Θεσσαλονίκη, 7 Μαΐου 2018

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην προσυνεδριακή εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών στη Θεσσαλονίκη «Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑ: Ελπίδες και κίνδυνοι. Προετοιμάζοντας την περίοδο 2019 -2022»*.

 

Ο Κύκλος Ιδεών είναι μια δεξαμενή σκέψης που έχει συγκροτηθεί και λειτουργεί τα δυόμισι τελευταία χρόνια. Θα έχετε ίσως παρακολουθήσει κάποιες εκδηλώσεις που έχουμε κάνει στη Θεσσαλονίκη, η τελευταία ήταν αφιερωμένη στα ζητήματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Πέρσι τον Σεπτέμβριο, το Σεπτέμβριο δηλαδή του 2016, είχαμε ξεκινήσει από τη Θεσσαλονίκη, έναν προβληματισμό ο οποίος κορυφώθηκε τον Ιούνιο του 2017 με το 1ο Συνέδριο του Κύκλου, το οποίο είχε τον συμβολικό τίτλο «Ελλάδα Μετά». Εννοούμε η Ελλάδα μετά την κρίση, η Ελλάδα μετά την εμπειρία των Μνημονίων, η Ελλάδα μετά τη σωρευτική ύφεση, η Ελλάδα μετά τα μεγάλα διλήμματα των τελευταίων δέκα ετών γιατί ούτε λίγο ούτε πολύ έχουμε περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια μέσα σε αυτή την περιδίνηση της κρίσης, ή για να είμαι ακριβέστερος της ενσυνείδητης προσπάθειας για την αντιμετώπιση της κρίσης, γιατί η κρίση δεν αρχίζει το 2010.

Το 2010 αρχίζει η δύσκολη και επώδυνη προσπάθεια για την αντιμετώπιση και την ανακοπή της κρίσης και για την υπέρβασή της με τις μικρότερες δυνατές απώλειες, δηλαδή το δίλημμα από το 2010 και μετά είναι εάν θα αντιμετωπίσουμε την κρίση και τις επιπτώσεις της συντεταγμένα με το μικρότερο δυνατό κόστος –μεγάλο, αλλά το μικρότερο δυνατό- ή αν θα αφεθούμε σε μια ασύντακτη κατάρρευση χωρίς να δώσουμε τη μάχη που απαιτείται για το μέλλον του τόπου.

Το Συνέδριο είχε μεγάλη επιτυχία και την επόμενη χρονιά, για την ακρίβεια την επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά, αυτή που τελειώνει σε λίγο, οργανώσαμε πάνω από δέκα εκδηλώσεις εμβαθύνοντας στον προβληματισμό γύρω από τα θέματα αυτά που αφορούν την οικονομία, την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα, το διεθνές περιβάλλον, το ευρωπαϊκό περιβάλλον, τους θεσμούς, της δεκτικότητα της κοινωνίας και επιμέρους θέματα τα οποία ξεκινούν από την εκπαίδευση και φτάνουν στις εμπορικές μας σχέσεις με μεγάλες αναδυόμενες οικονομικές δυνάμεις, όπως η Κίνα.

Και τώρα αυτός ο κύκλος θα κλείσει σε λίγες εβδομάδες σε περίπου ένα μήνα, στην Αθήνα με το 2ο Συνέδριο «Η Ελλάδα μετά», που θα προσπαθήσει πάλι να αντιμετωπίσει πολυπρισματικά το ερώτημα «Τι γίνεται με την Ελλάδα μετά», αλλά τώρα πια είμαστε πολύ πιο κοντά στο τέλος του 3ου Μνημονίου και μέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο είναι επιβαρυμένο για άλλους λόγους.

Είναι επιβαρυμένο κυρίως στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, λόγω των τελευταίων εξελίξεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και λόγω άλλων ανοιχτών θεμάτων, όπως είναι το ονοματολογικό . Είναι πιο έντονο το περιβάλλον γιατί οξύνεται η συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά βεβαίως έχει περάσει και ένας ακόμη χρόνος υπό συνθήκες κρίσης και τώρα πια βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την λήξη του 3ου προγράμματος τον Αύγουστο του 2018.

Ενόψει αυτού του Συνεδρίου είπαμε να οργανώσουμε στη Θεσσαλονίκη αυτό το Φόρουμ, το προσυνεδριακό Φόρουμ με τίτλο «ΕΛΠΙΔΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ - Προετοιμάζοντας την περίοδο 2019 -2022», που είναι η επόμενη τετραετία με κοινοβουλευτικούς όρους. Αλλά μια τετραετία υπομονευμένη, γιατί είναι μια τετραετία για την οποία έχουν αναληφθεί πολύ συγκεκριμένες δεσμεύσεις, είναι μια τετραετία η οποία, δημοσιονομικά τουλάχιστον, ξεκινάει με δεδομένους τους στόχους για πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ αντιμετωπίζουμε και τις πρώτες δυσκολίες της επανόδου στις αγορές. Κάτι το οποίο δεν είναι τόσο εύκολο και τόσο αυτονόητο.

