Αθήνα, 27 Μαΐου 2016

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στο συνέδριο «Δίκαιο και Θρησκεία στη Μεσόγειο», που διοργάνωσε το Ινστιτούτο για τη Μεσόγειο (EPLO) σε συνεργασία με το Μεσογειακό Εργαστήριο Δημοσίου Δικαίου ( LMDP), με θέμα «Δίκαιο και Θρησκεία στην Ελλάδα: Η Πολιτική Διάσταση» (26/5/2016)

Ευχαριστώ  το Ινστιτούτο για τη Μεσόγειο και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου, τον καθηγητή και φίλο μου κ. Σπύρο Φλογαΐτη και τον Πρέσβυ κ. Βαρουξάκη για την πρόσκληση και χαίρομαι γιατί συνομιλώ με την κ. Μπακογιάννη, με την οποία πάντοτε έχουμε ενδιαφέρουσες και παραγωγικές συζητήσεις και με την οποία συνυπάρχουμε τώρα στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης στην οποία εκείνη έχει μακρά θητεία. Τώρα μετέχω κι εγώ στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.  Σας το λέω αυτό γιατί θα δούμε μήπως έχει κάποιο πρακτικό ενδιαφέρον για τα ζητήματα που απασχολούν το συνέδριο, την ημερίδα. 

Χαίρομαι γιατί μας δίνεται η ευκαιρία να κλείσουμε τις συζητήσεις μίας συνάντησης για το Δίκαιο και τη Θρησκεία στη Μεσόγειο, αναφερόμενοι ειδικότερα στα ελληνικά δεδομένα, στο Δίκαιο και τη Θρησκεία στην Ελλάδα.  Έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον η ενασχόληση με τη Μεσόγειο  γιατί τώρα ζούμε τη χειρότερη κατάληξη της Αραβικής Άνοιξης, με τον πόλεμο στη Συρία, με τον πόλεμο στη Λιβύη, με την κατάσταση που υπάρχει στο Ιράκ, με όλο αυτό που εμείς αντιμετωπίζουμε συμπτωματολογικά μέσα από την προσφυγική κρίση, αλλά στην πραγματικότητα είναι μία βαθιά κρίση της διεθνούς κοινωνίας, μία βαθιά κρίση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, μία κρίση της διεθνούς νομιμότητας. Θέλω απλώς να θυμηθούμε ότι στην αφετηρία της Αραβικής Άνοιξης, η κατάληξη της οποίας είναι δραματική, βρίσκεται ένας βαθύτατος πολιτικός και θεσμικός οριενταλισμός. 

 

Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο Δυτικός κόσμος, που κυριαρχεί στους διεθνείς συσχετισμούς, την κατάσταση στον Αραβικό κόσμο, στο Μουσουλμανικό κόσμο, είναι μία αντίληψη σε πολύ μεγάλο βαθμό εξωγενής και έντονα «αποικιοκρατική» διανοητικά. Θεωρούμε πάρα πολύ απλά ότι οι δικές μας αντιλήψεις, οι δικές μας έννοιες, οι δικές μας παραδόσεις, άρα η δική μας πρόσληψη για το τί σημαίνει δημοκρατία και τί σημαίνει κράτος δικαίου είναι παγκόσμιας, οικουμενικής ισχύος δόγματα, που πρέπει πάση θυσία να μεταφερθούν σε όλο τον πλανήτη και σίγουρα σε περιοχές τόσο κοντινές όσο είναι η απέναντι, η μη ευρωπαϊκή πλευρά της Μεσογείου.  Αλλά, φυσικά, πίσω από τις παραθαλάσσιες χώρες της Μεσογείου βρίσκονται άλλες και άλλες και άλλες.

Στην πραγματικότητα όλα αυτά είναι μία από τις πιο σύγχρονες και πιο σκληρές εκδοχές της σύγκρουσης των πολιτισμών, μέσα στην οποία τοποθετείται η ορθόδοξη Ελλάδα και γενικότερα, θα μου επιτρέψετε να θυμίσω, ο ορθόδοξος κόσμος με έναν πολύ ιδιόρρυθμο τρόπο, γιατί δε μας τοποθετούν αυτοί που εκφράζουν την δυτική αντίληψη με έναν καθαρό τρόπο στη Δύση.  Μας τοποθετούν επάνω στη γέφυρα, μας τοποθετούν στο ενδιάμεσο, μεταξύ Ανατολής και Δύσης.  Μας θέλουν να είμαστε η Δύση της Ανατολής και η Ανατολή της Δύσης και δεν ξέρουν εάν από την Ανατολή ή από τη Δύση έρχεται το φως, πού ανατέλλει και πού δύει, σύμφωνα με τις γνωστές εκφράσεις που κατά καιρούς έχουν επικρατήσει στη βιβλιογραφία. 

