Αθήνα, 6 Ιουλίου 2017

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Αχμέτ Ινσέλ
«Η νέα Τουρκία του Ερντογάν - Από το δημοκρατικό όνειρο στην αυταρχική εκτροπή» (εκδόσεις Διάμετρος) (5.07.2017)

Σας ευχαριστώ πολύ για την αντοχή σας.  Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος, γιατί ήταν αξιοθαύμαστες οι παρουσιάσεις που προηγήθηκαν.  Πραγματικά άκουσα με πολύ μεγάλη προσοχή, έμαθα πράγματα, ενεργοποιήθηκε η σκέψη μου από αυτά που άκουσα και από τους τέσσερις φίλους που προηγήθηκαν και ευχαριστώ, Σωτήρη, πολύ για την προσωπική αναφορά σου. 

Βεβαίως ο θαυμασμός μου ξεκινά από τον εκδότη τον Δημήτρη Κούρκουλα, ο οποίος, ων Υφυπουργός μου στο Υπουργείο Εξωτερικών, με εντυπωσίασε με την επιθυμία του, θα έλεγα με την αποστολική διάθεσή του, μόλις απαλλαγεί από τα κυβερνητικά του καθήκοντα να κάνει αυτό που ήθελε πάντα από νέος, να ιδρύσει έναν εκδοτικό οίκο. Έναν εκδοτικό οίκο βεβαίως μπουτίκ, που ασκεί έναν παιδαγωγικό ρόλο με αυστηρά επιλεγμένους τίτλους που έχουν μία στόχευση πολιτική με την ευρύτερη έννοια του όρου.  Χαίρομαι γιατί το έχει καταφέρει αυτό και χαίρομαι γιατί σήμερα είμαστε εδώ υπό το συντονισμό του Άλκη Κούρκουλα, ο οποίος έχει παρακολουθήσει σχεδόν όλες τις δημόσια γνωστές επαφές μου με τις κατά καιρούς τουρκικές κυβερνήσεις τα τελευταία 25 χρόνια.  Δυστυχώς είναι 25 τα χρόνια αυτά. 

 

Ο Insel, γράφει το βιβλίο αυτό, πράγματι, όχι μόνο ως Τούρκος, αλλά και ως ένας Γάλλος διανοούμενος, πανεπιστημιακός, ερευνητής, επηρεασμένος από τα πολύ αυστηρά γαλλικά στερεότυπα σε σχέση με την Τουρκία αλλά και σε σχέση με την Ανατολή, γιατί υπάρχει ένας εσωτερικός οριενταλισμός στο βιβλίο που ένας Τούρκος τον κωδικοποιεί και αυτό πρέπει να το έχουμε πάντα υπόψη μας όταν διαβάζουμε τέτοια βιβλία.  Δεν έχει γράψει το βιβλίο αυτό μετά το πραξικόπημα ούτε μετά την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση, αλλά συμπληρώνει τα κενά αυτά, γιατί το βιβλίο γράφτηκε στα τέλη του 2014, με τον πρόλογό του και πιστεύω ότι στον πρόλογο κυρίως και στα συμπεράσματα μας δίνει με πολύ ευθύ και συνοπτικό τρόπο το βασικό μήνυμα που θέλει να περάσει. 

Από σεβασμό στον συγγραφέα θέλω πολύ συνοπτικά, σε δύο παραγράφους, να σας πω πώς κωδικοποιεί το τουρκικό πρόβλημα ο ίδιος ο Insel.  Το πρώτο σημείο είναι αυτό που ανέφερε ήδη ο Γιάννης Πρετεντέρης, είναι οι τρεις τομές που διαπερνούν και κατατέμνουν την τουρκική κοινωνία, το τουρκικό έθνος και άρα και το τουρκικό εκλογικό σώμα. Όχι επειδή αυτές τις τομές τις προκαλεί ο Erdogan, αλλά γιατί αυτές οι τομές υφίστανται, είναι τομές εθνοτικές, είναι τομές θρησκευτικές, είναι τομές ιστορικές, είναι τομές πολιτιστικές, άρα η ιστορία έχει επιβάλλει αυτήν την αποσπασματοποίηση της τουρκικής κοινωνίας, η οποία επιτρέπει στον Erdogan να διαμορφώνει ένα πλειοψηφικό ρεύμα, επειδή πρωτίστως εκφράζει τον τουρκικό ισλαμικό συντηρητισμό που είναι και κοινωνικός ταυτόχρονα.  Άρα, υπάρχουν αυτές οι τρεις τομές με το AKP να είναι στην πλειοψηφούσα πλευρά κάθε φορά, αλλά και στην υπεράνω όλων τελικά πλειοψηφία, γιατί δεν μπορεί να συγκροτηθεί άλλη πλειοψηφία.  Υπάρχει ένα 50% που εκφράζει ο Erdogan με το κόμμα του, συν-πλην 50%, αλλά η αντιπολίτευση είναι κατετμημένη σε δύο τεταρτημόρια, 25% και 25% περίπου, τα οποία για διαφόρους λόγους δεν μπορούν να ενοποιηθούν.  Άρα, έχει μία διασφαλισμένη ηγεμονία και μία συγκλονιστική απόσταση εκλογική από την αφετηρία, εάν το ερώτημά μας είναι η ανατρεψιμότητα του συσχετισμού των δυνάμεων στην Τουρκία. 

