Αθήνα, 27 Δεκεμβρίου 2016

Ευάγγελος Βενιζέλος

Η επιχειρησιακή αξία της έννοιας του εθνικολαϊκισμού και το ενδεχόμενο επαναφοράς του σεναρίου της ρήξης με την ΕΕ * 

 

Ο Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι πλέον ο εμβληματικός Έλληνας θεωρητικός του εθνικολαϊκισμού. Κατέχει -σταδιακά αυτό θα καταστεί εμφανέστερο-  μια σημαντική θέση στη διεθνή, όχι μόνον ευρωπαϊκή, βιβλιογραφία γύρω από τα θέματα αυτά. Επειδή λοιπόν  ο Ανδρέας Πανταζόπουλος δεν έχει μεταφέρει απλώς αλλά έχει ενσωματώσει στην ελληνική επιστημονική και πολιτική συζήτηση το έργο του Pierre-André Taguieff, προφανώς εκκινεί από την  πρώτη παραδοχή ότι υπάρχει ένας αριστερός και ένας δεξιός λαϊκισμός και από τη δεύτερη παραδοχή ότι ο λαϊκισμός είναι πάντα εθνικολαϊκισμός. Δεν υπάρχει ένας αυτοτελής, μη εθνικιστικός, στον πυρήνα του, λαϊκισμός. Γιατί δεν υπάρχει εκδοχή του  λαϊκισμού  που να μη παίζει με  την έννοια της συλλογικής αξιοπρέπειας. Που να μη διακινεί  την απλούστευση ότι εθνική ανεξαρτησία είναι η απόλυτη κυριαρχία του πολιτικού, του εσωτερικού πολιτικού, επί των διεθνοπολιτικών συσχετισμών και πρωτίστως επί των οικονομικών συσχετισμών, των συσχετισμών της παγκόσμιας οικονομίας.

Αυτός ο λαϊκιστικός «ανεξαρτησιακός» λόγος συνδέεται με τα μείζονα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας αλλά και εθνικής ταυτότητας. Υπό την έννοια αυτή, ο εθνικολαϊκισμός έχει το στοιχείο του «πατριωτικού», αλλά  ταυτόχρονα και  του ταυτοτικού,  δίνει  πολύ μεγάλες μάχες ταυτότητας. Ο λαϊκισμός προσφέρει ένταξη. Έχει δηλαδή χαρακτηριστικά κοινοτιστικά, συνδέεται με την χορήγηση  μιας αδρής και ευκρινούς ταυτότητας σε αυτούς που προσχωρούν στην εθνικολαϊκιστική ανάγνωση και της ιστορίας και της συγκυρίας. Και του παρελθόντος και του παρόντος και του μέλλοντος.

Δεν είναι πχ  τυχαίο  ότι στην Ελλάδα με αφορμή το μείζον ζήτημα της οικονομικής πολιτικής που είναι το δημοσιονομικό, η χώρα εμφανίζεται στην εθνικολαικιστική ρητορεία ως  «αποικία χρέους». «Αποικία χρέους» σημαίνει ότι στερούμαστε της κυριαρχίας μας. Δηλαδή στερούμεθα του «κυριάρχου χρέους» ( το δημόσιο χρέος ονομάζεται και sovereign debt ) ή μάλλον της κυριαρχίας επί του χρέους  που με απόλυτη κυριαρχία δημιουργήσαμε τις προηγούμενες δεκαετίες. 

Το εθνικολαϊκιστικό φαινόμενο, στην Ελλάδα ειδικά, συνδέεται με έναν καταγωγικό ελληνικό εθνικολαϊκισμό, που απορρέει από το  γεγονός ότι από τη σύστασή του το νέο ελληνικό κράτος, η κοινωνία που επινόησε και το πολιτικό σύστημα που εξέθρεψε,  βασίστηκε εξ αρχής σε μια πρόσληψη της πραγματικότητας η οποία  ήταν μετα-πραγματική. Υπήρχε μια πρώιμη post truth σε σχέση με το πώς προκύπτει το νεοελληνικό φαινόμενο, το νεοελληνικό κράτος και πώς εξελίσσεται από το 1821 μέχρι σήμερα. Ένα κράτος που γεννιέται ως προτεκτοράτο των τότε μεγάλων δυνάμεων και με την πολιτική και στρατιωτική τους στήριξη  μετά την στρατιωτική ήττα της επανάστασης έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καταγράφεται στη συλλογική συνείδηση ως ένα κράτος που καθίσταται εξ αρχής θύμα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής που επιδίωξαν τον περιορισμό της ανεξαρτησίας του. 

