Θεσσαλονίκη, 27 Οκτωβρίου 2016

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Κ. Γκιουλέκα

«Ο Μακεδονικός Αγώνας 1903-1908. Από τις εφημερίδες της εποχής»

στη Θεσσαλονίκη ( Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Θεσσαλονίκης ) 

 

Κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας,

Με τον Κώστα Γκιουλέκα με συνδέει ένας ακατάλυτος προσωπικός δεσμός, αυτός του δάσκαλου με τον μαθητή, γιατί εκτός από τις γνωστές ιδιότητές του, την ιδιότητα του βουλευτή Θεσσαλονίκης, του πρώην υπουργού, του δικηγόρου, του δημοσιογράφου, του συγγραφέα, του συλλέκτη, για μένα θα είναι πάντα ο φοιτητής μου στη νομική σχολή Θεσσαλονίκης.

Ξέρω πόσο αφοσιωμένος είναι, μεταξύ όλων των άλλων κοινωνικών και πολιτικών του δραστηριοτήτων και στη δραστηριότητα του επίμονου, του ρέκτη συλλέκτη ιστορικών υλικών. Ξέρει επίσης ο Κώστας Γκιουλέκας πάρα πολύ καλά, ως υποδειγματικός συλλέκτης, ότι το ανώτερο στάδιο του συλλέκτη είναι να παραδώσει στην κοινωνική κρίση, στη δημόσια χρήση, τη συλλογή του κι αυτό το κάνει με συνέπεια έχοντας προικοδοτήσει  και το Πολεμικό Μουσείο αλλά και ευρύτερα το κοινό που ενδιαφέρεται για τη μελέτη της ιστορίας μέσω των εκδόσεων του. Αυτή η έκδοση που παρουσιάζουμε σήμερα, αυτός ο ογκώδης και επιβλητικός τόμος για τον Μακεδονικό Αγώνα έρχεται να συμπληρώσει μια πολύ πιο φιλόδοξη έκδοση που έχει προηγηθεί για το έπος του 1940 – 1941,  αλλά τα υλικά που έχει συγκεντρώσει ο Κώστας Γκιουλέκας είναι πάρα πολλά. Ίσως κινούμενος από τη φωνή του αίματος, από την οικογενειακή του παράδοση του μακεδονομάχου παππού του.

Αλλά και γιατί έχει μεγαλώσει και ζει σε ένα περιβάλλον, αυτό της Θεσσαλονίκης, με την εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών -έχουμε τον πρόεδρο της εδώ δίπλα μας να συντονίζει τη εκδήλωση-, με τον Ίδρυμα του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, και βέβαια με  το Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου. Άρα με τρεις τουλάχιστον θεσμούς που μαζί με το Πανεπιστήμιο που είναι η alma mater όλων μας, έχουν αφιερώσει έρευνες και δημοσιεύματα σε αυτή την τόσο κρίσιμη περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα.

 

Ο Κωστής Χατζηδάκης αναφέρθηκε προηγουμένως στον τόμο, τον βλέπετε άλλωστε, κορμός του είναι μια εντυπωσιακή και συναρμοσμένη συλλογή εφημερίδων της εποχής 1903- 1908 ,της  ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα, εφημερίδων όχι μόνο ελληνικών αλλά και βουλγαρικών και οθωμανικών. Έχουμε έτσι τα συμφραζόμενα μέσα στα οποία διεξάγεται ο Μακεδονικός αγώνας, και τον τρόπο που  προσλαμβάνει τον αγώνα αυτό όχι μόνο η κοινωνία της Μακεδονίας και ιδίως  της Θεσσαλονίκης, που είναι το μεγάλο αστικό κέντρο, αλλά και η κοινωνία της Αθήνας, αλλά  και οι κοινωνίες των αντιπάλων ή των εμπλεκομένων σε αυτό τον περίεργο πόλεμο. 