Η πρώτη τομή, είπαμε, είναι η εθνοτικογλωσσική, Τούρκοι-Κούρδοι, αλλά οι Κούρδοι συνδέονται με την τρομοκρατία, με τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας το οποίο ενοχοποιεί το δεύτερο ρήγμα που είναι το κοινωνικοπολιτισμικό μεταξύ Ισλαμιστών και Κεμαλικών, ή αν θέλετε να το πούμε πιο ήπια, μεταξύ συντηρητικών και εκσυγχρονιστών, διότι η Κεμαλική πλευρά, το Ρεπουμπλικανικό κόμμα φοβάται μήπως ταυτιστεί με την τρομοκρατία και μήπως ενοχοποιηθεί από τον Erdogan και αυτό εκδηλώνεται στην Ευρώπη σε όλα τα fora .  Στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στην κοινοβουλευτική συνέλευση που μετέχει η Τουρκία, το Ρεπουμπλικανικό κόμμα δεν θέλει καμία ταύτιση με την κουρδική  αντιπολίτευση, δεν θέλει καμία ταύτιση με την ισλαμιστική γκιουλενική αντιπολίτευση.  Διότι θεωρεί ότι αυτό θα τεκμηριώσει τις ποινικές διώξεις που κατά συρροή έχει ασκήσει η τουρκική δικαιοσύνη. 

 Υπάρχει το θρησκευτικοδογματικό ρήγμα μεταξύ Σουνιτών και Αλεβιτών.  Αυτό όμως τελικά σημαίνει ότι υπάρχει το 50% του AKP, το οποίο με άνεση γινόταν 50+ όταν είχε κάνει την προσέγγιση και τη συμμαχία με τους Κούρδους, το διατήρησε και μετά τη ρήξη με τον Gülen στο δημοψήφισμα, γιατί επέλεξε την μέθοδο του δημοψηφίσματος και όχι της εκλογικής αναμέτρησης, άρα τη μετωπική ρήξη και έχει απέναντί του μία αντιπολίτευση, η οποία δεν μπορεί να συγκροτηθεί.

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο σημείο του Insel το οποίο είναι κλειδί ανάγνωσης του βιβλίου αυτού, που το θεωρώ πολύ σημαντικό.  Είναι οι τρεις αλληλένδετες παγίδες για την Τουρκία.  Είναι η παγίδα του μεσαίου εισοδήματος, του μεσαίου κατά κεφαλήν εισοδήματος, όχι του συνολικού  ΑΕΠ και της συμμετοχή στους G20, που υπάρχει ή  το αν η Τουρκία θα μετέχει και στους G8 μετά από λίγο καιρό, ανάλογα και με τις δημογραφικές εξελίξεις, γιατί η δημογραφική δυναμική έχει τεράστια σημασία για το potential της ανάπτυξης. Είναι η παγίδα του δημοκρατικού αυταρχισμού η οποία είναι κατά κάποιον τρόπο εγγενής ιστορικά.  Ακριβώς για το λόγο αυτό την Οθωμανική αυτοκρατορία και το Σουλτανικό καθεστώς εν παρακμή ως αυταρχικό καθεστώς, παρά τα όσα έγιναν, το Τανζιμάτ, την εκσυγχρονιστική, ας το πούμε έτσι, προσπάθεια εξωραϊσμού που έγινε, την  διαδέχθηκε ο Κεμαλικός αυταρχισμός, άρα υπάρχει ένας αυταρχισμός που είναι διαρκώς παρών. 