Άρα, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να θυμηθούμε ότι πράγματι εμείς ως ιστορικό εργαστήριο, η Ελλάδα δηλαδή και ο ελληνισμός, ζήσαμε πρώτοι απ’ όλους την παρακμή και τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, το Ανατολικό ζήτημα στην δυτική εκδοχή του.  Η απώτερη, αν θέλετε, κατάληξη αυτής της δυτικής όψης του Ανατολικού ζητήματος είναι αυτό που ακόμη ζούμε στα δυτικά Βαλκάνια.  Η διάλυση της τέως Γιουγκοσλαβίας, η κατάσταση σε χώρες όπως η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η κατάσταση στο Κόσοβο είναι αυτό. Τώρα ζούμε και τις απώτερες συνέπειες του Ανατολικού ζητήματος στην ανατολική όψη του, που είναι στην πραγματικότητα η αμφισβήτηση του χάρτη και της κρατικότητας, δηλαδή των κρατικών υποστάσεων στις Αραβικές χώρες, στο Μουσουλμανικό κόσμο. Η αμφισβήτηση των συνόρων όπως χαράχτηκαν, κυρίως την εποχή της Κοινωνίας των Εθνών και των εντολών. Κάτι που εμείς το έχουμε βιώσει, γιατί σας θυμίζω ότι τμήμα αυτής της πολύ μεγάλης περιπέτειας ήταν η Μικρασιατική εκστρατεία και η Μικρασιατική καταστροφή. Άρα και η συγκρότηση του νέου Ελληνικού κράτους, μετά την καταστροφή, μέσα από την ανταλλαγή των πληθυσμών, όταν συγκροτείται το νέο Ελληνικό κράτος στην πλήρη του μορφή, με τις νέες χώρες και την ενσωμάτωση των προσφύγων. Η δε Οθωμανική αυτοκρατορία έχει πλέον παρακμάσει, έχει διαλυθεί και μετατρέπεται στο Τουρκικό κράτος, σε ένα κράτος το οποίο είναι λαϊκό, secular, Κεμαλικό και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία να το θυμόμαστε ως ιστορικό υπόβαθρο όλης της συζήτησης που θα κάνουμε. 

Ένα από τα κατάλοιπα αυτής της ιστορικής εξέλιξης είναι το γεγονός ότι έχουμε μία αναγνωρισμένη κατά το Διεθνές Δίκαιο, θρησκευτική μειονότητα στην Ελλάδα με βάση τη Συνθήκη της Λωζάννης, τη Μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, η οποία διέπεται, όπως είπε και η κ. Μπακογιάννη προηγουμένως και όπως όλοι γνωρίζουμε άλλωστε, από το Ισλαμικό Δίκαιο ως προς το Δίκαιο της Προσωπικής Κατάστασης, το Οικογενειακό και το Κληρονομικό Δίκαιο. Από την άλλη μεριά, όπως αντιλαμβάνεστε, το συνολικό πρόβλημα των μειονοτήτων στην Ελλάδα μας φέρνει αντιμέτωπους όχι μόνο με τη Συνθήκη της Λωζάννης, αλλά με το Σύνταγμά μας, με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, συνολικά με το διεθνές καθεστώς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.  Ας το κρατήσουμε και αυτό γιατί έχει μία σημασία για την πληρότητα της ανάλυσής μας, της νομικής αλλά και της πολιτικής.  Θα εξηγηθώ στη συνέχεια με κάπως πιο αναλυτικό τρόπο. 

Σε μία χώρα όπως είναι η Ελλάδα, η οποία παρότι είναι ορθόδοξη, είναι Δυτική, σε μια χώρα στην οποία ο Διαφωτισμός κατά έναν παράδοξο τρόπο εκτελωνίστηκε μέσω κυρίως διανοουμένων που ήταν ταυτόχρονα και κληρικοί της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έχει σημασία αυτό γιατί είναι κάτι το αδιανόητο για τα δεδομένα της Δυτικής Χριστιανοσύνης. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να θυμηθούμε επίσης ότι μετά την Επανάσταση έγινε η ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας, υπό συνθήκες προτεκτοράτου, παρότι χάσαμε τις πολεμικές επιχειρήσεις, εν τούτοις ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος η Ελλάδα υπό την προστασία των μεγάλων δυνάμεων της εποχής.  Η Ελλάδα, υπό τις συνθήκες εκείνες, τις υβριδικές, ξεκίνησε ως ένα πρώιμα δημοκρατικό κράτος και ως ένα πρώιμα δικαιοκρατικό κράτος.  Δηλαδή είχε έναν πρώιμο συνταγματισμό ασύλληπτο για την εποχή και την περιοχή, γιατί βρισκόμαστε στις αρχές του 19ου αιώνα, βρισκόμαστε στο 1822 όταν αρχίζει η περιπέτεια του συνταγματισμού, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου στο εξεγερμένο έθνος. 

Βέβαια αυτό, όπως αντιλαμβάνεστε, οδηγεί στο να έχουμε σήμερα ένα συνταγματικό καθεστώς στην Ελλάδα, το οποίο είναι από τα πληρέστερα διεθνώς, στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της θρησκευτικής ελευθερίας. Ιστορικά ούτως ή άλλως αυτό που λέγεται κράτος δικαίου, αυτό που λέγεται σύστημα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ξεκινάει από δύο ελευθερίες, από τη θρησκευτική ελευθερία και την οικονομική ελευθερία. Μάλιστα, ιστορικά προτάσσεται η θρησκευτική ελευθερία, γιατί οι αντιλήψεις οι θρησκευτικές είναι αυτές που επηρεάζουν την αντίληψη για την οικονομική συγκρότηση. Οι μεγάλες διαφορές στην ανάπτυξη μεταξύ του ανατολικού και του δυτικού τμήματος της πάλαι ποτέ ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό αντιλήψεις σε σχέση με την πρωτογενή συσσώρευση, σε σχέση με την τοκοφορία, σε σχέση με την οικονομική ελευθερία, άρα η αντίληψη περί θρησκευτικής ελευθερίας και θρησκευτικού δόγματος επηρεάζει την αντίληψη για την οικονομία, για την αγορά, για τη συσσώρευση, για την ανάπτυξη.  Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία αυτό.