Έχει πολύ μεγάλη σημασία να σκεφτούμε πώς εμείς οι ίδιοι έχουμε επηρεαστεί, με ποιες υποδοχές διανοητικές αντλούμε νέες πληροφορίες για τον Μακεδονικό Αγώνα. Πιστεύω πως όλοι μας έχουμε βαθύτατα επηρεαστεί από το εμβληματικό έργο της Πηνελόπης Δέλτα «Τα μυστικά του Βάλτου». Μακεδονικός Αγώνας για γενιές ολόκληρες σημαίνει «Τα μυστικά του Βάλτου». Αλλά ο Μακεδονικός Αγώνας δεν ξεκινάει στη λίμνη των Γιαννιτσών, ούτε περιορίζεται εκεί.  Καταλαμβάνει μια μεγάλη  περιοχή, μια όχι πολύ μεγάλη αλλά πολύ πυκνή ιστορική περίοδο. Και θα έλεγα ότι τελικά η Πηνελόπη Δέλτα μεταθανατίως, περίπου 75 χρόνια μετά την ολοκλήρωση του τρίτομου μυθιστορήματος της οι «Ρωμιοπούλες», με την εκδοσή του μόλις το 2014, έρχεται να καλύψει μια οφειλή. Γιατί δίπλα στην εφηβική προσέγγιση, την εξωραϊσμένη, των Μυστικών του Βάλτου. Έχουμε τώρα ένα πολύτομο, μνημειώδες κατά τη γνώμη μου, λογοτεχνικό έργο που όμως βρίσκεται πάρα πολύ κοντά στην πραγματικότητα. Μας επιτρέπει να καταλάβουμε σε βάθος  πώς διαμορφώθηκαν οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες στην Ελλάδα που συνδέονται και με τον Μακεδονικό Αγώνα και με τους Βαλκανικούς πολέμους και με την ολοκλήρωση του εθνικού χώρου, ιδίως μετά το Γουδί, μετά την έλευση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Και μετά βεβαίως την απόφαση του έθνους να αναλάβει πολεμικούς κινδύνους σε συνδυασμό με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής και κυρίως με τη Μεγάλη Βρετανία, γιατί χωρίς κίνδυνο, χωρίς ρίσκο δεν επιτυγχάνεις μεγάλους εθνικούς στόχους ιδίως όταν βρίσκεσαι στη φάση της εθνικής ολοκλήρωσης.

Και το λέω αυτό διότι ο Μακεδονικός Αγώνας, αν θέλουμε να τον ορίσουμε, τι είναι;  Αν κάναμε μια απλή περιγραφή θα λέγαμε ότι είναι μια έκλαμψη που αρχίζει περίπου το 1903, μετά την εξέγερση του Ίλιντεν, είναι μια απάντηση στην εξέγερση του Ίλιντεν, και τελειώνει το 1908. Γιατί τελειώνει το 1908;  Τελειώνει με το κίνημα των νεοτούρκων. Μα το κίνημα των νεοτούρκων ,ως συνέχεια του κινήματος των νεο-οθωμανών, ήταν ένα κίνημα υπέρ της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Από τη φύση του ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν ένα καθαρτήριο της ενοχής που είχε προκαλέσει ο «ατυχής πόλεμος» του 1897, η κακή διαχείριση της Μεγάλης Ιδέας, και επίσης ήτανε μια μάχη εθνικών ταυτοτήτων, ιδίως μετά την εμφάνιση του φαινομένου της βουλγαρικής εξαρχίας, η οποία ήταν η πρώτη εκδήλωση εθνοφυλετισμού στην Ορθοδοξία, στους κόλπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά έστω υπό την έννοια αυτή ήταν μια επίδειξη σημαίας εθνικής, ταυτότητος εθνικής.  Στην πραγματικότητα, επειδή όλα έχουν μια συνέχεια που φτάνει μέχρι τον εμφύλιο πόλεμο, ενδεχομένως κατά κάποιο τρόπο φτάνει μέχρι τις ημέρες μας, στα Βαλκάνια που έχουν μια μνήμη υποδόρια, ήτανε ένας πόλεμος φρονημάτων – για να θυμηθώ την έκφραση «Λεηλασία φρονημάτων», το τίτλο του έργου του καθηγητή  Γιάννη Κολιόπουλου. 