Θα έχετε παρακολουθήσει ότι η συζήτηση που γίνεται, μάλλον η σύγκρουση που διεξάγεται είναι ανάμεσα στην παλιά αντίληψη του 2014 για την ανάγκη μιας προληπτικής πιστωτικής γραμμής που είναι ένα δίχτυ ασφαλείας και μιας λογικής ταμειακών διαθεσίμων ασφαλείας, που τα έχει η Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τυχόν προβλήματα, αλλά αυτά μπορεί να μην επαρκούν ή έστω να επαρκούν για να καλυφθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες ενός ή δύο ετών και όχι όλης της μακράς αυτής περιόδου μέχρι την εξόφληση των δανείων.

Τώρα, καθώς είμαστε δέκα χρόνια μετά το ακραίο ξέσπασμα των συνεπειών της κρίσης και έχουμε την εμπειρία της τελευταίας τριετίας που φωτίζει αναδρομικά και την προηγούμενη τετραετία, δηλαδή την περίοδο 2010-2015, μπορούμε να πούμε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχουμε, είναι η αδυναμία καθορισμού εθνικών προτεραιοτήτων.

Η δημόσια συζήτηση για όλα τα μεγάλα θέματα και εν τέλει για το εθνικό θέμα, για την εθνική στρατηγική καθορίζεται από επικοινωνιακές προτεραιότητες και όχι από προτεραιότητες ουσιαστικές. Υπάρχουν άλλωστε πάρα πολύ μεγάλοι αντιπερισπασμοί επικοινωνιακοί μέσα από τη συγκυρία.

Νομίζω ότι πρέπει τώρα να δώσουμε πιο ευθείες και ρητές απαντήσεις στα ερωτήματα που ο καθένας έχει στο μυαλό του και το πρώτο ερώτημα είναι αν πρέπει να αρκεστούμε ή μάλλον να αποδεχτούμε το δημοσιονομικό σύρσιμο για πολλά χρόνια -αυτή τη στασιμοχρεοκοπία για την οποία έχω μιλήσει, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας- ή αν πρέπει να επιδιώξουμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, παρά τον εγκλωβισμό μας στο μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα και τη δραματική λογική του υπερπλεονάσματος που επικράτησε τα τρία τελευταία χρόνια, η οποία οδηγεί σε μια νεοεπιδοματική και νεοπελατειακή πολιτική.

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι ότι αυτό που συζητάμε με ένα τρόπο κοινότοπο και γενικόλογο για το επενδυτικό κενό, για την ανάγκη επενδυτικής πανστρατιάς που προσκρούει πολύ συχνά σε ιδεοληψίες και στερεότυπα, πρέπει να το υιοθετήσουμε ως θεμελιώδη εθνικό στόχο και πρέπει να αντιληφθούμε ότι αν δεν γίνει αυτό, εάν δεν γίνει μια οριζόντια κινητοποίηση, εάν δεν συμπράξουν όλοι ,ο ιδιωτικός τομέας, η Κυβέρνηση, η Διοίκηση, οι τοπικές κοινωνίες, η Δικαιοσύνη θα μείνουμε καθηλωμένοι σε ένα δεύτερο ή και τρίτο επίπεδο μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το τρίτο μεγάλο ζήτημα είναι το τραπεζικό σύστημα. Αρκεί ο λογιστικός εξωραϊσμός; Είμαστε ικανοποιημένοι εάν περνάμε τα stress tests κάτι που είναι επίκαιρο, χτεσινό, ή πρέπει να γίνει κάτι πιο δυναμικό, πιο ριζοσπαστικό για το ιδιωτικό χρέος, για τα κόκκινα δάνεια; Πώς μπορεί να γυρίσουν πράγματι καταθέσεις; Πώς μπορεί να ξαναρχίσει να υπάρχει εθνική αποταμίευση; Γιατί μια χώρα που δεν έχει εθνική αποταμίευση δεν έχει και επενδυτική προοπτική. Ποιος μπορεί να μοχλεύσει κεφάλαια τα οποία δεν είναι τραπεζικά αλλά προέρχονται από διάφορα προγράμματα κοινοτικά, funds, άλλες πρωτοβουλίες και ούτω καθεξής.