Ίσως ο πιο παρεξηγημένος θεωρητικός όλων αυτών των θεμάτων  ο Καρλ Μαρξ, ο πρώιμος Μαρξ, έχει οικοδομήσει την ανάλυσή του για τη θρησκευτική ελευθερία σε ένα έργο του το οποίο είναι πολύ σπουδαίο, «Το Εβραϊκό Ζήτημα», όπου ακριβώς συνδέει τη θρησκευτική ελευθερία με την Κοινωνία των Πολιτών και με τη λειτουργία της αγοράς σε τελευταία ανάλυση. Και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία διότι χωρίς θρησκευτική ελευθερία και χωρίς οικονομία της αγοράς δεν έχεις την ανάπτυξη του Δυτικού πολιτισμού.  Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία και πριν  από το χρονικό σημείο στο οποίο αναφέρθηκε προηγουμένως η κ.  Μπακογιάννη, που πριν μας πάει στο πώς έφθασαν από τη Νέα Αγγλία στην Αμερική, by the land ή by the sea, έχει σημασία ότι στη Δίαιτα της Αυγούστας έχουμε το 1555 μία πρώτη προσπάθεια ορισμού της κρατικής οντότητας με βάση το θρήσκευμα του ηγεμόνα.  Αυτό είναι μία συγκλονιστική εξέλιξη η οποία μας οδηγεί αργότερα στη Βεστφαλία, στη Βεστφαλική αντίληψη περί κυρίαρχου κράτους και σε όλο αυτό που είναι το οικοδόμημα του δυτικού θεσμικού πολιτισμού.  Άρα εμείς ανήκουμε στην παράδοση αυτή με έναν τρόπο επίκτητο, με έναν τρόπο εισαγόμενο, αλλά ανήκουμε και ανήκουμε 200 χρόνια τώρα, γιατί σε λίγο θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης. 

Άρα έχουμε ένα Σύνταγμα στο οποίο έχουμε πλήρη και απόλυτη κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας σε επίπεδο υψηλότερο από τον δείκτη που είναι η αντίστοιχη διάταξη της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό την έννοια ότι το άρθρο 13 του Ελληνικού Συντάγματος είναι γραμματικά πληρέστερο από το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άλλο αν τα Δικαστήρια αφίστανται.  Άλλωστε  τα Ελληνικά Δικαστήρια επανέρχονται στο ορθό πλαίσιο μέσα από την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Αλλά τώρα μιλάμε σε μία φάση που έχουν λυθεί αρκετά προβλήματα.  Έχουν λυθεί από την νομολογία του Στρασβούργου όλα τα προβλήματα σε σχέση με τους αντιρρησίες συνειδήσεως, άλλωστε έχουμε με την αναθεώρηση του 2001 ειδική συνταγματική διάταξη. Σε σχέση με τον προσηλυτισμό, σε σχέση με τους ευκτηρίους οίκους, σε σχέση με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά,  σε σχέση με τη διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία. Σε πολύ μεγάλο βαθμό πιστεύω πως είμαστε κοντά στην αποκατάσταση της νομολογίας, παρότι μας ξεφεύγουν ορισμένες αποφάσεις Διοικητικών Εφετείων, τις οποίες θα αποκαταστήσει, φαντάζομαι, το Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά υπάρχουν φυσικά πάντα ορισμένες αποκλίσεις.  Απόκλιση είναι η όλη συζήτηση για το τέμενος, απόκλιση είναι η αντίρρηση που εκφράζεται από την Εκκλησία της Ελλάδος, από εκπροσώπους της,  στο να υπάρχουν στην Ελλάδα  ευκτήριοι οίκοι των Μουσουλμάνων  και κάθε άλλης  θρησκείας και κάθε αλλού  δόγματος.  Απόκλιση είναι να αντιδρούν πχ  οι κάτοικοι της Πάτμου επειδή η Εξαρχία απεφάσισε να δώσει έναν ορθόδοξο ναό στους Καθολικούς, όταν οι Καθολικοί, οι Παλαιοκαθολικοί και όλες οι εκδοχές της διαμαρτύρησης δίνουν αφειδώς  εκκλησίες σε ορθοδόξους σε όλη την Ευρώπη, συνεχώς, με μεγάλη γενναιοδωρία, εκκλησίες παλιές, καινούριες, οικόπεδα, υποστήριξη για να έχει η Ορθοδοξία  και ο Ελληνισμός της διασποράς ναούς σε όλο τον κόσμο. 

Βέβαια έχουμε κάνει και εμείς προσφάτως σημαντικά βήματα εισάγοντας την έννοια του θρησκευτικού νομικού προσώπου με το νόμο 4301/2014, κάτι το οποίο είναι πολύ σημαντικό γιατί είχαμε σοβαρές αποκλίσεις σε σχέση με τη νομική προσωπικότητα αφενός μεν της Εκκλησίας της Ελλάδος, αφετέρου δε των Ισραηλιτικών Κοινοτήτων και εν μέρει της Καθολικής Εκκλησίας, εκ τρίτου δε όλων των υπόλοιπων που δεν είχαν καθαρή νομική υπόσταση.