Το τρίτο είναι η διεθνής απομόνωση.  Το ερώτημα αν υπάρχει πολιτικό Ισλάμ, τι ρόλο παίζει ο ισλαμισμός στην Τουρκία, είναι δευτερεύον σε σχέση με το γεγονός ότι η Τουρκία διεκδικεί το ρόλο μίας περιφερειακής δύναμης σε ένα αραβικό περιβάλλον, μη ούσα αραβική χώρα.  Αυτό δημιουργεί ένα τεράστιο πρόβλημα πάλι από την αφετηρία σε σχέση με την Τουρκία και εκεί που θα έπρεπε η συγγένεια να είναι σε σχέση με το Ιράν, εκεί υπάρχει μία βαθιά σύγκρουση η οποία παραπέμπει στην κλασική σύγκρουση Σουνιτών-Σιιτών, άρα υπάρχουν βαθύτατοι λόγοι οι οποίοι είναι εθνοτικοί και θρησκευτικοί που δημιουργούν τον κίνδυνο της απομόνωσης.  Γι’ αυτό ο A. Davutoglu βάσισε την εξωτερική πολιτική στη γνωστή θεωρία των «μηδενικών προβλημάτων» και το αποτέλεσμα είναι –μετά από μία  περίοδο 14 ετών διακυβέρνησης του Erdogan, μία κολοσσιαία περίοδος, είναι σπάνιο– να έχουμε την Τουρκία πλήρη προβλημάτων, δηλαδή από εκεί που δεν θα είχε πουθενά προβλήματα στα σύνορά της, έχει παντού, σε όλη τη συνοριακή της γραμμή προβλήματα. 

Ο Insel έγραψε το βιβλίο αυτό και πριν τη δήλωση, την κατ’ επανάληψη προβληθείσα από τον Erdogan για τη Λωζάνη.  Η Λωζάνη τι είναι;  Μήπως το πρόβλημα του Erdogan είναι η μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη;  Μήπως είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Χάλκη;  Μήπως είναι η Ίμβρος και η Τένεδος;  Όχι.  Το πρόβλημα του Erdogan είναι, πρώτον, το γεγονός ότι η Λωζάνη είναι η καταστατική πράξη της Κεμαλικής Τουρκίας, είναι η μετάβαση από τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στη συγκρότηση της τουρκικής δημοκρατίας.  Άρα η Λωζάνη είναι ο Κεμάλ, η Λωζάνη είναι ο Inonu, και σου λέει, αυτό που έχετε ως εθνικό αφήγημα νίκης είναι το αποτέλεσμα μίας συντριπτικής εθνικής ήττας.  Είναι η ηττημένη Οθωμανική αυτοκρατορία που μετασχηματίζεται σε εθνικό κράτος δυτικού τύπου με καθυστέρηση τριών αιώνων, μετά τη Βεστφαλία, μετά τη συνθήκη της Αυγούστας, και τώρα πρέπει να καταλάβετε ότι εκεί υποστήκαμε, αυτό λέει ο Erdogan, συντριπτική ήττα.  Εμείς θεωρούμε ότι υποστήκαμε συντριπτική ήττα με τη Λωζάνη, γιατί θεωρούσαμε ότι η συνθήκη των Σεβρών είναι η συνθήκη της νίκης, ο Ερντογάν  θεωρεί ότι είναι η συνθήκη της ήττας,  οι τουρκικές  Βερσαλίες η Λωζάνη.  Άρα και οι δύο γείτονες εισπράττουμε τη Λωζάνη ως ήττα, ενώ για εμάς ήταν η συγκρότηση στην πραγματικότητα του νέου ελληνικού κράτους και η εθνοτική ενοποίησή του εν τέλει, διότι μέσω της ανταλλαγής των πληθυσμών φθάσαμε να έχουμε τη σύγχρονη Ελλάδα –ουδέν κακόν αμιγές καλού, εν πάση περιπτώσει– αλλά γι’ αυτούς είναι μία ήττα, ήττα.  Είναι μία ήττα, διότι η Οθωμανική αυτοκρατορία μετατρέπεται σε ένα εθνικό κράτος εκδυτικισμένο, δυτικίζον, το οποίο δεν  τους εκφράζει.  Άρα ένα το κρατούμενο. 