Αυτό  μας διευκολύνει  να καταλάβουμε τι είναι αυτό που κάνει τώρα ο εθνικολαϊκισμός των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που  τους αντιμετωπίζω ως ενιαίο φαινόμενο, κι έχει σημασία να τους αντιμετωπίσουμε ως «ενιαίο φαινόμενο» χωρίς τη συνήθη αναλογία με το ΕΑΜ που συνεργάζεται σε ένα μετωπικό σχήμα με αστούς πολιτικούς τους οποίους στρατεύει και χρησιμοποιεί. Γιατί τώρα η ύπαρξη των ΑΝΕΛ είναι στοιχείο ταυτότητας του εθνικολαϊκιστικού κινήματος. Θεμελιώδεις επιλογές της κυβέρνησης, όπως αυτές  της εξωτερικής πολιτικής, είναι επιλογές που δεν έχουν αυτή τη στιγμή καμία σχέση με τη λαϊκιστική παράδοση της κομμουνιστικής αριστεράς. Είναι επιλογές, πχ  σε σχέση με το κυπριακό, οι οποίες απορρέουν από τον εθνικολαϊκισμό της σκληρής δεξιάς. Αυτό όμως είναι η κοινή παραδοχή και η κοινή πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Αυτό που κατά τη γνώμη μου προσπαθούν να κάνουν- γιατί ουκ εά αυτούς καθεύδειν το των ΠΑΣΟΚ τρόπαιον- είναι να συνδέσουν τα επάλληλα ιστορικά στρώματα του ελληνικού λαϊκισμού. Για να το πετύχουν αυτό πρέπει να ξεκινήσουν από τη διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας που οδηγεί σε έναν περίεργο αντιδυτικισμό και σε έναν συνεχώς μετεξελισσόμενο αντιευρωπαϊσμό, και φτάνει μέχρι το δέος που αισθάνονται απέναντι στην πιο ευρηματική, πιο ευέλικτη και πιο συμπεριληπτική έννοια που έχει ποτέ χρησιμοποιηθεί που είναι η έννοια των «μη προνομοιούχων».  Δεν μπορούν να συλλάβουν παρόμοια έννοια. Κι ως εκ τούτου κινούνται στην περίμετρο αυτής της έννοιας.  Όλα δε αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα,  η οποία είχε πάντα περίσσεια λαϊκότητας – που συνδέεται στη γλώσσα μας ευκρινέστερα με τον λαϊκισμό- και έλλειμμα αστικότητας, το οποίο ποτέ δεν ξεπέρασε. Όλοι είναι «λαϊκοι». Όλες οι πολιτικές οικογένειες είναι «λαϊκοί». Η «λαϊκή» δεξιά με το «λαϊκό» κόμμα, η εξ ορισμού «λαϊκή αριστερά», αλλά και το «λαϊκό» προοδευτικό κέντρο, η ελληνική κεντροαριστερά που ως ΠΑΣΟΚ κυριάρχησε από το 1977  έως το 2010. 

Πιστεύω λοιπόν πως αυτό που έχει σημασία για εμάς, για μια κοινωνία που έχει διαπαιδαγωγηθεί με την αντίληψη της προνομοιακής σχέσης με την Ιστορία, η οποία βρίσκεται  στον πυρήνα του ελληνικό καταγωγικού εθνικολαϊκισμού, είναι να συνδεθεί αυτό με πιο καθαρά πολιτικά φαινόμενα τα οποία παράγουν άμεσο, πρακτικό χειροπιαστό πολιτικό αποτέλεσμα.