Και έτσι είναι μία ευκαιρία να θυμίσουμε ότι το άρθρο 13 είναι αλώβητο από οτιδήποτε μπορεί να αφορά τις σχέσεις κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας, το άρθρο 3 του Συντάγματος δε συνιστά περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας.  Η επικρατούσα θρησκεία είναι η θρησκεία της πλειοψηφίας, είναι δημογραφικού χαρακτήρα διαπίστωση, δεν είναι κρατική θρησκεία.  Άλλωστε κράτη ευρωπαϊκά με κρατική ή επίσημη θρησκεία είναι τα κράτη στα οποία έχουμε κατεξοχήν θρησκευτική ελευθερία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τα Σκανδιναβικά κράτη. Χώρες  με επίσημη θρησκεία, όχι απλώς επικρατούσα αριθμητικώς αλλά επίσημη, είναι χώρες απόλυτης διασφάλισης της θρησκευτικής ελευθερίας.

Αυτό το οποίο συμβαίνει με το άρθρο 3 είναι μία από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις που  υπάρχουν και που συνδέεται με τη Συνθήκη της Λωζάννης, οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας είναι συνταγματικά ρυθμισμένες απλώς, και γιατί είναι συνταγματικά  ρυθμισμένες –αυτό χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή– γιατί ο συντακτικός νομοθέτης ήθελε και θέλει να είναι συνταγματικά ρυθμισμένες οι σχέσεις Ελληνικής Πολιτείας και Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το άρθρο 3 κατοχυρώνει τη συνταγματική θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.  Και δεν μπορούμε να έχουμε αξίωση να κατοχυρωθεί η διεθνής θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δεν μπορούμε να διεκδικούμε διεθνή νομική προσωπικότητα για το Οικουμενικό Πατριαρχείο όταν δεν το αναγνωρίζει η Ελληνική Πολιτεία ως αυθυπόστατο και ως διακεκριμένο διεθνή θεσμό, που πάντα το αναγνωρίζει και το αναγνωρίζει όχι μόνο στο άρθρο 3,  αλλά κυρίως στο άρθρο 105, γιατί ο καταστατικός χάρτης του Αγίου Όρους και το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους απορρέει μέσα από μία σύμβαση, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά και διεθνούς σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Πολιτείας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, γι’ αυτό ο καταστατικός χάρτης του Αγίου Όρους επικυρώνεται  από τη Βουλή (δια νόμου)  και το Οικουμενικό Πατριαρχείο.  Έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτό.  Το ίδιο συμβαίνει και με το άρθρο 3.  Το άρθρο 3 κατοχυρώνει το status του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τα πολλαπλά εκκλησιαστικά καθεστώτα στην Ελλάδα προς όφελος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δηλαδή το Άγιον Όρος, τις νέες Χώρες, την Κρήτη, τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, τέσσερα διαφορετικά καθεστώτα, συν η Εκκλησία της Ελλάδος ως άθροισμα, όπως γνωρίζετε, της αυτοκεφάλου Εκκλησίας και των νέων Χωρών.  Αυτά χωρίς το άρθρο 3 δεν υπάρχουν. 

Έχει λοιπόν τεράστια σημασία αυτό και για τη Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία για διάφορους λόγους κατοχυρώνει μία θρησκευτική μειονότητα στην Ελλάδα, τη Μουσουλμανική μειονότητα, και μία, όπως εμείς ερμηνεύουμε τη Συνθήκη, εθνική μειονότητα στην Τουρκία, μιλώντας για Ελληνική μειονότητα εκεί, στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο, πέραν όλων των ερμηνευτικών προβλημάτων που στην πρώτη εφαρμογή είχαν προκύψει με  τους «εγκατεστημένους»  πριν την έναρξη της Συμφωνίας.  Άρα, έχει πολύ μεγάλη σημασία να έχουμε την συνολική εικόνα ως προς  όλα αυτά. 

Η θρησκευτική ελευθερία βεβαίως δε θίγεται από λατρευτικές εκδηλώσεις οι οποίες έχουν μία αδράνεια.  Αδράνεια έχουν οι λατρευτικές εκδηλώσεις σε όλα τα κράτη. Και εγώ όταν πήγα στην τελετή έναρξης των χειμερινών Ολυμπιακών αγώνων του 2002 στη Γιούτα, στο Salt Lake City, παρακολούθησα πρώτα να αναπέμπει προσευχή ο τοπικός μορμόνος ποιμένας και μετά να χαιρετίζει ο Κυβερνήτης και μετά ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Και τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών τον βλέπω να ορκίζεται επί της Βίβλου που επιλέγει και βλέπω διάφορους θρησκευτικούς λειτουργούς του δόγματός του να αναπέμπουν ευχές στην επίσημη τελετή της ορκωμοσίας μπροστά στο Λευκό Οίκο.  Δε συμβαίνουν αυτά μόνον στην Ελλάδα, που ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί ανέτως να ζητήσει να μην ορκιστεί, παρότι όπως γνωρίζετε, στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών ένας Καθολικός Πρόεδρος υπήρξε, με κακή κατάληξη για τον ίδιο. 