Δεύτερον, η Λωζάνη είναι τα νότια σύνορα της Τουρκίας ή τα ανατολικά, όπως το βλέπει κανείς. Η Λωζάνη επισημοποιεί την ανεξαρτησία της Αιγύπτου, την ανεξαρτησία του Σουδάν, τα σύνορα της Συρίας κοκ.  Εμείς νομίζουμε ότι η συνθήκη της Λωζάνης είναι μια συνθήκη η οποία ρυθμίζει θέματα ελληνοτουρκικών σχέσεων.  Μα όλο το τόξο της βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, όλο το τόξο στο οποίο συνετελέσθη και εκφυλίστηκε η Αραβική Άνοιξη, όλο το τόξο στο οποίο διεξάγονται οι πόλεμοι αυτή τη στιγμή, είναι αντικείμενο της συνθήκης της Λωζάνης, η δε Τουρκία έχει σύνορα με όλα σχεδόν  τα  πολεμικά μέτωπα.  Έχει ενεργό απειλή για την εδαφική της  ακεραιότητα λόγω του Κουρδικού και της πάρα πολύ πιθανής πλέον ενοποίησης των κουρδικών επικρατειών σε ένα κράτος.  Έχει πρόβλημα ενδεχόμενου ακρωτηριασμού. Έχει πρόβλημα με τη Συρία, έχει πρόβλημα με το Ιράκ,  έχει ένα τεράστιο δύσκολα διαχειρίσιμο πρόβλημα ασφάλειας. Εμείς προσπαθούμε να διαχειριστούμε 65.000 εγκλωβισμένους πρόσφυγες και παράτυπους μετανάστες και η Τουρκία φιλοξενεί 2,5 εκατομμύρια  σε συνοριακή επαφή με τη Συρία.  Προσπαθεί να κάνει και εκεί πολύ σημαντικές αλλαγές, διότι όλα τα παιχνίδια τα διπλωματικά, σε σχέση με τη Συρία και σε σχέση με τον ISIS, δεν οδήγησαν πουθενά και άρα αναγκάζεται στην πραγματικότητα να αναθεωρήσει τα πάντα. 

Τώρα, υπάρχει πολιτικό Ισλάμ στην Τουρκία; Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Χρειάζεται δογματική συγκρότηση ή πνευματικό βάθος για να υπάρχει πολιτικό Ισλάμ;  Μας απασχόλησε το ερώτημα όπως το έθεσε πάρα πολύ ωραία ο Βασίλης  Καρατζάς και είπαμε, ότι μπορεί να μη καταλαβαίνει ο Insel τί είναι ο Erdogan και να  θεωρεί ότι υπάρχει πολιτικό Ισλάμ, ενώ μπορεί κατά βάθος αυτό  να μην υπάρχει και να υπάρχει ένας λαϊκιστικός οπορτουνισμός. Εμένα με ενδιαφέρει πιο πολύ το πώς αντιλαμβάνεται ο δυτικόφιλος αραβικός κόσμος το ζήτημα της Τουρκίας, ιδίως μετά από αυτό που έγινε για πολλοστή φορά στον Κόλπο.  Η σύγκρουση με το Κατάρ, αυτό που συμβαίνει την περίοδο αυτήν –δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό, αλλά συμβαίνει με πολύ έντονο τρόπο– στην πραγματικότητα θέτει επί τάπητος τη βαθύτερη στρατηγική θεώρηση του αραβικού κόσμου, εκεί εδράζεται το στρατηγικό κέντρο του αραβικού κόσμου, διότι οι χώρες αυτές, δηλαδή η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κυρίως και το Κατάρ, παίζουν καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις στην Αίγυπτο.  Η Αίγυπτος οικονομικά έχει προοπτική επειδή υπάρχει η βοήθεια από τη Σαουδική Αραβία και επειδή υπάρχει η βοήθεια από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.  Το καθαρό δυτικόφιλο Ισλάμ, πολύ πριν τις εξελίξεις με τον Gülen, πολύ πριν το πραξικόπημα, πολύ πριν συνειδητοποιήσουμε εμείς όλα αυτά τα πράγματα  θεωρεί ότι το AKP είναι αδελφοί μουσουλμάνοι, θεωρεί ότι στο χάρτη των αδελφών μουσουλμάνων εγγράφεται και το AKP, αυτό είναι ένα θέμα.  

