Αθήνα, 24 Μαρτίου 2018

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην επετειακή ημερίδα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

 

Νέες προκλήσεις για τα προσωπικά δεδομένα και την προστασία τους*
 

Φαντάζομαι ότι ο πρόεδρος κ. Κ. Μενουδάκος και η Αρχή μου απηύθυναν την πρόσκληση για ιστορικούς λόγους, επειδή ως Γενικός Εισηγητής της Αναθεώρησης του 2001, είχα την μεγάλη τιμή και την ευκαιρία να εισηγηθώ την εισαγωγή του άρθρου 9Α για την προστασία του ιδιωτικού βίου, τη συνταγματική θεμελίωση της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την πρόβλεψη για την ύπαρξη σχετικής ανεξάρτητης αρχής αλλά και την εισαγωγή του άρθρου 101Α για το status των Ανεξάρτητων Αρχών που προβλέπονται συνταγματικά γενικότερα.

Πιστεύω ότι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ολοκληρωμένης Αρχής που μεταλλάσσεται θεσμικά, όπως θα δούμε, είναι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα παρότι αυτή που έχει προκαλέσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον διαχρονικά και τις περισσότερες πολιτικές εντάσεις είναι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και όχι η Αρχή Προστασίας. Εντούτοις κατά τη γνώμη μου η πιο σημαντική και η πιο ισχυρή Αρχή είναι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Πριν από 18 χρόνια θεωρήσαμε ότι κάναμε μια συνταγματική καινοτομία θεσπίζοντας μια ρητή διάταξη για το δικαίωμα στον ιδιωτικό βίο και για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, διευρύνοντας τη σφαίρα του ιδιωτικού απορρήτου πέραν των κλασσικών διατάξεων για το άσυλο της κατοικίας και το απόρρητο των ανταποκρίσεων. Επίσης, ότι κάναμε μια πολύ μεγάλη καινοτομία θεσπίζοντας τις Ανεξάρτητες Αρχές. Στην αρχή με επιφυλάξεις και αντιστάσεις, αλλά ήταν ευρύτατα αποδεκτό ότι χρειαζόμασταν νέες θεσμικές εγγυήσεις για νέα δικαιώματα ή για νέες απειλές εναντίον κλασσικών δικαιωμάτων. Υπήρχε πολιτική αμηχανία και ο νομοθέτης με τη διοίκηση δεν μπορούσαν να διαχειριστούν παρόμοια θέματα, ενώ η δικαιοσύνη δεν μπορούσε να αναλάβει το βάρος μιας απευθείας δικαστικής διαχείρισης των θεμάτων αυτών, παρότι βέβαια οι Αρχές τελούν υπό δικαστικό έλεγχο. Ούτως ή άλλως, χρειαζόμασταν άλλη διαδικασία, μια ενδικοφανή διαδικασία για την αντιμετώπιση των θεμάτων αυτών. Αυτή μας όμως η καινοτόμος διάθεση, πιστεύω ότι ξεπεράστηκε πάρα πολύ γρήγορα. Μπορεί να φάνηκε κάτι σημαντικό πριν από 18 χρόνια, αλλά τώρα, όπως εξελίσσονται τα πράγματα, νομίζω ότι βρισκόμαστε πάλι μπροστά σε μια σύγκρουση ανάμεσα στον συνταγματικό επαρχιωτισμό από τη μια μεριά και τον συνταγματικό κοσμοπολιτισμό από την άλλη.

