Αθήνα, 16 Νοεμβρίου 2018

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στο Thessaloniki Summit 2018

 

Κυρίες και κύριοι, ευχαριστώ το Σύνδεσμο Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος και τον Συμεών Τσομώκος για την τρίτη κατά σειρά πρόσκληση. Χαίρομαι γιατί βρίσκομαι στην πόλη μας και απευθύνομαι σε ένα τόσο σημαντικό ακροατήριο. Χαίρομαι, επίσης, γιατί παρακολούθησα δύο πολύ σημαντικές ομιλίες των συνομιλητών μου, που νομίζω ότι αναδεικνύουν έναν κοινό παρανομαστή, την απουσία κανονικότητας. Θα ήταν πολύ μεγάλο λάθος, διανοητικό και πολιτικό, να ξεκινήσει κανείς μία συζήτηση για τις προοπτικές, τις δημοσιονομικές, τις μακροοικονομικές, τις αναπτυξιακές της χώρας μας, από την παραδοχή ότι βγήκαμε από το μνημόνιο τον Αύγουστο, φέτος, και ότι έχουμε περάσει σε μία εποχή και περιοχή κανονικότητας, δημοσιονομικής και χρηματοδοτικής ασφάλειας. Αυτό, δυστυχώς, δεν συμβαίνει και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα της χώρας.

Πράγματι, δεν διασφαλίζονται οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις, γιατί θα μπορούσαμε να έχουμε βγει από το τρίτο πρόγραμμα-στο οποίο ενταχθήκαμε με τον τρόπο και τους όρους που ενταχθήκαμε τον Αύγουστο του 2015- έχοντας ένα θώρακα, που εμείς είχαμε προτείνει να έχει τη μορφή της προληπτικής πιστωτικής γραμμής –αυτή η γραμμή είχε συμφωνηθεί το Νοέμβριο του 2014. Αλλά δυστυχώς η βασική επιλογή που γίνεται τα τελευταία τέσσερα χρόνια στην οικονομική, και όχι μόνο, πολιτική είναι να δημιουργούνται εντυπώσεις, να διαμορφώνονται, εάν θέλετε, υπερβολικές αισθήσεις, οι οποίες από ένα σημείο και μετά διαψεύδονται.

Η χώρα, λοιπόν, δεν είναι δημοσιονομικά ασφαλής, γιατί δεν έχει λυθεί το πρόβλημα βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους της, γιατί μέχρι το 2032 έχουμε αποδεχθεί μία σειρά από παραδοχές, οι οποίες βασίζονται στο μοντέλο της αναιμικής, μη χρηματοδοτούμενης ανάπτυξης, στο μοντέλο που έχω ονομάσει εδώ και πολύ καιρό στασιμοχρεοκοπία. Και γιατί, βεβαίως, εκτός από το μαξιλάρι ασφάλειας, που έχει πολύ περιορισμένη ισχύ, δεν είναι διασφαλισμένες οι χρηματοδοτικές μας ανάγκες, παρά μόνο μέχρι περίπου το 2020.