Υπό την έννοια αυτή πιστεύω ότι πρέπει να εξετάσουμε, και σε αυτό μας βοηθούν οι αναλύσεις του Ανδρέα Πανταζόπουλου, την επιχειρησιακή σχέση που έχει η έννοια του εθνικολαϊκισμού με το φαινόμενο της εκλογικής πολυσυλλεκτικότητας. Διότι η εκλογική πολυσυλλεκτικότητα είναι αυτή που διατηρεί πάντα ζωντανό και στο προσκήνιο τον λαϊκισμό.

Τι είναι ο «λαϊκισμός»; Μπορεί να οριστεί με χίλιους τρόπους αλλά σε τελική ανάλυση είναι μια αμφισβήτηση του ορθού λόγου. Είναι μια απλούστευση. Είναι μια παραποίηση, μια αλλοίωση της αλήθειας. Είναι μια άρνηση της πολυπλοκότητας. Ο λαϊκισμός εξανίσταται έναντι του πολύπλοκου αναλυτικού λόγου.  Θέλει απλά, βαριά, συνθηματικά προτάγματα.  Αυτό όμως είναι το θεμέλιο του πολυσυλλεκτισμού.  Ποιος είναι αυτός που κατέστησε πραγματικότητα στην μεταπολιτευτική Ελλάδα το πολυσυλλεκτικό φαινόμενο; Είναι το ΠΑΣΟΚ βεβαίως το οποίο κατάφερε να αποσπάσει το τρόπαιο της ήττας από την κομμουνιστική αριστερά. Προσέξτε! Το τρόπαιο της ήττας που μεταδικτατορικά λειτουργούσε ως στοιχείο πολιτικής ηγεμονίας. Και να το μετατρέψει σε όχημα εξουσίας.

Αυτό  μας επιτρέπει να καταλάβουμε και την περίεργη ομοιοστασία που υπάρχει στο ελληνικό  πολιτικό σύστημα, δηλαδή το γεγονός ότι πριν το ξέσπασμα της κρίσης η ΝΔ έγινε κλώνος του ΠΑΣΟΚ στην εκλογική  συμπεριφορά.  Αυτό, στη συνέχεια, μας εξηγεί γιατί τελικά οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ προσφέρθηκαν ως  όχημα προκειμένου  να εκφραστεί η  αντίθεση απέναντι στην αμφισβήτηση του κεκτημένου μιας λαϊκιστικής μεταπολίτευσης.

Υπό την έννοια αυτή υπάρχει μια συνέχεια ιστορική μέσα στην οποία μπορεί ο καθένας να δρα λέγοντας τη δική του αλήθεια , γιατί ο εθνικολαϊκισμός είναι ούτως ή άλλως η μετά- αλήθεια. Δεν είναι ψέμα. Με εξαίρεση ένα σκληρό πυρήνα δεν έχουν συνείδηση ψέματος. Μπορούν να προβάλουν τον ισχυρισμό της αυταπάτης. Γιατί έχουν τη δική τους πρόσληψη περί αλήθειας. Αυτό το φαινόμενο δεν παλεύεται. Είναι διάχυτο. Και δεν είναι διάχυτο μόνο στο επίπεδο του πολιτικού. Είναι διάχυτο σε κάθε μορφή εκφοράς δημόσιου λόγου. Γιατί είναι λιγότερο λαϊκιστικός ο κοινωνικός, διάχυτος και  αυθόρμητος λαϊκισμός;  Μιλάμε διαρκώς για τον πολιτικό και οργανωμένο λαϊκισμό. Τον λαϊκισμό των πολιτικών κομμάτων, τον λαϊκισμό της πολιτικής εξουσίας. Υπάρχει όμως και ο  λαϊκισμός της κοινωνίας των πολιτών.  Υπάρχει επιστημονικός λαϊκισμός ο οποίος εκδηλώνεται και σε διεθνές επίπεδο. Υπάρχει  επικοινωνιακός, δημοσιογραφικός, επιχειρηματικός, δικαστικός, εισαγγελικός, εκκλησιαστικός, καλλιτεχνικός λαϊκισμός, και βέβαια η κοινωνία των πολιτών στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης διογκώνει καθημερινά έναν λαϊκισμό ο οποίος μπορεί να γίνει και τελικά η ίδια η αυτοκαταστροφική διάσταση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Έχει συνεπώς  μεγάλη σημασία να τονίσουμε ότι υπάρχει τελικά τέτοια ποικιλία χαρακτηριστικών του εθνικολαϊκιστικού φαινομένου, που μπορείς να κάνεις εύκολα συνδυασμούς  a la cart, έτσι ώστε το βάρος να πηγαίνει προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά, αλλά μπορεί άνετα να πάει και προς το «ακραίο κέντρο».