Καταρχάς η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θεμελιώνουν τον κοινό παρονομαστή της ευρωπαϊκής αντίληψης για τα ζητήματα αυτά, σε μια κλασσική διάταξη όπως το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτή δείχνει να είναι αρκετή προκειμένου να θεμελιωθούν, μέσα από μια διαρκή ερμηνευτική εξέλιξη και διεύρυνση, όλα αυτά τα δικαιώματα που εμείς τα στεγάσαμε ρητά σε μια καινοτομική και ριζοσπαστική διάταξη του άρθρου 9Α. Θα έλεγα ότι η νομολογία του Στρασβούργου έχει αποκαλύψει πτυχές που ακόμη η δική μας νομολογία και η δική μας πρακτική δεν τις έχει καταγράψει όλες. Είναι πιο προωθημένη και πιο βαθιά η προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Από την άλλη μεριά, καταλαβαίνουμε ότι και το πανευρωπαϊκό μέγεθος, σίγουρα το μέγεθος της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 χωρών, μετά το Brexit, αλλά ακόμη και το μέγεθος του Συμβουλίου της Ευρώπης, των 47 κρατών μελών, είναι ανεπαρκές μπροστά σε αυτό που συμβαίνει. Διότι μας ξεπερνάει η πραγματικότητα η οποία επιβάλλει έναν κοσμοπολιτισμό, ενώ επιφέρει μεγάλες τομές και στη γενική θεωρία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Διότι, τώρα πια με τον Γενικό Κανονισμό που είναι ένα είδος ευρωπαϊκού ψηφιακού συντάγματος, εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και ρεαλιστές στην περιγραφή μας, αλλά και με τις τελευταίες εξελίξεις που θέτουν το κλασσικό ερώτημα, ποια είναι η νομική φύση του διαδικτύου και ποιος ελέγχει το διαδίκτυο, βλέπουμε ότι δεν φθάνει το ευρωπαϊκό μέγεθος. Άρα πολύ περισσότερο το εθνικό μέγεθος, που είναι λιλιπούτειο. Και όποιος πιστεύει ότι κάνει κάτι σημαντικό εκτός του δικτύου αρχών εποπτείας, που το περιγράφει τώρα ο Γενικός Κανονισμός με τις εθνικές εποπτικές αρχές, με την επικεφαλής εποπτική αρχή, με το Συμβούλιο Προσωπικών Δεδομένων που εγκαθιδρύει σε ευρωπαϊκό επίπεδο, βλέπουμε ότι πραγματικά το εθνικό μέγεθος είναι ανεπαρκές.

Οι μεγάλες θεωρητικές τομές είναι κατά τη γνώμη μου, πρώτον, ο μονισμός στη διαμάχη του με την δυαδική προσέγγιση στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Βλέπουμε ότι τώρα πια το Διεθνές Δίκαιο και εν πάση περιπτώσει το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατισχύει και λόγω του υπερεθνικού χαρακτήρα του αντικειμένου   του εθνικού Συντάγματος   πολύ περισσότερο του εθνικού κοινού δικαίου.

Το δεύτερο είναι η υπέρβαση της εδαφικότητας. Η υπερεδαφικότητα του Γενικού Κανονισμού δεν είναι μια νομική καινοτομία του Γενικού Κανονισμού. Είναι μια πραγματικότητα γιατί υπάρχει υπερεδαφικότητα του φαινομένου, δηλαδή πρόβλημα κυριαρχίας στην πραγματικότητα. Υπάρχει μια σφαίρα η οποία βρίσκεται έξω από τις σφαίρες της κατανεμημένης κυριαρχίας και έξω από τα όρια της κρατικότητας. Δηλαδή, έξω από τον πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας. Δεν είναι όμως όπως οι γεωστατικές τροχιές που κατανέμονται στα κράτη ή πολύ περισσότερο κάτι αντίστοιχο με την κατανομή ζωνών. Εδώ έχουμε ανυπέρβλητο μέγεθος. Έχουμε endless χώρο. Αχώρητο χώρο.

Και ως εκ τούτου βεβαίως υπάρχει η υπερεδαφικότητα η οποία δημιουργεί σ τεράστια ζητήματα δικαιοδοσίας, τα οποία εν μέρει θα αντιμετωπίσει τώρα Γενικός Κανονισμός. Ίσως δεν τα έχει προβλέψει, ούτε καν τα έχει διαισθανθεί όλα τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει λόγω της ταχύτητας των τεχνικών εξελίξεων. Και αυτά τα προβλήματα θα λυθούν μέσα από τον διάλογο των δικαστηρίων την επόμενη δεκαετία.

Δηλαδή μέσα από τον διάλογο ανάμεσα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και πρωτίστως βεβαίως το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, το οποίο και θα δώσει το στίγμα. Διότι εκ των πραγμάτων εκεί παίζεται καταρχάς το παιχνίδι της κυριαρχίας, δηλαδή το παιχνίδι ανάμεσα στο πολιτικό και το οικονομικό στοιχείο, το παιχνίδι ανάμεσα στον διεθνή δημόσιο και τον διεθνή ιδιωτικό τομέα.