Το τέταρτο μεγάλο σημείο είναι αυτό που όλοι λένε αλλά τίποτε δεν είναι αυτονόητο, ότι χρειάζεται βεβαίως μια άλλη φορολογική πολιτική συμπεριλαμβανομένης και της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών. Αλλά αυτό όλοι το θέλουν δημοσιονομικά ουδέτερο, χωρίς να θίγει τους στόχους και τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί. Πώς μπορείς να το πετύχεις αυτό όταν τα δημοσιονομικά αποτελέσματα οποιασδήποτε φορολογικής αλλαγής και ασφαλιστικής αλλαγής, κρίνονται όχι σε ένα χρόνο, κρίνονται σε ένα τρίμηνο ή σε δυο τρίμηνα, σε ένα εξάμηνο το πολύ. Δεν έχεις περιθώριο να εφαρμόσεις νέα σχήματα, νέα μίγματα, νέο κοκτέιλ μέτρων γιατί πρέπει να έχεις ετήσιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα και ήδη από το μέσο του χρόνου αρχίζει να χτυπάει ένα κουδούνι κινδύνου που σε αναγκάζει να επανεξετάσεις τις αλλαγές που έχεις υιοθετήσει.

Και βέβαια αυτό αφορά κατά βάθος και το μεγάλο ερώτημα «Πως μπορεί η Ελλάδα να ξαναγίνει ένα κοινωνικό κράτος;». Ένα ερώτημα που ισχύει στην πραγματικότητα για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το έκτο ζήτημα είναι η πραγματική οικονομία, η ανταγωνιστικότητα από τον πρωτογενή τομέα μέχρι τον πιο προωθημένο τομέα υπηρεσιών, που συνδέεται βέβαια με το γεγονός ότι εμείς όντας εγκλωβισμένοι μέσα στην κρίση και την περιδίνηση δεν έχουμε συζητήσει ως κοινωνία σε βάθος ούτε το πότε τελείωσε η 3η βιομηχανική επανάσταση, ούτε πότε άρχισε η 4η βιομηχανική επανάσταση, για τις αλλαγές που συντελούνται στις εργασιακές σχέσεις, οι αλλαγές που συντελούνται στον τρόπο παραγωγής, για να μιλήσω πάρα πολύ σχηματικά.

Αυτό όπως αντιλαμβάνεστε είναι κάτι που θεωρούμε ότι αφορά τους άλλους, ότι εμείς είμαστε μακριά από τις εξελίξεις αυτές ενώ οι εξελίξεις συντελούνται και εδώ, παράλληλα με τα ειδικότερα προβλήματα που έχουμε, δηλαδή παράλληλα με όλα τα μικρά εθνικά ή τοπικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην πραγματική οικονομία.

Μπορούμε να αρκεστούμε μόνο στη συζήτηση για τουρισμό; Μπορούμε να αρκεστούμε μόνο σε ένα δυο μεγάλα σχέδια στον ενεργειακό τομέα; Είναι αυτό που θα μας δώσει τους ρυθμούς ανάπτυξης που απαιτούνται τα επόμενα 40 χρόνια; Γιατί όλοι οι μεγάλοι Οργανισμοί, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για παράδειγμα δίνει τόσο μικρό μέσο ποσοστό ανάπτυξης στην Ελλάδα; Πρωτίστως λόγω της δημογραφικής κρίσης, αλλά ενδεχομένως να υπάρχουν κι άλλοι πολύ βαθύτεροι λόγοι.

Φτάνω τώρα στα τελευταία τρία σημεία τα οποία είναι και ίσως τα σημαντικότερα. Με ποιο θεσμικό περίβλημα θα πάμε; Είναι το Σύνταγμα το πρόβλημά μας; Το Σύνταγμα φταίει για την κρίση; Το Σύνταγμα και γενικότερα το θεσμικό πλαίσιο είναι αυτό που θα μας λύσει τα προβλήματα, θα μας δώσει απάντηση στο δημοσιονομικό, το αναπτυξιακό πρόβλημα, στην ανταγωνιστικότητα, στην επάνοδο στην κανονικότητα; Μήπως εδώ υπάρχει ένας πολύ μεγάλος αντιπερισπασμός; Μήπως δεν βλέπουμε τα πραγματικά προβλήματα και ασχολούμαστε με προβλήματα τα οποία είναι εύκολα στη διατύπωσή τους, αλλά μπορεί να λειτουργούν κατά βάθος παραπλανητικά όχι γιατί δεν είναι σημαντικά, αλλά γιατί πρέπει να έχουμε πολύ αυστηρά καθορισμένες προτεραιότητες την περίοδο αυτή;