Από την άλλη μεριά ο Γλαύκος Κληρίδης, που τον θεωρώ μία πολύ μεγάλη φυσιογνωμία του ελληνισμού, μου έχει μάθει εδώ και πάρα πολλά χρόνια να προσέχω μία ανάγνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η οποία δεν είναι στερεοτυπική και αδρανής, γιατί αυτό παθαίνουμε εμείς, μεταφέρουμε τις αγκυλώσεις της εσωτερικής ελληνικής και ελλαδικής πολιτικής ζωής στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας.  Μου έχει μάθει λοιπόν να προσέχω κάτι, ότι οι κρίσεις μας με την Τουρκία συνέβησαν πάντοτε επί εκσυγχρονιστικών Κεμαλικών κυβερνήσεων, δεν είχαμε τις ισλαμικές κυβερνήσεις, με τις δεδηλωμένα συντηρητικές και μη secular,  κυβερνήσεις, δεν είχαμε ποτέ μεγάλο πρόβλημα.  Η αλήθεια είναι ότι τα 14 χρόνια του Erdogan δεν είχαμε κανένα σοβαρό πρόβλημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, έχουμε ρητορικές συγκρούσεις, δεν έχουμε μείζονα κρίση.  Η ιστορία όμως –να έχουμε μία πλήρη αίσθηση αυτού του πράγματος– της περιόδου 1974 μέχρι σήμερα, η ιστορία της μεταπολίτευσης είναι μία ιστορία διολισθήσεων στην ελληνική εξωτερική πολιτική, δεν είναι μία ιστορία ακινησίας, δεν είναι μία ιστορία status quo. Μείζονα διολίσθηση τα τελευταία 14 χρόνια δεν είχαμε εμείς, διότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξελίσσονται έτσι αυτή την περίοδο, ώστε μπορούν οι κρίσεις να αντιμετωπίζονται εν τη γενέσει τους, διότι το κόστος αντιμετώπισης μιας κρίσης εν τη γενέσει της είναι πολύ μικρότερο από την αντιμετώπισή της εκ των υστέρων, αφού διογκωθεί.  Άρα, μετά τα Ίμια και μετά τη Μαδρίτη και το Ελσίνκι, δεν είχαμε μία τέτοια κρίση.  Τώρα, για πρώτη φορά, αρχίζει αυτό να τίθεται εν αμφιβόλω επικοινωνιακά, διότι έχουμε διαχειρισθεί και την επανάληψη του διακοινοτικού διαλόγου από το Φεβρουάριο 2014, ταυτόχρονα με τη διεξαγωγή ή την αναστολή, αλλά πάντως νομικώς τη διεξαγωγή ερευνών επί της κυπριακής υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, με έναν τρόπο που να μας επιτρέψει να είμαστε, ας πούμε, στο Κρανς-Μοντάνα χωρίς αλλαγή  θέσεων.

Μεγαλύτερο πρόβλημα στις διμερείς  σχέσεις μας  έχει το γεγονός ότι εμείς πρέπει να ξέρουμε τι θέλουμε και τι ζητούμε παρά το πώς απαντούν οι Τούρκοι.  Έχω κάνει πολλές  κρίσιμες επαφές  και με τον κ.  Erdogan.  Γνωρίζω ότι το βασικό ζήτημα είναι εμείς να ξέρουμε τι θέλουμε να πετύχουμε κάθε φορά και ποιο είναι το στρατηγικό πλαίσιο στο οποίο το τοποθετούμε.  Δεν θέλω όμως να επεκταθώ με αφορμή ένα βιβλίο περισσότερο στο ζήτημα αυτό.  Σημασία έχει ότι πρέπει να διατηρήσουμε αυτό το κεκτημένο και να μην καταστήσουμε το χώρου του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου βασικό αντικείμενο ενδιαφέροντος της Τουρκίας.  Διότι αυτή είναι μία όαση για την Τουρκία σε  σχέση με τα θέματα που αντιμετωπίζει σε όλη την  συνοριογραμμή της.

Η Τουρκία, συμφωνώ με τον Γιάννη Πρετεντέρη,  θα ήταν ιστορική αφέλεια να πιστέψει  ότι θα καταστεί σύντομα και εύκολα  πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ίσως δεν τους συμφέρει αναπτυξιακά, θα χάσουν ευελιξίες, οι οποίες είναι εξαιρετικά κρίσιμες για μία χώρα στο επίπεδο ανάπτυξης που είναι τώρα η Τουρκία και με τα προβλήματα προσαρμογής που έχει η Τουρκία, αλλά στην πραγματικότητα το ζήτημα της  ένταξης δεν κρίνεται μόνο με την τυπική έννοια του όρου. 