Πρόκειται στην πραγματικότητα για μία σύγκρουση γιγάντων σε σχέση με αυτό που λέγεται κρατικότητα και διεθνείς οργανισμοί μαζί – είναι μία ενότητα αυτή- κράτη και διακρατικοί διεθνείς οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένου του ΟΗΕ, και η ψηφιακή οικονομία και οι μεγάλες οντότητες, οι μεγάλοι παίκτες από την άλλη μεριά. Αυτούς δεν τους «συλλαμβάνεις» ούτε με τα μεγάλα πρόστιμα. Δηλαδή αυτή τη στιγμή οι ομολογίες του Μ. Ζούκερμπεργκ χθες, εάν εφαρμοζόταν ο Γενικός Κανονισμός θα οδηγούσαν ίσως σε μία επιβολή προστίμων η οποία είναι κολοσσιαία, αλλά μπορεί και να μη σημαίνει πολλά για τη δυναμική της αγοράς το 4% επί του κύκλου εργασιών της προηγούμενης χρονιάς .

Άρα αναζητούμε απαντήσεις σε σχέση με την κλασική σύγκρουση μονισμού - δυισμού, απαντήσεις ως προς τη σχέση του κράτους και των υποκειμένων του δημοσίου διεθνούς δικαίου από τη μια μεριά και από την άλλη μεριά των οντοτήτων που είναι μη κρατικές, μη επίσημες, είναι οντότητες της αγοράς, είναι οντότητες μη ελεγχόμενες, ευέλικτες, καθώς όλα ιδιωτικοποιούνται και διεθνοποιούνται και αποπολιτικοποιούνται, αλλά κατά βάθος πολιτικοποιούνται με έναν πολύ πιο υποδόριο και πονηρό τρόπο. Εκτός και αν οργανωθεί άλλου τύπου παγκόσμια διάσκεψη για τη διακυβέρνηση του ίντερνετ η οποία μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα, κάτι που το θεωρώ πάρα πολύ δύσκολο γιατί το διαδίκτυο βρίσκεται στον πυρήνα της διαφωνίας μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, δηλαδή στον πυρήνα του νέου ψυχρού πολέμου. Άρα δεν υπάρχει διεθνοπολιτική πρόγνωση θετική, που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μπορεί πράγματι να υπάρξει μια παγκόσμια διάσκεψη για τη διακυβέρνηση του διαδικτύου. Ο νέος ψυχρός πόλεμος δεν έχει ως επίκεντρο τη Συρία, την Κριμαία, τις ανατολικές επαρχίες της Ουκρανίας. Έχει ως επίκεντρο την κυβερνοάμυνα, την κυβερνοασφάλεια, τις κυβερνοεπιθέσεις, την επιρροή στις εκλογικές διαδικασίες. Το σκάνδαλο Cambridge Analytica είναι ακριβώς αυτό, βρίσκεται στον πυρήνα του πολιτικού προβλήματος του νέου ψυχρού πολέμου. Άρα ποιες προϋποθέσεις έχεις, όταν δεν έχεις συμφωνία των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, να οργανώσεις ουσιαστικού περιεχομένου παγκόσμια διάσκεψη για τη διακυβέρνηση του διαδικτύου;

Και μέσα σε όλα αυτά βεβαίως τοποθετούμε ΣτΕ και εμείς, οι «λιλιπούτειοι» όπως είπα, οι οποίοι πρέπει να διευθετήσουμε τα δικά μας, τα οποία έχουν μετατρέψει την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σε ένα εν τοις πράγμασι συνταγματικό συμβούλιο, το οποίο χειρίζεται τα πάντα. Διότι δεν χειρίζεται μόνο το άρθρο 9 Α, δεν χειρίζεται μόνο την ιδιωτικότητα, χειρίζεται τη στάθμισή της με το σύνολο όλων των άλλων δικαιωμάτων, σε δυο επίπεδα, στο συμβατικό επίπεδο και στο ψηφιακό επίπεδο. Διότι πρέπει να σταθμίζει συνεχώς το οιονεί υπερδικαίωμα της προστασίας του ιδιωτικού βίου και των προσωπικών δεδομένων σε σχέση με την οικονομική ελευθερία, με το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας που είναι και αυτό νεωτερικό, με το δικαίωμα πολιτικής και κοινωνικής συμμετοχής, με το δικαίωμα κομματικής και θρησκευτικής συμμετοχής, με το δικαίωμα πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη, με το δικαίωμα κοινωνικής ασφάλισης, με το δικαίωμα στην ασφάλεια. Τώρα έχουμε δημοψήφισμα στην Ολλανδία, επί ερωτήματος που αφορά το κράτος δικαίου, καλούνται να αποφασίσουν κατά πλειοψηφία για τα όρια της κρατικής παρακολούθησης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες της κοινής γνώμης τείνει το αποτέλεσμα να είναι απόρριψη της μαζικής επιτήρησης του διαδικτύου, αλλά αυτό, σύμφωνα με την άποψη της άλλης πλευράς, μπορεί να θίγει το δικαίωμα στην ασφάλεια.