Και βέβαια εδώ προστίθεται και η άλλη δέσμη θεμάτων τα οποία είναι πάρα πολύ σημαντικά: Δικαιοσύνη, Διοίκηση, Αυτοδιοίκηση, Εκπαίδευση που είναι οι βαθύτερες προϋποθέσεις της ανταγωνιστικότητας και στην πραγματικότητα μας φέρνουν στο αφετηριακό ζήτημα που είναι η δεκτικότητα της κοινωνίας. Ποια κοινωνία τα αντιμετωπίζει όλα αυτά και ποια κοινωνία μπορεί να πάρει τις αποφάσεις, τις πολιτικές αποφάσεις τελικά οι οποίες απαιτούνται για να κάνουμε την υπέρβαση;

Και βέβαια όλα αυτά ενώ κουβαλάμε τα βάρη της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής άμυνας και ασφάλειας. Υπάρχουν αβεβαιότητες, ασυμμετρίες και ενώ η Ευρώπη τρέχει στο ρυθμό του δικού της προβληματισμού, εμείς έχουμε ξαναγίνει κάπως περιθωριακοί, περιφερειακοί, για να μην πω παρίες. Θεωρούμε ότι δεν έχει νόημα να μετέχουμε στην γενική ευρωπαϊκή συζήτηση, αλλά να συζητάμε με την Ευρώπη το δικό μας πρόβλημα μόνο, τον ελληνικό εξαιρετισμό.

 

***

Έχουμε στο τραπέζι αυτό τη μεγάλη χαρά και τη μεγάλη τιμή να έχουμε πέντε εξαιρετικά έγκριτους εισηγητές, απολύτως αρμόδιους για το θέμα που θα αναπτύξει η καθεμιά και ο καθένας και επιπλέον τη χαρά να έχουμε μαζί μας την Ελισάβετ Παπαδοπούλου, ασκούμενη δικηγόρο που θα παρουσιάσει συνοπτικά τα συμπεράσματα ενός χτεσινού workshop που οργάνωσε ο Κύκλος με θέμα «Brain Drain: Προκλήσεις και Ευκαιρίες» στην πραγματικότητα την αναγκαστική μετανάστευση νέων επιστημόνων. Ήταν μια πολύ ωραία συζήτηση με τεκμηριωμένες εισηγήσεις και παρεμβάσεις που αξίζει τον κόπο να τις κάνουμε και ευρύτερα γνωστές.

Έχουμε τη μεγάλη χαρά και την τιμή να έχουμε μαζί μας τον κ. Αντώνη Μανιτάκη, Ομότιμο Καθηγητή Νομικής Καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου και πρώην Υπουργό Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης, με τον οποίο όπως ξέρετε μας συνδέουν πολύ στενοί δεσμοί, όπως και με άλλους παρισταμένους, όπως είναι ο Καθηγητής κ. Σκουρής, ο Καθηγητής κ. Κουκιάδης, ο Καθηγητής κ. Τέλλης, η κα Κουτούπα και ούτω καθεξής από τη Νομική Σχολή, αλλά με τον Αντώνη στον ίδιο τομέα έχουμε συνυπάρξει. Ήταν ο παλαιότερός μου Καθηγητής αυτός που διατύπωσε τις εισηγήσεις για την αξιολόγησή μου πολλές φορές και νομίζω ότι μας συνδέει μια σχέση αλληλοεκτίμησης και φιλίας, τολμώ να πω αγάπης, γιατί νομίζω ότι και από τις διαφωνίες μας έχουμε μάθει ο ένας από τον άλλον πάρα πολλά πράγματα, ως αντίληψη και ως νοοτροπία και ως στάση απέναντι στα μεγάλα ερωτήματα του Δημοσίου Δικαίου.

Ο κ. Μανιτάκης θα πάρει πρώτος τον λόγο, δεύτερος είναι ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος, Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχουμε τη μεγάλη χαρά να φιλοξενούμε την κα Μιράντα Ξαφά, που είναι γνωστή σε όλους και η οποία είναι Senior scholar, στο Centre for International Governance Innovation, που εδρεύει στον Καναδά και είναι ένας πολύ γνωστός και έγκυρος Οργανισμός.

Ο κ. Θανάσης Τσαυτάρης, Ομότιμος Καθηγητής Γενετικής και πρώην Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης θα μας μιλήσει κυρίως για την ανταγωνιστικότητα και φιλοξενούμε τον κ. Στέργιο Λογοθετίδη, Καθηγητή Νανοτεχνολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που θα μας μιλήσει για την 4η βιομηχανική επανάσταση, ξέρετε ότι είναι ένας από τους ειδικότερους επί του πεδίου στα θέματα αυτά και ερευνητικά πρωτοπόροι όλοι τους στα αντικείμενά τους.