Υπάρχουν, όμως, και άλλοι παράγοντες πολύ σημαντικοί, που δεν συνδέονται με τα ελληνικά δεδομένα, αλλά με το ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον. Έχουμε συνηθίσει, από το 2010 και μετά, σε μία σχέση με την Ευρώπη αγάπης και μίσους, αλλά έχουμε συνηθίσει σε μία σχέση με μία Ευρώπη καθαρή και απλή στις βασικές της επιλογές, με σημεία αναφοράς. Τώρα έχουμε μία μετακινούμενη Ευρώπη, μία Ευρώπη που αναζητεί τη νέα της ταυτότητα, μία νέα ταυτότητα κοινωνική, πολιτική, αξιακή, μία νέα ταυτότητα ακόμη και αναπτυξιακή βεβαίως, που συνδέεται με την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το πρόβλημα δεν είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην ευρωπαϊκή ορθοδοξία και τη νέα ιταλική κυβέρνηση, η οποία ζητά κι αυτή τον δικό της δημοσιονομικό χώρο, περίπου 0,8% του ΑΕΠ ως προς το δημοσιονομικό έλλειμμα, το πρόβλημα είναι ότι αρχίζει να τίθεται υπό αμφισβήτηση η θέση της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Θα έλεγα ότι οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία είναι από πλευράς οικονομικής πολιτικής και από πλευράς προοπτικών της Ευρωζώνης πιο σημαντικές από την κρίση ανάμεσα στους θεσμούς των Βρυξελλών και την ιταλική κυβέρνηση, ενώ είναι λιγότερο ορατή η κατάσταση που εξελίσσεται στη Γαλλία, όπου έχουμε επίσης ένα πρόβλημα νομιμοποίησης θεμελιωδών επιλογών σε σχέση με την Ευρώπη και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Εάν, λοιπόν, η χώρα μας βρεθεί στην ανάγκη να αναζητήσει ξανά τους Ευρωπαίους συνομιλητές, η Ευρώπη όπως τη γνωρίζαμε και όπως την έχουμε δοκιμάσει, με τα καλά της και τα κακά της, μπορεί να μη βρίσκεται εκεί, γιατί η ταυτοτική κρίση δεν είναι μόνο μία κρίση ασφάλειας ή μία κρίση πρόσληψης του συλλογικού εαυτού μας, είναι και μία κρίση οικονομική. Αυτό, όπως είπα προηγουμένως, αφορά τη δυνατότητά μας να επιστρέψουμε στις αγορές, δηλαδή να χρηματοδοτείται η χώρα με λογικά επιτόκια, τα οποία δεν επηρεάζουν τη μέση διάρκεια και το μέσο επιτόκιο του ελληνικού δημοσίου χρέους ως μίας ενιαίας οντότητας.

Έχουμε φτάσει εκεί από όπου ξεκινήσαμε πριν από 200 χρόνια ως κράτος που διεκδικούσε την ανεξαρτησία του, το κυρίαρχο χρέος είναι στοιχείο της κυριαρχίας του κράτους, η δυνατότητα να δανείζεσαι είναι απόδειξη ότι υπάρχεις και πολιτικά και δημοσιονομικά. Εμείς τώρα δεν έχουμε τη δυνατότητα αυτή, την οποία με πολύ επαχθείς όρους είχαμε με τα δάνεια της Ανεξαρτησίας ήδη τα πρώτα χρόνια του αγώνα της Ανεξαρτησίας.

Η βιωσιμότητα του χρέους επίσης βασίζεται σε μία παραδοχή την οποία είμαι βέβαιος ότι όλοι έχουμε συνειδητοποιήσει, ότι η μεγάλη παρέμβαση στο χρέος του 2012, η παρέμβαση η οποία βασιζόταν σε δύο πυλώνες, στην ονομαστική περικοπή μέσω της εμπλοκής του διεθνούς ιδιωτικού τομέα, αλλά και στην πολύ μεγαλύτερη περικοπή σε όρους παρούσας αξίας μέσω της διαρκούς εμπλοκής του επίσημου ευρωπαϊκού τομέα, καθιστούσε το χρέος βιώσιμο και μείωνε δραστικά το κόστος εξυπηρέτησής του και κυρίως βέβαια το ύψος των ετησίων τόκων. Αυτό το τελευταίο έχει διατηρηθεί.

Επίσης, η συμμετοχή των Ευρωπαίων εταίρων μέσω του περιβόητου OSI, δηλαδή της συμμετοχής του επίσημου τομέα, επιβεβαιώνεται διαρκώς, αλλά με πολύ μεγάλη διστακτικότητα, διότι έγινε η παραδοχή και συμφωνήθηκε ότι ο μέσος ρυθμός ετήσιας πραγματικής διόγκωσης, αύξησης της ελληνικής οικονομίας θα είναι μέχρι το 2060 περίπου 1,5% του ΑΕΠ, λιγότερο από 1,5% του ΑΕΠ. Αυτή η παραδοχή είναι το μεγαλύτερο στρατηγικό πρόβλημα που έχει η χώρα. Ακόμη και το γεγονός ότι το 2032 πρέπει να επανεξεταστεί συνολικά το ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους, δημιουργεί μία πολύ μεγάλη αβεβαιότητα.