Πρόσβαση στα δημόσια δεδομένα, μεταδεδομένα, τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, big data, όλα αυτά λοιπόν τα σταθμίζει η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Από το εάν θα βάλεις κάμερα στην είσοδο και τι θα καταγράφεται από τα διαμερίσματα ή από το δρόμο και πόσο θα διατηρούνται τα στοιχεία αυτά, μέχρι το τι θα γίνει στη σφαίρα της μεταεπεξεργασίας των μεταδεδομένων.

Όλα αυτά νομίζω ότι έχουν πρακτικό νόημα, όταν ακολουθείς ένα mainstream, το οποίο είναι τουλάχιστον ευρωπαϊκό. Και αυτό είναι δύσκολο γιατί δεν υπάρχει ενιαία ευρωπαϊκή αντίληψη. Γιατί μέσα στην Ευρώπη υπάρχουν αντιλήψεις οι οποίες προσιδιάζουν περισσότερο στην αμερικανική αντίληψη και αντιλήψεις οι οποίες εμπεριέχουν ηπειρωτικές αντιστάσεις και ακολουθούν μία κλασική τυπολογία και εννοιολογία. Υπάρχει μία σύγκρουση, στην πραγματικότητα, φιλοσοφική και επιστημολογική.

Όλα αυτά δεν τα είχαμε συζητήσει διεξοδικά ακόμη και αν τα διαβλέπαμε, όταν ενσωματώσαμε στο Σύνταγμα την Αρχή Προστασίας, όταν κάναμε την πρώτη κατηγοριοποίηση των αρχών. Γιατί τώρα έχουμε μία Αρχή η οποία κινείται σε όλα τα πεδία. Είναι μία αρχή που λειτουργεί ως θεσμική εγγύηση για ένα ατομικό δικαίωμα. Είναι μία αρχή η οποία λειτουργεί ως σταθμιστής όλων των συνταγματικών δικαιωμάτων διευρύνοντας τις αρμοδιότητές της, μια αρχή που λειτουργεί ως ρυθμιστική της αγοράς, μια αρχή που λειτουργεί με διπλή θεμελίωση, εθνική συνταγματική θεμελίωση, ευρωπαϊκή θεμελίωση στον Γενικό Κανονισμό η οποία είναι πραγματικά πιο ισχυρή από την εθνική συνταγματική θεμελίωση και θα έχουμε και θεμελίωση σε διεθνείς συμβάσεις πολυμερείς, η οποία είναι πολύ σημαντική επίσης. Το ζήτημα είναι ότι κάθε αντίστοιχη εθνική αρχή, αλλά και η ευρωπαϊκή αρχή καλείται να διαχειριστεί πολύ λεπτά και κρίσιμα ζητήματα χωρίς να βρίσκεται στον πυρήνα της δικαιοδοσίας. Διότι το διαδίκτυο εξελίσσεται ερήμην μας. Οι μεγάλες διευθετήσεις είναι πιθανόν να γίνουν ερήμην μας και ερήμην της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ερήμην του Συμβουλίου της Ευρώπης,ακόμη και ερήμην του ΟΗΕ. Πιθανότατα θα γίνουν οι διευθετήσεις αυτές στις ΗΠΑ, όπου έχουν πραγματική έδρα όλοι οι μεγάλοι παίκτες και όπου θα λυθούν τα θέματα αυτά με βάση τις διακυμάνσεις και τις αμηχανίες της αμερικανικής συγκυρίας. Γιατί, ποια Αμερική τώρα; Ποια σύνθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου, με ποια αντίληψη, ποιος Πρόεδρος, ποιο Κογκρέσο για να ρυθμίσει τι και με ποια αντίληψη της αγοράς; Υπό συνθήκες πχ εμπορικού πολέμου με την υπόλοιπη Δύση; Όχι μόνο με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και με τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.