Τώρα θα δώσω τον λόγο στον Αντώνη Μανιτάκη ο οποίος θα μιλήσει για την ανθεκτικότητα του Συντάγματος και των θεσμών. Εγώ λίγο τον προκατέλαβα, λέγοντας ότι το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό αλλά κοινωνικό, πολιτικό, αναπτυξιακό, νοοτροπιακό, ας τον ακούσουμε όμως να μας αναπτύξει τις δικές τους απόψεις.

 

***

 

Παρεμβάσεις Ευ. Βενιζέλου

 

Ευχαριστώ τον Αντώνη Μανιτάκη για την εισήγησή του η οποία θα μου επιτρέψετε να πω ότι επιστημονικά ήταν βαρυσήμαντη και πολιτικά μπορείτε να την αξιολογήσετε εσείς με την κρίση σας και την εμπειρία σας ακόμη κι αν δεν είστε ειδικοί, δεν είστε νομικοί και, μάλιστα, νομικοί του Δημοσίου Δικαίου.

Συνοψίζω. Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό αλλά κοινωνικό, πολιτικό και αναπτυξιακό. Η χώρα διήλθε από μια πρωτοφανή κρίση χωρίς να προκληθεί συνταγματική κρίση. Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των μνημονιακών νόμων ασκήθηκε με προσοχή, με πολύ ισορροπημένο και πραγματιστικό τρόπο. Το πρόβλημα δεν είναι οι ανεπάρκειες και οι υστερήσεις του Συντάγματος το οποίο προσαρμόζεται αλλά η παραβίασή του. Θα αναφερθούμε στη συνέχεια της συζήτησης, θα έχει ο Ανδρέας Πανταζόπουλος την δυνατότητα να αναφερθεί, σε φαινόμενα αυταρχικής δημοκρατίας. Οι θεσμοί, βεβαίως, δοκιμάζονται αλλά δοκιμάζονται λόγω της διχαστικής προσέγγισης που επιχειρούν οι κυβερνώντες. Αυτό που είπε ο Αντώνης Μανιτάκης για το «συνταγματικό δίκαιο» και τους συνταγματολόγους στις πλατείες των αγανακτισμένων νομίζω ότι είναι η εικονογράφηση του προβλήματος. Τελικά, αυτοί που δικαιώνονται είναι αυτοί που με σοβαρότητα αντιμετώπισαν τα ζητήματα όταν επικρατούσε ο λαϊκισμός, ο συνταγματικός λαϊκισμός, στις πλατείες των αγανακτισμένων. Επίσης, εξήγησε, νομίζω, με πάρα πολύ ωραίο τρόπο, ότι το Σύνταγμα πλέον δεν είναι μόνο το κείμενο του Συντάγματος του 1975-1986 - 2001-2008 αλλά είναι το κείμενο αυτό έχοντας ενσωματώσει το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο και βεβαίως την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και, ότι το ζητούμενο δεν είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά, η εφαρμογή του Συντάγματος και η απόκρουση μιας διάθεσης συνταγματικών, ας το πούμε έτσι, ατασθαλιών, που αντιμετωπίζουμε.

 

Και τώρα μπορούμε να περάσουμε στο δεύτερο συναφές θέμα, που είναι ο πρόλογος, ας πούμε, στα οικονομικά και στα αναπτυξιακά ζητήματα, θα μας μιλήσει ο Ανδρέας Πανταζόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, για την αντοχή και τη διάθεση της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος. Γιατί, όλα αυτά που λέμε είναι πολύ ωραία,   αλλά, ποια κοινωνία; Τί λένε οι δημοσκοπήσεις; Η κοινωνία μπορεί να υιοθετήσει το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα; Τί σημαίνει ο διχασμός της κοινωνίας σε μια κοινωνία, ας το πούμε, έτοιμη να αγωνιστεί για την προσαρμογή, την ανταγωνιστικότητα, τον εκσυγχρονισμό, και, μια κοινωνία, το άλλο μισό, που στο όνομα του κεκτημένου και του προοδευτισμού στην πραγματικότητα είναι απολύτως συντηρητική και αποδέχεται τον κίνδυνο καταρράκωσης της χώρας και περιθωριοποίησης της χώρας. Νομίζω ότι αυτό είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα. Θα χαρούμε να τον ακούσουμε τον Ανδρέα Πανταζόπουλο. Τον ευχαριστώ και του δίνω τον λόγο.