Ο Ντ. Τράμπ στις ΗΠΑ εκφράζει τώρα μια σκληρή δεξιά εκδοχή του λαϊκισμού που εμφανίζεται ως αυταρχική προσέγγιση της πολιτικής. Δεν είναι απλώς συντηρητική πολιτικά και φοβική κοινωνικά. Αποζητά και ένα αυταρχικό, ισχυρό τύπο ηγεσίας που έχει απλουστευτικό λόγο, είναι πανίσχυρος όχι μόνο πολιτικά και θεσμικά αλλά και οικονομικά και αποτελεσματικός στην επίλυση προβλημάτων, την αντίκρουση των απειλών και την τιμωρία των παραβατών ( βλ. Amanda Taub ,The Rise of American Authoritarianism, σε : vox.com ,1. 3.2016)  

Κάθε απόλυτη διατύπωση, κάθε αξιωματικά διατυπωμένη αρχή έχει στοιχεία λαϊκιστικά γιατί έχει στοιχεία πολιτικής θεολογίας. Ο λαϊκισμός είναι μια πολιτική και κοινωνική θεολογία. Δεν μπορείς να τον αξιολογήσεις με κριτήρια πολιτικής θεωρίας, πολιτικής στρατηγικής ή αμιγώς πολιτικού λόγου. Πρέπει να τον αξιολογήσεις με κριτήρια τα οποία είναι εσχατολογικά. Και αυτό είναι ένα τεράστιο πλεονέκτημα αυτού που κάνει την επιλογή να κινηθεί στο πεδίο του εθνικολαϊκισμού.

Αυτό φαίνεται πρωτίστως στο ότι ο εθνικολαϊκισμός έχει τη δική του εκδοχή περί δημοκρατίας. Τη δική του εκδοχή για μια ριζοσπαστική λαϊκιστική δημοκρατία. Αυτό είναι δημοκρατία; Είναι δημοκρατία η «δημοκρατία της ρήξης»; Είναι η δημοκρατία της τομής μεταξύ εχθρού και φίλου; Είναι η δημοκρατία ενός διαρκούς συμβολικού εμφυλίου πολέμου; Ή η δημοκρατία ως αξιακό οπλοστάσιο είναι το πολιτικό σύστημα της συναίνεσης, της σύγκλισης, του συμβιβασμού; Θα μπορούσε να απαντήσει βαρυσήμαντα ένας πολύ μεγάλος υποστηρικτής της δημοκρατίας, ο Hans Kelsen, ο αντίπαλος του Carl Schmitt, την περίοδο και του μεσοπολέμου και μεταπολεμικά, ότι δημοκρατία είναι πρωτίστως μια διαδικασία η οποία από τη φύση της οδηγεί σε συνθέσεις, σε συναινέσεις. Υπό την έννοια αυτή η ριζοσπαστική λαϊκιστική δημοκρατία, δεν είναι δημοκρατία. Είναι μια σύγχρονη και εξαιρετικά ύπουλη μορφή «ντεσιζιονισμού». Δεν είναι απλά βολανταρισμός. Είναι κάτι πολύ παραπάνω από αυτό. Είναι μία θρασεία τελικά, κι όχι θαρραλέα,  σχέση με την Ιστορία. Αντιμετωπίζει  την Ιστορία με θράσος και  θέτει  υπό διακινδύνευση τα πάντα: τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ, τη συμμετοχή της χώρας στο ευρώ, το κεκτημένο της χώρας, τους θεσμούς, τη δικαιοσύνη, τα μέσα ενημέρωσης, τα πάντα. Γιατί ξεκινά από την κομμουνιστική αριστερά, άρα είναι  εξοπλισμένος με την ολιστική προσέγγιση μια μαρξιστικής ιδεολογίας που εμφανίζεται ως επιστήμη, ως επιστήμη στα χέρια των απλών ανθρώπων, ως επιστήμη για μη επιστήμονες, ως μια λαϊκή και τελικά  λαϊκιστική επιστήμη περί παντός του επιστητού, μια θεωρία περί των πάντων, η οποία έχει την απόλυτη συμπεριληπτικότητα και την απόλυτη εξήγηση, την ολιστική εξήγηση, η οποία οδηγεί στο ολοκληρωτικό ιστορικό αποτέλεσμα. Πάνω σε αυτά αθροίζει  το συναισθηματικό φορτίο της ήττας, αθροίζει την οργή της αντιμνημονιακής διαμαρτυρίας, αθροίζει την παράδοση του λαϊκισμού της μεταπολίτευσης, αθροίζει  τους «μη προνομοιούχους», αθροίζει  τον απλουστευτικό  ανεξαρτησιακό λόγο, αθροίζει  το αίσθημα της αδικίας που παράγει τον  μη προνομοιούχο.  Ο καθένας μπορεί να αισθάνεται  «μη προνομοιούχος». Και το κράτος μπορεί να είναι «μη προνομοιούχο» μέσα σε μια διακρατική, διακυβερνητική διαπραγμάτευση που είναι η ΕΕ, όπου βεβαίως υπάρχουν  ασθενείς και ισχυροί παράγοντες. Υπάρχουν δανειστές και δανειζόμενοι. Υπάρχουν πλουσιότερα  και φτωχότερα κράτη - μέλη . Και αυτό δημιουργεί ένα πλαίσιο αναφοράς το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό εύκολα στην Ευρώπη.

