Αθήνα, 4 Απριλίου 2017

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Τσιόδρα, «Ευρωπατριωτισμός ή Εθνοκεντρισμοί, Οι εσωτερικοί ανταγωνισμοί, οι εξωτερικές απειλές και τα όρια της συνεργασίας στην ΕΕ», εκδ. ΜΙΝΩΑΣ. (3/1/2017)

 

Ο Δημήτρης Τσιόδρας με το νέο του βιβλίο κάνει μία συστηματική και γλαφυρή καταγραφή των βαθύτερων λόγων, δηλαδή στην πραγματικότητα των πολιτικών συσχετισμών, που οδήγησαν σε όλα τα μεγάλα βήματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Από την αρχή, από την ίδρυση της ΕΚΑΧ, κάτω από το βάρος της μνήμης όχι μόνο του Δευτέρου αλλά και του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μέχρι το τελευταίο μεγάλο θεσμικό βήμα που είναι η συγκρότηση της Οικονομικής και Νομισματική Ένωσης, για την ακρίβεια της Ζώνης του Ευρώ, που είναι η απάντηση στην ενοποίηση της Γερμανίας, μια απάντηση οικονομική και πολιτική ταυτόχρονα που την επεδίωξε με πάρα πολύ μεγάλη πίεση ο Φρανσουά Μιτεράν.

Βέβαια το θέμα του, όπως το προσδιορίζει, ευρωπατριωτισμός ή ευρωκεντρισμοί, είναι εξαιρετικά φιλόδοξο γιατί θέτει επί τάπητος το μεγαλύτερο και διαρκέστερο πρόβλημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η σύγκρουση μεταξύ ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και εθνικής κυριαρχίας είναι ένα γενετικό πρόβλημα του ευρωπαϊκού φαινομένου. Και ως τέτοιο εξελίσσεται για παραπάνω από 60 χρόνια, μόνον που τα μεγάλα διαστήματα είναι φυσιολογικά και ήρεμα. Ως εκ τούτου δεν δημιουργούν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά και ως εκ τούτου το ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει συγκροτηθεί για να λειτουργεί υπό φυσιολογικές συνθήκες θερμοκρασίας και πιέσεως. Ποτέ δεν είχαν εισαχθεί  ολοκληρωμένοι μηχανισμοί πρόβλεψης και διαχείρισης κρίσεων. Όμως τα τελευταία δέκα χρόνια, μετά το 2007,  σωρεύονται κρίσεις που αφορούν την Ευρώπη. Από την κρίση που όλοι ονομάζουμε οικονομική, χρηματοοικονομική, χρηματοπιστωτική, δημοσιονομική, η οποία είναι συνειδητή και έκδηλη από το 2007, το αργότερο το 2008 έως σήμερα, μέχρι την κρίση της διαχείρισης των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών και την κρίση της ασφάλειας, δηλαδή την κρίση που συνεπάγεται η μεταφορά της ασύμμετρης απειλής της τρομοκρατίας στο εσωτερικό όλων των ευρωπαϊκών πόλεων. Το γεγονός λοιπόν ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αναγκάστηκε να βρεθεί αντιμέτωπη με σωρεία κρίσεων πύκνωσε τον ιστορικό χρόνο και όξυνε την αντίθεση μεταξύ ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ευρωπαϊκών θεσμών και ενωσιακών αρμοδιοτήτων  από τη μια μεριά και εθνικού κράτους, εθνικών πολιτικών συστημάτων, εθνικής κυριαρχίας, εθνικής αφήγησης από την άλλη μεριά.