Συμφωνώ ότι 14 χρόνια είναι πολύ σημαντική περίοδος και δύσκολα μπορεί να κάνει κανείς σοβαρές και απτές παραδοχές για μία περίοδο που ξεπερνά τα 10-15 χρόνια. Άλλωστε, η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους είναι κάτι μεταξύ επιστήμης και τέχνης, έχει και ορισμένες παραδοχές οι οποίες είναι διαισθητικού ή πολιτικού χαρακτήρα. Αλλά, πάντως, αυτή είναι μία σύλληψη σε σχέση με τη βιωσιμότητα του χρέους, η οποία μας έχει εγκλωβίσει σε σχέση με το ρυθμό ανάπτυξης και σε σχέση με τις πραγματικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Αυτά όλα συνδέονται και με την ανυπαρξία βασικών συστημάτων. Η χώρα έχει πρόβλημα με το τραπεζικό σύστημά της. Δεν υπάρχουν τράπεζες που λειτουργούν κανονικά, δεν υπάρχουν τράπεζες που δέχονται καταθέσεις, που αξιοποιούν την εθνική αποταμίευση –δηλαδή, στην πραγματικότητα δεν σχηματίζεται εθνική αποταμίευση– δεν υπάρχουν τράπεζες που μέσω της πιστωτικής επέκτασης χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία και στηρίζουν την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Υπάρχει μία εσωστρέφεια λόγω ανασφάλειας που επηρεάζει το σύνολο και της χρηματοοικονομικής σφαίρας αλλά και της πραγματικής οικονομίας.

Η χώρα δεν έχει ασφαλιστικό σύστημα. Ο λεγόμενος νόμος Κατρούγκαλου είναι, προφανώς, ανεπαρκής. Περικοπή ή μη περικοπή των συντάξεων είναι ένα πρόβλημα το οποίο δημιουργήθηκε από τις επιλογές της κυβέρνησης να νομοθετήσει η ίδια, χωρίς τη σύμπραξη της αντιπολίτευσης, την περικοπή της προσωπικής διαφοράς των παλαιών συνταξιούχων σε σχέση με τις συντάξεις που κανονίζει ο νόμος Κατρούγκαλου για τους νέους συνταξιούχους. Αλλά, δείτε πώς συνδέεται το ασφαλιστικό αναλογιστικό και δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας. Η μη περικοπή, η οποία κακώς ψηφίσθηκε, θα αρκούσε το πάγωμα των συντάξεων, το οποίο επίσης ισχύει και έχει νομοθετηθεί, εάν αξιοποιούσαμε την περίοδο αυτή για να οργανώσουμε ένα κανονικό ασφαλιστικό σύστημα τριών πυλώνων, σημαίνει, βεβαίως, ότι έχουμε πρόβλημα μετά ανισότητος σε σχέση με τις μειωμένες νέες συντάξεις. Άρα, θα έχουμε ένα νέο κύμα δικαστικών αμφισβητήσεων και διάγνωσης αντισυνταγματικότητας.

Δημοσιονομικό και αναλογιστικό είναι το πρόβλημα της καταβολής των αναδρομικών, όχι μόνον από εκεί που έχουμε τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου Επικρατείας, 10 Ιουνίου του 2015, μέχρι την ψήφιση του νόμου Κατρούγκαλου το 2016, αλλά επειδή πρόκειται για χρηματικές παροχές, ενδεχομένως από τότε που δημιουργήθηκε το πρόβλημα έως την πενταετία της παραγραφής.

Αυτό σημαίνει ότι η χώρα, πέρα από το ασφαλιστικό και το τραπεζικό σύστημα, έχει πολύ σοβαρό πρόβλημα με τα θεσμικά της συστήματα, με τη δημόσια διοίκησή της, συμπεριλαμβανομένης και της ασφαλιστικής Διοίκησης και, βεβαίως, με τη Δικαιοσύνη, η οποία είναι και το κρισιμότερο σύστημα για τις επενδύσεις.