***

 

Ευχαριστώ τον Ανδρέα Πανταζόπουλο για την βαθυστόχαστη ανάλυσή του. Θέλω να σας πω δύο τρεις φράσεις που συγκράτησα από την παρουσίαση που έκανε ο Ανδρέας. Καταρχάς, τον όρο νεοελληνικός μηδενισμός, που νομίζω ότι συνοψίζει το μεγάλο πρόβλημα που έχουμε. Το μεγάλο πρόβλημα της νεοελληνικής νοοτροπίας. Δεύτερο, ένα ερώτημα που στην πραγματικότητα υφήρπε σε όλη την ανάλυσή του και που είναι ένα λίγο θεολογικού χαρακτήρα ερώτημα. Εφόσον κινούμαστε με δημοκρατικούς όρους, και εφόσον έχουν διαφυλαχθεί στο γενικό τους πλαίσιο οι δημοκρατικοί θεσμοί, μπορεί να σωθεί μια κοινωνία παρά τη θέλησή της; Μπορεί να σωθεί, χωρίς να το θέλει η ίδια και χωρίς να το επιλέξει η ίδια, στις εκλογικές και δημοψηφισματικές διαδικασίες; Αυτό είναι το θεμελιώδες ερώτημα το οποίο αν το σκεφθούμε, λίγο καλύτερα και από μια στοιχειώδη απόσταση για να το βλέπουμε καθαρά, αντιλαμβανόμαστε ότι είναι ένα ερώτημα σχεδόν ανατριχιαστικό διότι σίγουρα υπάρχει ένα τμήμα της κοινωνίας που θέλει να σωθεί και που θέλει η χώρα να γίνει μια κανονική ανταγωνιστική, ομαλή χώρα. Να πάει στην κανονικότητα, που είπε και ο Αντώνης προηγουμένως.

Δεύτερη πολύ σημαντική παρατήρηση ήταν ότι οι κυβερνώντες ήταν ιδεολογικά ένα ενιαίο κόμμα παρά τις δευτερεύουσες διαφορές σε θέματα όπως ας πούμε η αναδοχή από ομόφυλα ζευγάρια με σύμφωνο συμβίωσης. Και ότι το πραγματικό μέτωπο δεν είναι άλλο από το υπολανθάνον, φαντασιακό αντιμνημονιακό μέτωπο το οποίο κάποιοι νομίζουν ότι έχει ξεπεραστεί ενώ αυτό πάντα είναι παρών και ανασύρεται ανά πάσα στιγμή. Θα προσέθετα ότι υπάρχει και ένα υπολανθάνον μέτωπο δευτέρου επιπέδου το οποίο δεν είναι το μέτωπο λαϊκισμού και εκσυγχρονισμού αλλά είναι το παλιό μέτωπο του εμφυλίου πολέμου. Είναι η ρεβάνς του εμφυλίου. Η αναδρομική επικράτηση μιας αντίληψης που κυριάρχησε στην ιστοριογραφία και την ιδεολογία ενώ ηττήθηκε, βέβαια, στρατιωτικά, θεσμικά και οικονομικά.

Άλλη πολύ σημαντική παρατήρηση, ο ριζοσπαστισμός της νέας εποχής πανευρωπαϊκά είναι δεξιός. Και όχι αριστερός. Και αυτό, νομίζω ότι συνδέεται με μια μεγάλη νεοελληνική παρεξήγηση. Η ελληνική κοινωνία νομίζει ότι γέρνει αριστερά ενώ έχει ήδη μπατάρει δεξιά. Αυτό είναι το τεράστιο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Και αυτό φαίνεται στην εμμονή που έχουν ορισμένοι, εμμονή η οποία νομίζω ότι δηλώνει αδυναμία επαφής με την πραγματικότητα ότι η μεγάλη, παρούσα και ενεργός σύγκρουση είναι η σύγκρουση Δεξιάς –και Αριστεράς. Ενώ, μας κυβερνά ένα ιδεολογικά ενιαίο αριστερο-δεξιό σχήμα, επιμένουμε ότι η μεγάλη τομή και η μεγάλη σύγκρουση είναι η σύγκρουση Δεξιά και Αριστερά ενώ ήδη έχει συμβεί αυτή η μετάλλαξη του δεξιού ριζοσπαστισμού στο όνομα του προοδευτικού συντηρητισμού. Να κρατήσουμε τα κεκτημένα. Του κονφορματισμού. Αυτό είναι το πρόβλημά μας. Πρέπει όμως να μην την εγκαταλείψουμε αυτή την πλευρά της κοινωνίας. Πρέπει να είμαστε σε επαφή μαζί της. Σε συνομιλία. Να αγωνιζόμαστε να την πείσουμε. Γιατί πρέπει να διαμορφωθούν πλειοψηφίες προς την κατεύθυνση που θέλουμε που είναι προς την κατεύθυνση της αναστήλωσης της χώρας.