Οι Ευρωπαίοι συνομιλητές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν είναι εύκολο να αντιληφθούν το τι συμβαίνει εδώ. Ποιός είναι ο πολιτικός και αξιακός λόγος που παράγεται. Γιατί αυτός είναι έξω από το φάσμα της αντιληπτικότητας τους, είναι έξω από τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις που έχουν, οι οποίες είναι πιο απλές. Σου λένε «εντάξει έχουμε ακροδεξιά, έχουμε εθνικισμό, έχουμε ρατσισμό, έχουμε ξενοφοβία, έχουμε φιλοναζιστικά κόμματα», αλλά αυτό τους επιτρέπει να καταλάβουν την Χρυσή Αυγή. Δεν τους επιτρέπει να καταλάβουνε το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην εξουσία. Είναι εξαιρετικά περίπλοκο το φαινόμενο αυτό για τα διανοητικά εργαλεία που κυριαρχούν στην Ευρώπη, και επιστημονικά και πολιτικά.

Υπό την έννοια αυτή πρέπει να δούμε εάν αναδεικνύεται ένας αντίπαλος στο φαινόμενο αυτό. Ποιά είναι η ιδεολογία, το αξιακό σύστημα, ο πολιτικός λόγος που μπορεί να αντιμετωπίσει το φαινόμενο του εθνικολαϊκισμού; Και ποιά είναι η επιχειρησιακή αξία του εθνικολαϊκισμού ως κατηγορίας, από ένα σημείο και μετά.  Πώς θα καταλήξουμε σε ένα πολιτικό συμπέρασμα; Γιατί σε επιστημονικά συμπεράσματα προσωρινά, σε υποθέσεις εργασίας μπορούμε να καταλήγουμε. Ποιος όμως θα  αντιμετωπίσει το φαινόμενο αυτό; Αντιμετωπίζεται η μετά – αλήθεια με την αλήθεια; Αντιμετωπίζεται η συνωμοσιολογία με τον ορθό λόγο; Αντιμετωπίζεται η εύκολη υπόσχεση της μετά θάνατον ζωής με τη δύσκολη εξήγηση ότι πρέπει να δουλεύουμε για να αυξήσουμε το ΑΕΠ; Πώς μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα πεδίο στο οποίο να μπορεί  να κατισχύσει  ιδεολογικά, πολιτικά, πραγματικά μια αντιλαϊκιστική προσέγγιση. Και να δώσεις μια προοπτική  η οποία να αφορά την πλειοψηφία της κοινωνίας κι όχι το πολύ πολύ τη μειοψηφία του 40%.