Έχει πολύ μεγάλη σημασία να πούμε ότι φυσικά το Σύνταγμά μας ερμηνεύεται σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και γενικότερα σύμφωνα με τους κανόνες της Διεθνούς Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, άρα αν θέλεις ορκίζεσαι, αν δεν θέλεις δεν ορκίζεσαι.  Δεν υπάρχει ρητή διάταξη για όλα αυτά που συμβαίνουν τώρα, το λεγόμενο πολιτικό όρκο.  Δεν υπάρχει πολιτικός όρκος.  Η έννοια του πολιτικού «όρκου» είναι μία επινόηση, είναι μία ερμηνεία ότι ή ορκίζομαι θρησκευτικά ή διαβεβαιώ στην τιμή μου πολιτικά. 

Υπάρχει όρκος ο οποίος είναι θρησκευτικός και διαβεβαίωση η οποία γίνεται  στην τιμή του καθενός και αυτό μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο. Αλλά όταν οργανώνεται θρησκευτική λειτουργία επί τη ενάρξει της Συνόδου στο Κογκρέσο ή επί τη ενάρξει του δικαστικού έτους στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών δε γίνεται μεν αυτή μέσα στο δικαστήριο, αλλά γίνεται δίπλα και πηγαίνουν σχεδόν  όλοι οι δικαστές.  Αυτά συμβαίνουν παντού, δεν είναι κάτι το οποίο αλλάζει τη φυσιογνωμία της χώρας ως δικαιοκρατικής, δυτικής και ελεύθερης θρησκευτικά. 

Αυτά που σας είπα για το Πατριαρχείο ισχύουν και για τα άλλα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία ως προς το αναπαλλοτρίωτο, όπως ίσως θυμάστε,  το άρθρο 18 παράγραφος 8 του Συντάγματος κηρύσσει αναπαλλοτρίωτη την περιουσία των Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών στην Ελλάδα –των τριών μεγάλων δηλαδή, Βλατάδων, Αγίας Αναστασίας και Πάτμου–  των άλλων Πατριαρχείων, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και της Μονής του Σινά. 

Προσφάτως είχαμε την ευκαιρία με το λεγόμενο αντιρατσιστικό νόμο, για τον οποίο είχαμε και πολύ μεγάλη συζήτηση με τους Τούρκους ομολόγους μας, λόγω της αναφοράς της γενοκτονίας, να ποινικοποιήσουμε το λόγο μίσους ο οποίος μπορεί να είναι και εκκλησιαστικός.  Άλλωστε υπάρχουν πολλά εκκλησιαστικά κείμενα τα οποία δεν είναι καθόλου ορθά πολιτικώς, αλλά είναι εκκλησιαστικά κείμενα.

Τώρα όλα αυτά, για να πάμε στην ουσία, λύνονται με έναν πάρα πολύ απλό τρόπο, εφόσον συμφωνήσουμε ότι το Σύνταγμά μας θα ερμηνεύεται, όπως σας είπα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Αυτό αίρει πλήθος προβλημάτων. 

Τώρα όμως αρχίζει μία νέα γενιά προβλημάτων, διότι έχουμε εδώ εγκατεστημένους μετανάστες –νόμιμους ή παράτυπους– έχουμε πρόσφυγες, έχουμε ανθρώπους οι οποίοι αιτούνται άσυλο αλλά δεν έχουν απάντηση, έχουμε θρησκευτικές κοινότητες άλλου τύπου που δεν έχουν μειονοτικό καθεστώς, οι οποίοι καλύπτονται όχι από το Ελληνικό Σύνταγμα ευθέως, αλλά από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση που αναγνωρίζει ως υποκείμενο προστασίας καθέναν που βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια, άρα και τους πρόσφυγες, σε όλα τα θέματα, και στα ατομικά διοικητικά μέτρα, ζήτημα το οποίο είναι πάρα πολύ κρίσιμο για τη διαδικασία παροχής ασύλου. Όλοι αυτοί έχουν συνήθειες, θέλουν ευκτηρίους οίκους, έχουν τρόπους του φέρεσθαι, έχουν ενδυμασίες.  Άρα όλα αυτά τα οποία έχει αντιμετωπίσει η νομολογία του Στρασβούργου, η νομολογία πολλών ευρωπαϊκών συνταγματικών ή ανωτάτων Δικαστηρίων –το τσαντόρ, η μουσουλμανική μαντίλα, το αν δέχομαι να υπάρχει σταυρός στα σχολεία, η εικόνα του Χριστού στα δικαστήρια– όλα αυτά θα αντιμετωπιστούν όπως αντιμετωπίζονται από τη νομολογία του Στρασβούργου, η οποία δεν είναι τόσο ευθύγραμμη ούτε τόσο απλή.  Για παράδειγμα, προσφάτως αναγνωρίστηκε ότι η Ιταλία έχει διακριτική ευχέρεια να έχει θρησκευτικά σύμβολα στα σχολεία της.  Προσφάτως κρίθηκε ότι μία αεροσυνοδός η οποία θέλει να φορά φουλάρι μουσουλμανικό δικαιούται, αλλά μία νοσοκόμα δε δικαιούται, διότι παρεμποδίζεται στην άσκηση του έργου της.  Υπάρχουν παραλλαγές οι οποίες είναι πολλές.  Είναι εκλεπτυσμένη η νομολογία γιατί ο δικαστής δίνει λύσεις στο συγκεκριμένο θέμα, δεν κάνει μία θεωρητική άσκηση.