Ας δούμε μερικά επιμέρους ζητήματα. Η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση υποκαταστάθηκε από τους θεσμούς της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έμεινε έξω η Τουρκία, που λέει, θέλω να έχω με την ΚΕΠΠΑ  τη σχέση που είχα με την ΔΕΕ και  δεν την  έχει τη σχέση αυτή με την ΚΕΠΠΑ.  Αντιδρά σε  αυτό που λέγεται σχέσεις  "οργανισμού  προς οργανισμό" –Ευρωπαϊκής Ένωσης-ΝΑΤΟ για να αποκλείσει την Κύπρο, η οποία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ, είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γίνονται οι επαφές αυτού του τύπου, ή επιχειρήσεις Berlin plus που είναι επιχειρήσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης με τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ.  Στη νέα δομή διοίκησης του ΝΑΤΟ –που είναι του 2011, πρώτο εξάμηνο, δηλαδή λίγο πριν φύγω από το Υπουργείο Αμύνης και πάω στο Υπουργείο Οικονομικών– υπήρξε μια κρίσιμη  μεταβολή, η Σμύρνη έπαψε να είναι αεροπορικό στρατηγείο και έγινε χερσαίο στρατηγείο. Αυτό έχει  σημασία για το πώς, υπό ποια ιδιότητα, πραγματοποιούνται πλόες ή πτήσεις τουρκικών σκαφών ή αεροσκαφών στο χώρο του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. 

Άρα, αυτό το οποίο έχει σημασία είναι εμείς να μην εμπλακούμε σε μία ρευστή εσωτερική κατάσταση, να μην επιτρέψουμε να γίνει το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος βαλβίδα εκτόνωσης εσωτερικών εντάσεων, συγκυριακών, στην Τουρκία. Να διατηρήσουμε διαύλους επικοινωνίας και όταν λέω διαύλους επικοινωνίας εννοώ πια με τη σύγχρονη αντίληψη περί διπλωματίας που είναι σε κυβερνητικό επίπεδο, προσωπική επαφή, άμεση τηλεφωνική, δεν υπάρχουν τώρα τα παλιά μέσα άσκησης εξωτερικής πολιτικής.  Και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που συμβαίνει στην Τουρκία, διότι αυτό συμβαίνει  δεν έχει συμβεί, είναι κάτι που εξελίσσεται και θα εξελίσσεται για πάρα πολλά χρόνια, διότι δεν υπάρχει μία διαστρωμάτωση κοινωνική  που μας επιτρέπει να δούμε την Τουρκία με όρους πολιτικής κοινωνιολογίας.  Την Τουρκία τη βλέπεις με όρους κοινωνικής ανθρωπολογίας, έχει έντονα, παρόντα αρχαϊκά στοιχεία και πρέπει να την παρακολουθείς επί του πεδίου.  

Έχει πολύ μεγάλη σημασία επίσης, για να λέμε  πλήρως τα πράγματα, το ξέρει ο Άλκης Κούρκουλας  καλύτερα από όλους αυτό, ότι αυτή η περίοδος του Erdogan είναι και η περίοδος που, τουλάχιστον, σε επίπεδο Οικουμενικού Πατριαρχείου και κοινοτήτων Κωνσταντινούπολης και Ίμβρου-Τενέδου είχαμε κάποια βήματα.  Είχαμε αποφάσεις του ΕΔΔΑ  οι οποίες εκτελέστηκαν (πχ Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου) , μέχρι την αποδοχή της ιδέας ότι πρέπει αποδοθεί η τουρκική ιθαγένεια σε 25 μητροπολίτες του Οικουμενικού θρόνου, που έγινε, που είναι στο εξωτερικό, στη Δυτική Ευρώπη, στην Αμερική, στην Κρήτη και άνοιξε η δεξαμενή αυτή, η οποία θα εκλέξει κάποια στιγμή και τον επόμενο Οικουμενικό Πατριάρχη.  Άρα, πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί και επιφυλακτικοί.  Βεβαίως όσοι συνομιλούν, συνομίλησαν ή ενδέχεται να ξανασυνομιλήσουν με τους Τούρκους επισήμους, πρέπει να είναι δύο φορές επιφυλακτικοί για να έχουν ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας. 

Σας ευχαριστώ πολύ.