 Αυτό μας διευκολύνει να θέσουμε και να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε το ερώτημα ως προς το αν το μέτωπο το οποίο θα συγκροτηθεί στην επόμενη φάση θα είναι ένα μέτωπο απλώς εθνικολαϊκιστικό. Αν αρκεί να πούμε ότι αυτό που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι ένα εθνικολαϊκιστικό φαινόμενο και το αντίστοιχο μέτωπο.

Ως  γενική κατηγορία, ως προοιμιακή κατηγορία αυτό προφανώς ισχύει. Υπάρχει όμως μια έννοια που τη ξέρουν οι γαλλοτραφείς φίλοι μας η οποία έχει μεταφερθεί από την θεωρία της οργάνωσης της παραγωγής και εν μέρει από τη χειρουργική, που είναι η «valeur opératoire» των εννοιών, η επιχειρησιακή αξία των εννοιών. Η επιχειρησιακή αξία της έννοιας του εθνικολαϊκισμού  πρέπει να συμπληρωθεί ,γιατί το μέτωπο που  θα αντιμετωπίσουμε δεν θα είναι, κατά την εκτίμησή μου , απλώς εθνικολαϊκιστικό. Θα είναι από ένα σημείο και μετά και δραχμοφιλικό και αντιευρωπαϊκό.

Προσέξτε, στο δραχμοφιλικό και αντιευρωπαϊκό μέτωπο μπορεί να συσπειρώνεται κάποιος και μέσα από μια ορθολογική ανάλυση που δεν είναι αναγκαστικά  εθνικολαϊκιστική. Μπορεί να είναι μια ανάλυση ψυχρά οικονομική, ωφελιμιστική. Γιατί κάποιος έχει πχ τις ζημίες του στην Ελλάδα και τα κέρδη του στο εξωτερικό, γιατί κάποιος ενδιαφέρεται να αγοράσει φτηνά τη χώρα σε δραχμές πληθωριστικές μετά την επάνοδο του σεναρίου της εξόδου από το ευρώ κοκ.  

Άρα πρέπει να προσθέσουμε στην επιχειρησιακή, ας το πούμε έτσι, συμβολή, η οποία είναι πολύ μεγάλη, της έννοιας του εθνικολαϊκισμού και άλλα στοιχεία τα οποία συγκροτούν με πιο υλικό, με πιο απτό τρόπο το  φάσμα των δυνάμεων  εναντίων των οποίων  εμείς, τουλάχιστον σε ένα επίπεδο επιστημονικής ανάλυσης και πολιτικού λόγου, τασσόμαστε.

Για αυτό και θέλω να παροτρύνω τον Ανδρέα Πανταζόπουλο  ως εξαιρετικό αναλυτή και βέβαια όλους τους παριστάμενους εδώ οι οποίοι ασχολούνται με την ανάλυση των φαινομένων αυτών, να ελέγξουμε αυτά τα εργαλεία μας προκειμένου να καταλήξουμε σε επείγοντα συμπεράσματα σε σχέση με αυτό που πρόκειται να συμβεί στον τόπο μας προκειμένου να το αποτρέψουμε.

Ανδρέα μου σε ευχαριστούμε γιατί μας έδωσες την αφορμή και την ευκαιρία αυτής της συζήτησης.


* Το κείμενο αποδίδει ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου του Α. Πανταζόπουλου «Ο Αριστερός Εθνικολαϊκισμός. Από την αντιπολίτευση στην εξουσία» (εκδόσεις Επίκεντρο). Μίλησαν επίσης  ο  Γ. Βούλγαρης και ο  Π. Παναγιωτόπουλος με συντονιστή τον Π. Παπασαραντόπουλο  (21/12/2016)

21.12.2016 Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Α. Πανταζόπουλου from Evangelos Venizelos on Vimeo.

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016