Και αυτός ο αγώνας είχε πάρα πολύ μεγάλη σημασία για να κρατήσεις ένα πληθυσμό εν αναμονή  κάποιου πράγματος. Και η αναμονή δεν ήτανε για το κίνημα των νεοτούρκων, ήταν για την ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό, αλλά αυτό δεν συνέβη το 1908 που σταμάτησε ο Μακεδονικός Αγώνας. Αυτό συνέβη μετά το 1912, άρα μετά του Γουδί, μετά την κατάρρευση του παλαιού καθεστώτος, μετά τη δημιουργία του νέου πολιτικού συστήματος, αλλά θα έλεγα και του νέου τρόπου έκφρασης της ελληνικής κοινωνίας που σηματοδότησε σε πολύ μεγάλο βαθμό το κίνημα στο Γουδί και η έλευση του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Υπό την έννοια αυτή έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ο Μακεδονικός Αγώνας ως ένα ενδιάμεσο στάδιο. Η Ελλάδα αγωνιζόταν στην πραγματικότητα να τοποθετηθεί μέσα στην ασάφεια των καταστάσεων και των συσχετισμών  εκείνης της εποχής. Γιατί σας θυμίζω ότι δεν ήταν μόνο η Εξαρχία, ο ατυχής πόλεμος του 1897, αλλά ήτανε η μεσολάβηση της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, η μεγάλη Βουλγαρία του Αγίου Στεφάνου. Ήταν, λίγους μήνες αργότερα, η μικρότερη Βουλγαρία και η ανατολική Ρωμυλία της Συνθήκης τους Βερολίνου. Και όλα αυτά τα εισέπραττε η καλή κοινωνία των Αθηνών και οι ευέλπιδες οι οποίοι εξέφραζαν  το εθνικό φρόνημα ,αλλά σε μεγάλο βαθμό  και μια αστική τάξη της εποχής στην Αθήνα, με χαρακτηριστικότερο όλων παράδειγμα τον Παύλο Μελά και την οικογένεια του που ένιωθαν ότι έπρεπε να πολεμήσουν εκτιθέμενοι σε ένα μέτωπο που θα λειτουργούσε διδακτικά για τις κυβερνήσεις των Αθηνών. Προσπαθούσαν να στείλουν μηνύματα, αντίστοιχα με τα μηνύματα που στέλνει ο μοναχικός βίος, το μοναστήρι, στην κοινωνία. Και με τον τρόπο αυτό, αναλαμβάνοντας ένα βάρος το οποίο ήταν τεράστιο κι έναν κίνδυνο ζωής έστελναν ένα μήνυμα και κρατούσανε μια φλόγα, ότι κάτι πρέπει να συμβεί.

Αυτό το κεκτημένο του Μακεδονικού Αγώνα βρίσκεται στο θεμέλιο των Βαλκανικών Πολέμων, στο θεμέλιο της απελευθέρωσης της Μακεδονίας, της Θράκης, της Ηπείρου, στη δημιουργία της νέας Ελλάδος, στη διαμόρφωση των νέων χωρών.  Είναι όμως ταυτόχρονα και στο θεμέλιο των διχασμών που ακολούθησαν γιατί πρέπει να σκεφτούμε ότι δεν σταμάτησαν όλες αυτές οι διεργασίες με τον πρώτο και τον δεύτερο βαλκανικό πόλεμο, συνεχίστηκαν με τον εθνικό διχασμό, με το ζήτημα της συμμετοχής της Ελλάδος στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, με την μικρασιατική εκστρατεία, με την παλινδρόμηση ανάμεσα στην Συνθήκη των Σεβρών και τη Συνθήκη της Λωζάνης.

Έχει αυτό πάρα πολύ μεγάλη σημασία για να ξέρουμε ότι υπήρξαν στιγμές μεγάλης ευφορίας αλλά και στιγμές περισυλλογής και ήττας.  Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία από την άποψη αυτή το ότι καταλήξαμε στην Συνθήκη της Λωζάνης ως Συνθήκη της ήττας για πολλούς λαούς και πολλές περιοχές και πολλά έθνη.  Κι έχει πολύ μεγάλη σημασία να σεβόμαστε αυτούς τους διακανονισμούς οι οποίοι δεν συνιστούν απλά και μόνο κανόνα του διεθνούς δικαίου, και μάλιστα κανόνα χάραξης συνόρων που ως εκ τούτου έχει και αυξημένη ισχύ, σταθερότητα. Αλλά είναι και ένας διακανονισμός ο οποίος αγγίζει τις περιοχές που αυτή τη στιγμή είναι οι πιο διακεκαυμένες, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, τη Συρία, το Ιρακ, τη Μουσούλη κοκ.