 

Άλλωστε όλα τα μεγάλα θέματα της εποχής οδηγούν σε μία αναζήτηση νομιμοποίησης και άρα σε μία διελκυστίνδα. Το εθνικό κράτος πετάει το μπαλάκι της ευθύνης στα ευρωπαϊκά όργανα για καθετί που δεν πηγαίνει καλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση, από τη δική της πλευρά,  παραπέμπει στα κράτη μέλη τα οποία ελέγχουν τα βασικά ενωσιακά όργανα λήψης αποφάσεων, το Συμβούλιο και πρωτίστως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Επιπλέον, υπάρχει το εξής πρόβλημα: τα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε την τελευταία περίοδο, τα τελευταία δέκα χρόνια, που έχουν μετατρέψει την Ευρώπη των κρίσεων σε κρίση της ευρωπαϊκής ιδέας και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, από την φύση τους προσιδιάζουν στην έννοια και τη λειτουργία του κράτους.  Είναι επίσης ζητήματα  τα οποία  βοηθούν να γίνει ανάγλυφη η αντίθεση μεταξύ ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και κράτους, γιατί η απάντηση στα μεγάλα προβλήματα της δυσαρέσκειας των κοινωνιών επιβάλλει σε όσους κυβερνούν να παραπέμπουν στο ευρωπαϊκό  σύστημα εξουσίας για να αποφύγουν την πίεση, την κρίση και την κριτική.

Ποιο είναι το πρώτο μεγάλο θέμα; Το θέμα της ασφάλειας, της εσωτερικής και της εξωτερικής ασφάλειας. Μα αυτό είναι το κατεξοχήν ζήτημα του κράτους, ακόμη και του κράτους περιορισμένης κυριαρχίας, που είναι το κράτος μέλος. Τα ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας είναι  κατεξοχήν  ζητήματα που αφορούν το μονοπώλιο της κρατικής βίας. Πολύ μικρή συμμετοχή έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως τέτοια, στη διαχείριση, ας πούμε, των ασύμμετρων απειλών. Το βλέπουμε αυτό σχεδόν καθημερινά δυστυχώς.

Το ίδιο ισχύει  και  για τα ζητήματα εξωτερικής ασφάλειας. Όπως ξέρουμε, το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, όχι από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το σχέδιο Μάρσαλ, ή από την εμφάνιση του Ψυχρού Πολέμου, αλλά από τον Πρώτο Πόλεμο, από τότε που ο Πρόεδρος Ουίλσον αποφάσισε να εμπλέξει την Αμερική στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι ζήτημα ευρωατλαντικό.

Στο ΝΑΤΟ που είναι ο πραγματικός φορέας της ευρωπαϊκής ασφάλειας, ως ευρωατλαντικής ασφάλειας, δεν μετέχει η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ. Δεν έχουμε δύο πόλους. Έχουμε 26 ευρωπαϊκά κράτη, 27 με το Μαυροβούνιο, τις ΗΠΑ και τον πολύ μικρότερο Καναδά. Οι ΗΠΑ καλύπτουν το 75% του νατοϊκού προϋπολογισμού, όχι του αθροίσματος των αμυντικών προϋπολογισμών των κρατών που μετέχουν στο ΝΑΤΟ. Το 75% του προϋπολογισμού του οργανισμού που είναι τελείως διαφορετικό από τη συνολική δημόσια δαπάνη άμυνας όλων των συμμετεχόντων κρατών. Δεν υπάρχει ενιαία ευρωπαϊκή συμμετοχή στο ΝΑΤΟ. Το Ηνωμένο βασίλειο μετέχει ως πυρηνική δύναμη στο ΝΑΤΟ. Πρέπει να πούμε όμως ότι η Γαλλία δεν μετέχει ως πυρηνική δύναμη στο ΝΑΤΟ. Μετά την αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος, επί Ντε Γκωλ, ποτέ δεν επανήλθε, στο πυρηνικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Όταν συζητούνται πυρηνικά θέματα η Γαλλία κατεβάζει την ταμπέλα της και δεν μετέχει στο τραπέζι των σχετικών συζητήσεων. Να μια ιδιομορφία! Άρα τώρα η πυρηνική ομπρέλα  της Ευρώπης, χωρίς το Ηνωμένο Βασίλειο ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από ποιόν συγκροτείται; Θα μου πείτε, τι σημασία έχει αυτό πρακτικά. Έχει μία σημασία στο στρατηγικό, στον απώτερο στρατηγικό σχεδιασμό της λεγόμενης ανάσχεσης.