Έτσι θα λύσουμε κι εμείς τα προβλήματά μας, αλλά τώρα τα προβλήματα αυτά τα έχουμε όλα σε πλήρη εξέλιξη.  Βέβαια θα εκκαθαρίσουμε και τις αδράνειες.  Το κακό ή το καλό είναι ότι ο δικαστής είναι η συντηρητικότερη εκδοχή του ελληνικού νομικού συστήματος.  Στην έννομη τάξη η πιο συντηρητική εκδοχή είναι ο δικαστής, δεν είναι ο νομοθέτης, ο νομοθέτης επηρεάζεται από την κοινωνία, ή εν πάση περιπτώσει υπάρχουν προοδευτικοί και συντηρητικοί συσχετισμοί, αλλά εκφράζονται πολιτικά, δεν εκφράζονται με τη δύναμη του δεδικασμένου, με την autorité, με την auctoritas.  Όπως ξέρετε, auctoritas, non veritas facit legem.  Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί δεν ψάχνουμε μία αλήθεια που δεν υπάρχει, ψάχνουμε μία αυθεντία η οποία προσδιορίζεται συνταγματικά, δημοκρατικά και δικαιοκρατικά.  Αυτό αφορά όχι μόνο το ισόκυρο  του θρησκευτικού τύπου του γάμου, τη βάπτιση και την ονοματοδοσία αλλά και τους a la carte ορθόδοξους Χριστιανούς.

 Εδώ έχουμε τώρα κι αυτό.  Έχουμε θεοκρατικές αντιλήψεις στην κοινωνία των πολιτών και πολιτειοκρατικές αντιλήψεις στην Εκκλησία, διότι και ο πολίτης έχει την αξίωση η Εκκλησία να λειτουργεί πολιτειοκρατικά, δηλαδή να δέχεται ότι αυτός μπορεί να παντρεύεται πολιτικά αλλά να βαπτίζει το παιδί του θρησκευτικά και δε δέχεται όταν του λέει η Εκκλησία, της οποίας θέλει να είναι πιστός, «όχι, για να είσαι πιστός πρέπει να παντρεύεσαι θρησκευτικά, να βαπτίζεις το παιδί σου και να κηδεύεσαι κι όχι να ζητάς να αποτεφρωθείς».  Θέλει να είναι και το ένα και το άλλο.  Αυτό είναι όμως μία βαθιά πολιτειοκρατική αντίληψη τελικά της Εκκλησίας για ορισμένα θέματα όταν  λέει, θέλω να είμαι παρούσα στα σχολεία, στις φυλακές, στα δικαστήρια, στην εξουσία, και μία βαθιά θεοκρατική αντίληψη της κοινωνίας η οποία ψάχνει το θείον, το ιερό, το ψάχνει σε μία αντίληψη η οποία δεν είναι τελικά ούτε χριστιανική ούτε ορθόδοξη, είναι ένας περίεργος νεοελληνικός δεισμός, deismus, όπου ο καθένας έχει το Χριστό του, το Θεό του, την αντίληψή του και θεωρεί ότι όλα αυτά είναι το επίςημο δόγμα .

Να το πω πιο απλά, ο Διαφωτισμός επηρεάζεται από το Χριστιανισμό, αλλά τον υπερβαίνει.  Γιατί συμβαίνει αυτό;  Γιατί γύρω από τον λόγο οργανώνονται όλα.  Αφ’ ης στιγμής εισάγεται μία μονοθεϊστική θρησκεία η οποία οικοδομείται στον λόγο –εν αρχή ην ο λόγος– και από τη στιγμή που ο Θεός γίνεται άνθρωπος, ενανθρωπίζεται, η σύγκρουση ανάμεσα στην, ας το πούμε, θέωση του ανθρώπου και την ενανθρώπιση του Θεού είναι μία σύγκρουση η οποία ανοίγει τεράστια φιλοσοφικά πεδία.