Έχει μεγάλη σημασία να θυμηθούμε - η ιστορική μοίρα μας κυνηγάει -  ότι ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν ίσως ένα από τα πρώτα, από τα εναρκτήρια γεγονότα του ανατολικού ζητήματος, δηλαδή της κατάρρευσης και της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αλλά το ανατολικό ζήτημα εκτείνεται μέχρι τις μέρες μας γιατί και αυτό που ζήσαμε με τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας,  αλλά και αυτό που ζούμε τώρα με την αποσάθρωση των κρατών στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική, που καλύπτουν εδαφικές περιοχές της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είναι κατά κάποιο τρόπο η συνέχεια του ανατολικού ζητήματος. Δηλαδή φτάνει μέχρι τις ημέρες μας αυτή η κόκκινη γραμμή που διαπερνά την ιστορία.

Γιαυτό και έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία η μη αναθεωρητική στάση στα θέματα αυτά. Ο σεβασμός των υφισταμένων συνόρων, ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου, ανεξάρτητα από το πώς σκέφτεται και νιώθει κανείς, ανεξάρτητα από το τι ιστορικές αξιολογήσεις κάνει, ανεξάρτητα από τις συναισθηματικές του εξάρσεις ,ανεξάρτητα από τις μνήμες. Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία η σταθερότητα, ο σεβασμός των υφισταμένων συνόρων και ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου.

Το λέω αυτό γιατί η έκδοση του βιβλίου, η συλλογή του Κώστα Γκιουλέκα, αυτή καθ’αυτή ως γεγονός, είναι μια εκδήλωση πατριωτική.  Είναι ο πατριωτισμός που τον κινητοποιεί.

Όμως τι είναι ο πατριωτισμός; Ο πατριωτισμός δεν είναι η ρητορεία, πατριωτισμός δεν είναι ο πανηγυρικός της ημέρας, πατριωτισμός δεν είναι η επίδειξη κάποιου σθένους που δεν σημαίνει και τίποτα όταν δεν εκτίθεσαι σε πολεμικό κίνδυνο. Πατριωτισμός σημαίνει πρωτίστως καλή γνώση της Ιστορίας. Προσεκτική και εις βάθος γνώση και αξιολόγηση του συσχετισμού δυνάμεων  και διαμόρφωση και εκτέλεση χειρισμών, ει δυνατόν σιωπηλά κι όχι με το μάτι στραμμένο στις συγκυριακές ανάγκες της δημοσιότητας, προκειμένου να διαφυλάξεις και όσο είναι δυνατόν να επεκτείνεις τον εθνικό χώρο και την εθνική επιρροή.  Κυρίως να διαφυλάξεις την κοινή εθνική συνείδηση και την κοινή μνήμη όλων μας. Γιατί όταν δεν έχεις συλλογική μνήμη ως έθνος και ως κοινωνία  δεν έχεις ούτε τη δυνατότητα να κοιτάξεις το μέλλον. Κι αυτό ισχύει και τώρα για όλες τις παραμέτρους της εθνικής ισχύος.  

Παράμετρος εθνικής ισχύος είναι η άμυνα της χώρας, η εσωτερική της ασφάλεια, ο σεβασμός των θεσμών της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, η ενίσχυση της οικονομίας, η έξοδος από την κρίση, κι όχι η ανακύκλωση των κρίσεων για λόγους οι οποίοι μπορεί να είναι συγκυριακοί και μικροί.  

Άρα ο συγγραφέας με μια πράξη πατριωτική μας καλεί να σκεφτούμε γύρω από το τι είναι πράγματι πατριωτισμός και να πράξουμε πατριωτικά στο όνομα της εθνικής αλήθειας. 

Σας ευχαριστώ.

    

Tags: ΘεσσαλονίκηΠολιτικές Ομιλίες, 2016Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016