Το ίδιο συμβαίνει και στα δημοσιονομικά ζητήματα. Η ίδια η ιδέα της δημοσιονομικής πειθαρχίας στην οποία βασίζεται το Μάαστριχτ,  που στην πραγματικότητα είναι η εισαγωγή μιας ομοιόμορφης πολιτικής για όλους. ( αυτή  είναι και μία από τις αιτίες της μεγάλης κρίσης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, μετά το 1992), προϋποθέτει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ως αυστηρός επιτηρητής. Για δε τα κράτη μέλη τα οποία εισήλθαν σε προγράμματα προσαρμογής και για τα οποία ισχύει η δραματική ανισότητα να είναι δανειζόμενοι, με τα άλλα κράτη μέλη να είναι δανειστές - γιατί αυτή είναι η συντριπτική ανισότητα -,  η Ε.Ε. δεν είναι απλά και μόνο ένας επιτηρητής μέσα από τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος. Είναι – ας το πούμε- η πηγή του κακού. Είναι αυτός που θέλει να επιβάλει τα σκληρά μέτρα δημοσιονομικής και  διαρθρωτικής προσαρμογής, τις λεγόμενες πολιτικές λιτότητας. 

Άρα η κάθε κοινωνία, εύκολα μπορεί να παρασυρθεί προς την κατεύθυνση που λέει  «Ευρωπαϊκή Ένωση σημαίνει μέτρα σκληρής δημοσιονομικής πολιτικής». Λες κι αν η Ελλάδα έκανε την επιλογή της ασύντακτης χρεοκοπίας το 2010, και της αποχώρησης από την Ευρωζώνη, που θα οδηγούσε σε περιθωριοποίηση ευρωπαϊκή δεν θα είχαμε σκληρά μέτρα λιτότητας, ενώ είχαμε πρωτογενές έλλειμμα 26 δισ. και αδυναμία χρηματοδότησης βασικών λειτουργιών του κράτους και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. 

Άρα έχουμε ζήσει μια προφυλαγμένη εμπειρία, μια εμπειρία οργανωμένης, ήπιας χρεοκοπίας, η οποία και στην Ελλάδα έχει επιτρέψει να αλλοιώνονται οι εντυπώσεις και να υπάρχουν πάρα πολλοί μύθοι και εύκολες συνωμοσιολογίες, οι οποίες ακυρώνουν την ιδέα της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης επί του πεδίου.

Ο ευρωπατριωτισμός, ούτως ή άλλως, είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Γιατί πατριωτισμός σημαίνει ευρωπαϊκή συνείδηση. Αίσθηση κοινής μοίρας. Σημαίνει κρατικότητα. Πατριωτισμός χωρίς κρατικότητα δεν υπάρχει. Τα σύμβολα της κρατικότητας στην ΕΕ είναι εξαιρετικά αχνά.

Η Συνθήκη για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα καταψηφίστηκε σε μεγάλο βαθμό επειδή λεγόταν «Σύνταγμα», που παρέπεμπε στην έννοια τους κράτους και της κρατικής κυριαρχίας. Θα μιλήσουμε για τον ύμνο, για την κοινή ανάγνωση της Ιστορίας, για την αίσθηση του κοινού πεπρωμένου; Ή για μία ευρωπαϊκή ταυτότητα η οποία υπάρχει ως αυτόνομη ή ως συμπληρωματική. Δεν υπάρχει μια ευρωπαϊκή ταυτότητα Vs εθνική ταυτότητα. Υπάρχει μια ευρωπαϊκή ταυτότητα ως ισχυρό στοιχείο των εθνικών ταυτοτήτων των κρατών μελών.