Υπό την έννοια αυτή πρέπει να έχουμε το νου μας επισταμένως στην Αρχή Προστασίας στην οποία και ευχόμαστε καλό κουράγιο.

 

* Ομιλία στην επετειακή ημερίδα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και στο στρογγυλό τραπέζι με θέμα: «Η προστασία των προσωπικών δεδομένων στον 21ο αιώνα» (22.3.2018)


 

Δευτερολογία Ευάγγελου Βενιζέλου στην επετειακή ημερίδα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και στο στρογγυλό τραπέζι με θέμα: «Η προστασία των προσωπικών δεδομένων στον 21ο αιώνα» (22.3.2018)

 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι φιλελεύθεροι προοδευτικοί νομικοί είναι πάρα πολύ δυστυχείς που δεν έχουν έναν θεσμό αντίστοιχο με το Συμβούλιο της Ευρώπης και με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών που εδρεύει στην Ουάσιγκτον, έχει και την Διαμερικανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είναι αρκετά κοντά μορφολογικά με τη δομή που έχει το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση αλλά δεν έχει την πραγματική εξουσία που έχει το Δικαστήριο δυνάμει της Σύμβασης. Υπό την έννοια αυτή πραγματικά θεωρούν ως υπόδειγμά τους τη Νομολογία του Στρασβούργου και θα ήταν ευτυχείς, αν θα μπορούσαν να έχουν έναν αντίστοιχο θεσμό.

Υπάρχει όμως μια βαθύτατη διαφορά στη πρόσληψη του συνταγματικού κειμένου. Ο Αμερικανός δικαστής και άρα η αμερικανική νομολογία δίνει πολύ μικρή σημασία στο συνταγματικό κείμενο γιατί έχει να χειριστεί ένα αρχαϊκό κείμενο. Ως εκ τούτου, οι μέθοδοι ερμηνείας και οι μεθοδολογικές εντάξεις που δηλώνει ο δικαστής είναι κάτι απολύτως αναγκαίο για να υποκατασταθεί ένα αρχαϊκό κείμενο. Το κείμενο το συνταγματικό, το ευρωπαϊκό ακόμα και όταν έχουμε χώρες, σπάνιο φαινόμενο πια με παλιά κείμενα, υπάρχουν χώρες σκανδιναβικές ας πούμε, με παλιά κείμενα, είναι ένα κείμενο εν τω γίγνεσθαι γιατί η σχέση μας μεταξύ Συντάγματος και Διεθνούς Δικαίου, Συντάγματος και Ευρωπαϊκού Δικαίου στην πραγματικότητα συνιστά μια συνεχή γραφή του συνταγματικού κειμένου. Άρα, ό,τι βάζεις καινούργιο και ό,τι λύνεις με ρητή διάταξη προφανώς έχει πολύ μεγάλη κανονιστική αξία σε σχέση με τις ερμηνευτικές συνεπαγωγές.

Ενδοευρωπαϊκά όμως απεδείχθη από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι και με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, όχι με την Σύμβαση του 1981, με το άρθρο 8 μόνο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης που στεγάζει τα πάντα, όλη την ιδιωτική σφαίρα, από το άσυλο της κατοικίας και την οικογενειακή ζωή μέχρι τα προσωπικά δεδομένα, μπορείς να κάνεις εξίσου καλά τη δουλειά σου. Εάν μπορείς να την κάνεις με ρητή διάταξη, όπως κάναμε με το άρθρο 9Α του Συντάγματος που προστέθηκε το 2001, ακόμα καλύτερα. Γλιτώνεις φάσεις του δικανικού συλλογισμού. Εάν το ίδιο συμβαίνει και με τη γενετική ταυτότητα, το ίδιο συμβαίνει και με ζητήματα βιοηθικής ή τεχνοηθικής, ακόμη καλύτερα. Κερδίζεις χρόνο και κερδίζεις και παιδαγωγικά. Διότι η Διοίκηση, η Ανεξάρτητη Αρχή και τελικά ο δικαστής προσαρμόζονται σε μια άλλη κατάσταση. Υπό την έννοια αυτή συμφωνώ απολύτως μαζί σας.

