναδική τεχνολογία, όπως συνέβαινε πριν από 25 χρόνια, όταν το πρωτοαντιμετωπίσαμε, αλλά με ρωσική. Ταυτόχρονα, ενώ ο South Stream δεν έχει γίνει ποτέ και υποκαταστάθηκε από τον TANAP/ TAP, πάλι όμως με τη συμμετοχή της Τουρκίας στην αλληλουχία των αγωγών για το αζέρικο αέριο, ο Turkish Stream σε συνεργασία με τη Ρωσία και την Gazprom ήταν το αντικείμενο της τελευταίας κοινής εμφάνισης Erdogan-Putin, πριν από λίγες ημέρες την Κωνσταντινούπολη. Ο Turkish Stream γίνεται , ο North Stream II γίνεται, ο South Stream δεν έγινε. Παρακολουθούμε πώς εξελίσσεται και η ιστορία στα οικόπεδα, στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, πόσο διαφορετική είναι η μεταχείριση σε σχέση με το οικόπεδο 10, σε σχέση με το οικόπεδο 4 όπου εμφανίζεται τώρα το τουρκικό ερευνητικό σκάφος

Άρα έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα εμείς, με βάση τις δικές μας προτεραιότητες και ανάγκες, το οποίο είναι πολύ πιο πιεστικό και πολύ πιο βαθύ από το ευρωπαϊκό, γιατί η Ευρώπη βεβαίως προτάσσει τα ζητήματα του εμπορικού ισοζυγίου και της οικονομικής και επενδυτικής παρουσίας της στην Τουρκία. Βεβαίως παρακολουθεί τις εξελίξεις της τουρκικής οικονομίας, βεβαίως μπορεί να επικαλείται, όπως επικαλούμαστε και εμείς, ζητήματα αξιών, κράτους δικαίου και δημοκρατίας, και αυτό το κάνει και η Ευρωπαϊκή Ένωση, το κάνει και το Συμβούλιο της Ευρώπης ακόμη πιο έντονα, γιατί είναι μία χώρα υπό έλεγχο η Τουρκία. Είναι μία χώρα στην οποία υπάρχει εξαίρεση, κατάσταση εξαίρεσης, δηλαδή κατάσταση ανάγκης, εφαρμογή του άρθρου 15 στης Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ούτως ώστε ήταν κατάσταση πολιορκίας κατά το τουρκικό Σύνταγμα. Εκδόθηκε σήμερα απόφαση του ΕΔΔΑ για τη συνεχιζόμενη κράτηση του Ντεμιρτάς.

Η Τουρκία τείνει να γίνει όχι απλώς μία ισλαμίζουσα δημοκρατία, αλλά μία αυταρχική, μη φιλελεύθερη δημοκρατία και υπό την έννοια αυτή δεν ξέρω εάν συγκρίνεται με τη Βρετανία λόγω Brexit, αλλά σίγουρα συγκρίνεται με προβλήματα όπως το ουγγρικό ή το πολωνικό, ζητήματα αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άρθρου 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Είναι προφανές ότι αυτήν τη στιγμή δεν λέγεται ρητά, ούτε τι θέλει η Τουρκία, ούτε τι θέλει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί και η Τουρκία, προφανώς, δεν έχει μία στρατηγική αντίληψη για τη σχέση της με την Ευρώπη, την οποία να θέλει να διατυπώσει επίσημα. Δηλαδή δεν θέλει να αποστεί από την παλιά αίτηση για ένταξη, αλλά από την άλλη μεριά, νομίζω ότι δεν θέλει να υπονομεύσει και τον εαυτό της, υποτάσσοντάς τον σε μία διαδικασία διαρκούς ελέγχου, χωρίς τέλος, που θα στερήσει την τουρκική οικονομία από κάθε ευελιξία και ευθύνη. Άρα, ποιος θα μιλήσει για ειδική σχέση στην Τουρκία;

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν χώρες που το λένε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση όμως, ως τέτοια, όταν μιλά δηλαδή εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο Πρόεδρος Tusk ή ο Πρόεδρος Juncker ή ο Επίτροπος Hahn, δεν μπορεί να αλλάξει το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι σχέσεις αυτές, που είναι ένα πλαίσιο το οποίο έχει οδηγηθεί σε προφανές αδιέξοδο. Ως εκ τούτου κινούμαστε παράπλευρα στα ζητήματα των μεταναστευτικών ροών και της κοινής δήλωσης ή σε ζητήματα όπως η καταπολέμηση της τρομοκρατίας ή σε ζητήματα τελωνειακής ένωσης, αλλά το ζήτημα της στρατηγικής που θα έδινε κάποια λύση και στην δική μας αναζήτηση - τι λέμε μετά την στρατηγική του Ελσίνκι - δεν τίθεται με όρους σαφείς, απλούς και καθαρούς.

Έχουμε λοιπόν αυτή τη στιγμή ένα πρόβλημα υπεκφυγής και στις δύο πλευρές και νομίζω ότι αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο της φάσης αυτής, να θέσουμε το πρόβλημα με καθαρούς όρους, για να μπορέσουμε και εμείς να το διαχειριστούμε προς όφελος της περιφερειακής σταθερότητας. Όταν λέω με καθαρούς όρους, δεν εννοώ αρνητικά ή ωμά ή βίαια, εννοώ να ξέρουμε ποιο είναι το περιθώριο μέσα στο οποίο κινούμαστε, γιατί αυτό είναι ζωτικό για εμάς, αλλιώς θα αφεθούμε σε μία στάση, αδρανή, να αναπαράγουμε τα προβλήματά μας. Η σχέση μας με την Τουρκία επηρεάζει το σύνολο των πολιτικών που ασκούνται στην Ελλάδα, την οικονομική πολιτική, τις αμυντικές δαπάνες, τον προσανατολισμό της δημόσιας συζήτησης, τα στερεότυπα, το σύνολο της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Δεν μπορούμε να διαχειριστούμε όλα αυτά τα θέματα, είτε παραπέμποντας γενικά και αόριστα στην Ευρώπη και την ευρωπαϊκή στρατηγική, είτε αφηνόμενοι να παρακολουθούμε τις εξελίξεις οι οποίες είναι στον καιρό, δηλαδή πηγαίνουν έτσι από μόνες τους, ανάλογα με τις διακυμάνσεις του αέρα στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.

Εάν πρέπει να κλείσω δίνοντας μία απάντηση στο ερώτημα του τίτλου, οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας έχουν μετασχηματιστεί, χωρίς αυτό να λέγεται ρητά και επίσημα. Προφανώς δεν έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο, έχουν μεταλλαχθεί, αλλά εάν δεν συλλάβει κανείς επαρκώς το περιεχόμενο αυτής της μετάλλαξης, δεν θα μπορέσει να το διαχειριστεί με έναν τρόπο που για εμάς, ειδικά εδώ στην Ελλάδα και στην Κύπρο, έχει χαρακτηριστικά υπαρξιακά, διότι συνδέεται με ζητήματα πολύ ευρύτερα από τα ζητήματα που απασχολούν την Ευρωπαϊκή Ένωση ως οντότητα, με ζητήματα ασφάλειας και όχι μόνο με ζητήματα ταυτότητας ή οικονομίας. Σας ευχαριστώ πολύ. 

 

 

20.11.2018, Αθήνα: «Οι σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας: Αδιέξοδο ή Προοπτική;» (Γλωσσα: ελληνικά) from Evangelos Venizelos on Vimeo.

20.11.2018, Athen: « Die Beziehungen EU-Türkei: Ausweglosigkeit oder Perspektive? » from Evangelos Venizelos on Vimeo.