Επίσης σε σχέση με τα μεγάλα ομοσπονδιακά κράτη όπως είναι οι ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ελάχιστα κοινά. Δεν έχει συνταγματικό πατριωτισμό, όπως έχουν οι ΗΠΑ. Γιατί τα ζητήματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου κρίνονται εθνικά.  Δεν έχει δημοσιονομικό ομοσπονδισμό, γιατί έχει ένα προϋπολογισμό ο οποίος είναι μικρότερος συνολικά από το 1% του ενωσιακού ΑΕΠ. Όταν στις ΗΠΑ ο ομοσπονδιακός είναι το 25% περίπου του ΑΕΠ και είναι ένας μηχανισμός αναδιανομής διαπολιτειακής. Και βέβαια δεν έχει ισχυρά ομοσπονδιακά όργανα. Γιατί όσο ισχυρό κι αν είναι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, είναι ισχυρό διακυβερνητικά. Διότι οι μεγάλες αποφάσεις λαμβάνονται μέσα από μια πολιτική διεργασία η οποία ,ακόμη κι όπου επιτρέπεται να λειτουργήσουν τα στοιχεία της κοινοτικής μεθόδου, λειτουργεί με ομοφωνίες.

Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να δούμε αν αυτός ο υβριδικός πατριωτισμός της ΕΕ, ένας υπερεθνικός πατριωτισμός που δεν αναιρεί αλλά εμπλουτίζει τον εθνικό πατριωτισμό, μπορεί να στρέψει τα κράτη μέλη στο να γίνουν κινητήρας και όχι φρένο, μια ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης όπως την έχουμε ανάγκη.

Δεν είναι καθόλου απλό. Γιατί είδα, από ορισμένα που ακούστηκαν στην συζήτησή μας, ότι έχουμε μια αφαιρετική αντίληψη περί ΕΕ. Ότι η ΕΕ ως οικονομική οντότητα μπορεί να λειτουργεί απομονωμένα, εκτός διεθνούς αγοράς, και εκτός διεθνών συσχετισμών και διεθνών πιέσεων.

Η Ευρώπη γηράσκει και μικραίνει. Χάνει ποσοστά ανταγωνιστικότητας παγκοσμίως. Όχι γιατί η παγκοσμιοποίηση είναι κάτι το καινούργιο, η παγκοσμιοποίηση είναι κάτι το εξαιρετικά παλιό. Αλλά υπό συνθήκες αποικιοκρατίας, όταν η Ευρώπη ήταν αποικιοκρατική δύναμη και μπορούσε να εκμεταλλεύεται το πλεόνασμα των αποικιών. Υπό τις νέες συνθήκες βεβαίως υπάρχουν άλλες απαιτήσεις, ανταγωνιστικότητας, και άλλες απαιτήσεις αναδιανομής.

Μήπως στο μυαλό μας εννοούμε ευρωπαϊκό πατριωτισμό τον ευρωπαϊκό προστατευτισμό, που καταργεί τον προστατευτισμό και τα σύνορα μεταξύ των κρατών μελών και τα υψώνει σε ενωσιακό επίπεδο; Δεν μπορεί να ισχύει αυτό. Αυτή είναι η λογική Ντόναλντ Τράμπ στις ΗΠΑ. Δεν είναι μια λογική που μπορεί να ισχύει πράγματι στη σημερινή διεθνή οικονομία. Κι ούτως ή άλλως, το κράτος διεθνοποιείται, αποπολιτικοποιείται, ιδιωτικοποιείται. Αυτά τα παθαίνει και η ΕΕ, πριν πλησιάσει στο να γίνει κράτος.

Άρα στην πραγματικότητα τι χρειαζόμαστε; Χρειαζόμαστε μια επαναθεμελίωση της σχέσης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και εθνικού κράτους προς αμοιβαίο όφελος. Που συνίσταται στην αποτελεσματική διαχείριση των κρίσεων και των νέων προκλήσεων προς αμοιβαίο όφελος. Διότι η υπέρβαση της κρίσης νομιμοποίησης, επιτρέπει να ανακοπεί ο ευρωσκεπτικισμός και πού περισσότερο ο αντιευρωπαϊσμός, που είναι όψεις του εθνικολαϊκισμού. Αν αυτό επιτευχθεί, τότε προστατεύονται και διασώζονται και τα εθνικά πολιτικά συστήματα και το ευρωπαϊκό σύστημα και η ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Ο αγώνας για την Ευρώπη είναι αγώνας για τη Δημοκρατία. Είναι αγώνας κατά των νέων μορφών εθνικολαϊκισμού. Αυτό είναι το αμοιβαίο όφελος μεταξύ Ευρώπης και  Εθνικού κράτους και αυτό είναι το εφαλτήριο της επαναθεμελίωσης της σχέσης των δύο αυτών πλευρών.