 

Και τώρα έρχομαι στην κα Μιράντα Ξαφά, η οποία θα μας μιλήσει για το θέμα, το ερώτημα αν η Ελλάδα είναι δημοσιονομικά και χρηματοπιστωτικά ασφαλής.   Δηλαδή, με ποιες προϋποθέσεις πηγαίνουμε προς τον Αύγουστο του 2018, το τέρμα, το τυπικό τέρμα, του τρίτου μνημονίου και την εποχή μετά από το τέλος του μνημονίου για την ακρίβεια του δανείου το οποίο εμπεριέχεται στο πρόγραμμα.

***

 Ευχαριστώ πολύ την κα Μιράντα Ξαφά γιατί με ανατομική ακρίβεια παρουσιάζει πάντα τα δεδομένα τα οποία γνωρίζει πάρα πολύ καλά, γιατί είναι θέματα που τα έχει χειριστεί στην διαδρομή της την επιστημονική και την επαγγελματική.

Θα ήθελα να σας πω με την ευκαιρία, ότι πριν τις γιορτές του Πάσχα, είχαμε οργανώσει ένα σεμινάριο στην Αθήνα, που είχε την καλοσύνη να είναι παρούσα και να σχολιάσει τις προτάσεις μαζί με τον κ. Χαρδούβελη και τον κ. Λιαργκόβα. Σε αυτό το σεμινάριο, δύο φίλοι μας αναλυτές συνεργάτες πολύ γνωστοί και έγκριτοι, ο κ. Στρατόπουλος και ο κ. Προκοπάκης, παρουσίασαν δύο δέσμες ιδεών.

Η μια δέσμη αφορά μια γρήγορη, άμεση εφαρμογής λύση για όλα τα στεγαστικά δάνεια. Σχεδόν για όλα. Για το 90% των στεγαστικών δανείων. Και για τα μικρά επιχειρηματικά δάνεια. Αυτή την πρόταση την έχουμε επεξεργαστεί μετά από κάποια σχόλια που έγιναν και προσπαθούμε να την προωθήσουμε στην Ένωση Ελληνικών Τραπεζών.

Και, η δεύτερη δέσμη παρατηρήσεων που έγιναν αφορούσαν την διόγκωση του δημοσίου χρέους δηλαδή την ανάλυση του κρυφού χρέους στο επίπεδο της κεντρικής κυβέρνησης μέσα από τα repos, μέσα από τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου και μέσα από την διόγκωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κράτους προς τους πολίτες και, βέβαια, την απόλυτη αδιαφάνεια που υπάρχει μέσα από τον σχηματισμό των ταμειακών διαθεσίμων ασφαλείας. Το ζητάω αυτό ως στοιχείο από τη συζήτηση του Προϋπολογισμού, τον Νοέμβριο του 2017, είχα υποβάλει ερωτήσεις και επερωτήσεις, δεν απαντά ο κ. Τσακαλώτος γιατί ακόμη δεν ξέρουν πώς θα σχηματιστεί αυτό το buffer, cash buffer, όπως λέμε. Απλώς να σας θυμίσω, για να μην χάνουμε την ιστορική συνέχεια, το υπαινίχθηκε η κα Ξαφά, ότι το 2012 όταν έγινε η μεγάλη περικοπή του χρέους και η αναδιάρθρωση   πήραμε εφάπαξ και χωρίς πρόσθετους όρους εφάπαξ 75 δισεκατομμύρια για την χρηματοδότηση της αναδιάρθρωσης – για να καταλάβετε τα μεγέθη γιατί εδώ μιλάμε για 9 δισεκατομμύρια, 4 δισεκατομμύρια – λοιπόν 75 δισεκατομμύρια, έγινε ονομαστική περικοπή χρέους, κούρεμα, 109 δισεκατομμύρια και περικοπή σε παρούσα αξία, πρόσθετη, μέσα από διευθετήσεις, ύψους 100 δισεκατομμυρίων. Ύψους 50% του τότε ΑΕΠ. Του ΑΕΠ, μάλιστα, για την ακρίβεια, του 2013. Τώρα, μιλάμε για πολύ μικρότερες παρεμβάσεις και για μια χρηματοδότηση το κόστος της   οποίας στην πραγματικότητα επιβαρύνει την Ελλάδα , όπως φάνηκε από τις έως τώρα παρεμβάσεις πχ στη μετατροπή των κυμαινόμενων εποτοκίων σε σταθερά . Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία να καταλάβουμε ότι όλη αυτή η συζήτηση είναι ψευδεπίγραφη, ότι η «καθαρή» έξοδος δεν περιλαμβάνει ούτε δάνειο, ούτε επάνοδο στις αγορές. Περιλαμβάνει στην πραγματικότητα μια μακρά αιχμαλωσία και λυπάμαι πραγματικά που το λέω διότι η Ελλάδα αιχμαλωτίζεται σε δημοσιονομικές συνθήκες που η ίδια έχει αποδεχθεί από το Καλοκαίρι του 2015, τις έχει επιδεινώσει στη συνέχεια, και, αυτό σε συνδυασμό με την κακή πρόγνωση μακροπρόθεσμα για τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης και σε συνδυασμό με την καχεξία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν προοιωνίζεται αυτή την ανάταση, αυτή την πανστρατιά την αναπτυξιακή που έχει ανάγκη η χώρα. Αυτό είναι το μεγάλο θέμα και για αυτό πρέπει να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε, για να δούμε τί έχει να αντιμετωπίσει η επόμενη κυβέρνηση, ποιο είναι το κλίμα μέσα στο οποίο θα κινηθεί η χώρα το 2019-22 και, βεβαίως, τί πρέπει να κάνουμε για να ξεφύγουμε από αυτή την παγίδα, την οποία έχουμε, δυστυχώς, οδηγηθεί τα τρία τελευταία χρόνια.