Και μετά συγκρούονται δύο ηθικές.  Ποια ηθική Ισχύει ως δημόσια ηθική, η χριστιανική ηθική ή η συνταγματική ηθική;  Ισχύει η συνταγματική ηθική.  Η συνταγματική ηθική είναι επηρεασμένη από το Χριστιανισμό αλλά είναι άλλη.  Η ηθική σε σχέση με τις προγαμιαίες σχέσεις, σε σχέση με την έκτρωση, σε σχέση με το σύμφωνο συμβίωσης των ομοφυλόφιλων, σε σχέση με την υιοθεσία, σε σχέση με την κήδευση, σε σχέση με τα διεμφυλικά άτομα, σε σχέση με ό,τι μπορείτε να φανταστείτε, που συνδέεται  με τη βιολογία. Η  βιοηθική που είναι η απώτατη εκδοχή της ηθικής, είναι η συνταγματική ηθική, η ηθική του Συντάγματος, η ηθική της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η ηθική του Διεθνούς Δικαίου.  Είναι επηρεασμένη από τη χριστιανική αλλά δεν ταυτίζεται με αυτή, έχουμε δύο διαφορετικές σχολές.  Ο καθένας μπορεί να πει ότι εγώ είμαι πιστός αλλά είμαι ταυτόχρονα και νομιμόφρων πολίτης και είμαι και προοδευτικός και είμαι και Δυτικός και είμαι και Ευρωπαίος.  Υπάρχει  μία σύγκρουση αντιλήψεων.  Είναι μία αντίφαση η οποία δε λύνεται σε έναν αιώνα, θέλει πολύ χρόνο, θέλει μακρύ ιστορικό χρόνο για να λυθεί η αντίφαση  αυτή.  Αυτό το βλέπουμε παντού.  Βλέπω να τίθεται και σήμερα το ερώτημα από την Επιτροπή διαλόγου για την Παιδεία το ερώτημα αν θα κάνουν προσευχή τα παιδιά στο σχολείο; Θα κάνουν έπαρση σημαίας;  Θα κάνουν παρέλαση;  Γιατί οι μεγάλες αποφάσεις θρησκευτικής ελευθερίας –Βαλσάμης, Κοκκινάκης– αμφισβητούν και αυτό, αμφισβητούν και το   εθνικό.   Σου λέει, «δε θέλω ούτε έπαρση σημαίας , ούτε παρέλαση, ούτε εθνική εορτή για τα παιδιά μου, θέλω να γίνονται σεβαστές οι αντιλήψεις μου» σύμφωνα με το άρθρο 2 του προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ .  Οι πεποιθήσεις  του γονέα  είναι θρησκευτικές και φιλοσοφικές δεν αφορούν μόνο τη θρησκεία, αφορούν και το εθνικό.  Έτσι έχουν ξεκινήσει οι σχετικές  αποφάσεις του ΕΔΔΑ. Κατά την ίδια λογική που σου λέει, «δε θέλω το παιδί μου να μετέχει στην πρωινή προσευχή», σου λέει ότι «δε θέλω να μετέχει και στην έπαρση της σημαίας, δε θέλω να μετέχει στην παρέλαση». Είναι αντιλήψεις. Αν πάτε στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών και το να κάψεις τη σημαία την αμερικανική είναι ελευθερία του λόγου.  Στην ελευθερία του λόγου θεμελιώνονται τα πάντα.  Αν πεις εδώ σε μία απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας ότι εάν κάποιος κάψει τη σημαία ασκεί την ελευθερία του λόγου, θα σοκαριστούμε –έτσι δεν είναι;– γιατί η κοινωνία μας δεν είναι τόσο φιλελεύθερη.  Είναι άλλες αντιλήψεις αυτές.  Η ελευθερία του λόγου συνδέεται και με  την ελευθερία του εμπορίου, στην ελευθερία του εμπορίου θεμελιώνεται  η προστασία της  υγείας. Η νομοθεσία του Obama για την υγεία βασίζεται στην διαπολιτειακή ελευθερία του εμπορίου.  Είναι μία άλλη σχολή σκέψης.  Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία τί γίνεται με τα θέματα αυτά. 

Έτσι θα αντιμετωπίσουμε και το θέμα της Σαρία και θα κλείσω με αυτό.  Πριν από λίγες εβδομάδες, ανετέθη σε εισηγητή από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης εισήγηση για την εφαρμογή της σαρία στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης.  Τώρα, κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι και κράτη τα οποία έχουν μουσουλμανικό πληθυσμό, έτσι;  Δεν είχαν αντιληφθεί ότι έχουμε τη Σαρία στη Θράκη, τους το είπα και το άκουσαν με πολύ μεγάλη έκπληξη, αλλά τώρα και αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα. 

Αυτό που είπε προηγουμένως η κ. Μπακογιάννη είναι ακριβές.  Η Τουρκία θεωρεί ότι έχει droit de regard επί της μειονότητος, εμείς θεωρούμε ότι δεν υπάρχει αυτό το droit de regard.  Βεβαίως, δεν το έχουμε ούτε εμείς. Για να έχουμε μία αίσθηση του πεδίου επί του οποίου κινούμεθα.  Που σημαίνει ότι δε χρειάζεται, γιατί δεν υπάρχει αμοιβαιότητα στα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως ορθώς ειπώθηκε.  Αυτό που λέγεται εκλογή του Μουφτή δεν τίθεται ποτέ από την τουρκική πλευρά ως εκλογή από το λαό, τίθεται ως εκλογή από τους Ιμάμηδες και αν τους ακούσεις προσεκτικά φαίνεται να  έχουν στο μυαλό τους τη Σύνοδο, δηλαδή μιλούν με όρους χριστιανικούς.  Σου λέει ότι όπως η Σύνοδος εκλέγει τον Πατριάρχη, μια «σύνοδος»  θα εκλέγει το Μουφτή.  Όταν τους λες, μα ο Μουφτής έχει και δικαιοδοτικές αρμοδιότητες, είναι έτοιμοι να δεχθούν το διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων, δηλαδή διορίστε  έναν Καδή και αφήστε  να εκλέγουν οι Ιμάμηδες έναν Μουφτή.  Αλλά ο Καδής να κάνει τί;  Να απονέμει δίκιο κατά τη Σαρία, όπως πολύ ωραία ειπώθηκε σε προηγούμενη εισήγηση.