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα –και πλησιάζω προς στο τέλος της τοποθέτησής μου– είναι η, κατά τη γνώμη μου, κυνική και δραματικά αντιαναπτυξιακή πολιτική του υπερπλεονάσματος. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εφαρμόζει μία αποφατική πολιτική, υποστηρίζει τα πάντα και το αντίθετό τους. Με την ίδια άνεση που μας είχε καταγγείλει, λυσσωδώς, για τους στόχους του σχετικά αυξημένου πρωτογενούς πλεονάσματος, με την ίδια ευκολία απεδέχθη υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2060 –όχι μόνο μέχρι το 2022– και πλειοδότησε, πήγε στο άλλο άκρο με τη λογική του υπερπλεονάσματος. Ποια είναι η λογική του υπερπλεονάσματος; Είναι η λογική της υπερφορολόγησης, της συνειδητής εξόντωσης της μεσαίας τάξης, της σχεδιασμένης πόλωσης της κοινωνίας, του κοινωνικού αυτοματισμού και, βεβαίως, της αναδιανομής του μερίσματος της αναπτυξιακής ταπείνωσης της χώρας. Διότι, διανέμεις ένα πελατειακό μέρισμα το οποίο προέρχεται από τη θυσία της αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας. Θα μπορούσες να έχεις υποσχεθεί και να έχεις δώσει στον συνταξιούχο αύξηση της σύνταξης του επειδή έχει αυξηθεί το ΑΕΠ. Θα μπορούσες να έχεις δημιουργήσει θέσεις απασχόλησης για τον γιο ή τον εγγονό του συνταξιούχου. Και θα μπορούσες να αφήσεις τη μεσαία τάξη, τη μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη της χώρας, να υπάρχει, να μην είναι δέσμια της ασφαλιστικής υπερεπιβάρυνσης και της υπερφορολόγησης.

Διότι, όταν μιλάμε για επενδύσεις, τι εννοούμε; Τις λίγες εμβληματικές επενδύσεις μέσω ιδιωτικοποιήσεων; Το Ελληνικό; Την επένδυση του χρυσού; Ποια επένδυση εννοούμε; Εννοούμε το δράμα του Καναδού επενδυτή, όπως λέω πάρα πολύ συχνά, όπου ο Καναδός επενδυτής ως πραγματικός επενδύτης δεν μπορεί να προχωρήσει την επένδυσή του, αλλά ως επενδυτής στον τραπεζικό τομέα είναι ευπρόσδεκτος, εφόσον έχει αντοχή να περιμένει για να κάνει ένα καλό moyenne, και, βεβαίως, ως επενδυτής σε δίκτυα σταθερής απόδοσης δεν έχει κανένα πρόβλημα να τοποθετηθεί; Αυτό είναι η επένδυση όμως και αυτό είναι η ξένη επένδυση; Επενδυτική πανστρατιά είναι να μπορεί η κάθε επιχείρηση –μικρή, μεσαία– να κάνει εκσυγχρονισμούς, ανανεώσεις, επεκτάσεις.

Χρειαζόμαστε πόρους για να καλυφθεί ένα κολοσσιαίο αναπτυξιακό κενό και οι πόροι αυτοί δεν υπάρχουν. Άρα, πολύ φοβούμαι ότι όλα αυτά ναρκοθετούν την επόμενη μακρά περίοδο, ανεξαρτήτως χρόνου διεξαγωγής των εκλογών και ανεξαρτήτως συσχετισμού δυνάμεων στην επόμενη Βουλή. Εκείνο που σίγουρα απαιτείται είναι να αλλάξει ριζικά η πολιτική αντίληψη. Άρα, σίγουρα απαιτείται μία άλλη κυβέρνηση τελείως διαφορετικής αντίληψης και νοοτροπίας, η οποία βεβαίως και πρέπει να διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο αναφοράς με τους εταίρους, ώστε να αποφύγει η χώρα την πορεία προς το αδιέξοδο.  Λυπάμαι που η πρόγνωσή μου είναι αρνητική, αλλά, εάν δεν επέμβουμε ριζικά και άμεσα αλλάζοντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η χώρα, εάν δεν αποκτήσουμε επίγνωση, δημοσιονομική και μακροοικονομική, του προβλήματος, τότε μπορεί η δευτέρα πλάνη να είναι χείρων της πρώτης. Έχουμε υποχρέωση να προστατεύσουμε τον παραγωγικό ιστό της χώρας, την κυριαρχία και την αξιοπρέπεια της χώρας και, κυρίως, τη δυνατότητα του κάθε απλού ανθρώπου και του κάθε νοικοκυριού να υπάρχει και να νιώθει ότι έχει ασφάλεια και προοπτική. Σας ευχαριστώ.- 

 

 

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2018