Και τα πράγματα δεν μπορεί να είναι business as usual. Εδώ υπάρχει η μεγάλη αντίφαση, όπως είπαμε και σε άλλες εκδηλώσεις τις τελευταίες εβδομάδες. Πρέπει να γίνουν πολύ μεγάλα πράγματα. Να συζητήσουμε δηλαδή για μηχανισμούς αναδιανομής, για άλλον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκή Ένωσης. Για το αν η Γερμανία είναι έτοιμη να αλλάξει τη δική της προσέγγιση για τα δικά της εμπορικά πλεονάσματα. Για το αν η ΟΝΕ, η νομισματική ένωση, θα γίνει και δημοσιονομική ένωση. Για τεράστιας εμβέλειας ερωτήματα χωρίς να μπορούμε να εφαρμόσουμε τεράστιας εμβέλειας διαδικασίες. Δηλαδή, χωρίς διακυβερνητική διάσκεψη, χωρίς νέα Συνθήκη, και χωρίς κύμα κυρωτικών δημοψηφισμάτων στα κράτη μέλη. Γιατί; Γιατί τα κυρωτικά δημοψηφίσματα γίνονται αντίπαλος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το επίτευγμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι επίτευγμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Και το ζήτημα είναι αν μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών μπορούν να αναληφθούν πρωτοβουλίες τέτοιες που να επαναθεμελιώσουν τη σχέση μεταξύ κράτους μέλους, των  κρατών μελών, και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως τέτοιας.

Και εδώ τοποθετούμαστε και εμείς ως χώρα. Η Ευρώπη δεν είναι κάτι έξω από εμάς. Είναι κάτι που αφορά και εμάς, με μέσα εμάς, στη πιο δύσκολη συγκυρία, την ώρα που διαπραγματευόμαστε με την Ευρώπη  πρέπει να την παρακολουθούμε και να μετέχουμε στις διαδικασίες μετασχηματισμού της. Όχι ως φτωχοί συγγενείς.

Άρα το ζήτημα των πολλαπλών ταχυτήτων και της νέας αρχιτεκτονικής δεν είναι θέμα θεσμικό ούτε ρητορικό, για μας είναι υπαρξιακό.  Διότι η Ελλάδα δεν έχει επιλογές.

Ακούω μια ρομαντική διατύπωση «πρέπει να μείνουμε στην πρώτη ταχύτητα», με μια αναλογία που παραπέμπει στον ρομαντισμό του αιτήματος ένταξης το 1975, που έβγαζε νόημα τότε, όταν πήρε την μεγάλη πρωτοβουλία ο Κωνσταντίνος Καραμανλής γιατί ήθελε δημοκρατική σταθερότητα, ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων και οικονομική σύγκλιση με τη  Βόρεια Ευρώπη.  Για να μην γίνει η Ελλάδα τρίτος κόσμος.

Τώρα το «εμείς πρέπει να μείνουμε στην πρώτη ταχύτητα», σημαίνει να μείνουμε στο ευρώ. Διότι η ευρωζώνη είναι κατά ανάγκην μία ταχύτητα. Εμείς δεν έχουμε επιλογή συμβιβαστική, επικουρική. Δεν υπάρχει για την Ελλάδα δεύτερη, τρίτη, τέταρτη ταχύτητα. Ή υπάρχει η ταχύτητα της Ευρωζώνης, που εκ των πραγμάτων είναι η πρώτη, ή υπάρχει η απόλυτη περιθωριοποίηση, η απόλυτη, η καταστροφική περιθωριοποίηση. 

Ως εκ τούτου η Ιστορία απαντά τα ερωτήματα που η ίδια θέτει. Και εμείς πρέπει απλώς να μην είμαστε ανιστόρητοι.