 

Και τώρα ο κ. Θανάσης Τσαυτάρης, ομότιμος καθηγητής Γενετικής και πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία και επιγραμματικότητα, θα μας αναπτύξει ένα μεγαλεπήβολο θέμα, πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η απειλή της αναιμικής ανάπτυξης. 

***

Γλαφυρός και βαθύς γνωστής ο κ. Αθανάσιος Τσαυτάρης έχει πλέον και την πρακτική εμπειρία της θητείας του στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης . Μας έδειξε τις μεγάλες δυνατότητες του πρωτογενούς τομέα και τα κοιτάσματα απασχόλησης που διαθέτει. Μας έδειξε ότι ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται στην πρωτοπορία των επιστημονικών και τεχνολογικών αλλαγών και παρέχει πολλαπλάσιες ευκαιρίες υπό συνθήκες Τετάρτης βιομηχανικής επανάστασης.

Τελευταίος εισηγητής ο καθηγητής Στέργιος Λογοθετίδης, διευθυντής του εργαστηρίου Νανοτεχνολογίας του ΑΠΘ που βρίσκεται στη πρώτη γραμμή της διεθνούς έρευνας και θα μας μιλήσει για την Τέταρτη βιομηχανική επανάσταση που προφανώς αφορά και την Ελλάδα.


***

 Ο καθηγητής κ. Στέργιος Λογοθετίδης με την εντυπωσιακή παρουσίαση του μας έδειξε ότι πράγματι η προσαρμογή στα δεδομένα της Τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης και της λεγόμενης ευφυούς κοινωνίας είναι μονόδρομος για την Ελλάδα.

 


 

* Εισαγωγική ομιλία και παρεμβάσεις Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών στη Θεσσαλονίκη, «Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑ: ΕΛΠΙΔΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ. Προετοιμάζοντας την περίοδο 2019 -2022»

Ομιλητές:
(κατά σειρά που έλαβαν το λόγο)

Αντώνης Μανιτάκης, ομότιμος καθηγητής Νομικής ΑΠΘ : «Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος και των θεσμών» (διαβάστε την ομιλία, εδώ)

Ανδρέας Πανταζόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης ΑΠΘ: «Η αντοχή και η διάθεση της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος» (διαβάστε την ομιλία, εδώ) 

Μιράντα Ξαφά, Senior scholar, Centre for International Governance Innovation (CIGI): «Είναι η Ελλάδα δημοσιονομικά και χρηματοπιστωτικά ασφαλής;» (δείτε την παρουσίαση εδώ) 

Αθανάσιος Τσαυτάρης, ομότιμος καθηγητής Γενετικής ΑΠΘ, πρώην υπουργός : «Μπορεί να αντιμετωπισθεί η απειλή της αναιμικής ανάπτυξης;» (δείτε την παρουσίαση εδώ)

Στέργιος Λογοθετίδης, καθηγητής Νανοτεχνολογίας ΑΠΘ: «Η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση αφορά την Ελλάδα» (δείτε την παρουσίαση εδώ) 


Η Ελισάβετ Παπαδοπούλου, ασκούμενη δικηγόρος, παρουσίασε τα συμπεράσματα του workshop «Brain Drain: Προκλήσεις και Ευκαιρίες» που πραγματοποιήθηκε στις 6 Μαΐου 2018, στη Θεσσαλονίκη.

7.5.2018, Εισαγωγική ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεων from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

7.5.2018, Θεσσαλονίκη: Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑ: ΕΛΠΙΔΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2018