Η Αγγλία, ως χώρα κλασσικά δυαδική, τα έχει μεταφέρει όλα στο Human Rights Act άρα θεωρεί ότι εφαρμόζει εθνικό δίκαιο και έχει την ψευδαίσθηση της Αυτοκρατορίας, ας πούμε. Και του νησιού, της απομόνωσης. Αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.

Τώρα, για να συνεχίσουμε από εκεί που τελείωσε ο κ. Κάτσικας σε σχέση και με την προηγούμενη ερώτηση. Η Τεχνολογία δεν αντιπαλεύεται. Δηλαδή δεν μπορείς να αντικαταστήσεις τις μηχανές ούτε να πας να τις σπάσεις   να κάνεις ένα ψηφιακό λουδισμό, να πας να καταστρέφεις τεχνολογικά επιτεύγματα. Είναι εκρηκτική η σύζευξη της τεχνολογίας των τηλεπικοινωνιών, του διαδικτύου, της πληροφορίας, κοκ. Και βέβαια, πάμε στο διαδίκτυο των πραγμάτων, πάμε στα big data, αυτό δεν έχει τελειωμό τώρα.

Το νέο φαινόμενο είναι άλλο κατά τη γνώμη μου. Είναι η οικειοθελής παραίτηση από την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Όχι η άρση ή η μείωση της κανονιστικής προστασίας, ότι πχ επιτρέπω τη χρήση και τη διακίνηση των ναρκωτικών, γιατί έτσι χτυπάω το εμπόριο ναρκωτικών, γιατί η ποτοαπαγόρευση μας δίδαξε ότι όταν απαγορεύεις κάτι το οργανωμένο έγκλημα ανθίζει και άρα ας το επιτρέψουμε για να αυτορυθμιστούν τα ζητήματα. Και δεν αναφέρομαι ούτε στην μη συνειδητή αποκάλυψη δεδομένων. Αναφέρομαι σε αυτή την αγωνιώδη «ημιαυτοκτονική» επιθυμία του δικτυωμένου πολίτη να πει τα προσωπικά του δεδομένα. Να τα καταστήσει γνωστά. Να καταργήσει τη διάκριση μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας. Το facebook δίνει μια ψευδαίσθηση ότι είσαι σε ένα δίκτυο φίλων και δεν είσαι μέσα σε ένα δίκτυο φίλων, είσαι μέσα σε ένα παγκόσμιο δίκτυο το οποίο σου μεταφέρει τα προσωπικά δεδομένα παντού, από την Ιρλανδία στην Αμερική και μετά αν είσαι και ψηφοφόρος ,γιατί έχεις π.χ. διπλή υπηκοότητα, μπορεί να σε χρησιμοποιήσουν και για να βγάλουν το profile σου, γιατί όπως πήγε να πουλήσει στη Σρι Λάνκα ο Νιξ της Cambridge Analytica, θα μπορούσε να πουλήσει και σε ένα ελληνικό κόμμα ή σε έναν Έλληνα υποψήφιο που μπορεί και να έχει γίνει, δεν το ξέρω αν έχει γίνει ή αν δεν έχουν γίνει μικρότερα αντίστοιχα γεγονότα.

Αλλά το φαινόμενο, αν θέλουμε να μιλήσουμε νομικά, είναι η παραίτηση από το ατομικό δικαίωμα, ενώ κοινωνιολογικά είναι οι νέες συμπεριφορές σε μια ψηφιακή κοινωνία, που ταυτόχρονα είναι κοινωνία της απόγνωσης με αυτοκτονικά χαρακτηριστικά, διότι η κοινωνιολογία η ίδια γεννήθηκε ως επιστήμη, όπως ξέρετε, από την μελέτη της αυτοκτονίας, λόγω Ντυρκέιμ. Υπάρχουν μικρά ψηφιακά προσωπικά ολοκαυτώματα. Ο άλλος βγαίνει και τα λέει όλα δημόσια γιατί θεωρεί ότι έτσι κοινωνικοποιείται, ότι έτσι αποκτά επαφή με τον διπλανό του την οποία δεν έχει και υποκαθιστά ελλείψεις οι οποίες είναι συγκλονιστικές. Αυτό είναι ένα φαινόμενο το οποίο υπάρχει όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παντού σε όλο τον κόσμο. Από την Αμερική φυσικά ξεκίνησε αυτό και αυτό θα το αντιμετωπίσει και η Ελληνική Αρχή, πιστεύω, πολύ σύντομα.

 

Tags: ΔιαφάνειαΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2018