Φταίνε οι Τούρκοι, οι οποίοι κακώς ασκούν το droit de regard σε μία μουσουλμανική μειονότητα επί της οποίας ισχύει το ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο που δεν ισχύει στην Τουρκία, γιατί η Τουρκία είναι secular κράτος, εάν ο Άρειος Πάγος ο δικός μας δεν εφαρμόζει το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου;  Όχι.  Εν πάση περιπτώσει η υπαγωγή στο ιερονομικό καθεστώς το λιγότερο δεν πρέπει να είναι εθελοντική;  Δηλαδή για όποιον θέλει.  Και για όποιον δε θέλει δεν μπορεί να γίνει υπαγωγή;  Αν δε θέλουν και οι δύο διάδικοι δεν υπάρχει υπαγωγή.  Δεν παραβιάζεται η δημόσια τάξη όταν κάποιος στερείται θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατοχυρωμένων  από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;  Τί έλεγχο κάνει ο Έλληνας Δικαστής επί του κύρους των αποφάσεων αυτών ,εάν δεν κάνει έλεγχο επί τη βάσει των κανόνων δημοσίας τάξεως;  Όπως γίνεται στις διαιτησίες.  Πώς ελέγχονται οι διαιτητικές αποφάσεις;  Οι διαιτητικές αποφάσεις ελέγχονται πιο αυστηρά απ’ ό,τι ελέγχονται οι αποφάσεις οι ιερονομικές;  Εγώ δεν την καταλαβαίνω αυτήν τη νομολογία, είναι μία νομολογία, η οποία παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Αλλά εν πάση περιπτώσει, πείτε ότι λύνεται το θέμα αυτό και το λύνουμε επικαλούμενοι το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Δε θέλω να κάνω πλήρως τη συζήτηση αυτή δημόσια, αλλά η Λωζάννη δεν αφορά μόνο τη Σαρία και τη νομική θεμελίωσή της, αφορά τη θεμελίωση της μειονότητας καθεαυτή.  Διότι εάν δεν είναι αυτή η νομική βάση, τότε ποια είναι;  Δηλαδή δεν έχει γίνει αποδεκτός από τη νομολογία ο συλλογικός αυτοπροσδιορισμός, αλλά μπορεί και κάποια στιγμή να γίνει.  Επειδή έχουμε πολλές τέτοιες εκκρεμότητες σε σχέση με τη νομολογία και σε σχέση με τη συμμόρφωση προς  τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, θέλει αυτό που λέγεται obligation de réserve όταν θέτουμε τα θέματα αυτά, γιατί πρέπει να κάνουμε ένα συνολικό απολογισμό των επιπτώσεων της κάθε τοποθέτησής μας. Διότι υπάρχει μία αλληλουχία συνεπειών, οι οποίες είναι πολιτικές και διεθνοπολιτικές και πρέπει αυτό να το δούμε συνολικά, κάτι που δυστυχώς δυσκολευόμαστε πολύ να κάνουμε γιατί και εμείς λειτουργούμε («εμείς» εννοώ, όχι εμείς αυτό εδώ, το ακροατήριο, αλλά η χώρα, η κοινωνία ) επί τη βάσει αδρανειών και στερεοτύπων όπως συμβαίνει σε πάρα πολλές χώρες, σχεδόν σε όλες, αλλά εν πάση περιπτώσει, συμβαίνει και εδώ. 

Υπό την έννοια αυτή, πράγματι, το θέμα της Σαρία είναι ένα θέμα πολύ σημαντικό που σε πρώτη φάση, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να αντιμετωπιστεί όπως είπα, δηλαδή πρέπει να αντιμετωπιστεί με βάση τις ρήτρες δημόσιας τάξης και αναγκαστικού δικαίου, οι οποίες δεν μπορεί να παραβιάζονται.  Διότι εδώ βρισκόμαστε  σε ένα πεδίο, το οποίο είναι πρωτίστως πεδίο Δημοσίου Δικαίου, υπό την έννοια ότι και το Οικογενειακό Δίκαιο είναι Δημόσιο Δίκαιο όσο και αν πανδεκτικιστικά ανήκει στα βιβλία του Αστικού Κώδικα.  Και έχει πολύ μεγάλη σημασία να δεις πού έχεις μη ενδοτικούς κανόνες και πού έχεις κανόνες δημόσιας τάξης, το ένα είναι αυτό.  Το δεύτερο είναι η επιλογή, δεν μπορείς να υπάγεις κανέναν αναγκαστικά, παρά μόνο κατά τη βούλησή του στο πλαίσιο της θρησκευτικής του ελευθερίας, δεν μπορείς να τον αναγκάσεις στην άσκηση της θρησκευτικής του ελευθερίας.  Εφόσον η υπαγωγή στη Σαρία είναι άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας του Μουσουλμάνου της Θράκης, δεν μπορείς υποχρεωτικά να τον αναγκάσεις να είναι πιστός, διότι παραβιάζεις τη θρησκευτική του  ελευθερία, καθώς αυτός μπορεί να μη θέλει. Κάποιος που ανήκει στη μουσουλμανική μειονότητα και πιστεύει με τον τρόπο του, πιστεύει σε άλλη σχολή, είναι αγνωστικιστής κοκ.

Είναι το γνωστό ανέκδοτο που το έχω πει και άλλη φορά, το οποίο το ξέρετε ίσως.  Στο Μπέλφαστ, μία ένοπλη περίπολος συναντά έναν, ο οποίος έχει βγει από μία pub και του λέει «Για έλα εδώ εσύ, τί είσαι, καθολικός ή προτεστάντης;».  Αυτοί είναι πολύ αγριεμένοι, έχουν τα όπλα στο χέρι, λέει αυτός «Παιδιά, προσοχή, μη γίνει λάθος, εγώ είμαι αγνωστικιστής» και του λένε αυτοί «Ok, αγνωστικιστής, τί αγνωστικιστής, καθολικός ή προτεστάντης;».

Tags: Κράτος και ΕκκλησίαΠολιτικές Ομιλίες, 2016Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016